Legislator Case Law & Legislation
546/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on compulsory expropriation costs, ruling lower court correctly applied law.

Case Number 546/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Third Instance Court decision regarding compensation for compulsory expropriation. The State argued the lower court erred by applying standard civil procedure cost rules instead of a specific statute limiting costs. The court held that applying the restrictive statute would violate the constitutional right to full compensation for expropriation, confirming the lower court's application of general rules was correct.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; Article 22(1) and (2) of Law 3693/1957; Article 17 of the Constitution: In compulsory expropriation cases, the principle of full compensation prevails, prohibiting the reduction of legal costs via restrictive statutes that would penalize the expropriated party for the state's failure to use the streamlined procedure.

Keywords

AI generated
compulsory expropriation legal costs reduction full compensation principle constitutional right statutory interpretation civil procedure code state liability

Cited Legislation

AI generated
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (2) of Law 3693/1957
Article 17 of the Constitution
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 18 of Law 2882/2001
Article 100 of the Lawyers' Code
Article 107 of the Lawyers' Code
Article 1009 of the Lawyers' Code
Article 114 of the Lawyers' Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 546 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 546/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. χας Ι. Μ., το γένος Ρ. Β. και 2) Π. - Θ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη (Τάκη) Ανδρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 287/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2008 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 20-12-2008 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 293/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 74/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-3-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε ερημοδικία στην αναιρετική δίκη, ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην περίπτωση που τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικός του, και σε αρνητική περίπτωση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση για όλους τους διαδίκους.

Αν ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση αντίδικό του, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 29-3-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των α) Γ. χας Ι. Μ.

και ) Π. - Θ. Μ. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 74/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση μόνο οι αναιρεσίβλητοι, ενώ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση αυτή. Από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Β. Μ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 29-3-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 7/31-3-2017 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8-11-2019) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Κατά συνέπεια, αφού το αναιρεσείον δεν εκπροσωπήθηκε από δικαστικό πληρεξούσιο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ.

του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 176 παρ. 2 εδ. γ' ΚΠολΔ). Στο άρθρο 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών..." ορίζονται τα εξής: "1. Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δέκα πέντε μέτρων, δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων... 3.

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών. 4. Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων...".

Εξάλλου, στο άρθρο 62 παρ. 9 του ν. 947/1979 "περί οικισικών περιοχών, ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 εφαρμόζονται και δια τας προς βελτίωσιν υφισταμένων οδών πραγματοποιουμένας νέας χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων αυτών. Αι κατά τα άνω βελτιούμενοι οδοί ή τμήματα αυτών ορίζονται δι' αποφάσεως του Υπουργού Δημοσίων Έργων δημοσιευομένης δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως" και στην παράγραφο 10 του ίδιου άρθρου ότι "Οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977, όπως αυτές έχουν συμπληρωθεί και ισχύουν, εφαρμόζονται και επί επαρχιακών, δημοτικών ή κοινοτικών οδών για το μέχρι είκοσι (20) μέτρων πλάτος της οδού".

Τέλος, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω νόμου (653/1977), που αντικατέστησε το άρθρο 6 παρ. 3 του ν. 5269/1931, ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών στην περίπτωση διανοίξεως ή διαδοχικών ευρύνσεων οδών εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων πλάτους μέχρι τριάντα μέτρων. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών καθίσταται φανερό ότι, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας, έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων, που απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη οδών, όχι μόνο οι ιδιοκτήτες, που αποκτούν πρόσωπο σε εθνική οδό εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και εκείνοι των οποίων τα ακίνητα έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση (ΑΠ 2016/2013).

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 3 του ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφελείας, κρίθηκε ότι αντικεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διάταξης του ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, λόγω αντιθέσεως στους υπερνομοθετικής ισχύος ως άνω κανόνες, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό, με συνέπεια ο ισχυριζόμενος την έλλειψη ωφέλειάς του από τη διάνοιξη εθνικής οδού να μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειάς του, να ανατρέψει το τεκμήριο, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης, είτε αξιώνεται αυτή ευθέως κατά την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 653/1977, είτε συμψηφιστικά κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, οπότε και δικαιούται στη δεύτερη αυτή περίπτωση να ζητήσει να αποζημιωθεί, αντίστοιχα, και για το τμήμα της ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε μεν αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής οδού, θεωρήθηκε όμως ως προς αυτό ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης (Ολ.ΑΠ 7/2013).

Αυτό προβλέπεται ρητά πλέον από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, που ισχύει από 19-1-2001 και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 37 του ίδιου νόμου (2971/2001) καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 33 του ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου 33, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί.

Αντίθετα για τις συντελεσμένες κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 33 του ν. 2971/20001 αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, δεν εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού και οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες, προκειμένου να επιτύχουν τη δικαστική ανατροπή του κατά τα ανωτέρω τεκμηρίου ωφελείας τους από τα ακίνητά τους, που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ' αυτή, μπορούν να προσφύγουν ενώπιον του αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής (Ολ.ΑΠ 7/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και 4/2005).

Κατά δε τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, ο λόγος για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό αυτής, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 287/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο είχε δικάσει κατά την τακτική διαδικασία την από 10-7-2003 αγωγή των αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου τους, ανερχόμενη σε 30.244,10 ευρώ, καθώς και μέρος της ιδιαίτερης αποζημίωσης, ποσού 743,85 ευρώ, γιατί θεωρήθηκαν, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 653/1977, ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες από την απαλλοτρίωση και γι' αυτό αφενός μεν αυτοαποζημιώνονται για ολόκληρο το απαλλοτριωθέν τμήμα, αφετέρου δε υποχρεώνονται να αποζημιώσουν άλλη παρόδια ιδιοκτησία.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1061509/6441/0010/13-7-1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ' 612/6-8-1999) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Προσβάσεις γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου", έκταση συνολικής επιφανείας 87.758,54 τ.μ., από τα οποία 45.875,33 τ.μ.

βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου Ρίου. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνεται και εδαφικό τμήμα επιφανείας 208,58 τ.μ., που εμφανίζεται στο σχετικό κτηματολογικό πίνακα με αριθμό …, από μεγαλύτερης έκτασης ακίνητο των εναγόντων... Με την υπ' αριθμ. 1114/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση και τα επικείμενα αυτής και παράλληλα, ιδιαίτερη αποζημίωση για μείωση της αξίας του απομένοντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του άνω ακινήτου, επιφανείας 1.040 τ.μ.

και με την υπ' αριθμ. 110/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών οι ενάγοντες αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι (η πρώτη ως επικαρπώτρια και ο δεύτερος ως ψιλός κύριος) της αποζημίωσης για το ανωτέρω απαλλοτριωθέν ακίνητό τους και των επικειμένων του, καθώς και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για το απομένον τμήμα.

Ακολούθως με την υπ' αριθμ. 143/2003 απόφαση του Εφετείου τούτου προσδιορίσθηκε οριστικά η αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση στο ποσό των 145 ευρώ/τ.μ., για τα συναπαλλοτριωθέντα επικείμενα στο ποσό των 14.287 ευρώ και η ιδιαίτερη αποζημίωση για το άνω εναπομένον τμήμα στο ποσό των 42.240 ευρώ. Την ανωτέρω αντιστοιχούσα στο απαλλοτριωθέν ακίνητο αποζημίωση ύψους 30.244,10 ευρώ (145 χ 208,58 τ.μ.) το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αρνείται να καταβάλει στους ενάγοντες ισχυριζόμενο ότι αυτοαποζημιώνονται, σύμφωνα με την από 26 Ιουνίου 2000 έκθεση κτηματογράφησης, για ολόκληρη την απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, κατ' εφαρμογή του τεκμηρίου ωφελείας του άρθρου 1 του ν. 653/1977 (όπως ίσχυε πριν από το ν. 2971/2001), και περαιτέρω, ότι για τον ίδιο λόγο, υποχρεούνται να αποζημιώσουν και παρόδια ιδιοκτησία για 5,13 τ.μ., αφαιρώντας για το λόγο αυτό από την προαναφερθείσα αποζημίωση των 42.240 ευρώ, που αντιστοιχεί στην ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος του ακινήτου τους, ποσό 743,85 ευρώ ως συμμετοχή των κατά τεκμήριο ωφελουμένων εναγόντων στην αποζημίωση άλλων παρόδιων ιδιοκτητών.

Αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι μετά την ως άνω απαλλοτρίωση, το εναπομένον τμήμα του ακινήτου των εναγόντων επιφανείας 1.040 τ.μ. διατήρησε μεν την αρτιότητά του, όμως περιορίσθηκε η οικοδομησιμότητά του επειδή μεγάλο τμήμα του βρίσκεται εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169 Α') ζώνης των 20 μέτρων από το όριο της απαλλοτριώσεως, όπου απαγορεύεται η δόμηση και έτσι, ενώ πριν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και είχε δόμηση 400 τ.μ.

ως εντός οικισμού προϋφισταμένου του έτους 1923, η μελλοντική του ανοικοδόμηση παρίσταται προβληματική, αφού, μη επιτρεπομένης της ανέγερσης καθ' ύψος και κατ' έκταση κτίσματος, υπάρχει δυσκολία στην τοποθέτηση του κτίσματος μέσα στο οικόπεδο, λόγος, άλλωστε, για τον οποίο με την προαναφερθείσα απόφαση 143/2003 του Δικαστηρίου τούτου περί καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως, καθορίσθηκε και ιδιαίτερη αποζημίωση στους ενάγοντες για επελθούσα μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος, ίση με το 30% της καθορισθείσας για το απαλλοτριωθέν εδαφικό τμήμα.

Άλλωστε, το εναγόμενο ουδέν στοιχείο προσκομίζει που να ανταποδεικνύει τον κατά τα προαναφερθέντα περιορισμό της οικοδομησιμότητας. Επιπλέον, μετά τη διάνοιξη της οδού πρόσβασης η εναπομείνασα έκταση βρίσκεται κάτω από την οδό αυτή, η οποία έχει υψομετρική διαφορά πενήντα εκατοστών (0,50 μ.) από το ακίνητο των εναγόντων.

Το τελευταίο, άλλωστε, δεν έχει αποκτήσει άμεση πρόσβαση και επικοινωνία με αυτήν, δεδομένου ότι πρόκειται για "κλειστή" οδό, χωρίς δυνατότητα πρόσβασης σε αυτήν και χρησιμοποίησής της από πεζούς. Ακόμη, το εναπομένον τμήμα του ακινήτου των εναγόντων υφίσταται περαιτέρω υποβάθμιση λόγω της ηχορύπανσης της περιοχής και της μόλυνσης της ατμόσφαιρας από τα καυσαέρια που εκπέμπονται από το μεγάλο αριθμό διερχομένων, προς και από τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, οχημάτων.

Από την απαλλοτρίωση, επομένως, και το έργο της κατασκευής της προαναφερθείσας πρόσβασης, για το οποίο συντελέσθηκε η απαλλοτρίωση, οι ενάγοντες δεν απέκτησαν καμία ωφέλεια, ανατρεπομένου του τεκμηρίου του άρθρου 1 του ν. 653/1977, που, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι μαχητό και, κατά συνέπεια, οι ενάγοντες δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα έκτασή τους των 208,58 τ.μ., ούτε σε αποζημίωση των παρόδιων ιδιοκτητών για 5,13 τ.μ., όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Άλλωστε, το τελευταίο ουδεμία συγκεκριμένη ωφέλεια επικαλείται για το εναπομένον τμήμα του ακινήτου των εναγόντων, το οποίο, σημειωτέον, πριν από την απαλλοτρίωση είχε πρόσωπο στην πλέον κεντρική δημοτική οδό του ..., πλάτους 10 μ., αλλά γενικά και αόριστα επικαλείται ενδεχόμενη μελλοντική ωφέλεια των τελευταίων.

Ενόψει των προεκτεθέντων, το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες αφενός το ποσό των 30.244,10 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου τους και αφετέρου το ποσό των 743,85 ευρώ, το οποίο παρακρατήθηκε από την ως άνω καθορισθείσα ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του εναπομένοντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος του ακινήτου τους, ήτοι το συνολικό ποσό των 30.987,95 ευρώ...".

Μετά από αυτά το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 287/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που είχε δεχθεί την από 10-7-2003 αγωγή των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και είχε επιδικάσει σ' αυτούς το παραπάνω ποσό των 30.987,95 ευρώ. Με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, όσον αφορά το αίτημα της ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας του επιδίκου ακινήτου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 653/1977, 62 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979 και 6 παρ. 3 του ν. 5269/1931, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το εν λόγω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και συγκεκριμένα ως προς την ανυπαρξία ωφέλειας στο πιο πάνω τμήμα, ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων, που εναπομένει μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπή του μαχητού, κατά τα εκτεθέντα, τεκμηρίου ωφελείας των ιδιοκτητών του πιο πάνω ακινήτου και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, με κριτήρια καθοριστικά της έλλειψης ωφέλειας των ιδιοκτητών του πιο πάνω ακινήτου, που αφορούν κυρίως την αφαίρεση εδαφικού τμήματος 208,58 τ.μ. από το εμβαδού 1.248,58 τ.μ. οικόπεδο των αναιρεσιβλήτων, τη μείωση της οικοδομησιμότητας του εναπομένοντος τμήματος των 1.040 τ.μ. επειδή μεγάλο τμήμα του βρίσκεται εντός της ζώνης των 20 μέτρων από το όριο της απαλλοτριώσεως, όπου απαγορεύεται η δόμηση, την υψομετρική διαφορά των 0,50 μ.

της οδού από το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων και τη χωρίς δυνατότητα πρόσβασης στην οδό, ενώ πριν από την απαλλοτρίωση είχε πρόσβαση στην πλέον κεντρική οδό του Ρίου, καθώς και την υποβάθμιση του ακινήτου των εναγόντων λόγω της ηχορύπανσης της περιοχής και της μόλυνσης της ατμόσφαιρας από τα καυσαέρια που εκπέμπονται από το μεγάλο αριθμό διερχομένων, προς τη γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, οχημάτων, κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι η επίδικη ιδιοκτησία δεν αποκόμισε καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση και τη διάνοιξη της ως άνω οδού πρόσβασης προς την ως άνω γέφυρα και δεν υφίσταται γι' αυτήν τεκμήριο ωφελείας από την απαλλοτρίωση.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες και γι' αυτό οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ', ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας.

Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το υπ' αριθμ. 1613/2012 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Πατρέων, το οποίο προσκομίσθηκε από αυτό με επίκληση και το οποίο αναφέρει, όπως αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης "οικόπεδο που βρίσκεται εντός οριοθετημένου οικισμού, ο οποίος διέπεται από τις διατάξεις του Π.Δ.

της 2/13-3-1981 ΦΕΚ 138Δ'/81 -όπως εν προκειμένω- μετά την απομείωση του εμβαδού του λόγω απαλλοτρίωσης από τον οικείο Δήμο, για την διαπλάτυνση υφιστάμενου κοινόχρηστου δρόμου, διατηρεί την αρτιότητα - οικοδομησιμότητά του, μετά την παραχώρηση τυχόν έκτασης για την παραχώρηση τυχόν έκτασης για τη δημιουργία κοινοχρήστου χώρου".

Με βάση αυτά προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καταθέσεις μαρτύρων και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε το εν λόγω αποδεικτικό στοιχείο.

Άλλωστε το παραπάνω έγγραφο αναφέρεται γενικά σε απαλλοτρίωση του οικείου Δήμου προς διαπλάτυνση δημοτικής οδού, και όχι στην απαλλοτρίωση του επιδίκου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, που κηρύχθηκε προς διαπλάτυνση δημοσίας οδού υπό του Ελληνικού Δημοσίου, και του οποίου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, περιορίσθηκε η οικοδομησιμότητα επειδή μεγάλο τμήμα του βρίσκεται εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 209/1998 ζώνης των 20 μέτρων από το όριο της απαλλοτριώσεως, όπου απαγορεύεται η δόμηση.

Το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 2 ότι: "...κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης..." και στην παράγραφο 4 εδάφιο τελευταίο ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος".

Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημιώσεως, ώστε αυτή να μην φαλκιδευτεί και να περιέλθει στο δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", όπως ίσχυε (μετά την αντικατάστασή του με άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974) και ήδη άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, η δικαστική δαπάνη:

α) βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων" που ισχύουν κάθε φορά κα γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται. Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο.

Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ' ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σε αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημιώσεως που δικαιούται να λάβει. Άρα αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου (άρθρο 189 ΚΠολΔ) αποτελούν παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και, συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημιώσεως.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως, που πρέπει να επιδικασθεί και να περιέλθει σ' αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων του "Κώδικα Δικηγόρων" (άρθρο 100 επ. του ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ήδη άρθρα 63 επ.

ν. 4194/2013), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή και, συνακόλουθα, τη δαπάνη στην οποία αυτός αναγκαίως υποβάλλεται. Εξάλλου, αφού αντικείμενο της προκειμένης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημιώσεως που προσδιορίσθηκε για τα απαλλοτριωμένο ακίνητό τους, που εσφαλμένα αναφέρεται στον κτηματολογικό πίνακα ως αυτοαποζημιούμενο, ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως.

Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτριώσεως, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 του ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 1009 και 114 του "Κώδικα Δικηγόρων". Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτριώσεως, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του ν. 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια να παραβιάζεται το άρθρο 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 982/2018, ΑΠ 212/2017, ΑΠ 455/2016).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν καθόρισε μειωμένη δικαστική δαπάνη, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, την οποία εσφαλμένως δεν εφάρμοσε, αλλά εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις του ΚΠολΔ και του άρθρου 18 παρ. 4 εδ.

γ' του ν. 2882/2001, τις οποίες εσφαλμένως εφάρμοσε, καθορίζοντας αυτήν (δικαστική δαπάνη) στο ποσό των τετρακοσίων σαράντα (440) ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε ευθέως τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 και, κατά συνέπειαν, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2017 και με αριθμό καταθέσεως 7/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 74/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ