Supreme Court allows appeal against appealable judgment due to procedural irregularity and dismisses substantive claim on merits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's request to annul the second-instance judgment regarding a construction contract dispute. The court found the lower court's decision invalid because the appellant failed to appear at the hearing, violating procedural requirements for participation. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for retrial by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal against an appealable judgment is admissible if the appellant appears, but if absent without valid excuse, the judgment stands unless procedural defects warrant annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 543 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 543/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουκελάτο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", ήδη λυθείσας και τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στο 3ο χιλιόμετρο Εθνικής Οδού ... - Αθηνών και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Ζ. του Η., 3) Η. Ζ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/8/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 403/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2020 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/3/2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 298/2023, ΑΠ 100/2019, ΑΠ 764/2017).
Εν προκειμένω, από την υπ'αριθ. 11286Β/6-7-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... Ε. Λ., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε επιμελεία του αναιρεσείοντος, που επέσπευσε τη συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων , που τους εκπροσώπησε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου Ι.
Ζ. (άρθ. 143 παρ.1 σε συνδ. με 96 παρ.1 ΚΠολΔ).Οι τελευταίοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το οικείο πινάκιο και συνεπώς η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες. Η υπό κρίση από 28-3-2022 αίτηση του Γ. Τ. για την αναίρεση της υπ' αριθ. 68/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ...
έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον ηττηθέντα εφεσίβλητο κατά των εκκαλούντων, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως η οποία δημοσιεύθηκε στις 27-3-2020, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του οικείου Εφετείου στις 28-3-2022 (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ), για το παραδεκτό της δε, έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο.
Πρέπει συνεπώς να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
II
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, "αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως".
Με το ανωτέρω περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζήτησης και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας. Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως, επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η "τυπική" παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (AΠ 285/2023, ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017), ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε σε πρώτο βαθμό και αν ο διάδικος δικάσθηκε σαν να ήταν παρών (ΑΠ 1015/2005).
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996 ΕλλΔνη 1996.1319, ΑΠ 1434/2010) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989 ΕλλΔνη 1989.747, ΑΠ 1759/2023, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 282/2012).
Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και ειδικώς απαραδέκτως. Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως και την από το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς την διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση, κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν απαραδέκτως ή δεν ελήφθησαν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτώς, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναιρέσεως στην περίπτωση αυτή (AΠ 899/2019, ΑΠ 128/2008).
Ο λόγος έφεσης αποτελεί "πράγμα", όταν με αυτόν προτείνεται παραδεκτώς στο εφετείο αυτοτελής ισχυρισμός (527 ΚΠολΔ) ή υποβάλλεται παράπονο για την απόρριψη πρωτοδίκως αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντος ή για την αποδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 19/2004, ΑΠ 248/2019).
Συνεπώς και οι αρνητικοί ισχυρισμοί αυτοτελών ισχυρισμών του αντιδίκου αποτελούν "πράγματα", όταν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 894/2011), όπως ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτή η αγωγή (ΑΠ 435/2019, ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 1057/2011). Περαιτέρω, ο λόγος από τον αριθ. 14 ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα έκρινε ότι συντρέχουν ή δεν συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 1070/2006), στις οποίες ανήκει και το ορισμένο της αγωγής ή της αιτήσεως, εν γένει, παροχής έννομης προστασίας.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 8 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη λόγο εφέσεως που δεν πρόβαλαν με την έφεσή τους οι ερημοδικασθέντες πρωτοδίκως αναιρεσίβλητοι περί αμφισβητήσεως της πλασματικής ομολογίας τους και δεν απέρριψε τους προβληθέντες λόγους εφέσεώς τους ως απαράδεκτους λόγω της αοριστίας τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της εφέσεως προκύπτει ότι οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι παραπονούνται: α)για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το επιδικασθέν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ποσό των 3.193,50 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση κακοτεχνιών και ελλείψεων του έργου, β)για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά το επιδικασθέν ποσό των 37.000 ευρώ της ποινικής ρήτρας, γ)για τον ίδιο λόγο αναφορικά με την επιδίκαση του ως άνω ποσού της ποινικής ρήτρας εις βάρος ειδικά του 3ου εναγομένου (3ου αναιρεσιβλήτου), δ)επικουρικά, υπέβαλαν αίτημα μειώσεως της ποινικής ρήτρας (άρθ. 409 ΑΚ).
Το Εφετείο, που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ορισμένους και παραδεκτούς του προβληθέντες λόγους εφέσεως, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση κατ'άρθ. 528 ΚΠολΔ και δίκασε την αγωγή, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες των αριθ. 8 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι, κατά τα δύο αυτού πρώτα σκέλη, αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ , των αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως επί των πραγματικών γεγονότων, αλλά στην αντίφαση περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων(ΑΠ 780/2017, ΑΠ 120/2016).
I
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε.
Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη, δηλαδή για την κατάφαση της παρανομίας αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης ΑΚ (ΑΠ 1849/2017, ΑΠ 2027/2014, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1284/2017, ΑΠ 535/2012, ΑΠ 1145/2003, ΑΠ 5/2001).
Αμέλεια δε υπάρχει κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφώς νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις (ΑΠ 708/2004, ΑΠ 1084/2008).
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 535/2012, ΑΠ 363/2012). Περαιτέρω, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, όμως μπορεί μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.
Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μη προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία. Η ευθύνη από την αδικοπραξία θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους. Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 874/2022, ΑΠ 623/2022, ΑΠ 587/2020, AΠ 212/2000).
Επειδή πάντως η παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης προστασίας (ΑΚ 288) συνιστά σχεδόν πάντοτε παράβαση και της αδικοπρακτικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στις συναλλαγές, το ζητούμενο για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του εργολάβου, εν προκειμένω, είναι προεχόντως εάν το έργο θα προκαλέσει περαιτέρω ζημίες στον εργοδότη, δηλαδή ζημίες σε άλλα πέρα από το αντικείμενο της σύμβασης απόλυτα δικαιώματα ή προστατευόμενα αγαθά του εργοδότη (π.χ σωματική ακεραιότητα, ιδιοκτησία κ.λ.π).
Αν η συμπεριφορά του εργολάβου προκαλέσει μόνο πρωτογενείς περιουσιακές ζημίες γεννιέται μόνο συμβατική ευθύνη, όχι και ευθύνη από αδικοπραξία (ΑΠ 256/2021). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998).
Ο λόγος αυτός μπορεί να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτώς ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο, κατ`αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ , ήτοι αν ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 1734/2009, ΑΠ 231/2004), ενώ αν δεν έλαβε υπόψη τα στηρίζοντα το δικαίωμα και εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 111/2012, ΑΠ 38/2006).
Ο λόγος από τον αριθ. 1 ιδρύεται αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμόστηκε, ενώ έπρεπε (ΟλΑΠ 9/2001) ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε (ΑΠ 363/2011), καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 7/2006). Ελέγχεται δηλαδή αν υπάρχει σφάλμα στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως (την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές) στη μείζονα πρόταση (ΟλΑΠ 25/2008).
Ο ΑΠ ελέγχει την παραβίαση ή μη κανόνα ουσιαστικού δικαίου αποκλειστικά και μόνο με βάση τις πραγματικές παραδοχές-όχι τις νομικές σκέψεις- της προσβαλλομένης (ΑΠ 1291/2010). Σε αντίθεση με τον λόγο από τον αριθ. 1, ο εκ του αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κλπ.) κατ'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997 ΕλλΔνη 1997.539, ΑΠ 135/2019).
Εσφαλμένες νομικές σκέψεις ή ελλείψεις και αντιφάσεις ως προς την εφρμοστέα διάταξη του νόμου δεν ιδρύουν τον λόγο από τον αριθ. 19 διότι ανάγονται στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 59/2017, ΑΠ 780/2017). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ , συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ , δεχόμενο εσφαλμένα ότι από τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά προκύπτει μόνον αθέτηση εκ μέρους των εναγομένων των όρων της επίδικης σύμβασης έργου και όχι αδικοπραξία , απορρίπτοντας την αγωγή ως νόμω αβάσιμη κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις περί αδικοπραξιών διατάξεις.
Από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της από 22-8-2014 αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε με αυτήν ότι τον Μάϊο του 2013 συνήψε με την πρώτη των εναγομένων, ομόρρυθμη εταιρία, σύμβαση έργου δυνάμει της οποίας αυτή ανέλαβε την κατασκευή, μεταφορά και τοποθέτηση, εντός δέκα ημερών από την 28-5-2013, σε διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της υπό ανέγερση οικοδομής, συνιδιοκτησίας του ιδίου (ενάγοντος) και της συζύγου του, κείμενο στη Νέα Ζωή ..., κουφωμάτων, θυρών, παραθύρων, παντζουριών (ρολών) με ιμάντα, κουνουπιέρων, πόμολων, ανακλήσεων, όπως αυτά κατ' είδος και με τις επί μέρους ιδιότητές τους λεπτομερώς περιγράφονται στην από 29-5-2013 "παραγγελία κουφωμάτων", η οποία ενσωματώθηκε στην αγωγή.
Ότι η αμοιβή της εργολάβου ΟΕ, για την εκτέλεση του έργου αυτού, συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 10.197,70€. Ότι η καταβολή της αμοιβής αυτής συμφωνήθηκε να γίνει τμηματικά, όπως ειδικότερα αναφέρεται, ενώ κατά το μέρος που αφορούσε την τοποθέτηση των ειδών συμφωνήθηκε να καταβληθεί μετά την παράδοση και παραλαβή του έργου.
Συμφωνήθηκε ακόμη, ότι σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης του έργου εκ μέρους της εργολάβου ΟΕ, ο εργοδότης (ενάγων) δικαιούται ποινική ρήτρα ύψους 100 € για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ότι, στις 29-5-2013, τροποποίησαν την αρχική τους συμφωνία μόνο ως προς το χρόνο παράδοσης του έργου, που ορίστηκε η 8-7-2013. Ότι, ενώ αυτός τήρησε τα συμφωνηθέντα και κατέβαλε στην εργολάβο ΟΕ, στις 28-5-2013 το ποσό των 3.850,00€, στις 28-6-2013 το ποσό των 2.000,00€ και στις 2-7-2013 το ποσό των 1.000,00 ευρώ, ήτοι συνολικά 6.850,00€, η εναγόμενη ΟΕ δεν τήρησε τους όρους και υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και τούτο διότι κατά διαστήματα μετέφερε τα είδη στο διαμέρισμα, εκ των οποίων άλλα δεν εφάρμοζαν, άλλα δεν έφεραν τις συμφωνηθείσες ιδιότητες, άλλα έφεραν σοβαρά και εμφανέστατα ελαττώματα , γι 'αυτό και πριν ακόμη την τοποθέτησή τους τα απομάκρυνε από το έργο με σκοπό να τα αντικαταστήσει, άλλα έφεραν τμηματικά έντονες χρωματικές διαφορές πλην όμως τα τοποθέτησε, άλλα τοποθετήθηκαν με σοβαρές κακοτεχνίες τις οποίες παρά τις διαμαρτυρίες του δεν αποκατέστησε και άλλα δεν του τα είχε παραδώσει, παρά το γεγονός ότι αυτός είχε σχεδόν εξοφλήσει το συμφωνηθέν ποσό, καθόσον έως την 2-7-2013 είχε ήδη καταβάλει το συνολικό ποσό των 6.850 ευρώ και πλησίαζε η λήξη της προθεσμίας, εντός της οποίας όφειλε να του παραδώσει πλήρως αποπερατωμένο το έργο, αδιαφορώντας παντελώς για τις διαμαρτυρίες του.
Ότι η εναγόμενη ΟΕ δεν προέβη σε αποκατάσταση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, που αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή, ούτε στην κατασκευή του ανεκτέλεστου μέρους του έργου, οπότε αυτός αναγκάστηκε να κοινοποιήσει στις 30-1-2014 στην εναγόμενη ΟΕ την από 27-1-2014 εξώδικη διαμαρτυρία του με πρόσκληση, με την οποία την κάλεσε όπως σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση, να του παραδώσει πλήρως αποπερατωμένο το έργο και να συνταχθεί πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, άλλως θα ενεργούσε προκειμένου να κηρυχθεί αυτή έκπτωτη από το άνω έργο.
Ότι, μετά την κοινοποίηση της ως άνω εξωδίκου του, η πρώτη εναγόμενη ΟΕ, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεσμεύτηκε ότι μέχρι τα μέσα Μαρτίου του 2014 θα εκτελέσει πλήρως το εκ μέρους της αναληφθέν έργο, πλην όμως και αυτή η δέσμευσή της ουδόλως τηρήθηκε, παρότι η εναγόμενη ΟΕ , προκειμένου να τον πείσει περί της σοβαρότητας της άνω δέσμευσης, του παρέδωσε ως εγγύηση έγκαιρης εκτέλεσης, συναλλαγματική ύψους 5.000 ευρώ, αποδοχής της, πληρωτέας σε διαταγή αυτού (ενάγοντος) και λήξης 30 Απριλίου 2014, προθεσμία την οποία η εναγόμενη για μια ακόμη φορά, ενεργώντας αντισυμβατικά και αντίθετα με την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, παραβίασε.
Ότι, μετά την ανωτέρω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγόμενης ΟΕ, με την από 2-7-2014 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση - δήλωσή του προς την άνω ΟΕ, που κοινοποιήθηκε την 10-7-2014, της γνωστοποίησε ότι ήδη αυτή είχε περιέλθει σε υπερημερία οφειλέτη λόγω παραβίασης της υποχρέωσής της για ορθή, έντεχνη και έγκαιρη εκτέλεση τμήματος έργου καθώς και λόγω μη αποκατάστασης, αντικατάστασης και διόρθωσης των πραγματικών ελαττωμάτων και ελλείψεων των συμφωνηθεισών ιδιοτήτων που φέρει το έργο.
Με την ίδια ως άνω εξώδικό του, δήλωσε επίσης στην εναγόμενη ΟΕ ότι την κηρύσσει έκπτωτη για το μη εκτελεσθέν τμήμα του έργου, γνωστοποιώντάς της ότι στο μέλλον ουδόλως επιθυμούσε την εκ μέρους της εκτέλεση οποιοσδήποτε εργασίας στο διαμέρισμά του. Ότι, στη συνέχεια, αναγκάστηκε να ζητήσει και να λάβει νέες προσφορές για την αποπεράτωση του έργου και για την επιδιόρθωση των ελαττωμάτων στο ήδη εκτελεσθέν τμήμα του και σύμφωνα, με τα λεπτομερώς εκτιθέμενα στην αγωγή, θα πρέπει να δαπανήσει το συνολικό ποσό των 3.913,50 ευρώ .
Περαιτέρω, εκθέτει ότι την 29-5-2013 τροποποιήθηκε η μεταξύ τους συμφωνία που περιλαμβάνονταν και στο από 28-5-2013 μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό, σχετικά με το χρόνο αποπεράτωσης του έργου, το οποίο η εναγόμενη ΟΕ ανέλαβε αρχικά να ολοκληρώσει εντός δέκα ημερών από 28-5-2013, οπότε και ορίστηκε ότι το έργο θα παραδοθεί πλήρως αποπερατωμένο εντός προθεσμίας 35-40 ημερών από την είσπραξη της προκαταβολής, ήτοι από 28-5-2013, δηλαδή το αργότερο μέχρι 8-7-2013, ενώ διατηρήθηκε σε ισχύ ο όρος που περιλαμβάνονταν στο από 28-5-2013 μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης, πλήρως αποπερατωμένου του έργου, η πρώτη των εναγομένων ΟΕ θα του καταβάλει ποινική ρήτρα, η οποία από κοινού προσδιορίστηκε στο εύλογο και δίκαιο ποσό των 100€ ημερησίως, μετά την παρέλευση του χρόνου εντός του οποίου έπρεπε να του παραδώσει το έργο, πλήρως αποπερατωμένο.
Ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω, και δεδομένου ότι οι εναγόμενοι ουδόλως τήρησαν την προθεσμία εντός της οποίας όφειλαν να αποπερατώσουν πλήρως και προσηκόντως το έργο, μολονότι μάλιστα ο ίδιος (ενάγων) υπήρξε απολύτως συνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις απέναντι τους, έχει καταπέσει η ως άνω συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα και οι εναγόμενοι υποχρεούνται στην καταβολή, αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ο καθένας, του ποσού των 100 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης από την 8η Ιουλίου του 2013 και μέχρι την καταγγελία της σύμβασης και κήρυξης έκπτωτης της εργολάβου, ήτοι μέχρι την 10η Ιουλίου 2014, ήτοι επί σειρά 370 ημερών και συνολικά να του καταβάλουν το ποσό των (370 ημέρες X 100€=) 37.000 € και αυτό νομιμοτόκως από 10-7-2014, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής του.
Επίσης, ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται απέναντί του και με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθώς η συμπεριφορά τους πληροί απολύτως το πραγματικό τόσο της αθέτησης της σύμβασης όσο και της αδικοπραξίας, εφόσον τον εξαπάτησαν διότι, ενώ εισέπραξαν το σύνολο σχεδόν της συμφωνηθείσας αμοιβής, δεν του παρέδωσαν εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας πλήρως και προσηκόντως αποπερατωμένο το έργο, ισχυριζόμενος ότι επρόκειτο για πρόδηλα παράνομη και υπαίτια πράξη των εναγόμενων από την οποία ζημιώθηκε τόσο με την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου που ανέλαβε η πρώτη των εναγομένων ΟΕ, όσο και των λοιπών εργασιών στην οικοδομή, που συνδέονται αιτιωδώς με την παράβαση από τους εναγόμενους των συμβατικών τους υποχρεώσεων, εφόσον αφενός η καθυστέρηση εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου καθιστούσε αδύνατη την εκτέλεση των λοιπών εργασιών στην οικοδομή και την ακολούθως έγκαιρη εγκατάστασή του και της οικογένειάς του σε αυτή, αφετέρου θα υποχρεωθεί να καταβάλλει μεγαλύτερα ποσά για τις λοιπές εργασίες, λόγω αύξησης των υλικών.
Ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική σε βάρος του συμπεριφορά των εναγομένων δοκίμασε μεγάλη θλίψη και στεναχώρια, μεγάλο άγχος για την καθυστέρηση του έργου, δηλαδή υπέστη ηθική βλάβη , για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση (ΑΚ 932), ποσού 2.000 €. Ότι ο δεύτερος εναγόμενος παράνομα και υπαίτια ενεργώντας υπό την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου και ομόρρυθμου εταίρου της πρώτης εναγόμενης και αποσκοπώντας σε περιουσιακή του ζημία και όφελος του ιδίου και της εναγόμενης ΟΕ, πείθοντάς τον περί της αξιοπιστίας του και της εναγόμενης εταιρείας σχετικά με την ορθή και έγκαιρη εκτέλεση των έργων που αναλαμβάνουν, απέσπασε δόλια την εμπιστοσύνη του και την ανάληψη του έργου κατασκευής των κουφωμάτων της οικοδομής του και μολονότι ο ίδιος υπήρξε απολύτως συνεπής στην τήρηση των συμβατικών και οικονομικών του υποχρεώσεων, δόλια και υπαίτια προέβη σε πλημμελή εκτέλεση τμήματος μόνο του έργου, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, καθυστερώντας άνευ λόγου την προσήκουσα ολοκλήρωσή του, λόγος για τον οποίο, και ενώ ήδη είχαν καθυστερήσει και οι λοιπές εργασίες της οικοδομής του και είχε επιβαρυνθεί και ζημιωθεί οικονομικά, ενώ εισέπραξε για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης ΟΕ το σύνολο σχεδόν της αρχικώς συμπεφωνημένης αμοιβής της, και για τους άνω λόγους θα πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του προσωπική κράτηση διάρκειας έξι μηνών ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, εφόσον ευθύνεται και από αδικοπραξία.
Με βάση το άνω ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν, έκαστος αλληλέγγυα και εις ολόκληρον : α) το ποσό των 3.913,50€ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων στο ήδη παραδοθέν τμήμα του έργου, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, β) το ποσό των 37.000 € λόγω κατάπτωσης της συμφωνηθείσας μεταξύ τους ποινικής ρήτρας, νομιμότοκα από 10-7-2014 άλλως από την επίδοση της αγωγής και γ) το ποσό των 2.000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση στον δεύτερο των εναγομένων ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.
Με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή στηρίζεται στη σύμβαση έργου, καθόσον, κατά τα ιστορούμενα σ'αυτήν, η πρώτη αναιρεσίβλητη αθέτησε τη συμβατική της υποχρέωση να παραδώσει στον αναιρεσείοντα το συμφωνηθέν έργο εμπρόθεσμα, χωρίς κακοτεχνίες και ελλείψεις, αθέτηση, η οποία δεν συνιστά συγχρόνως και αδικοπραξία, καθόσον αυτή χωρίς την υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση δεν θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914,932 ΑΚ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.
Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 265/2023, ΑΠ 862/2020).
Η παράλειψη δε του δικαστηρίου της ουσίας να προσφύγει στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, στις περιπτώσεις που αυτή είναι επιβεβλημένη, καθώς και η ορθότητα της κρίσεως αυτού ως προς τη δοθείσα ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βουλήσεως, ελέγχονται αναιρετικώς, διότι ανάγονται στην εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (561 παρ.1 ΚΠολΔ, ΑΠ 672/2014, ΑΠ 1179/1996 ΕλλΔνη 1997.1060).
Οι ίδιοι κανόνες (των άρθ. 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως (ΑΠ 597/2005, ΑΠ 838/2005) ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 1365/2005), οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 265/2023, ΑΠ 1184/2022, ΑΠ 1324/2018, ΑΠ 929/2014).
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητά, είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1431/2022, ΑΠ 1531/2017, ΑΠ 25/2016, ΑΠ 441/2015).
Έμμεση διαπίστωση υπάρχει και όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, στο συσχετισμό των όρων της, καταφεύγοντας, για το σχηματισμό της κρίσης του, για τη μορφή και το περιεχόμενο της, σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία εκτός αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 46/2023, ΑΠ. 252/2016, ΑΠ 44172015).
Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τα άνω, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 934/2014, ΑΠ 211/2011) και δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αρυστεί και στοιχεία εκτός της σύμβασης, που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 315/2016, ΑΠ 934/2014, ΑΠ 737/2001).
Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βούλησης, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Όταν η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενο της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (ΑΠ 45/2019, ΑΠ 366/2018, ΑΠ 1420/2013). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να επικαλείται ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη δικαιοπρακτική δήλωση των συμβαλλομένων, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης, που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή, με σωστή ερμηνεία, η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της, ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 396/2018, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 939/2015), ώστε να διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 46/2023).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθόσον, ενώ διαπίστωσε εμμέσως ότι υπάρχει αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων που περιέχονται στην από 29-5-2013 έγγραφη "παραγγελία κουφωμάτων" σχετικά με το αν συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Από την παραδεκτή (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τον σχετικό αναιρετικό λόγο μέρος της, τα ακόλουθα: "...ο ενάγων ζήτησε από την εναγόμενη ΟΕ, το Μάιο του 2013, προσφορά για το κόστος κατασκευής και τοποθέτησης για τις μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα στο προαναφερθέν διαμέρισμα και ένα παράθυρο στο γκαράζ.
Η εναγόμενη ΟΕ, δια του 2ου των εναγομένων (διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της), πράγματι στις 28-05-2013 του έδωσε προσφορά. Για την κατασκευή, από συνθετικά υλικό PVC, 14 κουφωμάτων-παραθύρων στο διαμέρισμα και ενός παράθυρου στο γκαράζ, εκτίμησε ότι απαιτούνταν κατ' αποκοπή: α) το ποσό των 7.700,00€ (πλέον ΦΠΑ 23%) για το κόστος αυτών και β) το ποσό των 590,00€ (πλέον ΦΠΑ 23%) για την τοποθέτησή τους, ήτοι συνολικά απαιτούνταν 8.290,00€, πλέον ΦΠΑ.
Ο ενάγων έκρινε συμφέρουσα την προσφορά αυτή. Μετά ταύτα, την ίδια ημέρα, ο ενάγων και η εναγόμενη ΟΕ, δια του ως άνω διαχειριστή της και νομίμου εκπροσώπου της (2ου των εναγομένων) διαπραγματεύτηκαν τον τρόπο καταβολής του άνω συνολικού ποσού και το χρόνο παράδοσης του έργου. Η εναγόμενη ΟΕ πρότεινε και ο ενάγων αποδέχθηκε ότι το ποσό θα καταβαλλόταν 50% με τη παραγγελία, 40% με την παράδοση στο διαμέρισμα των υπό τοποθέτηση κουφωμάτων και λοιπών συναφών ειδών και 10% με την τοποθέτηση αυτών, ενώ ως χρόνος παράδοσης του έργου ορίστηκε ένα 10ήμερο από την παραγγελία.
Ο ενάγων αντιπρότεινε και η ενάγουσα ΟΕ αποδέχθηκε ότι για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης του έργου θα βαρυνόταν με οικονομική ρήτρα 100 €. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της ως άνω διαπραγμάτευσης, την ίδια ημέρα (28-05-2013) ο ενάγων ανέθεσε προφορικά στην εναγόμενη ΟΕ την κατασκευή και τοποθέτηση δεκαπέντε κουφωμάτων στο εν λόγω διαμέρισμα (το ένα από αυτά στο γκαράζ), αντί συνολικού ποσού 8.290,00€, πλέον ΦΠΑ, από το οποίο το μερικότερο ποσό των 7.700,00€ αφορούσε το κόστος των κουφωμάτων, καταβάλλοντας συγχρόνως ο ενάγων στην εναγόμενη ΟΕ το 50% του ποσού του άνω κόστους, ήτοι (7.700,00€Χ50%=) 3.850,00€.
Για την καταβολή αυτή ο 2ος των εναγομένων, που έλαβε το άνω ποσό, εξέδωσε την από 28-5-2018 απόδειξη, την οποία υπέγραψε ως προμηθευτής- κατασκευαστής. Την υπογραφή του έθεσε επί της σφραγίδας της εναγόμενης ΟΕ. Στη θέση του πελάτη, επί της απόδειξης αυτής, υπέγραψε ο ενάγων. Την ίδια ημέρα (28-5-2013) που έγινε προφορικά η ανωτέρω ανάθεση του έργου στην εναγόμενη ΟΕ, υπογράφηκε και ένα συμφωνητικό, με το παρακάτω αυτουσίως παρατιθέμενο περιεχόμενο: "ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ.
Κατ' επέκταση των συμφωνηθέντων μεταξύ εμού Τ. Γ.. και Ζ. Ι. για την παραγγελία των κουφωμάτων, όπως αναγράφονται στην προσφορά, επισημαίνω ότι η παράδοση με την τοποθέτηση δεν θα είναι μεγαλύτερη των δέκα ημερών. Επίσης θα υπάρξει οικονομική ρήτρα 100 ευρώ ημερησίως από την πάροδο των δέκα ημερών. Ιωάννινα 28.05.2013.
Ο προμηθευτής-κατασκευαστής (στα αριστερά του συμφωνητικού), ο πελάτης (στα δεξιά του συμφωνητικού)". Κάτω από τη θέση " Ο πελάτης" υπέγραψε ο ενάγων , ενώ κάτω από τη θέση "Ο προμηθευτής-κατασκευαστής" υπέγραψε ο 2ος των εναγομένων επί της τεθείσας σφραγίδας της εναγόμενης ΟΕ, ώστε ο τελευταίος θέτοντας την υπογραφή του επί της τεθείσας σφραγίδας της εναγόμενης ΟΕ , δέσμευσε την τελευταία (βλ.
άρθρο 7 του συμφωνητικού σύστασης της ΟΕ) για την εν λόγω συμφωνηθείσα οικονομική ρήτρα. Το άνω συμφωνητικό δεν αναφέρεται σε ποινική αλλά οικονομική ρήτρα και το Δικαστήριο κρίνει ότι το συμφωνητικό αυτό κατά το άνω μέρος χρήζει ερμηνείας. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, το είδος της άνω σύμβασης έργου και την προθεσμία παράδοσης του συγκεκριμένου έργου, κρίνει ότι η αληθινή βούληση των άνω συμβαλλομένων που υπέγραψαν το εν λόγω συμφωνητικό ήταν να καταβάλει η εργολάβος ΟΕ (ήδη 1η εναγόμενη) στον εργοδότη (ήδη ενάγοντα), μετά την παρέλευση του 10ημέρου, το ποσό των 100,00€ ως ποινική ρήτρα, κατά την έννοια των άρθρων 405 και 407 ΑΚ , για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην τοποθέτηση και παράδοση των προαναφερόμενων 15 κουφωμάτων.
Η πιο πάνω προφορική συμφωνία για την κατασκευή και τοποθέτηση των άνω δεκαπέντε κουφωμάτων- παραθύρων, επιβεβαιώθηκε (επικυρώθηκε) εγγράφως και με λεπτομέρεια, στις 29-05-2013. Πράγματι, μετά την ανωτέρω προφορική ανάθεση του έργου αυτού από τον ενάγοντα στην εναγόμενη ΟΕ, η τελευταία δια του 2ου των εναγομένων, θεώρησε σκόπιμο να αποτυπωθεί η παραγγελία των 15 κουφωμάτων και εγγράφως, ώστε να αποφευχθεί στο μέλλον, μεταξύ των συμβαλλομένων, κάθε παρανόηση της παραγγελίας και έτσι την επόμενη ημέρα ανέγραψε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της την άνω παραγγελία, με λεπτομερή αναφορά των ειδών που της είχε αναθέσει ο ενάγων να κατασκευάσει και τοποθετήσει στο διαμέρισμά του, την οποία στη συνέχεια εκτύπωσε και την συνυπέγραψε με τον ενάγοντα.
Η έγγραφη αυτή παραγγελία, με τον τίτλο "ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ ΚΟΥΦΩΜΑΤΩΝ", έχει ημερομηνία σύνταξης και υπογραφής την 29-05-2013. Στο τέλος του περιεχομένου της φέρει την υπογραφή του 2ου των εναγομένων, επί της σφραγίδας της εναγόμενης ΟΕ, καθώς και την υπογραφή του ενάγοντος. Στην άνω έγγραφη "Παραγγελία Κουφωμάτων" φέρεται ότι παραγγέλθηκαν από τον ενάγοντα- εργοδότη του έργου τα εξής είδη: (...).
Με την έγγραφη αυτή παραγγελία ο μοναδικός όρος που μεταβλήθηκε, ήταν αυτός που όριζε ως χρόνο παράδοσης του έργου " 35-40 ημέρες από την είσπραξη της προκαταβολής" και όχι σε 10 ημέρες που είχε συμφωνηθεί προφορικά την προηγούμενη ημέρα. Η μεταβολή αυτή ως προς το χρόνο παράδοσης του έργου έγινε αποδεκτή από τον ενάγοντα, γι' αυτό και την υπέγραψε (την έγγραφη παραγγελία κουφωμάτων).
Ο χρόνος παράδοσης του άνω έργου σε 35-40 ημέρες από την είσπραξη της προκαταβολής και όχι σε 10 ημέρες που είχε συμφωνηθεί την προηγούμενη ημέρα προφορικά, προέκυψε μετά από επανεκτίμηση εκ μέρους της εργολάβου ΟΕ του χρόνου που αυτή χρειαζόταν για να ανταποκριθεί στις έως τότε εκκρεμείς παραγγελίες των άλλων πελατών της.
Ο ενάγων αποδέχθηκε την αιτιολόγηση της εναγόμενης για την παράταση του χρόνου παράδοσης του δικού του έργου σε 35-40 ημέρες από την είσπραξη της προκαταβολής, γι' αυτό και υπέγραψε την άνω από 29-05-2013 έγγραφη παραγγελία κουφωμάτων (...). Όμως στην εν λόγω από 29-05-2013 έγγραφη συμφωνία-παραγγελία κουφωμάτων δεν περιέχεται κανένας όρος περί υποχρέωσης της εργολάβου-εναγόμενης ΟΕ να καταβάλει ποινική ρήτρα, οποιουδήποτε ποσού, στον εργοδότη-ενάγοντα για την περίπτωση που η πρώτη δεν παρέδιδε στο δεύτερο αποπερατωμένο το άνω έργο μετά την παρέλευση των 35-40 ημερών.
Ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του , ότι ο όρος περί της ποινικής ρήτρας των 100 ευρώ ημερησίως που προσδιορίστηκε με το συμφωνητικό που είχε υπογράψει την προηγούμενη ημέρα (28-5-2013) με το δεύτερο των εναγομένων, ως εκπροσώπου της εναγόμενης ΟΕ, διατηρήθηκε σε ισχύ (βλ. τέλος 16ης σελίδας της αγωγής). Ο ένδικος αυτός ισχυρισμός όμως δεν αποδείχθηκε καθόσον εάν τα συμβαλλόμενα μέρη ήθελαν πραγματικά να διατηρηθεί σε ισχύ ο όρος αυτός ποινικής ρήτρας, θα έπρεπε να περιληφθεί και στην από 29-05-2013 εγγράφως επικυρωθείσα (επιβεβαιωθείσα) ως άνω σύμβαση έργου, με τον τίτλο "Παραγγελία Κουφωμάτων" που ωστόσο δεν περιλήφθηκε.
Αν ο ενάγων εκδήλωνε σαφώς τη βούλησή του να διατηρηθεί ο όρος αυτός και στην ως άνω εγγράφως επιβεβαιωθείσα σύμβαση έργου, έπρεπε να το απαιτήσει, αλλά δεν το έπραξε. Και δεν το έπραξε γιατί έκρινε ότι το συμφωνηθέν διάστημα των 35-40 ημερών για την παράδοση του έργου ήταν αρκετά μεγάλο και σε αυτό το διάστημα πίστευε θα του παραδιδόταν το συμφωνηθέν έργο.
Κατά συνέπεια των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος που αφορά την αξίωση για καταβολή ποινικής ρήτρας, ποσού 37.000,00€". Ετσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 173, 200 ΑΚ, αφού, μετά τη διαπίστωση της υπάρξεως αμφιβολίας στη διατύπωση των δηλωθεισών δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων στην από 29-5-2013 παραγγελία κουφωμάτων, αναφορικά με το αν συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα για την καθυστέρηση παραδόσεως του έργου, προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προκειμένου να αναζητήσει δι'αυτών την αληθή δικαιοπρακτική βούλησή τους.
Όμως, το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε ότι στην από 29-5-2013 έγγραφη συμφωνία-παραγγελία κουφωμάτων δεν περιέχεται κανένας όρος περί υποχρεώσεως της εργολάβου να καταβάλει ποινική ρήτρα στον εργοδότη, γιατί αν τα συμβαλλόμενα μέρη ήθελαν να διατηρηθεί σε ισχύ ο όρος περί ποινικής ρήτρας του από 28-5-2013 συμφωνητικού, θα τον είχαν περιλάβει στην από 29-5-2013 έγγραφη παραγγελία κουφωμάτων και ο εργοδότης δεν απαίτησε να περιληφθεί αυτός ο όρος γιατί έκρινε ότι το διάστημα των 35-40 ημερών για την παράδοση του έργου ήταν αρκετά μεγάλο και πίστευε ότι θα του παραδιδόταν το έργο, αντιβαίνει στην έννοια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, διότι με την δοθείσα ερμηνεία στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων μερών δεν έλαβε υπόψη τα συμφέροντα των συμβληθέντων μερών και ιδίως του εργοδότη, την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει η ερμηνευομένη σύμβαση, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως, τη φύση της συμβάσεως και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει η έρευνα του εκ του αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ο οποίος περιέχεται στο δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση που ιδρύει, τους εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 700 παρ.2 ΑΚ, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων (εργοδότης) οφείλει στην αναιρεσίβλητη (εργολάβο) το υπόλοιπο της συμφωνηθείσης αμοιβής της ποσού 1.440 ευρώ, το οποίο η τελευταία προτείνει σε συμψηφισμό με την σε βάρος της απαίτηση του αναιρεσείοντος ποσού 3.911,03 ευρώ, το οποίο δαπάνησε για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων του έργου και ο αναιρεσείων ουδεμία αντένσταση προέβαλε, καθόσον δεν πρότεινε να μην αφαιρεθεί από το ως άνω ποσό της αποζημιώσεώς του το υπόλοιπο της αμοιβής της εργολάβου εκ 1.440 ευρώ, γιατί κατά το ποσό αυτό ωφελήθηκε σε βάρος του η εργολάβος ή κατά το ποσό αυτό η τελευταία εξοικονόμησε δαπάνη από τη μη προσήκουσα αποπεράτωση του έργου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αβάσιμος ερειδόμενος επί της εσφαλμένης προϋποθέσεως, ότι το Εφετείο εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 700 παρ.2 ΑΚ, την οποία όμως δεν εφάρμοσε, διότι δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέα, αφού δεν προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα σχετική αντένσταση ότι κατά το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής της εργολάβου ωφελήθηκε αυτή σε βάρος του ή κατά το ποσό αυτό εξοικονόμησε δαπάνη, με αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η υποβληθείσα ένσταση συμψηφισμού της απαίτησης της εργολάβου για το υπόλοιπο της αμοιβής της εκ ποσού 1.440 ευρώ, με την απαίτηση του εργοδότη ποσού 3.911,63 ευρώ.
Πρέπει, μετά ταύτα, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με αυτό που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αποτελούμενο από άλλον από τον δικάσαντα δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ'αυτόν παραβόλου (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, που περιέχεται στις προτάσεις που κατέθεσε (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1 , 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ •
Αναιρεί την υπ'αριθ. 68/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
•
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή •Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
•
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ