Legislator Case Law & Legislation
982/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on compulsory expropriation costs, ruling Article 22 of Law 3693/1957 inapplicable to ensure full compensation. Full compensation is required by Article 17 of the Constitution.

Case Number 982/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's decision regarding costs in a compulsory expropriation case. The State argued that the Court of Appeal incorrectly applied general civil procedure rules instead of Article 22 of Law 3693/1957, which would have reduced the costs. The Court rejected this, holding that applying Article 22 would fragment the full compensation owed to the expropriated party, thereby violating Article 17 of the Constitution.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17 of the Constitution; Article 22 of Law 3693/1957; The court established that in compulsory expropriation proceedings, the full judicial costs must be awarded to the expropriated party to ensure complete compensation, rendering the cost-reduction provisions of Law 3693/1957 inapplicable.

Keywords

AI generated
compulsory expropriation full compensation judicial costs constitutional violation Article 17 Constitution Law 3693/1957 State liability

Cited Legislation

AI generated
Article 17 of the Constitution
Article 22 of Law 3693/1957
Articles 176, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 18 paragraph 4 of Law 2882/2001
Articles 100, 107, 109, 114 of the Lawyers' Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 982 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 982/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. α) Γ. Ε., ) Α. Ε., ) Δ. Ε. και ) Ι. Ε., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Χ. Ε. του Δ., που απεβίωσε στις 11-2-2004, 2. Γ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 3. Ε. συζ. Α. Τ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., 4. α) Ε. χας Κ. Π., ) Α. Κ. Π., γ) Γ. Κ. Π. και ) Ε. Κ. Π., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Κ. Π., 5 Μ. συζ. Α. Ν., κατοίκου ..., 6.

Α. Μ. του Η., κατοίκου ..., 7. α) Ε. χας Χ. Τ. και ) Θ. Χ. Τ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Ε. συζ. Χ. Τ., το γένος ..., που απεβίωσε στις 21-3-2004, 8. Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., 9. Β. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 10. Α. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 11. Β. Κ. του Π., κατοίκου ..., 12. α) Α. συζ. Τ. Γ., το γένος Α. Τ. και ) Φ. χας Α. Τ., το γένος Α. Κ., κατοίκων ..., 13.

Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 14. Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 15. Α. συζ. Β. Μ., κατοίκου ..., 16. Μ. χας Γ. Κ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., 17. Α. συζ. Ν. Γ., το γένος Γ. Α., κατοίκου ..., 18. Ν. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 19. Γ. Π. Φ., κατοίκου ..., 20. Μ. συζ. Α. Κ., το γένος Τ. Λ., κατοίκου ..., 21. Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 22. Χ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 23. Β. Β. του Ε., κατοίκου ..., 24.

Δ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 25. α) Μ. χας Κ. Γ., ) Α. Κ. Γ. και γ) Ν. Κ. Γ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Κ. Γ. του Ν., που απεβίωσε στις 5-12-2003, 26. α) Β. Κ. του Γ. και β) Μ. χας Γ. Κ., το γένος Γ. Κ., κατοίκων ..., 27. Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 28. Α. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 29. Α. χας Π. Λ., κατοίκου ... και 30. Κ. Κ. του Γ., κατοίκου .... Οι με στοιχ. 4α, 4β, 4δ, 13ος, 17η, 18ος, 19ος, 22ος, 23ος, 24ος και 26α, 26β των αναιρεσιβλήτων, Ε.

χα Κ. Π., Α. Κ. Π., Ε. Κ. Π., Α. Κ. του Χ., Α. συζ. Ν. Γ., το γένος Γ. Α., Ν. Φ. του Δ., Γ. Π. Φ., Χ. Τ. του Δ., Β. Β. του Ε., Δ. Π. του Σ., Β. Κ. του Γ. και Μ. χα Γ. Κ., το γένος Γ. Κ., αντίστοιχα, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-11-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 25-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 18-11-2013 και με αρ. εκθ. καταθ. …/2013 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 11/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε την συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014 "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 18.11.2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …2013 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διώκεται η αναίρεση της 11/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, της οποίας, με πράξη του Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (2.2.2018).

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, παραστάθηκαν αφενός μεν το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αφ’ ετέρου δε οι με αύξοντες αριθμούς αναιρετηρίου ...Ε.

χα Κ. Π.), ...Α. Κ. Π.), ...Ε. Κ. Π.), ...Α. Κ. του Χ.), ...Α. συζ. Ν. Γ., το γένος Γ. Α.), 18ος (Ν. Φ. του Δ.), 19ος (Γ. Π. Φ.), 22ος (Χ. Τ. του Δ.), 23ος (Β. Β. του Ε.), 24ος (Δ. Π. του Σ.), 26α (Β. Κ. του Γ.) και 26β (Μ. χα Γ. Κ., το γένος Γ. Κ.), νομίμως εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζεται και κατά την αναιρετική δίκη, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.

Από την υπ’ αριθμ. ... /28.7.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λαμίας Κ. Λ. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επισπεύδει την συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσείοντος Θεοδώρας Καραχάλιου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, προς τον, θεωρούμενο, κατά τα ανωτέρω, ως αντίκλητο των μη εμφανισθέντων ως άνω αναιρεσιβλήτων, Ιωάννη Αργυρόπουλο, Δικηγόρο Λαμίας, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως, στις 8.1.2013, ήτοι στην δίκη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 11/2013 απόφασή του.

Επομένως, εφόσον οι λοιποί, εκτός των ως άνω εμφανισθέντων, αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παροδίων ιδιοκτητών διά την διάνοιξιν εθνικών οδών κ.λπ.", οι οποίες κατά το άρθρο 62 παρ. 9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1349/1983 και 6 παρ. 14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), διά συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1)...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται διά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ. 3)... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως διά την απαλλοτρίωσιν είναι και υπόχρεοι διά την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ. 4)...".

Εισάγεται έτσι με την διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με την διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ’ αυτήν. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν, αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από την διάνοιξη της εθνικής οδού.

Το ως άνω αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας αντίκειται στο άρθρο 1 εδ. α’ του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διατάξεως του ν. 653/ 1977, κατ’ άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος (Α.Π.

Ολ. 7/2013, 11/2004, 10/2004). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (Α.Π.

Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρο 37 εδάφ. α’ του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (Α.Π. Ολομ. 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στην ζώνη της απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις του ισχύουν (Α.Π. 702/2017, Α.Π. 423/2016, Α.Π. 318/2016, Α.Π. 406/2015).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α’ 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος που αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, αν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτριώσεως.

Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή της αποφάσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός. Μετά τη λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται, προκειμένου να εξεταστεί από τριμελή (διοικητική) επιτροπή, αποτελούμενη από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου πρόσωπα.

Η επιτροπή αυτή, μέσα σε προθεσμία, το αργότερο, τριών μηνών από τότε που της διαβιβάστηκε η αίτηση, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για τη βασιμότητα της αιτήσεως. Ακολούθως, η αίτηση μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτριώσεως αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο πιο πάνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για το αν υπάρχει ή όχι ωφέλεια από το έργο στο τμήμα του ακινήτου που εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση.

Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας (Α.Π. 1363/2015, Α.Π. 34/2015).

Οι προπαρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αν ληφθεί υπόψη το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και έχουν εφαρμογή, όπως προεκτέθηκε, και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του (Α.Π. 1258/2015).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) του Κ.Πολ.Δικ., θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Α.Π. Ολ. 57/1990, Α.Π. 1602/2014). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:

α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 702/2017, Α.Π. 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 22.1.2008 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, ιστορούσαν ότι με την υπ’ αριθμ. 1090863/5414/0010/10.8.1994 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση - διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης στο τμήμα από Κόμβο Ραχών Φθιώτιδας έως τον ..., υπέρ και με δαπάνες του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των ωφελούμενων παρόδιων ιδιοκτητών, τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ακίνητά τους, ως προς τα οποία μέρος της αναλυτικά αναφερόμενης απαλλοτριωθείσας εκτάσεώς τους, θεωρήθηκε ως αυτοαποζημιούμενη.

Ότι με την 3370/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, ενώ με αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας αναγνωρίστηκαν οι ενάγοντες δικαιούχοι της αναλογούσας στα απαλλοτριωθέντα ακίνητά τους αποζημιώσεως και ότι αποζημιώθηκαν από το εναγόμενο για τμήμα μόνο από την συνολική έκταση των ιδιοκτησιών τους, καθ’ όσον για τα υπόλοιπα τμήματα θεωρήθηκε ότι δεν δικαιούνται αποζημιώσεως ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες.

Ότι στην πραγματικότητα από την κατασκευή του εν λόγω έργου δεν ωφελήθηκαν τα απομένοντα τμήματα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, αλλά αντιθέτως ζημιώθηκαν για τους λόγους που αναφέρονται ειδικότερα στην αγωγή. Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση για την αξία των απαλλοτριουμένων τμημάτων των ακινήτων ενός εκάστου, για τα οποία μη νομίμως θεωρήθηκε ότι δεν δικαιούνται αποζημίωση, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, μέχρις εξοφλήσεως.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 92/2010 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της προαναφερόμενης αποφάσεώς του ποσά, νομιμοτόκως κατά το αγωγικό αίτημα.

Κατά της αποφάσεως αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Λαμίας, την από 18.11.2011 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη 11/2013 απόφασή του, με την οποία απερρίφθη ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα της προκειμένης αναιρετικής δίκης, πραγματικά περιστατικά: "Το προαναφερόμενο συγκοινωνιακό έργο δεν προσέδωσε στα ακίνητα των εναγόντων κάποια αξία μεγαλύτερη από εκείνη που ήδη είχαν διότι κανένα προνόμιο δεν τους εξασφάλισε. Η απαλλοτρίωση έγινε όχι για να γίνει η αρχική χάραξη της οδού, αλλά για τη βελτίωση και συγκεκριμένα τη διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης, η οποία ήδη προϋπήρχε. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι τα ένδικα ακίνητα δεν απέκτησαν για πρώτη φορά (εξ αιτίας της ένδικης απαλλοτρίωσης) πρόσοψη στην Εθνική Οδό, αφού τέτοιο πρόσωπο ήδη είχαν εξασφαλισμένο από την προηγούμενη κατασκευή της.

Συνεπώς ουδεμία αύξηση της αγοραίας αξίας τους επήλθε από την αιτία αυτή. Μάλιστα το προσόν τους πλέον μειώθηκε εξ αιτίας του νέου συγκοινωνιακού έργου, διότι η πρόσβαση των παρόδιων ιδιοκτησιών προς την Εθνική Οδό, που έχει χαρακτηριστεί ως οδός ταχείας κυκλοφορίας και γι’ αυτό είναι περίκλειστη, γίνεται δυσχερέστερα μέσω παράπλευρων οδών και σε ορισμένους κόμβους.

Επίσης, η πρόσβαση δυσχεραίνεται και από το γεγονός της υπάρξεως των επί μέρους υψομετρικών διαφορών που δημιουργήθηκαν σε κάθε ιδιοκτησία, καθώς και εξαιτίας της κατασκευής τάφρων απορροής των όμβριων υδάτων σε κάθε πλευρά του αυτοκινητοδρόμου, αλλά και της περιφράξεως αυτού. Επί πλέον, η υπαγωγή της Εθνικής Οδού στην κατηγορία των οδών "ταχείας κυκλοφορίας" επιδείνωσε τα επίπεδα ρύπανσης λόγω καυσαερίων και θορύβων των κινουμένων επ’ αυτής αυτοκινήτων, των οποίων ο αριθμός αυξάνεται.

Σύμφωνα λοιπόν με τα προαναφερόμενα, καμία ωφέλεια δεν είχαν οι ενάγοντες από την εκτέλεση του έργου και γι’ αυτό το τεκμήριο του άρθρου 1 ν. 653/1977, με βάση το οποίο αποκλείστηκαν από την αποζημίωση ως προς τις εκτάσεις αυτές γιατί θεωρήθηκαν ωφελούμενοι παρόδιοι, καταρρίπτεται εν προκειμένω. Δικαιούνται, επομένως, πλήρη αποζημίωση και γι’ αυτές τις ιδιοκτησίες τους που χαρακτηρίσθηκαν από τα όργανα της απαλλοτριωτικής διαδικασίας παρά το νόμο ως αυτοαποζημιούμενες...".

Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, για την θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της υπάρξεως ή μη ωφέλειας για τις ιδιοκτησίες των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εφόσον παρέθεσε στην προσβαλλομένη απόφασή του τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των επιδίκων ακινήτων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλης αιτιολογίας.

Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι οι απαλλοτριωθείσες επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, δεχόμενο ότι: α) τα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων δεν απέκτησαν για πρώτη φορά (εξ αιτίας της ένδικης απαλλοτριώσεως που έγινε όχι για να γίνει αρχική χάραξη της οδού, αλλά για την βελτίωση και συγκεκριμένα την διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών- Θεσσαλονίκης) πρόσοψη στην Εθνική Οδό, αφού τέτοιο πρόσωπο ήδη είχαν εξασφαλισμένο από την προηγούμενη κατασκευή της, β) δυσχεραίνεται η πρόσβαση και από το γεγονός υπάρξεως των επί μέρους υψομετρικών διαφορών που δημιουργήθηκαν σε κάθε ιδιοκτησία, καθώς και εξ αιτίας της κατασκευής τάφρων απορροής των ομβρίων υδάτων σε κάθε πλευρά του αυτοκινητοδρόμου, αλλά και της περιφράξεως αυτού και γ) η υπαγωγή της Εθνικής Οδού στην κατηγορία των οδών "ταχείας κυκλοφορίας" επιδείνωσε τα επίπεδα ρυπάνσεως, λόγω καυσαερίων και θορύβων των κινουμένων σε αυτήν αυτοκινήτων, των οποίων ο αριθμός αυξάνεται.

Η αιτίαση, με την οποία το αναιρεσείον προβάλλει, κατ’ εκτίμηση, ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου οι διατάξεις του προεδρικού διατάγματος της 24/31-5-1985 (που πάντως δεν μνημονεύεται), με το οποίο ορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τον χαρακτηρισμό ενός ακινήτου ως "εκτός σχεδίου" ή ως κατά παρέκκλιση αρτίου και οικοδομησίμου, ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτη, αφού το Εφετείο δέχεται, για την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, τα ως άνω αναφερόμενα από τα προβλεπόμενα στην διάταξη του άρθρου 33 παρ. 4 ν. 2971/2001 κριτήρια δηλαδή:

α) την μη απόκτηση προσόψεως, β) την δυνατότητα προσβάσεως των ακινήτων στο έργο ή τα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτριώσεως και γ) την δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις τους. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 18.11.2011 εφέσεώς του, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε επικαλεστεί στην δίκη του Εφετείου την συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του π.δ/τος της 24/31-5-1985 (Α.Π. 702/2017, Α.Π. 1005/2012, Α.Π. 1406/2011).

Επομένως, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, κρίνεται απορριπτέος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ’ όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., (αληθώς μόνο από τον αριθμό 8), ισχυριζόμενο ότι το δικάσαν Εφετείο επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά, ως προκύπτοντα από τον πολλαπλασιασμό των τετραγωνικών μέτρων που απαλλοτριώθηκαν και θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα για κάθε επιμέρους ιδιοκτησία με το ποσό των 22,01 ευρώ ως τιμή μονάδος, ενιαίως για όλα τα ακίνητα, χωρίς να λάβει υπόψη τους προταθέντες από αυτό (αναιρεσείον) ισχυρισμούς ότι η τιμή που όρισε το Εφετείο Αθηνών με την 3370/1998 απόφασή του δεν ήταν ενιαία για όλα τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, αλλά διαφοροποιημένη ως προς τους παραστάντας ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού διαδίκους, για τους οποίους και καθόρισε το ίδιο τιμή μονάδος, και διαφορετική ως προς τους μη παραστάντας διαδίκους, για τους οποίους καθόρισε ως οριστικές τιμές εκείνες που είχε καθορίσει προσωρινά η υπ’ αρ. 58/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.

Επίσης, ως προς τους παραστάντας διαδίκους, η ανωτέρω εφετειακή απόφαση δεν καθόρισε ενιαία τιμή για όλα τα ακίνητα, αλλά διαφορετική για όσα ακίνητα βρίσκονταν σε διαφορετικές Κοινότητες (...), με περαιτέρω διαφοροποίηση εάν ευρίσκονταν εντός ζώνης, με πρόσοψη στην Ν.Ε.Ο., άνω των 50 μέτρων από αυτή, με υψομετρική διαφορά, λόγω απόστασης από τη θάλασσα, από οικισμό, με θαμνώδες και πετρώδες έδαφος.

Περαιτέρω, η με αριθμό 58/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία κατέστη οριστική για τους απολιπόμενους στο Εφετείο διαδίκους, δεν ήταν ομοίως ενιαία για όλα τα ακίνητα, αλλά οι τιμές ήταν κατηγοριοποιημένες τόσο ανά Κοινότητα, όσο και κατά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ακινήτων, όπως ακριβώς συνέβη και με την εφετειακή απόφαση.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου πραγματικά περιστατικά: "Η έκταση κάθε ενάγοντος που χαρακτηρίσθηκε αυτοαποζημιούμενη αναφέρεται κατωτέρω με βάση τα σημειούμενα στον Κτηματολογικό Πίνακα.

Άλλωστε, το εκκαλούν Δημόσιο δεν προβάλλει επ’ αυτού κάποια αμφισβήτηση. Η ανά τιμή μονάδας (τ.μ.) αγοραία αξία κάθε ακινήτου θα έπρεπε, με ορθή εφαρμογή του νόμου, να προσδιοριστεί με κρίσιμο χρόνο το χρόνο της συζήτησης της ένδικης αγωγής στον πρώτο βαθμό, δηλαδή την 4-2-2010... Ωστόσο, οι ενάγοντες ζήτησαν τον καθορισμό τους με βάση τη μικρότερη αξία που είχαν στο παρελθόν με βάση τον κρίσιμο χρόνο που έλαβε υπόψη της και τις αξίες που προσδιόρισε η υπ’ αριθμό 58/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και η υπ’ αριθμ. 3.370/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες καθορίστηκε η προσωρινή και οριστική αποζημίωση για την ανωτέρω απαλλοτρίωση.

Η εκκαλούμενη απόφαση καθόρισε την αποζημίωση και για τα ένδικα τμήματα με βάση το αίτημα των εναγόντων και τα κριτήρια των προαναφερόμενων αποφάσεων. Το ζήτημα, όμως, της αξίας των ένδικων εκτάσεων δεν εκκαλείται από κανένα διάδικο μέρος και δη από τους ενάγοντες που θα είχαν έννομο συμφέρον να το αναδείξουν.

Το εναγόμενο με την έφεσή του παραπονείται (για κακή εκτίμηση των αποδείξεων) αλλά μόνο ως προς το ζήτημα της υπάρξεως ή όχι ωφέλειας στους ενάγοντες. Δεν διαλαμβάνει κανένα παράπονο για την αξία των απαλλοτριωθέντων. Επομένως, το ανωτέρω ζήτημα δεν έχει μεταβιβαστεί ενώπιον του Εφετείου και γι’ αυτό δεν θα το εξετάσει (άρθρο 522 Κ.Πολ.Δικ.).

Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται, βάσει των οριστικών κτηματολογικών πινάκων και των προαναφερομένων αποφάσεων περί καθορισμού προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας, να λάβει ως αποζημίωση τα κάτωθι ποσά: 1) Στο δικαιοπάροχο των πρώτων εναγόντων, Χ. Ε. του Δ., το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από το με ακπ 123 ακίνητό του, που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 143,75 τ.μ.

ως αυτοαποζημίωση, για το οποίο έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 143,75 χ 22,01 € = 3.163,936, ποσό το οποίο θα πρέπει να υποχρεωθεί, μετά το θάνατό του στις 11-2-2004, να καταβάλει στους πρώτους ενάγοντες, εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, Γ., Α., Δ. και Ι. Ε. και συγκεκριμένα ποσό 3.163,93 : 4 = 790,98 € σε έκαστο εξ αυτών. Στο δεύτερο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με ...

ακίνητό του, που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 231 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να του καταβάλλει αποζημίωση 231 χ 22,01 € = 5.084,31 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Στην τρίτη ενάγουσα, το εναγόμενο από το με αριθμό ... ακίνητό της, που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 374,50 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να της καταβάλει αποζημίωση 374,50 χ 22,01 € = 8.242,74 ευρώ, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει.

Στο δικαιοπάροχο των τέταρτων εναγόντων, Κ. Π. του Α., το εναγόμενο από το με αριθμό ... ακίνητό του, που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 444 τ.μ ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να του καταβάλει αποζημίωση 444,00 χ 22,01 € = 9.772,44 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί, μετά τον θάνατό του στις 5-7-2006, να καταβάλει στους τέταρτους ενάγοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του και συγκεκριμένα 9.772,44 : 4 = 2.443,11 € σε έκαστο εξ αυτών.

Στην πέμπτη ενάγουσα, το εναγόμενο από το με ... ακίνητό της, που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 85,50 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 85,50 χ 22,01 € = 1.881,85 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει. Στον έκτο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με ... ακίνητό του, που απαλλοτρίωσε αφαίρεσε 80 τ.μ., ως αυτοαποζημίωση για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 80,00 χ 16,14 € = 1.291,20 €, ποσό το οποίο θα πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει.

Στη δικαιοπάροχο των έβδομων εναγόντων, Ε. συζ. Χ. Τ., το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό της που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 152 τ.μ., ως αυτοαποζημίωση για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 152 χ 16,14 € = 2.453,28 €, καθώς και από το με αριθμό … ακίνητό της που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 61,50 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 61,50 χ 16,14 € = 992,61 €.

Επομένως, οφείλει στους έβδομους ενάγοντες, εξ αδιαθέτου κληρονόμους της Ε. συζ. Χ. Τ., το συνολικό ποσό των 2.453,28 + 992,61 = 3.445,89 € και συγκεκριμένα 3.445,89 € : 2 = 1.722,94 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών. Στον όγδοο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 130 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 130,00 χ 16,14 € = 2.098,20 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει.

Στον ένατο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό… ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 320,75 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 320,75 χ 16,14 € = 5.176,90 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Στον δέκατο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 423,75 ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 423,75 χ 16,14 € = 6.839,31 €, ποσό το οποίο θα πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει.

Επίσης, από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφήρεσε 235 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 235 χ 21,12 € = 4.963,20 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Τέλος, από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφήρεσε 1063 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 1063 χ 16,14 € = 17.156,82 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει.

Επομένως το συνολικό ποσό αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει το εναγόμενο στον δέκατο ενάγοντα ανέρχεται σε 6.839,31 + 4.963,20 + 17.156,82 = 28.959,33 €. Στον ενδέκατο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 92,90 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 92,90 χ 16,14 €= 1.499,40 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει.

Στις δωδέκατες ενάγουσες, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό τους που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 17 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να τους καταβάλει αποζημίωση 17,00 χ 22,01 € = 374,17 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να τους καταβάλει σε ποσοστό 3/4 και 1/4 αντίστοιχα, ήτοι 280,62 € στην πρώτη και 93,54 € στη δεύτερη.

Επίσης, από το με αριθμό … ακίνητό τους που απαλλοτρίωσε αφαίρεσε 136 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να τους καταβάλει αποζημίωση 136 χ 16,14 = 2.195,04€, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να τους καταβάλει σε ποσοστό 3/4 και 1/4 αντίστοιχα, ήτοι 1.646,28 € στην πρώτη και 548,76 € στην δεύτερη. Επομένως το συνολικό ποσό αποζημίωσης που οφείλει σ’ αυτές ανέρχεται σε 374,17 + 2.195,04 = 2.569,21 €, το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε ποσοστό 3/4, ήτοι το ποσό των 1.926,90 € στην πρώτη και σε ποσοστό 1/4, ήτοι το ποσό των 642,30 € στην δεύτερη.

Στο δέκατο τρίτο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 70 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να του καταβάλει αποζημίωση 70,00 χ 16,14 € = 1.129,80 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Στο δέκατο τέταρτο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 85,60 τ.μ.

ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να του καταβάλει αποζημίωση 85,60 χ 20,54 € = 1.776,71 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Στη δέκατη πέμπτη ενάγουσα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό της που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 168 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλλει αποζημίωση 168,00 χ 18,88 €= 3.171,84 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει.

Επίσης, από το με αριθμό … ακίνητό της που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε δύο τμήματα 108 τ.μ. και 250 τ.μ. αντιστοίχως ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση (108,00 + 250,00) χ 21,12 € = 7.560,96 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει. Επομένως, το συνολικό ποσό αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει το εναγόμενο ανέρχεται σε 3.171,84 + 7,560,96 = 10.732,80 €.

Στη δέκατη έκτη ενάγουσα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό της που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 35,75 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 35,75 χ 20,54 € = 734,30 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει. Από το με αριθμό … ακίνητό της που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 294,50 τ.μ.

ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να της καταβάλλει αποζημίωση 294,50 χ 21,12 € = 6.219,84 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει. Από το με αριθμό … ακίνητό της που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 245 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να της καταβάλει αποζημίωση 245,00 χ 21,12 € = 5.174,40 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει.

Από το με αριθμό …. ακίνητό της που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 32 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση για τα οποία έπρεπε να της καταβάλει αποζημίωση 32,00 χ 16,14 € = 516,48 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει. Επομένως το συνολικό ποσό αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει το εναγόμενο ανέρχεται σε 734,30 + 6219,84 + 5174,40 + 516,48 = 12.645,02 ευρώ.

Στη δέκατη έβδομη ενάγουσα, το εναγόμενο από το με αριθμό …. ακίνητό της, του οποίου είναι συγκυρία κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 68,50 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση για τα οποία έπρεπε να της καταβάλει αποζημίωση 68,50 χ 21,12 € = 1.476,72 ήτοι 1.476,72 € χ 3/4 = 1.085,04 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει.

Από το με αριθμό … ακίνητό της που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 70,65 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να της καταβάλει αποζημίωση 70,65 χ 21,12 € = 1.492,12 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει. Από το με αριθμό … ακίνητο, του οποίου είναι συγκυρία κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 132 τ.μ.

ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να της καταβάλει αποζημίωση 132,00 χ 16,14 € = 2.130,48 ήτοι 2.130,48 € χ 3/4 = 1.597,86 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει. Επομένως, το συνολικό ποσό αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει το εναγόμενο ανέρχεται σε 1.085,04 + 1.492,12 + 1.597,86 = 4.175,02 €. Στο δέκατο όγδοο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό …ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 263 τ.μ.

ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να του καταβάλει αποζημίωση 263,00 χ 21,12 € = 5.554,56 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 128 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να του καταβάλει αποζημίωση 128,00 χ 16,14 € = 2.065,92 €. Επομένως το συνολικό ποσό αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει το εναγόμενο ανέρχεται σε 5.554,56 + 2.065,92 = 7.620,48 €.

Στο δέκατο ένατο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 152,60 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 152,60 χ 21,12 € = 3222,91 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Στην εικοστή ενάγουσα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό της που απαλλοτρίωσε αφαίρεσε 104,20 τ.μ.

ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλλει αποζημίωση 104,20 χ 21,12 = 2260,70 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει. Από το με αριθμό … ακίνητό της που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 37 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 37 χ 16,14 € = 597,18 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει.

Επομένως το συνολικό ποσό αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει το εναγόμενο ανέρχεται σε 2.260,70 + 597,18 = 2.797,88 €. Στον εικοστό πρώτο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 80,50 ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 80,50 χ 21,12 = 1.700,16 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει.

Από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 103,50 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 103,50 χ 16,14 € = 1.657,45 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Επομένως το συνολικό ποσό αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει το εναγόμενο ανέρχεται σε 1.700,16 + 1.657,45 = 3.357,61 €.

Στον εικοστό δεύτερο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 337,50 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 337,50 χ 16,14 € = 5.447,25 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Στον εικοστό τρίτο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 46 τ.μ.

ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 46 χ 16,14 € = 742,44 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 102,50 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 102,50 χ 16,14 € = 1.654,35 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει.

Επομένως το συνολικό ποσό αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει το εναγόμενο ανέρχεται σε 742,44 + 1.654,35 = 2.396,79 €. Στον εικοστό τέταρτο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 275,50 ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 275,50 χ 16,14 € = 4.446,57 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει.

Από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 228 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 228,00 χ 6,14 € = 3.679,92 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Επομένως, το συνολικό ποσό αποζημίωσης που οφείλει να καταβάλει το εναγόμενο ανέρχεται σε 4.446,57 + 3.679,92 = 8.126,49 €.

Στον δικαιοπάροχο των εικοστών πέμπτων εναγουσών, Κ. Γ. του Ν., το εναγόμενο από το με αριθμό ... ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 85,50 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 85,50 χ 16,14 € = 1.379,97 €, ποσό το οποίο θα πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στις εικοστές πέμπτες ενάγουσες, σε ποσοστό 2/8, 3/8 και 3/8 αντίστοιχα, ήτοι το ποσό των 344,99 ευρώ στην πρώτη, 517,48 ευρώ στη δεύτερη και 517,48 ευρώ στην τρίτη.

Στους εικοστούς έκτους ενάγοντες, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό τους που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε δύο τμήματα 94,50 τ.μ. και 44,50 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση (94,50 + 44,50) χ 16,14 € = 139 χ 16,14 = 2.243,46 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να τους καταβάλει, σε ποσοστό 3/4 και 1/4 αντίστοιχα, ήτοι 1.682,58 € στον πρώτο και 560,86 € στη δεύτερη.

Στον εικοστό έβδομο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 49,50 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 49,50 χ 22,01 = 1.089,49 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Στον εικοστό όγδοο ενάγοντα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό του που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 161,00 τ.μ.

ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 161,00 χ 22,01 = 3.543,61 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει. Στην εικοστή ένατη ενάγουσα, το εναγόμενο από το με αριθμό … ακίνητό της που απαλλοτρίωσε, αφαίρεσε 60,00 τ.μ. ως αυτοαποζημίωση, για τα οποία έπρεπε να καταβάλει αποζημίωση 60,00 χ 22,01 = 1.320,60 €, ποσό το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να της καταβάλει.....".

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθ’ όσον δεν εξειδικεύεται ποίοι εκ των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, για τους οποίους και καθόρισε το ίδιο τιμή μονάδας και ποίοι εξ αυτών δεν παραστάθηκαν ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, για τους οποίους καθόρισε ως οριστικές τιμές εκείνες που είχε καθορίσει προσωρινά η υπ’ αριθμ. 58/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και ποια η προσωρινή τιμή μονάδος που είχε καθοριστεί με την 58/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, αλλά και η οριστική τιμή μονάδος που καθορίστηκε με την προαναφερθείσα εφετειακή απόφαση, για κάθε ακίνητο ξεχωριστά, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, καθ’ όσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η αποζημίωση δεν καθορίστηκε ενιαίως για όλα τα ακίνητα με βάση την τιμή μονάδος 22,01 ευρώ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αλλά αντίθετα (καθορίστηκε) με βάση τις τιμές μονάδος, όπως αυτές είχαν καθοριστεί για κάθε ακίνητο ξεχωριστά με τις 58/1997 και 3370/1998 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και του Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα.

Κατ’ ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται, ανεξάρτητα από την προεκτεθείσα αοριστία του, αβάσιμος και απορριπτέος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 ν. 653/ 1977, 33 παρ. 1, 37 του ν. 2971/2001 και 10 παρ. 1 του ν. 2882/ 2001 προκύπτει ότι η αγωγή του παρόδιου ιδιοκτήτη αφενός μεν για την αναγνώριση της μη συνδρομής του, από την πρώτη απ’ αυτές (διατάξεις) προβλεπομένου, τεκμηρίου ωφελείας και αφετέρου για την καταβολή της ανάλογης αποζημιώσεως, δεν έχει ως βάση την διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝ.Α.Κ., αφού δεν πρόκειται για παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση των καθηκόντων τους στην διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως (χαρακτηρισμός τμήματος ακινήτου ως αυτοαποζημιούμενου κ.λπ. λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας), οι εκ της οποίας άλλωστε (παράνομης πράξεως κ.λπ.) διαφορές θα υπήγοντο στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (Α.Ε.Δ. 13/1992), αλλά για νόμιμη, κατά τις προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 653/77 και 33 του ν. 2971/01, ενέργεια των οργάνων του δημοσίου, αποτελεί δε η αιτούμενη για την αιτία αυτή αποζημίωση μέρος της πλήρους αποζημιώσεως, που, κατ’ εφαρμογήν της σχετικής συνταγματικής επιταγής (άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος) οφείλεται για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία. Στηρίζεται, επομένως, η ως άνω αγωγή σε αυτοτελή νομική βάση και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το καθ’ ύλην πολιτικό δικαστήριο.

Συνεπώς, η αξίωση για την αποζημίωση αυτή, που, όπως προαναφέρθηκε, καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια μετά την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας (ήδη άρθρου 33 του ν. 2971/2001, Ολ.ΑΠ 10 και 11/2004, 11/2011), δεν υπόκειται στην κατά το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 γενική (πενταετή) παραγραφή των αξιώσεων κατά του δημοσίου, ούτε αρχίζει από την δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ.

της αποφάσεως για την απαλλοτρίωση, οπότε ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης λαμβάνει γνώση του χαρακτηρισμού της εκτάσεώς του ως αυτοαποζημιούμενης (από τα οικεία κτηματολογικά διαγράμματα και πίνακα). Αλλά, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 126 παρ. 4 του ν. 4070/2012 και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 7 του ν. 4070/2012 και στις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από την 1η Φεβρουαρίου 1971, κατά το άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2882/2001, και έχουν συντελεστεί πριν από τον τελευταίο αυτό νόμο (2882/2001) -όπως στην προκειμένη περίπτωση που η ένδικη απαλλοτρίωση συντελέστηκε κατά τη μη πληττόμενη αναιρετικά παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 4.2.1998- και κατά την οποία διάταξη (10 παρ. 1 ν. 2882/2001) η αξίωση για την είσπραξη της αποζημιώσεως που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από την συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, υπόκειται στην από το τελευταίο αυτό άρθρο (10 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑ) δεκαετή παραγραφή (Α.Π. 198/2017, Α.Π. 2120/2014, Α.Π. 197/2012, Α.Π. 792/2010).

Σημειωτέον ότι η τελευταία αυτή δεκαετής παραγραφή διακόπτεται, κατά την ρητή πρόβλεψη της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 10 ν. 2882/2001, με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημιώσεως που αποβλέπουν είτε σε δικαστική ή διοικητική αναγνώριση είτε στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημιώσεως είτε, τέλος, στον οριστικό προσδιορισμό αυτής (Α.Π. 198/2017).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 682/2014, Α.Π. 183/2014).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Α.Π. 1620/2005).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση της πενταετούς παραγραφής που, υπό την επίκληση των άρθρων 105 του ΕισΝ.Α.Κ. και 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 είχε προβάλει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά της αξιώσεως προς αποζημίωση, την οποία είχαν ασκήσει με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι για τις αναφερόμενες εκτάσεις τους που είχαν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά το έτος 1994 και οι οποίες είχαν χαρακτηρισθεί στους οικείους κτηματολογικούς πίνακες ως αυτοαποζημιούμενες, κατ’ εφαρμογήν του ειρημένου τεκμηρίου της ωφέλειας, του οποίου την ανατροπή είχαν ζητήσει οι αναιρεσίβλητοι επίσης με την ένδικη αγωγή τους, ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι οι ένδικες αξιώσεις δεν στηρίζονται στο άρθρο 105 του ΕισΝ.Α.Κ., μη υποκείμενες ως εκ τούτου στην γενική (πενταετή) παραγραφή των αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κρίνοντας περαιτέρω ότι υπόκεινται στην εικοσαετή παραγραφή κατ’ άρθρο 249 του Α.Κ., που αρχίζει από την κήρυξη της απαλλοτριώσεως.

Με τον τέταρτο λόγο της προεκτεθείσας εφέσεώς του το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επανέφερε, ενώπιον του δικάσαντος Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, την απορριφθείσα πρωτοδίκως ως άνω ένστασή του περί πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξιώσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που απερρίφθη με την προσβαλλομένη απόφασή του, με την παραδοχή ότι "....η ένδικη αξίωση, όμως, περιεχόμενο έχει το δικαίωμα προς καθορισμό αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως και γι’ αυτήν ισχύει.........., η γενική παραγραφή, η οποία, μετά την εισαγωγή του Α.Κ., είναι εικοσαετής, κατά το άρθρο 249 αυτού, αρχίζει δε από την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, η οποία εν προκειμένω έγινε το 1994 και συμπληρώνεται το 2014.

Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε την ανωτέρω ένσταση, ορθώς εφάρμοσε το νόμο...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με την μη εφαρμογή τους, τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝ.Α.Κ. και 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, οι οποίες και δεν ήταν πράγματι εφαρμοστέες εν προκειμένω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και τα αντίθετα που το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθμό 1 του Κ.Πολ.Δικ., λόγο της αναιρέσεώς του ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την προς απόκρουση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων νομίμως προταθείσα από αυτό (αναιρεσείον) ένσταση παραγραφής της ασκούμενης αγωγικής αξιώσεως των τελευταίων, υπό την επίκληση παρόδου της προβλεπομένης από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 πενταετίας "τόσο από τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως το 1998, όσο και από την δημοσίευση της παρακαταθέσεως της αποζημιώσεως που είχε οριστεί προσωρινά και η οποία είχε προηγηθεί του οριστικού προσδιορισμού από το Εφετείο (ΦΕΚ Δ’ 45/4.2.1998)", είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Σημειώνεται ότι το εν μέρει λανθασμένο ως άνω αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το οποίο πρόκειται μεν περί ενδίκων αξιώσεων που έχουν περιεχόμενο το δικαίωμα προς καθορισμό αποζημιώσεως λόγω απαλλοτριώσεως, υποκείμενες στην γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 του Α.Κ., η οποία δεν έχει συμπληρωθεί, πέραν του ότι αποτελεί πλεοναστική αιτιολογία, με συνέπεια να πλήττεται αλυσιτελώς με τον συναφή λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 125/2017, Α.Π. 1008/2007), δεν οδηγεί στην αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφού το διατακτικό της αποφάσεως αυτής (απόρριψη ως αβασίμου του συναφούς λόγου εφέσεως και επικύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είχε κριθεί ότι οι ένδικες αξιώσεις δεν στηρίζονται στο άρθρο 105 του ΕισΝ.Α.Κ., μη υποκείμενες ως εκ τούτου στην γενική (πενταετή) παραγραφή των αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου), είναι ορθό, κατά τα προεκτεθέντα, και δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για την αποτροπή δεδικασμένου (άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δικ) (Α.Π. 342/2013, Α.Π. 197/2012).

Σε κάθε περίπτωση, και υπό την εκδοχή ότι με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων υπέκυψαν στην δεκαετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 2882/2001, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., καθόσον, ο σχετικός ισχυρισμός που τον θεμελιώνει, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, δεν προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς παράλληλα να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της προεκτεθείσας παραγράφου 2 της διατάξεως του άρθρου 562 του Κ.Πολ.Δικ.

Το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει στην παρ. 2 ότι "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης..." και στην παρ. 4 εδάφιο τελευταίο ότι "η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος".

Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημιώσεως ώστε αυτή να μη φαλκιδευθεί και να περιέλθει στο δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 "Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", όπως ίσχυε (μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974) και ήδη άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, η δικαστική δαπάνη:

α) βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του "Κώδικα Δικηγόρων" που ισχύουν κάθε φορά και γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται. Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στον δικαιούχο ακέραιο.

Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ’ αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημιώσεως που δικαιούται να λάβει. Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του (άρθρο 189 του Κ.Πολ.Δικ.), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημιώσεως, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και, συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημιώσεως.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημιώσεως, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ’ αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ’ εφαρμογή των οικείων διατάξεων του "Κώδικα Δικηγόρων" (άρθρ. 100 επ. ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ήδη άρθρο 63 επ.

ν. 4194/2013), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή και, συνακόλουθα, την δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται. Εξάλλου, αφού αντικείμενο της προκειμένης δίκης είναι η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημιώσεως που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα (ΚΠ) ως "αυτοαποζημιούμενα", ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημιώσεως, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως.

Επομένως, αναφορικά με την δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στην δίκη της απαλλοτριώσεως, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 του Κ.Πολ.Δικ., 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του "Κώδικα Δικηγόρων". Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στην δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτριώσεως, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια να παραβιάζεται το άρθρο 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (Α.Π. 212/2017, Α.Π. 455/2016, Α.Π. 411/2015, Α.Π. 410/2015, Α.Π. 2161/2013).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τελευταίο λόγο της αναιρέσεως, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν καθόρισε μειωμένη δικαστική δαπάνη, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, την οποία εσφαλμένως δεν εφάρμοσε, αλλά εκείνη που προβλέπεται από τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δικ.

και του άρθρου 18 παρ. 4 εδ. γ’ του ν. 2882/2001, τις οποίες εσφαλμένως εφήρμοσε, καθορίζοντας αυτήν (δικαστική δαπάνη) στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε ευθέως τις παραπάνω διατάξεις, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 και, κατά συνέπειαν, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμα αίτημα των τελευταίων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), μειωμένων όμως, κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι ερημοδίκησαν και, συνεπώς, δεν υποβλήθηκαν σε δικαστικά έξοδα, ούτε βέβαια υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.11.2013 και με αριθμό καταθέσεως …/2013 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 11/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ