Legislator Case Law & Legislation
541/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal due to lower court's failure to consider sworn witness affidavits in its judgment.

Case Number 541/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, which had partially accepted the plaintiff's claim. The plaintiff argued that the lower court failed to consider specific sworn witness affidavits submitted as evidence. The court ruled that the appellate court's omission to mention these documents in its judgment constituted a procedural error requiring their consideration.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338-440, 346 of the Code of Civil Procedure; The court of first instance is obligated to consider all legally presented evidence without requiring specific mention in the judgment, and failure to do so when the evidence could affect the outcome constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure sworn witness affidavits omission of evidence appeal admissibility procedural error court of first instance judgment reasoning

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 335, 338-440, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 541 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 541/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Ν., κατοίκου ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπουρτζούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ο. συζύγου Ε. Χ., το γένος Τ. Χ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Παπαναστασίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ. Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13913/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 1885/2022 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 1885/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 13913/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή της, λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ], είναι συνεπώς παραδεκτή [άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ] και πρέπει να εξεταστεί για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 440 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση [ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 779/2019].

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα [στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα], να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού [ολΑΠ 2/2008, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 83/2020].

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α] ποιο είναι το αποδεικτικό μέσο, που με επίκληση προσκομίστηκε και το οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β] ο κρίσιμος πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτό και γ] η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη [ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1454/2017].

Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν από το ν. 4335/2015 αρχικά και από το ν. 4821/2021 στη συνέχεια, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και επομένως, πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη [ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019 ΑΠ 779/2019].

Η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα, αν προσκομίστηκαν για πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης [ΑΠ 1055/2019] και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός της, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας αυτόν και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται [ΑΠ 1538/2022].

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου λήψης της κατωτέρω αναφερόμενης ένορκης βεβαίωσης, αφού κατά τα άρθρα 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 α του ΕισΝΚΠολΔ, που εκφράζουν γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, οι διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειάς τους, έστω και αν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας [ΑΠ 1638/2022, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 1175/2019], σε συνδυασμό με το άρθρο 528 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση έφεσης του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην απόφασης, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος έφεσης, αλλά αρκεί η ''τυπική'' παραδοχή της, κατ' άρθρο 532 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το εφετείο που μετατρέπεται, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά, σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο [ΑΠ 285/2023, ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 495/2017], ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε στον πρώτο βαθμό και αν ο διάδικος δικάσθηκε σαν να ήταν παρών [ΑΠ 285/2023, ΑΠ 1015/2015], προκύπτει ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων στο Εφετείο, από το διάδικο που δικάσθηκε ερήμην στο πρώτο βαθμό, έστω και πλασματικά λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και η ίδια με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιόν του προτάσεις της προς υποστήριξη της έφεσής της, είχε νόμιμα επικαλεστεί στις σελίδες 29 και 30 των προτάσεών της και προσκόμισε με αριθμούς σχετικών 25 και 26, 1] την υπ' αριθ.

…/20-7-2020 ένορκη βεβαίωση του Γ. Κ. του Θ. και της Χ. Τ. - Κ. του Γ., ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, η οποία λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης να παραστεί κατά τη λήψη της, από την οποία αποδεικνυόταν ο αγωγικός ισχυρισμός της ότι καθ' όλη τη διάρκεια της συμβίωσής της με τον αδελφό της αναιρεσίβλητης, η οποία ήταν η μοναδική κληρονόμος του, διέθεσε το σύνολο των εισοδημάτων της για την κάλυψη των αναγκών της κοινής συμβίωσης με τον σύντροφό της και έτσι συνέβαλε κατά 100 0/0 στην απόκτηση των επίδικων ακινήτων, με συνέπεια η λήψη υπόψη της ως άνω ένορκης βεβαίωσης θα επέφερε την παραδοχή της αγωγής της στο σύνολό της και β] την υπ' αριθ.

…./ 13-7-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., από την οποία αποδεικνυόταν η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης να παραστεί κατά τη λήψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης, όμως το Εφετείο δεν την έλαβε υπόψη και δεν την συνεκτίμησε με τις άλλες αποδείξεις, με αποτέλεσμα να κάνει μόνο κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση και την έκθεση επίδοσής της, παρότι στα πλαίσια του άρθρου 528 ΚΠολΔ ερεύνησε κατ' ουσία την υπόθεση και η αναιρεσείουσα είχε νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της στο Εφετείο, τόσο την ως άνω ένορκη βεβαίωση όσο και την προαναφερόμενη έκθεσης επίδοσης, από την οποία αποδεικνύεται ότι επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη η από 8-7-2020 κλήση - γνωστοποίηση μαρτύρων της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη ότι για την απόδειξη των θεμάτων της ένδικης αγωγής, επρόκειτο να εξετάσει στην Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης τους ανωτέρω μάρτυρες, των οποίων ανέφερε το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση κατοικίας και επίσης γνωστοποίησε την ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης στις 20-7-2020, ημέρα Δευτέρα και ώρα 09.00, όταν και πραγματικά δόθηκε αυτή.

Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα εξής: ''Από όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα, από την υπ' αριθ. …./7-2-2020 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης των Γ. Κ. και Χ. Τ., οι οποίες ελήφθησαν νομίμως, μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης [βλ. την υπ' αριθ. …/23-1-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ.

Κ.] και την υπ' αριθ. …./28-7-2020 ένορκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Π. βεβαίωση των μαρτύρων της εναγομένης Ε. Χ. και Δ. Κ., οι οποίες ελήφθησαν μετά από νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας [βλ. την υπ' αριθ…../15-7-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ξ. Α.], απορριπτομένου του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι η κλήση που της επιδόθηκε για να λάβει γνώση της εξέτασης των ως άνω μαρτύρων δεν ήταν πλήρης διότι δεν είχε το αναφερόμενο στο άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ περιεχόμενο και συγκεκριμένα δεν ανέφερε το επάγγελμα και τη διεύθυνση των εν λόγω μαρτύρων, καθώς από την επισκόπηση των ως άνω εγγράφων αναφέρεται ότι ο πρώτος τυγχάνει συνταξιούχος και ο δεύτερος ιδιωτικός υπάλληλος, αμφότεροι δε διαμένουν στην οδό ..., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:''.

Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, χωρίς να κάνει μνεία στην ως άνω ένορκη βεβαίωση ή το περιεχόμενό της, κατέληξε στην μερική παραδοχή της αγωγής της αναιρεσείουσας, αφού προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεσή της και είχε εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια, ούτε από τη γενική διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό αυτής προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη και την προαναφερόμενη δικονομική φύση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, αφού δεν μνημονεύεται ειδικά στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενό της, ούτε εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμισή της για οποιοδήποτε λόγο.

Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, έλαβε υπόψη και την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, η οποία θεωρείται ότι προσκομίστηκε, καθόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, σύμφωνα δε με το αποδεικτικό της περιεχόμενο, που αναφέρεται στο αναιρετήριο, θα μπορούσε να έχει επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο η αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών της, επικαλέστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και το οποίο αποσκοπούσε στην απόδειξη του ως άνω επικαλούμενου ουσιώδους ισχυρισμού της.

Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές [άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ], να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της [άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1885/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες [3000] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ