Legislator Case Law & Legislation
535/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on custody case, ruling lower court properly considered all evidence and arguments presented.

Case Number 535/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's custody ruling. The appellant argued the lower court ignored her claim that the child lived with her since June 2020 and failed to consider the father's admission to the contrary. The court found the First Instance Court had explicitly addressed both the residence claim and the admission in its reasoning, thereby properly weighing all relevant evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 8 and 11γ of the Code of Civil Procedure: The appellate court must consider all arguments and evidence presented by the parties, including admissions, and failure to do so renders an appeal admissible only if the lower court omitted substantive factors affecting the case outcome.

Keywords

AI generated
custody dispute parental responsibility appeal admissibility admission evidence residence determination court reasoning legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 1510, 1511, 1512, 1513, 1514, 1518 of the Civil Code
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraphs 8 and 11γ of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 535 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 535/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

E. Π. του Ι., κατοίκου ... Αττικής. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Σταθόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου:

Α. Α. του Σ., κατοίκου ... Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Παπαδοπούλου – Διαμαντοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15.12.2017 και 21.03.2018 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και της ήδη αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5533/2018 μη οριστική και 5601/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6534/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22.12.2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την υπό κρίση από 22.12.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6534/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 5601/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκαν και συνεκδικάστηκαν οι από 15.12.2017 και 21.03.2018 αντίθετες αγωγές ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) και εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), αντίστοιχα, περί αναθέσεως σ’ αυτούς της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους, έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και ανατέθηκε σ’ αυτόν η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, ενώ ρυθμίστηκε και το δικαίωμα επικοινωνίας της αναιρεσείουσας, με το ανήλικο. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΠ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επιπλέον δε, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Σε περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο.

Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής, της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.

Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής – οικονομικής κατάστασής τους.

Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου, αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον έναν από τους γονείς του, διότι η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους, λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαιτέρων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για τη νηπιακή ηλικία για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου.

Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντος ικανότητα διάκρισης τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του.

Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Επίσης, οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στο πλαίσιο της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.

Τούτο δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας-επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι, ώστε, και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς.

Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαιτέρου δεσμού του τέκνου προς τον έναν από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες, που έκαναν οι γονείς του τέκνου, σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του.

Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και, επομένως, ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον έναν από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει τη στοιχειώδη ικανότητα διάκρισης.

Πρέπει δε, να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον έναν από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του (ΑΠ 358/2019).

Εφόσον δε το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1175/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρισίμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΑΠ 1284/2018, ΑΠ 1132/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο και επομένως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1388/2018).

[III] Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 6543/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά, ως προς το κεφάλαιο το αναφερόμενο στην ανάθεση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, τα ακόλουθα:

«| Οι διάδικοι τέλεσαν, στις 16 Απριλίου 2015, νόμιμο πολιτικό γάμο ο οποίος ιερολογήθηκε ακολούθως στις 11 Ιουνίου 2016, κατά τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, εντός του οποίου απέκτησαν ένα (1) τέκνο που γεννήθηκε στις 19.06.2015. Οι διάδικοι συγκατοίκησαν, στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσης τους, σε κατοικία στην ...

Αττικής, πλην όμως η έγγαμη συμβίωση τους δεν εξελίχτηκε ομαλά. Εντός του μηνός Ιουνίου 2017 ενώ η εναγομένη - ενάγουσα (αναιρεσείουσα) είχε ήδη αποχωρήσει από την οικογενειακή στέγη και το ως άνω ανήλικο διέμενε με τον ενάγοντα – εναγόμενο πατέρα του (αναιρεσίβλητο), με την υπ' αριθμ. 27-6-2017 διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ανατέθηκε προσωρινά η αποκλειστική επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στον ενάγοντα – εναγόμενο πατέρα του.

Ακολούθως, με την υπ’ αριθμ. 8.359/28-11-2017 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανατέθηκε ομοίως η αποκλειστική επιμέλεια του τέκνου των διαδίκων στον ενάγοντα – εναγόμενο πατέρα του και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας της εναγομένης – ενάγουσας με τον ανήλικο Σ. - Α., παρουσία του ενάγοντα - εναγομένου και με διανυκτέρευση στην οικία του τελευταίου.

Έκτοτε το ανήλικο τέκνο διαμένει με τον πατέρα του στην οικογενειακή στέγη. Ειδικότερα ο εναγόμενος – ενάγων διαβιώνει ομαλά με το ανήλικο τέκνο του, συνεπικουρούμενος από τους γονείς του, οι οποίοι διαμένουν στον επάνω όροφο και συμμετέχουν στη φροντίδα του από τη γέννησή του, όπως επίσης στην φροντίδα αυτού συμμετέχει και μια παιδαγωγός η οποία βοηθά κάποιες ώρες, Ο ενάγων – εναγόμενος υπεραγαπά το ανήλικο τέκνο του, επιμελείται με ασφάλεια αυτό, είναι αφοσιωμένος στην ανατροφή του, αφού αφιερώνει όλο τον ελεύθερο χρόνο του σε αυτό.

Φροντίζει με αγάπη το τέκνο και όλα τα έτη που έχει την επιμέλεια, ανατρέφει με ασφάλεια και αγάπη το τέκνο και παρέχει ένα κατάλληλο, σταθερό και προστατευτικό περιβάλλον για το παιδί, έχοντας αναπτύξει ισχυρό δεσμό μαζί του. Ειδικότερα όπως προκύπτει από την ως άνω υπ’ αριθμ. 350/2018 πραγματογνωμοσύνη του διορισμένου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ιατρού πραγματογνώμονα, η οποία συνεκτιμάται και με τα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα, ο ανωτέρω ιατρός αφού πραγματοποίησε αρκετές συναντήσεις με τους διαδίκους κατ’ ιδίαν με αυτούς καθώς και με το ανήλικο τέκνο παρουσία αυτών, διαπίστωσε ότι ο δεσμός του ανηλίκου τέκνου με τον πατέρα του όπως έχει δημιουργηθεί είναι πολύ στενός.

Περαιτέρω όμως δεν αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα πάσχει από διπολική διαταραχή ή άλλη ανίατη ψυχική ασθένεια, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος – εναγομένου ως αβάσιμου. Στα ανωτέρω έγγραφα καθώς και την ως άνω πραγματογνωμοσύνη του διορισμένου από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα αναφέρεται ότι δεν προκύπτει ενεργή ψυχοπαθολογία.

Στην ως άνω υπ’ αριθμ. 350/2018 πραγματογνωμοσύνη του διορισμένου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ιατρού πραγματογνώμονα σημειώνεται ότι «Εξάλλου η κ. Π. ανέφερε ότι προκαλούσε συχνούς εμέτους η ίδια στον εαυτό της (και ας το αποδίδει στο άγχος) που παραπέμπει σε συγκεκριμένο τύπο παθολογίας διατροφικών διαταραχών και μπορεί να συσχετισθεί με άτομα που έχουν ενασχόληση με τη μόδα, την εμφάνισή τους κ.τ.λ.

Ωστόσο κανείς δε φαίνεται να έχει ανησυχήσει για αυτό στο παρελθόν (ούτε ο σύζυγος ούτε οι γιατροί) και άρα δεν μπορεί να τεκμηριωθεί επαρκώς». Στον ως άνω πραγματογνώμονα η ενάγουσα ανέφερε «ως μεγαλύτερο ελάττωμά της ότι είναι πολύ οξύθυμη και γενικά βρίζει και καταριέται». Ο ανωτέρω πραγματογνώμονας αναφέρει ότι ο ανήλικος έχει αρκετά καλή σχέση και με τους δύο γονείς του που δείχνουν αγάπη προς αυτόν.

Η ενάγουσα δε έχει αποκτήσει στις 30.01.2019 μια ανήλικη θυγατέρα από τον δεύτερο σύζυγό της Σ. Λ.. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι οι διάδικοι έχουν σφοδρή αντιδικία μεταξύ τους, εξαιτίας των διαρκών αντεγκλήσεων τους με αφορμή ζητήματα επιμέλειας και επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο τους, τα οποία συνεχίστηκαν και μετά την γέννηση του δεύτερου τέκνου της ενάγουσας στις 30.01.2019 και την τέλεση του νέου γάμου αυτής στις 29.03.2019.

Περαιτέρω δε με την υπ’ αρ. 4395/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) μεταρρυθμίστηκε η επικοινωνία της εναγόμενης – ενάγουσας με το ανήλικο τέκνο της χωρίς πλέον την παρουσία του ενάγοντα – εναγομένου ορίζοντας και διανυκτέρευση κατά την διάρκεια των δύο σαββατοκύριακων που είχε δικαίωμα επικοινωνίας στην οικία αυτής (μητέρας του ανηλίκου).

Από την εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων προέκυψε ότι και η ενάγουσα υπεραγαπά το ανήλικο τέκνο της και είναι καλή μητέρα, όμως το συμφέρον του τέκνου είναι να παραμείνει με τον πατέρα του καθόσον ο δεσμός που έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους είναι πολύ στενός και αιφνίδια αλλαγή του οικογενειακού περιβάλλοντος θα αποβεί ενάντια στο συμφέρον του.

Συγκεκριμένα το ανήλικο τέκνο διαμένει με τον πατέρα του από τότε που αποχώρησε η ενάγουσα – εναγομένη από την οικογενειακή στέγη, σε σταθερό οικογενειακό περιβάλλον, ήδη ικανό χρονικό διάστημα και τυγχάνει καλός πατέρας όπου το φροντίζει με αγάπη, στη φροντίδα του δε συμβάλλουν και οι γονείς του καθημερινά από την γέννησή του και μια τέτοια αλλαγή στην παρούσα κατάσταση δεν θα ήταν προς το συμφέρον του σε συνδυασμό ότι η μητέρα έχει ήδη νυμφευθεί και έχει αποκτήσει ένα ανήλικο τέκνο γεγονότα που πρέπει να συνυπολογιστούν καθώς όλα αυτά θα αποτελέσουν αιφνίδια αλλαγή στη ζωή του.

Από την κοινή αυτή διαμονή του πατέρα με το ανήλικο τέκνο του δημιουργήθηκε ιδιαίτερος δεσμός αγάπης μεταξύ του παιδιού και του πατρός του, ώστε τυχόν απομάκρυνση του από το γνωστό και οικείο περιβάλλον εκείνου (πατέρα) θα δημιουργήσει αίσθημα ανασφάλειας με δυσμενείς επιπτώσεις στην ψυχοσωματική ανάπτυξή του.

Κατά τα λοιπά η γονική μέριμνα ως προς τις λοιπές εκδηλώσεις της εκτός από την επιμέλεια ήτοι ως προς την διοίκηση της περιουσίας του τέκνου και την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπό του ή την περιουσία του (1510 ΑΚ) ανήκει από κοινού στους διαδίκους […]|».

[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση που είχε αναθέσει την επιμέλεια του ανήλικου στην αναιρεσείουσα και, ακολούθως, αφού κράτησε την υπόθεση και συνεκδίκασε τις αντίθετες αγωγές που είχαν ασκήσει αμφότεροι οι διάδικοι:

(α) δέχτηκε την από 15.12.2017 αγωγή του αναιρεσίβλητου και ανέθεσε σ’ αυτόν αποκλειστικά την άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων Σ.-Α., διέταξε δε αυτεπαγγέλτως την εναγόμενη μητέρα να αποδώσει το ανωτέρω ανήλικο τέκνο στον ενάγοντα πατέρα του, με την απαγγελία σε βάρος της χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, σε περίπτωση μη εκτέλεσης της διάταξης αυτής και

(β) απέρριψε την από 21.03.2018 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το κύριο αίτημα περί ανάθεσης σ' εκείνη της άσκησης της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου, ενώ την δέχτηκε εν μέρει κατά το επικουρικό αίτημα του δικαιώματος επικοινωνίας με το ως άνω ανήλικο τέκνο και ρύθμισε την επικοινωνία της με αυτό κατά τον οριζόμενο στο διατακτικό τρόπο.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512-1514 και 1518 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι ορθώς υπήγαγε σε αυτές, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τα οποία δικαιολογούν την ανωτέρω κρίση του, ότι το αληθινό συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων επιβάλλει να έχει αποκλειστικά την επιμέλεια του προσώπου του ο αναιρεσίβλητος πατέρας του.

Το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά τη διαπίστωση του αληθινού συμφέροντος του τέκνου, έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα τα προαναφερθέντα επωφελή για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, και ειδικότερα, ότι αυτό διαμένει με τον πατέρα του από τότε που αποχώρησε η αναιρεσείουσα από την οικογενειακή στέγη, σε σταθερό οικογενειακό περιβάλλον, ότι ο αναιρεσίβλητος τυγχάνει καλός πατέρας, φροντίζοντας το ανήλικο με αγάπη και συνεπικουρούμενος από τους γονείς του καθημερινά από την γέννησή του, και ότι από την κοινή αυτή διαμονή τους δημιουργήθηκε ιδιαίτερος δεσμός αγάπης μεταξύ του παιδιού και του πατρός του, ώστε τυχόν απομάκρυνση του ανηλίκου από το γνωστό και οικείο περιβάλλον του πατέρα του θα δημιουργήσει αίσθημα ανασφάλειας με δυσμενείς επιπτώσεις στην ψυχοσωματική ανάπτυξή του, που θα αποβεί ενάντια στο συμφέρον του.

Εξάλλου, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εξιστόρηση του περιεχομένου της με αριθμό 5601/2020 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι η επιμέλεια του ανήλικου ανατέθηκε στην μητέρα, δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι «από τον Ιούνιο του 2017, ότε αποχώρησε η ενάγουσα – εναγόμενη από την οικογενειακή στέγη, το ανήλικο τέκνο διαμένει με τον πατέρα του», καθώς δεν πρόκειται για δύο αντίθετες παραδοχές.

Επίσης, η παραδοχή του δικαστηρίου ότι «αιφνίδια αλλαγή του οικογενειακού περιβάλλοντος θα αποβεί ενάντια στο συμφέρον του […]», δεν στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ενόψει της ανάθεσης σ' αυτή της επιμέλειας του ανηλίκου με την πρωτόδικη απόφαση, αφού το μικρό χρονικό διάστημα (περί τους πέντε μήνες) που ο ανήλικος διέμεινε στο σπίτι της μητέρας του (κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο αντίθετων αποφάσεων) δεν αναιρεί την παραδοχή ότι το παιδί διαμένει με τον πατέρα του από την ηλικία των δύο ετών.

Τέλος, η παραδοχή του δικαστηρίου ότι «η μητέρα έχει ήδη νυμφευθεί και έχει αποκτήσει ένα ανήλικο τέκνο γεγονότα που πρέπει να συνυπολογιστούν καθώς όλα αυτά θα αποτελέσουν αιφνίδια αλλαγή στη ζωή του [...]» δεν προσδίδει αρνητικά χαρακτηριστικά στον ερχομό της αδερφής του ανήλικου, όπως αβάσιμα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, αλλά απλώς αποτελούν περιστατικά που το δικαστήριο συνεκτιμά προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σε σχέση με το αληθινό συμφέρον του ανήλικου.

Επομένως, οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πρώτος και δεύτερος (και όχι από τον αριθμό 14 κατά την ορθή νοηματική του αξιολόγηση) λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά, οι ως άνω λόγοι, με τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ως προς το, κατά τις απόψεις της, συμφέρον του ανήλικου τέκνου, για την ανάθεση της επιμέλειας αυτού αποκλειστικά σ’ εκείνη είναι απαράδεκτοι, διότι ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

[V] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 466/2020, ΑΠ 1400/2018, ΑΠ 1598/2014, ΑΠ 559/2008).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Εξάλλου, η ομολογία, ως αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων προϋποθέτει τη ρητή, σαφή και συγκεκριμένη παραδοχή, με πρόθεση ομολογίας, της αλήθειας στοιχείου κατά νόμο αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου ή της αναλήθειας τέτοιου ισχυρισμού εκείνου που προβαίνει στην παραδοχή (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 1538/2001).

Προκειμένου περί δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφ` όσον ο αναιρεσείων επικαλέστηκε νόμιμα με τις προτάσεις του τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου όσο και του εγγράφου στο οποίο περιεχόταν, για την επίκληση δε αυτή πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (ΑΠ 488/2020, ΑΠ 556/2020, ΑΠ 622/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη: (α) τον ισχυρισμό της ότι το ανήλικο τέκνο από τον Ιούνιο του 2020 κατοικεί με την ίδια, ήτοι μετά την έκδοση της με αριθμό 5601/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ανατέθηκε αποκλειστικά η επιμέλεια του ανήλικου στη μητέρα (559 αρ. 8 ΚΠολΔ) και (β) αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την ομολογία του αναιρεσίβλητου, περιεχόμενη στον πρόσθετο λόγο έφεσης που άσκησε, ότι το ανήλικο διαμένει με την αναιρεσείουσα μητέρα του, με αποτέλεσμα να αχθεί στην εσφαλμένη κρίση ότι κατοικεί με τον πατέρα (559 αρ. 11γ ΚΠολΔ).

Ωστόσο, από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, στο οποίο αναφέρεται ότι πρέπει να διαταχθεί η μητέρα να αποδώσει το τέκνο στον πατέρα αλλά και την αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού αυτής, προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι ο ανήλικος κατοικούσε με την μητέρα του, γι’ αυτό και την διέταξε να αποδώσει το τέκνο στον πατέρα, και συνεπώς έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, καθώς και την επικαλούμενη ομολογία του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε και, συνεπώς, αμφότεροι οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22.12.2020 αίτηση της Ε. Π., για αναίρεση της με αριθμό 6534/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ