Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on admissibility of ECHR judgment as public order issue.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding the admissibility of an ECHR judgment. The appellant argued the lower court erred in rejecting the claim that the ECHR ruling violated public order, while the respondent maintained the ECHR decision did not annul the domestic annulment judgment. The court ruled that since the ECHR judgment did not annul the domestic decision, the lower court correctly applied the law and rejected the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 § 1 and 562 § 1 of the Code of Civil Procedure; The Court of Appeal's refusal to admit a claim based on a violation of public order by a foreign judgment is valid if that foreign judgment does not annul the domestic decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 534 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 534/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Θ. Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Χατζηφώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ", ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/1997 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 760/2001 του Εφετείου Πατρών που ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για κατ' ουσίαν εκδίκαση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2002 οριστική ου Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου και οι 760/2001 μη οριστική και 806/2004 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζήτησε η ως άνω αναιρεσίβλητη με την από 18/4/2005 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 658/2007 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου που αναίρεσε τις 760/2001 και 806/2004 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 412/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/6/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 6/3/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 412/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ'αυτήν (ΑΠ 129/2004).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 580 § 4 Κ.Πολ.Δ. οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ'ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1097/2008).
Η δέσμευση αίρεται αν εκδοθεί στην ίδια υπόθεση απόφαση του Α.Ε.Δ. (ΑΕΔ 54/1978) ή του ΔΕΚ. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 46 § 1 της ΕΣΔΑ "Τα Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών, στις οποίες είναι διάδικοι". Η συμμόρφωση αυτή συνίσταται καταρχήν στην καταβολή του ποσού της δίκαιης χρηματικής ικανοποιήσεως του παθόντος από την παραβίαση της ΕΣΔΑ, την οποία κατά το άρθρο 41 αυτής, επιδίκασε σ'αυτόν το ΕΔΔΑ, διότι έκρινε ότι το εσωτερικό δίκαιο του κράτους δεν επιτρέπει παρά μόνο ατελή εξάλειψη των συνεπειών της παραβιάσεως.
Η καταβολή της χρηματικής ικανοποιήσεως που επιδικάσθηκε κατά κανόνα εξαντλεί την υποχρέωση του κράτους προς συμμόρφωση στην απόφαση του ΕΔΔΑ και αποτελεί τη μοναδική δυνατότητα αποκαταστάσεως εκείνου που προσέφυγε στο ΕΔΔΑ. Ωστόσο, δεν αποκλείεται αυτή να μην αρκεί για την αποκατάστασή του, διότι η παραβίαση εξακολουθεί να παράγει δυσμενή γι'αυτόν αποτελέσματα και να απαιτούνται εξειδικευμένα ατομικά μέτρα για την επανόρθωση των συνεπειών της παραβιάσεως ενώ περαιτέρω υφίσταται ενδεχομένως και η υποχρέωση υιοθετήσεως μέτρων γενικού χαρακτήρα, που θα αποβλέπουν στην αποτροπή νέων παρόμοιων παραβιάσεων στο μέλλον.
Σε περίπτωση που η παραβίαση έγινε με δικαστική απόφαση, όταν η χρηματική ικανοποίηση που επιδικάσθηκε δεν αρκεί για την αποκατάσταση του προσφεύγοντος, πρόσφορο μέτρο για την εξουδετέρωση των συνεπειών της δικαστικής αυτής αποφάσεως στο μέτρο που δεν είναι αρκετή προς τούτο η χρηματική ικανοποίηση που επιδικάσθηκε από το ΕΔΔΑ, αποτελεί η ανεύρεση διαδικασίας εκ νέου κινήσεως της δίκης, ώστε να εξαφανισθεί η παραβιάζουσα την ΕΣΔΑ απόφαση, αν και η ΕΣΔΑ δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη σε θεσμοθέτηση παρόμοιου ένδικου μέσου αναθεωρήσεως της δίκης σε εθνικό επίπεδο.
Για τις πολιτικές αποφάσεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε η Ελληνική πολιτεία, λόγω παραβιάσεως διατάξεων της ΕΣΔΑ, δεν μπορεί να ασκηθεί το ένδικο μέσο της αναψηλαφήσεως με επίκληση λόγου από το άρθρο 544 του Κ.Πολ.Δ., αφού κανένας από τους περιοριστικά στο άρθρο αυτό προβλεπόμενους λόγους δε συντρέχει, ενώ, λόγω των εντελώς διαφορετικών όρων που αυτοί απαιτούν, ούτε έδαφος ανάλογης εφαρμογής τους υπάρχει.
Ειδικά δεν επιτρέπεται αναψηλάφηση, ούτε κατ'ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 544 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αφού με τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο επιζητείται να γίνει σεβαστό το δεδικασμένο από την προγενέστερη απόφαση με την εξαφάνιση της νεότερης αποφάσεως, η οποία και προσβάλλεται με την αναψηλάφηση, ενώ αντίθετα, όταν εκδοθεί απόφαση του ΕΔΔΑ, η επιδίωξη είναι η εξουδετέρωση των δυσμενών συνεπειών του δεδικασμένου από την προγενέστερη απόφαση του Ελληνικού δικαστηρίου.
Περαιτέρω δε ούτε ταυτότητα αντικειμένου μεταξύ της αποφάσεως του Ελληνικού Δικαστηρίου και της αποφάσεως του ΕΔΔΑ υφίσταται, αλλ'ούτε και ταυτότητα διαδίκων, αφού στη δίκη στο ΕΔΔΑ δεν μετείχε ο αντίδικος του προσφεύγοντος, αλλά αυτή έγινε μεταξύ του τελευταίου και του Ελληνικού κράτους (ΑΠ 2071/2006, ΑΠ 281/2012, ΑΠ 353/2012).
Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εν προκειμένω από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα κάτωθι: Με την υπ' αριθμ. 658/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου κρίθηκε "ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο λόγος (πρώτος) της ανακοπής ασκήθηκε εμπρόθεσμα, παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ήτοι εκπρόθεσμο το λόγο αυτό της ανακοπής, ο οποίος έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 934 § 1β και 2 Κ.Πολ.Δ.
να είχε ασκηθεί μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού και τούτο διότι α) δεν κάνει λόγο η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ανακόπτουσα δεν έλαβε πράγματι, ούτε μπορούσε να λάβει με οποιοδήποτε τρόπο γνώση της παραπάνω άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και β) δεν περιέχεται αντίστοιχος ισχυρισμός στον σχετικό πρώτο λόγο ανακοπής, στον οποίο γίνεται μνεία μόνο ότι η ανακόπτουσα δεν έλαβε γνώση της διενέργειας του πλειστηριασμού και την εντεύθεν δικονομική της βλάβη μόνο στην ακυρότητα της επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και όχι στην άγνοια ή αδυναμία της να λάβει γνώση της εν λόγω επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης.
Το απαράδεκτο αυτό είχε προταθεί ενώπιον του Εφετείου με τις από 8-11-1999 προτάσεις της αναιρεσείουσας, αλλά και προκύπτει από τις ίδιες τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, κατά τις οποίες η ένδικη ανακοπή προσβάλλει και τον γενόμενο πλειστηριασμό, γεγονός που σημαίνει ότι ασκήθηκε μετά τη διενέργειά του (αρ. 562 § 2 Κ.Πολ.Δ.).
Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο υπέπεσε περαιτέρω και στην πλημμέλεια της παρά το νόμω κηρύξεως ακύρου του πλειστηριασμού, αφού κατά τα προεκτεθέντα, μόνη η μη κηρυχθείσα ακυρότητα της επιδόσεως της κατασχετήριας εκθέσεως (κατόπιν ασκήσεως εμπροθέσμου ανακοπής), δεν επάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού".
Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του ακυρωτικού Δικαστηρίου η ανακόπτουσα άσκησε την υπ' αριθμ. 44769/2007 προσφυγή της κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επί της οποίας εκδόθηκε η από 5-11-2009 απόφαση του Α' τμήματός του, η οποία έκρινε ότι με την έκδοση της προαναφερόμενης αποφάσεως του Ακυρωτικού Δικαστηρίου (που έκρινε ως εκπρόθεσμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής) παραβιάσθηκε το άρθρο 6 § 1 της Συμβάσεως για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών και επιφυλάχθηκε ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αιτηθείσας αποζημιώσεως και της χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της ανακόπτουσας.
Τον ισχυρισμό πρότεινε κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου Πατρών, παραδεκτά κατ' άρθρ. 562 § 2 Κ.Πολ.Δ. αφού δεν μπορούσε να είχε προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και αφορά ισχυρισμό της δημόσιας τάξης. Τον ανωτέρω ισχυρισμό απέρριψε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι η απόφαση του ΕΔΑΔ δεν ακυρώνει, την απόφαση του ακυρωτικού δικαστηρίου, με την οποία φέρεται ότι πραγματώθηκε η προσβολή του δικαιώματος της προσφεύγουσας - ανακόπτουσας, ενόψει μάλιστα και του ότι δεν προκύπτει από οποιοδήποτε πιστοποιητικό του ανωτέρω Δικαστηρίου εάν η ως άνω απόφαση του πρώτου τμήματος του ΕΔΑΔ έχει καταστεί οριστική (και συνεπώς παράγουσα τις έννομες συνέπειες της κατά το άρθρο 46 της συμβάσεως) σύμφωνα με τα άρθρα 42 και 44 § 2 της ανωτέρω συμβάσεως.
Έτσι που έκρινε το δικαστήριο και εν συνεχεία συμμορφούμενο με την 658/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, εξέδωσε την 412/2010 απόφασή του δεν παραβίασε τους ως άνω κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται παραβίαση του άρθρ. 559 § 1 Κ.Πολ.Δ. Ο υποβαλλόμενος ισχυρισμός ότι έπρεπε το Εφετείο Πατρών να ερμηνεύσει ευχερώς το δικόγραφο της ανακοπής ως εμπεριέχον τον ισχυρισμό περί ελλείψεως γνώσεως, ως ισχυρισμός καλυπτόμενος από την έκταση του δεδικασμένου που απορρέει από την απόφαση της παραπομπής, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος (αρ. 562 § 1 Κ.Πολ.Δ).
Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της 412/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, που ασκήθηκε προ της ισχύος του Ν. 4055/2012 (αριθμ. καταθέσεως 53/7-6-2011) και τέλος επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ της αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της 412/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσειούσης τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου και για τις προτάσεις που κατέθεσε, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ