Supreme Court dismisses appeal due to lack of valid power of attorney for the appellant's lawyer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a First Instance Court decision. The appellant failed to prove the lawyer representing it held a valid power of attorney required by law, submitting only an insufficient private document instead. Consequently, the court ruled the appellant legally absent and rejected the appeal as inadmissible while ordering the appellant to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 94, 96, 104, 105 of the Code of Civil Procedure; The court must reject an appeal as inadmissible if the appellant is not legally represented by a lawyer holding a valid power of attorney, and the appellant is deemed legally absent if such representation is missing at the hearing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 546 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 546/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "1η Υ.ΠΕ ΑΤΤΙΚΗΣ Γ.Ο.Ν.Κ. "ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ"", που εδρεύει στο Καλυφτάκι Κηφισιάς Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Μαμάκο. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Μάνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2146/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 405/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 94, 96, 104 και 105 ΚΠολΔ, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.1 του ν.3994/2011 και στην συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο παρ.2 του ν. 4335/2015 και η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ.2 του Ν. 3994/2011, προκύπτει, ότι οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, εκτός α) από τα Ειρηνοδικεία, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορά και β) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, να έχουν πληρεξούσιο δικηγόρο, του οποίου ο διορισμός γίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, παρέχει δε στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που του έδωσε την πληρεξουσιότητα, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ένδικων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται.
Η πληρεξουσιότητα μιας αρχής μπορεί να δοθεί σε δικηγόρο και με έγγραφό της, που περιέχει τα στοιχεία που αναγράφονται παραπάνω. Έτσι με τον νόμο 3994/2011 αντικαταστάθηκαν όλες οι διατάξεις του άρθρου 96 ΚΠολΔ ως προς τον τύπο χορήγησης της πληρεξουσιότητας. Με τη ρύθμιση αυτή αφ' ενός απλοποιήθηκε η διαδικασία χορήγησης της πληρεξουσιότητας και αφ' ετέρου επεκτάθηκε σε όλα τα δικαστήρια και σε όλες τις διαδικασίες η δυνατότητα χορήγησης της πληρεξουσιότητας με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή του χορηγήσαντος την πληρεξουσιότητα διαδίκου βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο, ρύθμιση η οποία ήδη ίσχυε στον ΚΠοινΔ (άρθ. 42 παράγραφος 2).
Εντούτοις με το πρώτο εδάφιο της τρίτης παραγράφου του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, όπου, μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του παραπάνω νόμου, ορίζεται ότι "κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση", εισάγεται εξαίρεση για τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, όπου λόγω της σοβαρότητας του εκδικαζόμενου ή διατιθέμενου αντικειμένου επιβάλλεται πανηγυρικότητα στον τύπο χορήγησης της πληρεξουσιότητας και αποκλείεται εντεύθεν η χορήγησή της με ιδιωτικό έγγραφο.
Μάλιστα το τελευταίο επιτάσσεται αδιασείστως, χωρίς να εξαιρείται από τη ρύθμιση ακόμη και η περίπτωση, που η πληρεξουσιότητα παρέχεται από αρχή. Αν ο συστατικός αυτός τύπος δεν τηρηθεί, δεν υπάρχει δικαστική πληρεξουσιότητα και δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για απόδειξή της με άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Εξαίρεση υφίσταται μόνον α) όσον αφορά την εκπροσώπηση του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., όταν αυτή γίνεται από τα μέλη του κύριου προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), σύμφωνα με το άρθρο 20 §1 του Ν. 3086/2002, τα τελευταία "έχουν από τη θέση τους και χωρίς άλλο αποδεικτικό στοιχείο την πληρεξουσιότητα που απαιτείται από το νόμο, για την παράσταση και υπεράσπιση, ενώπιον όλων των Δικαστηρίων και Αρχών, του Δημοσίου και των οργάνων που το εκπροσωπούν κατά περίπτωση, καθώς και των Νομικών προσώπων και των Ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, των οποίων η νομική υπηρεσία, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις, διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.
ή από μέλος του", β)Κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 του άρθρου 96 Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρο 63 ν.4509/2017 κατά το οποίο "Ειδικά, για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή".
Σύμφωνα με το άρθρο 104 ΚΠολΔ θεωρείται, ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις μέχρι την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, αλλά σε αυτή απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, της οποίας η ύπαρξη εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, της οποίας η έλλειψη έχει ως αποτέλεσμα να μη γίνεται δεκτός ο εμφανιζόμενος ως δικαστικός πληρεξούσιος και ο διάδικος, που φέρεται ως εκπροσωπούμενος από αυτόν να θεωρείται δικονομικώς απών, με όλες τις συνέπειες τέτοιας απουσίας.
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του διαδίκου που φέρεται ότι άσκησε το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας αυτού προς το δικηγόρο που υπέγραψε την αναίρεση, η τελευταία απορρίπτεται, αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (A.Π. 1085/2020, Α.Π. 1036/2018, Α.Π. 401/2017), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επέσπευσε τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 622/2020, AΠ 365/2018, 160/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (αρθ 647 επ. Κ.Πολ.Δ. όπως ίσχυε πριν την ισχύ του ν.4335/2015) υπ' αριθ. 405/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ν.π.δ.δ., με την επωνυμία 1η "ΥΠΕ ΑΤΤΙΚΗΣ Γ.Ο.Ν.Κ.
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ" κατά της με αρ. 2146/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει μερικά δεκτή η από 3-10-2012 αγωγή που είχε ασκήσει η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." κατά του αναιρεσείοντος και είχε αναπροσαρμοστεί το μηνιαίο καταβαλλόμενο για το ένδικο μίσθιο ακίνητο μίσθωμα στο ποσό που αναφέρεται σε αυτή.
Κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από την σειρά του οικείου πινακίου, εκπροσωπήθηκαν, η μεν αναιρεσίβλητη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Μάνο, το δε αναιρεσείον από τον δικηγόρο Θεμιστοκλή Μαμάκο. Ο τελευταίος δεν αποδεικνύει την προς αυτόν από το αναιρεσείον, για την εκπροσώπησή του στην δίκη αυτή, χορήγηση σχετικής πληρεξουσιότητας με την προσκομιδή της απαιτούμενης και σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις συμβολαιογραφικής πράξης ούτε επικαλείται τέτοια.
Αντίθετα προσκομίζει μόνο το από 27-10-2021 ιδιωτικό έγγραφο (εξουσιοδότηση), με το οποίο, όπως προκύπτει από αυτό, εξουσιοδοτείται από τον Θ. Τ., (η ιδιότητα του οποίου δεν προκύπτει) να προσδιορίσει προς συζήτηση την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να παρασταθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την δικάσιμο που θα προσδιοριστεί, είτε σε οποιαδήποτε μετ' αναβολή δικάσιμο.
Από το έγγραφο αυτό δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας από το αναιρεσείον προς τον παραπάνω δικηγόρο. Η έλλειψη δε αυτή έχει ως αποτέλεσμα να μη γίνεται δεκτός ο εμφανιζόμενος ως άνω συνήγορος ως δικαστικός πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό 4075Ε/12-10-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ.
Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης με πράξη ορισμού της αναφερομένης παραπάνω αρχικής δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στο αναιρεσείον, το οποίο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα, σύμφωνα με τα παραπάνω και θεωρείται δικονομικώς απόν.
Περαιτέρω από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ο ως άνω δικηγόρος Θεμιστοκλής Μαμάκος, που υπογράφει το αναιρετήριο, είχε ρητή πληρεξουσιότητα από το αναιρεσείον να ασκήσει για λογαριασμό του, την ένδικη αίτηση αναίρεσης. Επομένως και ενόψει του ότι το απόν ως άνω αναιρεσείον είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πλήρη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), ενόψει του ότι, το αναιρεσείον ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ.28 παρ.4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του ν.3693 /1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (Α.Π.1492/2017, ΑΠ 675/2015, ΑΠ 1362/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-7-2020, αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 405/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ