Legislator Case Law & Legislation
268/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds and failure to consider evidence under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 268/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a loan dispute. The appellant argued the lower court failed to consider a specific notarized certificate submitted as evidence. The court ruled that the lower court had explicitly referenced this certificate in its reasoning, thereby satisfying the legal requirement for proper justification. Consequently, the appeal was rejected, the costs were shifted to the appellant, and the appeal bond was forfeited to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 KPolD; Art. 559 no. 11 para. g KPolD: An appeal is inadmissible if the decision contains sufficient grounds even if they are summarized, and is rejected if the court has considered all evidence presented by the parties, provided the specific evidence is mentioned in the decision's reasoning.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal grounds Insufficient reasoning Evidence consideration Notarized certificate Court costs State treasury

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 KPolD
Art. 559 no. 11 para. g KPolD
Art. 561 para. 1 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 186 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 268 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 268/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Καλαντζή και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: R. (Ρ.) K. (Κ.) του L. (Λ.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άνθιμο Μπόκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1956/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1742/2016 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/8/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευσή της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1764/2007, ΑΠ 1008/2007, ΑΠ 346/2006).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απέρριψε ως αβάσιμο το, προς επίρρωση του αγωγικού ισχυρισμού αυτού (αναιρεσείοντος), περί καταρτίσεως μεταξύ του ιδίου και της αναιρεσιβλήτου συμβάσεως δανείου (και όχι δωρεάς), προβληθέν, επιχείρημά του "ότι η ερημοδικία της τελευταίας (αναιρεσιβλήτου) κατά τη συζήτηση της (από 16.10.2008) κατ’ αυτής αιτήσεως περί χορηγήσεως άδειας εγγραφής προσημειώσεως υποθήκης αποτελεί ουσιαστική παραδοχή του γεγονότος της οφειλής του αντιδίκου", δεχθείσα με ανεπαρκή αιτιολογία, ότι η ερημοδικία της αναιρεσιβλήτου κατά τη συζήτηση της παραπάνω αιτήσεως οφείλεται στο γεγονός ότι αυτή δεν έλαβε γνώση της δικασίμου καθόσον ο ενάγων (αναιρεσείων) επέδωσε τα δικόγραφα γνωρίζοντας ότι η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) δεν διέμενε πλέον στη διεύθυνση της οδού ...". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον τα προς θεμελίωσή του επικαλούμενα, ως αναφερόμενα σε επιχειρήματα των διαδίκων και του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν μπορούν, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να ιδρύσουν την παραπάνω, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λ.π.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση, αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρ. 559 περ. 11γ’ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 577/2015, ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13).

Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ’ ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, την προς απόδειξη του αγωγικού, περί δανείου, ισχυρισμού μετ’ επικλήσεως προσκομισθείσα από τον ίδιο υπ’ αριθμ. .../10.10.2013 ένορκη, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, βεβαίωση.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, η τελευταία έλαβε υπόψη (και) την παραπάνω ένορκη βεβαίωση με τη ρητή αναφορά ότι "από τις με αριθμ. ..., .../2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντα (αναιρεσείοντος)....Π. Κ. και L. C. αντίστοιχα...." από την οποία, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο αυτής (προσβαλλομένης αποφάσεως), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) η εν λόγω ένορκη βεβαίωση, έχει ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια του ερευνόμενου λόγου προβαλλομένη περαιτέρω αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το αριθ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1127/13).

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 186 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (από 12.8.2016 και με αριθμ. Καταθ. ...2016) αίτηση αναίρεσης της 1742/2016 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ