Supreme Court allows late seizure notice appeal by finding lower court erred on admissibility and invalid service.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Patras Court of Appeal, overturning its decision to dismiss the seizure notice appeal. The lower court incorrectly deemed the appeal inadmissible and the seizure invalid, failing to recognize that the appellant had no knowledge of the summary execution notice due to improper service. The Court ruled that the appeal was timely and the seizure valid, as the invalid service alone did not warrant annulment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 933, 934 para. 1 KPolDik; The seizure notice appeal is admissible if filed within the statutory time limits, and the lower court must explicitly declare the appeal inadmissible or the seizure invalid if the time limit has expired or the service was invalid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 658 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 658/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα-
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Ρένα Ασημακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρείας που φέρει την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ" εξομοιουται κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του ν. 2190 λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης : 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΑΛΕΙΑ ΚΑΡΥΔΗ ΑΞΤΕ" που εδρεύει στο Βασιλικό Ζακύνθου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτιο Χατζηφώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-1997 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου.
Εκδόθηκε η 37/1998 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου η οποία απέρριψε την ανακοπή. Στην συνέχεια εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση και εκδόθηκε η 760/2001 του Εφετείου Πατρών η οποία ανέπεμψε την ανακοπή στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την υπ΄αριθμ. 25/2002 με την οποία δέχτηκε την ανακοπή. Μετά από την άσκηση εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε η 806/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2005 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου, ανέγνωσε την από 1 Φεβρουαρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου αυτού Αντιπροέδρου Στέφανου Γαβρά, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως και να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, όπως ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 ΚΠολΔικ, η οποία επιβάλλει την κατά στάδια προσβολή των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή του άρθρου 933 είναι παραδεκτή α) αν αφορά την εγκυρότητα του τίτλου ή την προδικασία μέσα σε δεκαπέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά την εγκυρότητα των πράξεων της εκτέλεσης που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή την απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, γ) αν αφορά την εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης, μέσα σε έξι μήνες αφότου η πράξη αυτή ενεργηθεί και αν πρόκειται για εκτέλεση για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης αν πρόκειται για ακίνητα.
Εξάλλου στην παράγραφο 4 του άρθρου 999 ΚΠολΔικ ορίζεται, πλην άλλων, ότι ο πλειστηριασμός ακινήτου που υποβλήθηκε σε αναγκαστική κατάσχεση, με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου περί καταρτίσεως περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, που περιέχει την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού, καθώς και στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου περί επιδόσεως της άνω περιλήψεως στον οφειλέτη μέσα σε είκοσι ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 159, 160, 161 και 933 ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι μόνο η ανυπαρξία ή το εκπρόθεσμο της επιδόσεως της ως άνω περιλήψεως στον οφειλέτη επάγεται την ακυρότητα του πλειστηριασμού, ενώ η απλώς άκυρη επίδοση αυτής παράγει τις συνέπειές της, σαν να ήταν έγκυρη, μέχρις ότου κηρυχθεί άκυρη με δικαστική απόφαση ύστερα από προσβολή της με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔικ, εντός της κατ΄ άρθρο 934 παρ. 1β΄ και 2 ιδίου Κώδικα προθεσμίας.
Αν η ενδιάμεση αυτή ακυρότητα δεν ήθελε προσβληθεί εμπροθέσμως, δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστική εκτελέσεως και η διενέργεια του πλειστηριασμού (ΑΠ 279/2004, 916/2004, 194/2003). Εξάλλου η τήρηση των παραπάνω προθεσμιών της ανακοπής, που ορίζονται από το άρθρο 934 ΚΠολΔικ, προϋποθέτει ότι ο καθού η εκτέλεση θα έχει πραγματικά λάβει γνώση της προσβαλλόμενης πράξης, προκειμένου να την προσβάλλει αποτελεσματικά ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Διότι ναι μεν το σχετικό δικαίωμα πρόσβασης σ΄ αυτό δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε περιορισμούς, ειδικότερα σε ότι αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, πλην όμως οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να εμποδίζουν την ανοικτή πρόσβαση σε ένα άτομο κατά τρόπο ή σε βαθμό, ώστε το δικαίωμά του αυτό να θίγεται στην ίδια την ουσία του.
Οι εν λόγω περιορισμοί συμβιβάζονται με το άρθρο 6 παρ. 1 της κυρωθείσας αρχικώς με το ν.2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 57/1974, σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ (Ολ.ΑΠ 40/1998), μόνο εφόσον τείνουν σε ένα νόμιμο σκοπό και εφόσον υπάρχει σχέση αναλογίας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού (απόφαση της 6.12.2002 του Ε.Δ.Α.Δ.).
Αλλά και κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ΄ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει, δεν αποκλείεται στο νομοθέτη να θέτει περιορισμούς υπό τους οποίους τελεί το εν λόγω δικαίωμα, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα.
Δύναται, συνεπώς, ο νομοθέτης, θεσπίζοντας προϋποθέσεις προσφυγής στα δικαστήρια, να καθορίζει και προθεσμία μέσα στην οποία οφείλει να ορίζει τη γνώση του θιγομένου για το βλαπτικό του οφειλέτη γεγονός, πράξη ή παράλειψη, γιατί χωρίς μια τέτοια γνώση δεν καθίσταται εφικτή η εκ μέρους του διεκδίκηση της παροχής έννομης προστασίας.
Η γνώση αυτή του θιγομένου δεν απαιτείται μεν αναγκαίως να διαπιστώνεται από την επίδοσης της βλαπτικής πράξης στον ίδιο. Πρέπει όμως τουλάχιστον να συνάγεται κατά τρόπο ασφαλή, ότι ενόψει των συντρεχουσών, κατά περίπτωση, συνθηκών, μεταξύ των οποίων και ο χρόνος που μεσολάβησε, ο θιγόμενος, ως επιμελής άνθρωπος, έλαβε ή μπορούσε να έχει λάβει γνώση του βλαπτικού γι΄ αυτόν γεγονότος (πράξης ή παράλειψης), ώστε να είναι σε θέση να επιδιώξει την παροχή έννομης προστασίας (ΑΕΔ 2/1999).
Η εκ μέρους όμως του καθού η εκτέλεση επίκληση άγνοιας ως προς το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, λόγω άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, πρέπει κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών του άρθρου 116 του ΚΠολΔικ, που ισχύουν αναλογικά και στην αναγκαστική εκτέλεση, να συνδυάζεται και με ισχυρισμό αυτού ότι δεν έλαβε, ούτε μπορούσε να έχει λάβει γνώση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης.
Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 128 παρ. 1 ΚΠολΔικ ορίζεται ότι αν ο παραλήπτης δεν βρίσκεται στην κατοικία του, το έγγραφο παραδίδεται σε έναν από τους συγγενείς ή υπηρέτες που συνοικούν μαζί του και αν αυτοί απουσιάζουν ή δεν υπάρχουν, η παράδοση γίνεται σε έναν από τους άλλους συνοίκους που έχουν συνείδηση των πράξεών τους και δεν συμμετέχουν στη δίκη ως αντίδικοι του ενδιαφερομένου.
Στη διάταξη δε του άρθρου 130 παρ. 1 ΚΠολΔικ ορίζεται, ότι αν ο παραλήπτης της επίδοσης ή τα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 128 και 129 ΚΠολΔικ αρνηθούν να παραλάβουν το έγγραφο ή να υπογράψουν την έκθεση επίδοσης, ή αν δεν μπορούν να την υπογράψουν, το όργανο της επίδοσης επικολλά το έγγραφο στην πόρτα της κατοικίας του γραφείου, του καταστήματος ή του εργαστηρίου, μπροστά σε ένα μάρτυρα.
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 159, 160 και 161 ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι η παραβίασή τους, (που μπορεί να συντρέξει και όταν στην έκθεση επιδόσεως της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως που έγινε με θυροκόλληση δεν αναγράφεται από το αρμόδιο όργανο ότι η αρνηθείσα να την παραλάβει οικιακή βοηθός ήταν και σύνοικος του παραλήπτη) επάγεται όχι την ανυπαρξία της επιδόσεως, αλλά την ακυρότητα αυτής και μάλιστα υπό την πρόσθετη προϋπόθεση ότι η εν λόγω ακυρότητα προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με τις προσβαλλόμενες 806/2004 οριστική και συμπροσβαλλόμενη 760/2001 εν μέρει οριστική, αποφάσεις του (βλ. άρθρ.553 παρ. 2 ΚΠολΔικ) δέχθηκε ότι ο πλειστηριασμός στις 23.10.1996 του αναφερομένου ακινήτου της οφειλέτριας καθής η εκτέλεση, ήδη αναιρεσίβλητης, προς ικανοποίηση απαιτήσεως της δανείστριας και επισπεύδουσας την εκτέλεση, ήδη αναιρεσείουσας, είναι άκυρος, διότι η περίληψη της κατασχετήριας εκθέσεως του ακινήτου επιδόθηκε στο νόμιμο εκπρόσωπο της οφειλέτριας (ανακόπτουσας) με θυροκόλληση, παρουσία μάρτυρα, διότι δεν βρέθηκε ο ίδιος στην κατοικία του και η αλλοδαπή οικιακή βοηθός αρνήθηκε την παραλαβή του δικογράφου και τη δήλωση των στοιχείων της, στη σχετική δε έκθεση επιδόσεως δεν αναφέρεται ότι η αρνηθείσα την παραλαβή του εγγράφου οικιακή βοηθός ήταν σύνοικος του προς όν η επίδοση νόμιμου εκπροσώπου της ανακόπτουσας και ότι εντεύθεν η επίδοση αυτή είναι άκυρη και η ανακόπτουσα υπέστη βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας αυτής.
Κατόπιν τούτων το Εφετείο, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που δέχθηκε ως παραδεκτό και βάσιμο τον αντίστοιχο (πρώτο) λόγο της ανακοπής και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας (έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου και περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως). Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο και να δεχθεί ότι ο λόγος αυτός ανακοπής ασκήθηκε εμπρόθεσμα, παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ήτοι εκπρόθεσμο το λόγο αυτό της ανακοπής, ο οποίος έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ. 1β και 2 ΚΠολΔικ να έχει ασκηθεί μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού.
Και τούτο διότι α) δεν κάνει λόγο η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ανακόπτουσα δεν έλαβε πράγματι, ούτε μπορούσε να λάβει με οποιοδήποτε τρόπο γνώση της παραπάνω άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και β) δεν περιέχεται αντίστοιχος ισχυρισμός στον σχετικό πρώτο λόγο ανακοπής, στον οποίο γίνεται μνεία μόνο ότι η ανακόπτουσα δεν έλαβε γνώση της διενέργειας του πλειστηριασμού και όχι της επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και αποδίδει την επικαλούμενη έλλειψη γνώσης της διενέργειας του πλειστηριασμού και την εντεύθεν δικονομική της βλάβη μόνο στην ακυρότητα της επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης και όχι στην άγνοια ή αδυναμία της να λάβει γνώση της εν λόγω επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης.
Το απαράδεκτο αυτό είχε προταθεί ενώπιον του Εφετείου με τις από 8.11.1999 προτάσεις της αναιρεσείουσας, αλλά και προκύπτει από τις ίδιες τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, κατά τις οποίες η ένδικη ανακοπή προσβάλλει και τον γενόμενο πλειστηριασμό, γεγονός που σημαίνει ότι ασκήθηκε μετά τη διενέργειά του (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔικ).
Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο υπέπεσε περαιτέρω και στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως άκυρου του πλειστηριασμού, αφού κατά τα προεκτεθέντα, μόνη η μη κηρυχθείσα ακυρότητα της επιδόσεως της κατασχετήριας εκθέσεως (κατόπιν ασκήσεως εμπροθέσμου ανακοπής), δεν επάγεται ακυρότητα του πλειστηριασμού.
Άρα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις του Εφετείου Πατρών, ήτοι α) η υπ΄ αριθ. 806/2004 οριστική και β) η συμπροσβαλλόμενη 760/2001 εν μέρει οριστική, κατά το μέρος της που αφορά τον πρώτο λόγο της από 22.11.1997 ανακοπής της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τις α) 760/2001 ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο αυτής και β) 806/2004 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ