Supreme Court dismisses appeal on overwork claims, ruling facts were proven by evidence not just assertions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' final judgment regarding unpaid overwork compensation. The appellant argued the lower court accepted facts about excessive working hours without sufficient proof, while the respondent did not appear in court. The court rejected this claim because the appellate decision explicitly relied on witness testimonies and documentary evidence presented at the first instance, thereby establishing the facts with proper proof rather than accepting unproven assertions.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 2 of Law 435/76; Art. 559 para. 10 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the acceptance of facts without proof is inadmissible if the court of first instance formed its conviction based on the evidence adduced in the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 534 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 534/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Σκιαδά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1925/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/4/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 29/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη 8801/8-10-2013 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελητήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσης αναφερόμενη δικάσιμο και κλήσεως προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία της επισπεύδουσας την συζήτηση αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, κατ' άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε, κατ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως, παρά την απουσία του νόμιμα κλητευθέντος ως άνω αναιρεσίβλητου.
Από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 435/76 προκύπτει, ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν ο ι όροι του άρθρου 3 του ΝΔ 515/70 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή.
Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14.2.84 ΕΓΣΣΕ, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20.2.84 (ΦΕΚ Β', 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/83.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργάσιμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β] ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν 435/76, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέρα των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2,75 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν.133/75), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.
Η υπερωριακή εργασία που παρέχεται χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του ΝΔ 515/1970 αμείβεται με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού και με προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόλησης πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.
Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 9 ή 8 αντίστοιχα ωρών ημερησίως. Από 1-4-2001, μετά το Ν. 2874/2000, η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι 43 ωρών εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (άρθρ. 4 παρ. 2 και 4 του πιο πάνω νόμου).
Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε τέτοια ώρα απασχόλησης ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου, κατά αρθρ. 4 παρ. 5 του ίδιου νόμου (ΑΠ 338/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 117 και 118, πρέπει να περιέχει : α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί για το ορισμένο της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τους όρους εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, από την οποία παρέχεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Περαιτέρω, επί αγωγής με την οποία διώκεται η επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας και πρόσθετης εργασίας, καθώς και για εργασία κατά την Κυριακή και το Σάββατο, για το ορισμένο αυτής αρκεί να αναφέρεται, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και τα Σάββατα, ο αριθµός αυτών, καθώς και το χρονικό διάστηµα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισµός τους µε ακριβείς χρονολογίες, αφού οι Κυριακές και τα Σάββατα προκύπτουν από το ηµερολόγιο.
Δεν απαιτείται επιπροσθέτως, ειδικός προσδιορισµός καθ' ηµέρα ή εβδοµάδα της υπερωριακής και υπερεργασιακής εργασίας, αλλά αρκεί η αναφορά των ωρών της ηµερήσιας και εβδοµαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος και ο συνολικός αριθµός των ωρών του επιδίκου χρονικού διαστήματος. Τέλος, αρκεί να αναφέρεται το σύνολο των καταβληθέντων ποσών για αποδοχές κλπ εφόσον με απλό μαθηματικό υπολογισμό μπορεί να εξευρεθεί ο μηνιαίος μισθός ή το ημερομίσθιο βάσει των οποίων θα υπολογισθούν το ωρομίσθιο και η προσαύξηση (AΠ 792/2011, 1805/2011, 573/2011, ΑΠ 842/2003).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.
Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης από 30-9-2008 αγωγής, στην οποία παραδεκτώς προβαίνει, κατ' αρθρ. 561 του Κ.Πολ.Δ, ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα στις 16-7-2007, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως υπάλληλος - πωλητής βιβλίων στην επιχείρηση - βιβλιοπωλείο αυτής στον ..., εντός και εκτός της έδρας της επιχειρήσεως αυτής (εναγομένης), αντί ημερομισθίου 40 ευρώ, πλέον ποσού 10 ευρώ ημερησίως για κάθε ημέρα απασχόλησής του ως πωλητή σε εκθέσεις και πανηγύρεις εκτός των ορίων του Νομού Αττικής και ότι η εργασιακή του σχέση διήρκεσε μέχρι 28-7-2008, οπότε και απολύθηκε.
Ζήτησε δε την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή του εργασία, κατά το. χρονικό διάστημα από 16-7-2007 μέχρι 28-7-2008, προσαύξηση για εργασία που παρέσχε κατά τις Κυριακές και αργίες, επιδόματα εορτών και αδείας και αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας καθώς και αποζημίωση για απασχόλησή του εκτός έδρας και αποζημίωση απολύσεως.
Για την υπερωριακή του απασχόληση, αναφέρει την ημερήσια εργασία του, τον αριθμό των ωρών με την αντίστοιχη γι' αυτές αμοιβή για κάθε ημέρα εργασίας του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος και επομένως δύναται να εξευρεθεί η διάρκεια της απασχολήσεως του κατά τις εργάσιμες, πλην του Σαββάτου και της Κυριακής, ημέρες και να διαπιστωθεί εάν υπάρχει υπέρβαση του ισχύοντος εβδομαδιαίου ωραρίου με συνέπεια την καταβολή αμοιβής υπερεργασίας και υπερωρίας, καθώς επίσης αναφέρει και τον αριθμό των Κυριακών και αργιών, που απασχολήθηκε και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται.
Σημειωτέον, ότι η κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό της εργασίας του μισθωτού ως υπερεργασίας ή υπερωριακής εργασίας δεν επηρεάζεται εκ της τυχόν συναρίθμησης και των ωρών που απασχολήθηκε πέραν του νόμιμου ωραρίου κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, αφού η υπερεργασία και η υπερωριακή απασχόληση προκύπτουν από τις ώρες εργασίας του κατά το νόμιμο πενθήμερο, οι οποίες εκτίθενται στην αγωγή.
Επίσης αναφέρει τις εκτός έδρας ημέρες απασχολήσεώς του και ότι του καταβάλλονταν έξοδα διαμονής σε ξενοδοχείο και τον συμφωνηθέντα τρόπο υπολογισμού της σχετικής αποζημιώσεως. Συνακόλουθα, η αγωγή ήταν ορισμένη και ορθώς κρίθηκε ως τέτοια από το Εφετείο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περί αοριστίας της αγωγής, από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 9 και 14 του Κ.Πολ.Δ., αληθώς δε μόνο από τους αριθμ. 8 και 14 του ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Ο λόγος αυτός δεν θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του (ΑΠ 881/2011, ΑΠ 701/2008). Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλ.
ότι ο αναιρεσίβλητος πραγματοποίησε τις αναφερόμενες ώρες υπερεργασίας και παράνομης υπερωρίας, ως αληθινά χωρίς απόδειξη (άρθ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ). Από την διαλαμβανομένη, όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τ' αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα (μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα), σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν δέχθηκε το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, αλλά με βάση τις προσκομισθείσες ως άνω αποδείξεις.
Επομένως, ο λόγος αυτός, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ομοίως, αβάσιμος είναι ο ίδιος λόγος και κατά την προβαλλόμενη αιτίαση από τον αρ. 8 του ίδιου ως άνω άρθρου, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς (πράγματα) που δεν προτάθηκαν σε σχέση με τις ημέρες και ώρες που δέχθηκε το Δικαστήριο ότι εργάσθηκε ο αναιρεσίβλητος, γιατί, όπως προκύπτει από την αγωγή εκτίθενται σ' αυτή οι ημέρες και ώρες που αυτός εργάστηκε στην επιχείρηση βιβλιοπωλείου της αναιρεσείουσας, στις οποίες και στηρίζει τις αξιώσεις του για αμοιβή υπερεργασίας και αμοιβή (αποζημίωση) για παράνομη υπερωριακή απασχόληση.
Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν επιχειρείται να ελεγχθεί η περί πραγμάτων αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, σχετικά με τις ημέρες και ώρες εργασίας που δέχθηκε ότι πραγματοποίησε ο αναιρεσίβλητος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται εις βάρος της ηττώμενης αναιρεσείουσας, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη στη συζήτηση και συνεπώς δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-4-2013 αίτηση της Β. Ζ., για αναίρεση της 225/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ