Supreme Court dismisses appeal against port closure order citing emergency necessity and disproportionate damage to residents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the shipping company's appeal against a lower court order closing its port. The company argued the closure violated its property rights and contract, while the residents claimed an imminent danger to their health and lives justified the emergency measure. The court ruled that the closure was a lawful exercise of emergency powers to prevent significant harm to the community, finding the company's claim for compensation unreasonable given its own conduct.
Legislator headnote
AI generatedArticles 285 and 286 of the Civil Code; The court may order the closure of a port in emergency situations to prevent imminent danger to life and health, provided the measure is necessary and the claimant bears responsibility for the situation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 881 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 881/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Ναυτιλιακή Εταιρεία που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γαβριήλ Ντούγια.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Γ. του Π., 2Γ. Δ. του Α., 3Ε. Π. του Γ. 4Δ. Ζ. του Γ., 5 Ε. Μ. του Γ., 6. Σ. Τ. του Λ., 7 Β. Τ. του , 8Κ. Ε. του , 9.Σ. Ζ. του Α., 10 Σ. Κ. του Σ., 11Β. Β. του Λ. Κ., απάντων κατοίκων ....
Οι τρίτος πέμπτος, έβδομος, ένατος, και ενδέκατος δεν παραστάθηκαν, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Μίντζα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαϊου 1990 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας η οποία κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικέιο Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2003 προδικαστική, 58/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 206/2008 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Σεπτεμβρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 2 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις 55528,5550Β, 5554 β, 5559Β και 5553Β/1-3-2010 εκθέσεις επιδόσεων της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας Α. Τ. τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως προς τους τρίτο, πέμπτο, έβδομο, ένατο και ενδέκατο από τους αναιρεσιβλήτους. Επομένως εφόσον οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους κατά το άρθρο 242 § 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία εκείνων που έχουν κλητευθεί ( άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας. β)ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ)η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης. Στην υπόψη περίπτωση με τον πρώτο από το άρθρο 559 αρ.11β του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, με το να δεχθεί ότι ο με τις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων οι οποίες απλώς ενσωματώθηκαν σε εκείνες της κατ'έφεση δίκης ισχυρισμός τους περί καταστάσεως ανάγκης (άρθρο 285 ΑΚ), περιείχε τα στοιχεία της θεμιτής αυτοδικίας (άρθρο 282 ΑΚ) και να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας, παρότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν υποβάλει αίτημα μεταρρύθμισης της πρωτόδικης απόφασης. Επομένως εφόσον δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποιες ήταν οι αποδείξεις, τις οποίες το Δικαστήριο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν νόμιμα και η επίδρασή τους στο διατακτικό της αποφάσεως, ο ως άνω από το άρθρο 559 αρ.11β του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε περί αυτών απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε ως αληθινά δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμμιά απόδειξη, όπως επίσης και όταν δεν διέταξε αποδείξεις για όλα τα αμφισβητούμενα περιστατικά της αγωγής ή ένστασης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την αγωγή ή ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1998), όχι όμως η άρνηση της αγωγής ή τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα (Ολ.ΑΠ 469/1984). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του από τα αποδεικτικά μέσα που μνημόνευσε στην απόφασή του ή όταν δεν συμπίπτουν απολύτως-χωρίς να διαφέρουν ουσιωδώς- τα περιστατικά της αγωγής με όσα έγιναν δεκτά με την απόφαση.
Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αρ.10 του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτίαση, ότι "απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας στηριχθείσα σε άκυρα αποδεικτικά μέσα, πράγμα νομικώς απαράδεκτο υπό το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς του ν.2915/2001, στο οποίο εμπίπτει η άσκηση της αγωγής", διότι "δέχθηκε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα καίτοι είχε δεχθεί για την απόρριψη της αγωγής ότι οι ταχθείσες αποδείξεις δεν ανταποκρίνονται στο δια των πρωτοδίκων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων αίτημα....".
Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, καθ'όσον δεν αναφέρονται οι συνιστώντες "πράγματα" ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί, τους οποίους το Εφετείο δέχθηκε και αν τούτο συντελέσθηκε χωρίς να έχει στη διάθεσή του καμμία απόδειξη ή λόγω παράλειψής του να διατάξει απόδειξη, κατά το μέρος δε που γίνεται αναφορά στη λήψη υπόψη άκυρων αποδεικτικών μέσων δεν προσδιορίζονται αυτά και ο νομικός λόγος της ακυρότητάς τους, επί πλέον δε δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι είχαν προταθεί αυτές οι ακυρότητες στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 § 2, 216 § 1 335, 337, 338, και 559 αριθ. 1, 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι η επίκληση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου δεν είναι στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης και δε δεσμεύει το δικαστήριο ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τους διαδίκους, διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της αγωγής ή ενστάσεως περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την αγωγή ή την ένσταση στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση και το αίτημά αυτών (ΑΠ1468/2005, 431/2005, 922/2000), Σύμφωνα με τα ανωτέρω το Εφετείο, εκτιμώντας σχετικό ισχυρισμό των διαδίκων και λαμβάνοντας υπόψη τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, μπορεί τα υπάγει σε διαφορετική νομική διάταξη από εκείνη που δέχτηκε το Πρωτοδικείο.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον δια των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων υποβληθέντα από αυτούς ισχυρισμό, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 285 του ΑΚ, αντί του άρθρου 282 του ΑΚ, που είχε δεχτεί το πρωτοδικείο, είναι απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, εκτιμώντας τα πραγματικά περιστατικά που προέβαλαν με τη σχετική ένστασή τους οι εναγόμενοι εφεσίβλητοι, νομίμως προσέδωσε σ'αυτά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό.
Τα άρθρα 285 και 286 του ΑΚ ορίζουν ότι: "Δεν αποτελεί παράνομη πράξη η καταστροφή ξένου πράγματος, εφόσον είναι αναγκαία για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος που αποτελεί δυσανάλα μεγαλύτερη ζημία αυτού που επιχειρεί την καταστροφή ή άλλου" (το πρώτο) "Εκείνος που επιχείρησε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο την καταστροφή ευθύνεται σε αποζημίωση, αν είχε προκαλέσει υπαίτια τον κίνδυνο, σε κάθε άλλη περίπτωση μπορεί κατά τις περιστάσεις να καταδικασθεί σε εύλογη αποζημίωση.
Μετά την καταβολή έχει εναντίον εκείνου που ωφελήθηκε από την πράξη του αναγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων" (το δεύτερο). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η κατάσταση ανάγκης, ως λόγος άρσης του αδίκου χαρακτήρα της καταστροφής ή βλάβης ξένου πράγματος ή προσβολής του επ'αυτού αλλότριου δικαιώματος χάριν προστασίας της κοινωνικής τάξης, προϋποθέτει:
α)κίνδυνο επικείμενο, δηλαδή προσέγγιση δυνατότητος επιζήμιου αποτελέσματος, που προέρχεται είτε από φυσικά αίτια, είτε από το πράγμα είτε από ενέργεια τρίτου και απειλεί βλάβη οποιουδήποτε προσωπικού ή περιουσιακού αγαθού του ενεργούντος προς προάσπιση τούτου ή τρίτου. β)Η απειλούμενη ζημία να είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από την προξενούμενη στο πράγμα ή στο επ'αυτού αλλότριο δικαίωμα ζημία, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, σύμφωνα με τα οποία δυσανάλογα μεγαλύτερη αξία έχουν τα αγαθά που συνδέονται με την ανθρώπινη ζωή και -υπό περιστάσεις- σωματική ακεραιότητα από τα περιουσιακά αγαθά. 3)Η καταστροφή ή βλάβη του αλλότριου πράγματος, με την οποία δυνατόν να προσβάλλεται και αλλότριο επί του πράγματος δικαίωμα, να καθίσταται αναγκαία προς αποτροπή του επικείμενου κινδύνου, με βάση και πάλι αντικειμενικά κριτήρια και όχι την υποκειμενική αντίληψη εκείνου που ενεργεί.
Εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές αίρεται το παράνομο της καταστροφής ή βλάβης ξένου πράγματος ή προσβολής, αλλότριου επ'αυτού δικαιώματος και απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση στον ζημιωθέντα, ενώ υποχρεωτική είναι η αποζημίωση τούτου, αν ο ενεργήσας προκάλεσε υπαιτίως τον κίνδυνο που επιδίωξε στη συνέχεια να αποτρέψει, έχοντας σε κάθε περίπτωση δικαίωμα αναγωγής εναντίον εκείνου που ωφελήθηκε.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόζεται, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2008, 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία της αναιρεσείουσας, αφού δέχθηκε ότι η ζημία της προξενήθηκε κατ'ενάσκηση προβληθέντος δικαιώματος θεμιτής αυτοδικίας των αναιρεσιβλήτων (και όχι του προβληθέντος από αυτούς δικαιώματος καταστάσεως ανάγκης), στο αποδεικτικό του πόρισμα διέλαβε τις εξής ουσιώδεις παραδοχές:
Με την 1312/169/1/10-5-1989 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας εγκρίθηκε η χορήγηση προς την αναιρεσείουσα άδειας σκοπιμότητας για δρομολόγηση Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου ανοικτού τύπου στη γραμμή Λευκίμης-Κέρκυρας-Πλαταριάς Θεσπρωτίας από την 4-6-1989 και στη γραμμή αυτή δρομολόγησε η αναιρεσείουσα το επιβατικό-οχηματαγωγό πλοίο "Κ.
Β.", νηολογίου Πειραιά, ανοικτού τύπου, χωρητικότητας 551 ΙΧΕ Οχημάτων και 260 επιβατών για τη χειμερινή περίοδο και 465 επιβατών για τη θερινή περίοδο, εκτελώντας συνεχώς δρομολόγια έκτοτε μέχρι τις 12-3-1990, μετά προσωρινή διακοπή για επισκευή του πλοίου κατά το διήμερο 11-2/11-3-1990. Κατά τις 12-3-1990 και ώρα 09.00 το πλοίο καταπλέοντας στο λιμάνι της κοινότητας Πλαταριάς αποβίβασε μόνον επτά φορτηγά αυτοκίνητα και έξι επιβατικά, ενώ δεν του επετράπη να αποβιβάσει άλλα οχήματα από τους 10 τελευταίους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι με τη συμπαράσταση του πρώτου αναιρεσιβλήτου-Προέδρου τότε της Κοινότητας Πλαταριάς, είχαν μαζί με άλλους κατοίκους της ίδιας Κοινότητας αποκλείσει τόσο τις οδούς πρόσβασης στο λιμάνι Πλαταριάς με τοποθετημένα μηχανήματα και οχήματα, όσο και το θαλάσσιο χώρο προσόρμισης του πλοίου με λέμβους, στις οποίες επέβαιναν, επί πλέον δε κατέλαβαν και το ακρομώλιο ώστε να μην έχει δυνατότητα "ο καπετάνιος του πλοίου να ρίξει τον καταπέλτη", υποχρεώνοντας έτσι αυτό να παραμένει προσγειαλωμένο σε αμμώδη ακτή μέχρι τις απογευματινές ώρες της ημέρας, οπότε το πλοίο με οδηγίες του Λιμεναρχείου Ηγουμενίτσας οδηγήθηκε στο λιμάνι της Κοινότητας Συβότων, όπου αποβιβάσθηκαν τα οχήματα και οι επιβαίνοντες σ'αυτό.
Ο αποκλεισμός του λιμανιού της Κοινότητας Πλαταριάς συνεχίσθηκε μέχρι τις 14-3-1990 και συνεπεία τούτου έπαυσε την εκτέλεση δρομολογίων μέχρι τις 5-6-1990, οπότε του υποδείχθηκε άλλη θέση προσέγγισης στον κόλπο της Πλαταριάς, όπου εν τω μεταξύ είχε κατασκευασθεί ειδικό κεκλιμένο επίπεδο (ράμπα). Στην παράνομη και επιζήμια για τα έννομα συμφέροντα της αναιρεσείουσας από την εκμετάλλευση του πλοίου της ως άνω ενέργεια αποκλεισμού προέβησαν οι αρχικά ευμενώς διακείμενοι στη δρομολόγηση του πλοίου αναιρεσίβλητοι, επειδή διαπίστωσαν στη συνέχεια ότι με τη "δρομολόγηση αυτή προκαλούνταν ζημιές στους κοινόχρηστους χώρους της Κοινότητας, θα αποτρέπονταν η τουριστική ανάπτυξη του οικισμού τους και θα ζημιώνονταν τα οικονομικά τους συμφέροντα, θα καταστρέφονταν το περιβάλλον και υπήρχε κίνδυνος ατυχημάτων", διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε ομόφωνα το Κοινοτικό Συμβούλιο της ως άνω κοινότητας Πλαταριάς, ενώ υπήρχε και αρνητική εισήγηση για τη χορήγηση της άδειας από το αρμόδιο Νομαρχιακό Συμβούλιο, λόγω του ότι, κατά τη Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Θεσπρωτίας "δεν είχε προβλεφθεί η λειτουργία λιμανιού για την προσέγγιση φέρρυ-μπώτ, δεν είχε κατασκευασθεί κατάλληλη υποδομή, δηλαδή θεμελίωση, κρηπιδώματα κ.λπ.
για να παραληφθούν με ασφάλεια φορτία βαρέως τύπου και δεν είχαν δημιουργηθεί κατάλληλοι χώροι για την εξυπηρέτηση της λειτουργίας τέτοιας γραμμής, δηλαδή χώροι στάθμευσης οχημάτων, κατάλληλες δέστρες, οδικοί κόμβοι κ.λ.π με αποτέλεσμα η λειτουργία της να επιφέρει σοβαρά προβλήματα και δεδομένου ότι το χωριό αποτελεί τουριστικό κέντρο της περιοχής, ο ελιμενισμός του φέρρυ-μπώτ θα δημιουργούσε ανασταλτικό παράγοντα της τουριστικής ανάπτυξης".
Λόγω αυτών των ελλείψεων υποδομών τα μεγάλα οχήματα που μετέφερε το πλοίο της αναιρεσείουσας χρησιμοποιούσαν ένα στενό δρόμο διερχόμενο ανάμεσα από τα έργα ανάπλασης της παραλίας, φθείροντας τούτον, παρακωλύοντας τους διερχόμενους κατοίκους και επισκέπτες, εκθέτοντας αυτούς σε κίνδυνο και ρυπαίνοντας το περιβάλλον πλησίον του θαλάσσιου χώρου προσέγγισης των λουομένων και με τις αναταράξεις ιζημάτων του βυθού, σε τρόπο ώστε να αποτρέπεται η τουριστική ανάπτυξη της περιοχής.
Ενόψει αυτών των δυσμενών συνεπειών και κινδύνων και αφού απέβησαν αναποτελεσματικά τα αιτήματα των αναιρεσιβλήτων και της συντριπτικής πλειοψηφίας των κατοίκων της περιοχής προς τις αρμόδιες αρχές για ανάκληση της άδειας, παρά την ομόθυμη συναντίληψη των τοπικών αρχών, προέβησαν στον αποκλεισμό του πλοίου της αναιρεσείουσας να χρησιμοποιεί το λιμάνι της κοινότητας Πλαταριάς και αχρηστεύοντας τη δυνατότητα οικονομικής αξιοποίησης του πλοίου ζημίωσαν την αναιρεσείουσα, η απειληθείσα όμως από τη συνέχιση εκτέλεσης δρομολογίων του πλοίου ζημία των κατοίκων της κοινότητας Πλαταριάς στα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα οικονομικά τους συμφέροντα και οι συνδεόμενοι με την κυκλοφορία των αυτοκινήτων που μετέφερε το πλοίο στον παραθεριστικό οικισμό κίνδυνοι για την υγεία, τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα εκείνων και των επισκεπτών (τουριστών) ήταν δυσανάλογα μεγαλύτεροι και δεν μπορούσαν να αποτραπούν διαφορετικά, ενόψει και της αδράνειας των αρχών, καθιστώντας έτσι αναγκαία την επέμβαση των αναιρεσιβλήτων.
Και καταλήγει το Εφετείο: "Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά οι εναγόμενοι προέβησαν στην πράξη του αποκλεισμού του λιμανιού της Πλαταριάς εν κατάσταση ανάγκης και συνεπώς η πράξη τους αυτή δεν είναι παράνομη και δεν στηρίζει υποχρέωση για αποζημίωση της ενάγουσας, ούτε βεβαίως με βάση τις συνθήκες της υποθέσεως και ειδικότερα του ότι στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε πταίσμα της ενάγουσας που δεν δέχθηκε την πρόταση (του Λιμεναρχείου) να εκτελέσει τα δρομολόγια από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας, υποχρέωση σε αποζημίωση εξ επιείκειας κατά το άρθρο 286 ΑΚ.
Εξάλλου οι εναγόμενοι δεν έχουν υποχρέωση αποζημιώσεως της ενάγουσας και για το λόγο ότι η ίδια συνέβαλε στην επέλευση της ζημίας, σ'αυτή δε την κρίση άγεται το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το ότι το πταίσμα αυτής είναι βαρύτερο σε σχέση με εκείνο των εναγομένων στην επέλευση της ζημίας, αφού με βάση τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, τις αρχές της καλής πίστης και των οικονομικών συνθηκών της περιπτώσεως υπείχε υποχρέωση να αποδεχθεί την πρόταση του Λιμεναρχείου Ηγουμενίτσας και να εκτελέσει τα δρομολόγια από το λιμάνι της Ηγουμενίτσας, έτσι ώστε να μην απολέσει εισοδήματα και να αποτρέψει τη ζημία της".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και κατόπιν παραδοχής σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσείουσας εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε και πάλι ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων (που είχε προταθεί πρωτοδίκως και έγινε νόμιμη επαναφορά τα ων περιστατικών που τον συγκροτούσαν με τις προτάσεις τα ων αναιρεσιβλήτων στο Εφετείο, ότι η βλάβη στα δικαιώματα της αναιρεσείουσας εκμετάλλευσης του πλοίου της, που εκείνοι προξένησαν, δεν ήταν παράνομη γιατί τελέσθηκε σε κατάσταση ανάγκης και δεν συνέτρεχε λόγος εύλογης αποζημίωσης της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 285 και 286 του ΑΚ.
Ειδικότερα αναφέρονται στον υπαγωγικό συλλογισμό της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα συγκροτούντα τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 285 ΑΚ και μη εφαρμογής εκείνης του άρθρου 286 ΑΚ περιστατικά, ήτοι: 1)Η ύπαρξη επικείμενου κινδύνου σημαντικής βλάβης των βραχυχρόνιων και μακροχρόνιων οικονομικών συμφερόντων των κατοίκων της κοινότητος Πλαταριάς Θεσπρωτίας και κινδύνου της υγείας, σωματικής ακεραιότητας και ζωής αυτών και των επισκεπτών (τουριστών κ.λπ.) της περιοχής από τη συνέχιση αφίξεων και αναχωρήσεων του πλοίου της αναιρεσείουσας στον επιχώριο λιμένα. 2)Το δυσανάλογα μεγαλύτερο μέγεθος της απειλούμενης ζημίας των κατοίκων της κοινότητας Πλαταριάς, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσίβλητοι, ενόψει και των διακινδυνευόμενων προσωπαγών έννομων αγαθών, σε σχέση με τη ζημία που επήλθε στην αναιρεσείουσα από τη ματαίωση της συνεχίσεως της εκτελέσεως των δρομολογίων του πλοίου της δια του λιμένος Πλαταριάς. 3)Η αναγκαιότητα προσβολής των δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας επί του πλοίου της με τον αποκλεισμό χρήσης του λιμανιού Πλαταριάς, προς αποτροπή του επικείμενου κινδύνου για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία των κατοίκων και επισκεπτών της περιοχής Πλαταριάς προεχόντως και κατά δεύτερο λόγο προς αποτροπή των δυσμενών ως προς αυτούς οικονομικών συνεπειών. 4)Η κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του μη συνδρομή λόγου για την επιδίκαση εύλογης αποζημιώσεως στην αναιρεσείουσα, τόσο μάλλον που με την αδικαιολόγητη άρνησή της να χρησιμοποιεί εναλλακτικά το λιμάνι της Ηγουμενίτσας και την εμμονή της στο παραχωρηθέν προς αυτή ατομικώς δικαίωμα χρήσης του λιμανιού Πλαταριάς, μετακινήθηκε σ'αυτή (κατά τις παραδοχές του Εφετείου) το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη ζημία της από τους αναιρεσιβλήτους.
Τέλος δεν αποκλειόταν η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 285 ΑΚ με τα άρθρα 93 § 4 και 100 § 1 εδ. ε του Συντάγματος, τα οποία ορίζουν ότι "Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενο του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα" (το πρώτο) και "Η άρση της αμφισβήτησης για την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα ή την έννοια διατάξεων τυπικού νόμου, αν εκδόθηκαν γι'αυτές αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της επικρατείας, του Αρείου πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου (υπάγεται στο Ανώτατο ειδικό Δικαστήριο)" (το δεύτερο), διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-9-2009 αίτηση της "Σ. ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της 206/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ