Legislator Case Law & Legislation
530/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as the defense of procedural defect was not raised in the lower court.

Case Number 530/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple heirs against a second-instance judgment regarding inheritance. The appellants argued that the lower court erred by failing to reject a defense of lack of capacity to be sued, which they claimed was inadmissible due to improper procedural timing. The court rejected this argument because the specific claim of inadmissibility was not formally raised in the lower court proceedings before the hearing began.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(a), 14, 561(2), 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground based on the inadmissibility of a defense raised in the lower court is inadmissible if that defense was not explicitly proposed in the appeal petition or the lower court proceedings prior to the hearing.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal procedural defect lack of capacity to sue lower court proceedings formal proposal requirement heir inheritance dispute civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110(2), 498(1), 568(1)-(3), 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 530 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 530/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. χήρα Σ. Σ., το γένος Α., κατοίκου ..., 2) Κ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Μ. συζύγου Κ. Κ., το γένος Σ. Σ., κατοίκου ..., 4) Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 5) Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 6) Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 7) Α. Κ. του Κ. , κατοίκου ..., 8) Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 9) Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 10) Σ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 11) α. Δ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., β. Α. συζύγου Π. Ν., το γένος Κ. Γ., κατοίκου ... και γ. Α. χήρας Β. Ι., το γένος Κ. Γ., κατοίκου ..., ως καθολικών διαδόχων της Φ. χήρας Κ. Γ., 12) Σ. Σ. του Η., κατοίκου ... και 13) Α. Σ. του Η., κατοίκου .... Οι πρώτη έως και δέκατη αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-09-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ οι 11ος α., 11η β., 11η γ., 12ος και 13ος αναιρεσείοντες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-9-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2005 αγωγή των ήδη 10 πρώτων αναιρεσειόντων, της αρχικής διαδίκου Φ. Γ. και των ήδη 12ου και 13ου αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2011 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας .Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-08-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγαθή Δερέ, ανέγνωσε την από 11-02-2019 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Θεόδωρου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε τη παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 § 1-3 και 576 § 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από άλλον επισπεύδοντα τη συζήτηση διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 477/2019, πρβλ ΟλΑΠ 9/2003), ενώ η επίσπευση της συζήτησης ως προς τον απολειπόμενο μπορεί να γίνει και από απλό ομόδικό του (ΑΠ 1144/2019, πρβλ ΟλΑΠ 7/2008).

Εξάλλου, το άρθρο 74 παρ. 2 του νόμου 4690/2020 προβλέπει: "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31.5.2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους".

Στη συνέχεια, το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021 προβλέπει ότι "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.

Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα.

Και στην περίπτωση όμως που η συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίστηκε κατά τον αναφερόμενο από την ανωτέρω τελευταία ρύθμιση τρόπο, οπότε δεν απαιτείται νέα κλήση και κλήτευση των διαδίκων για την ορισθείσα νέα δικάσιμο, εάν ένας από τους διαδίκους απολείπεται κατά τη νέα δικάσιμο της υπόθεσης, συνεχίζει να αποτελεί ελεγχόμενη αυτεπαγγέλτως προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης αυτής, η νόμιμη επίσπευσή της κατά την πρώτη αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της ως άνω αναστολής.

Ο σκοπός του νομοθέτη της προαναφερόμενης έκτακτης ρύθμισης των νόμων 4690/2020 και 4790/2021 συνίσταται στον ταχύ προσδιορισμό της νέας συζήτησης, χωρίς να είναι αναγκασμένος ο διάδικος, που είχε επισπεύσει κανονικά τη ματαιωθείσα συζήτηση, να προβεί σε νέες ενέργειες και δαπάνες, από αλλεπάλληλες ματαιώσεις λόγω της πανδημίας covid 19.

Ο νομοθέτης δεν επιδίωξε, με την προαναφερόμενη ρύθμιση, να απόσχει από τις θεμελιώδεις δικονομικές αρχές της προώθησης της δίκης με πρωτοβουλία των διαδίκων και της εκατέρωθεν ακροάσεως, που καθιερώνονται με τα άρθρα 108 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ αντίστοιχα. Έτσι, είναι αυτονόητο ότι ο απολειπόμενος κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης διάδικος απαιτείται να είχε λάβει γνώση της αρχικής δικασίμου, είτε επειδή είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση με επίδοση της σχετικής κλήσης στον αντίδικό του γι' αυτήν είτε επειδή είχε επιδοθεί στον ίδιο αυτή η κλήση από τον τελευταίο ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Μόνον, επομένως, εάν ο απολειπόμενος διάδικος γνώριζε, με τήρηση της ανωτέρω νόμιμης διαδικασίας, ότι εκκρεμούσε συζήτηση κλήσης προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά τις δικασίμους που διαδοχικά ενέπιπταν στο χρονικό διάστημα της αναστολής, οπότε και, διαδοχικά, ματαιώθηκε, μπορεί να ισχύσει η αναγραφή της υπόθεσης στο νέο πινάκιο ως κλήτευσή του, διότι διαφορετικά δεν μπορεί να θεμελιωθεί οποιαδήποτε εύλογη, βάσει των νόμων 4690/2020 και 4790/2021, υποχρέωσή του προς έρευνα των οικείων πινακίων ή και των τυχόν γνωστοποιήσεων προς τον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου, ώστε να θεωρηθεί νομίμως κλητευθείς για τη νέα δικάσιμο.

Έτσι, σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του (ΑΠ 464/2021, ΑΠ 694/2021). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ειδικώς κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η πληρεξουσιότητα προς τον οποίο δίδεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη, ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, και το δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 8/2009, ΟλΑΠ 13/2008).

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του διαδίκου που φέρεται ότι άσκησε το ένδικο μέσο της αναίρεσης, χωρίς να αποδεικνύεται η ύπαρξη πληρεξουσιότητας αυτού προς το δικηγόρο που υπέγραψε την αναίρεση, η τελευταία απορρίπτεται, αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (ΑΠ 669/2021, ΑΠ 470/2021, ΑΠ 1036/2018, 401/2017), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτός έχει κλητευθεί νόμιμα από εκείνον που επέσπευσε τη συζήτηση, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης (ΑΠ 165/2020, ΑΠ 365/2018, 160/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 28-8-2014 αίτηση για αναίρεση της 205/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 25-2-2019. Όπως προκύπτει από την 1000Β/14-6-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας Ε.

Μ., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ως άνω αρχική δικάσιμο της 25-2-2019, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των δέκα πρώτων αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, προς το δικηγόρο Δημήτριο Στεφανίδη, ο οποίος αφενός μεν υπογράφει την αίτηση αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος και των υπό στοιχ. 11α, 11β και 11γ των αναιρεσειόντων, οι οποίοι άσκησαν την αίτηση ως κληρονόμοι της αποβιώσασας αρχικής διαδίκου Φ.

χήρας Κ. Γ., καθώς και των 12ου και 13ου των αναιρεσειόντων (άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ), αφετέρου δε είχε εκπροσωπήσει τους 12ο και 13 των αναιρεσειόντων ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο της 25-2-2019, η υπόθεση αναβλήθηκε, με αίτημα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του δικηγόρου Παναγιώτη Μήτση, για τη δικάσιμο της 25-5-2020.

Κατ' εκείνη τη δικάσιμο η συζήτησή της ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας Covid 19. Με βάση τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 ν. 4690/2020 ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, με την από 2-9-2020 πράξη του τότε Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ως νέα ημέρα συζήτησής της αίτησης αναίρεσης η 22.2.2021 και η υπόθεση εγγράφηκε από τον γραμματέα στο οικείο πινάκιο, αλλά κατ' αυτή η συζήτηση ματαιώθηκε και πάλι λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας.

Ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 83 παρ. 2 ν. 4790/2021 ορίστηκε αυτεπαγγέλτως, με την από 12-5-2021 πράξη του τότε Προέδρου του Τμήματος, ως νέα ημέρα συζήτησης της αίτησης η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (13.9.2021) κατά την οποία η υπόθεση εγγράφηκε από τον γραμματέα στο οικείο πινάκιο. Η κατά τα άνω εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο αφενός μεν στη δικάσιμο της 25-5-2020, λόγω αναβολής της συζήτησης κατά την αρχική δικάσιμο της 25-2-2019, αφετέρου δε στις αυτεπαγγέλτως ορισθείσες δικασίμους της 22-2-2021 και 13-9-2021, λόγω ματαίωσης της συζήτησης συνεπεία της προαναφερόμενης αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 2 ν. 4690/2020 και 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021, ισχύει, όπως ήδη εκτέθηκε, ως κλήτευση και των ως άνω υπό στοιχ. 11α, 11β, 11γ, 12 και 13 των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, κατά τα ανωτέρω, είχαν κλητευτεί νομίμως για την αρχική δικάσιμο της 25-2-2019.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την ορισθείσα με τον παραπάνω τρόπο νέα δικάσιμο της 13-9-2021, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, οι πιο πάνω αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν ούτε και κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω δε, από την έρευνα των εγγράφων της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος Δημήτριος Στεφανίδης, που υπέγραψε το αναιρετήριο είχε ρητή πληρεξουσιότητα από τους ανωτέρω αναιρεσείοντες για να ασκήσει, για λογαριασμό τους, την ένδικη αίτηση αναίρεσης, ενώ ούτε αποδεικνύεται και η ύπαρξη νομίμως χορηγηθείσας συμβολαιογραφικής πληρεξουσιότητας από αυτούς προς το δικηγόρο Παναγιώτη Μήτση, που τους εκπροσώπησε κατά την αρχική δικάσιμο της 25-2-2019, οπότε αναβλήθηκε η υπόθεση για τη δικάσιμο της 25-5-2020.

Επομένως, η αίτηση αναίρεσης, καθό μέρος ασκείται από τους υπό στοιχ. 11α, 11β, 11γ, 12 και 13 των αναιρεσειόντων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ αυτών και του αναιρεσίβλητου. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης των 1ης, 2ου, 3ης, 4ου, 5ου, 6ης, 7ης 8ου, 9ου, 10ου των αναιρεσειόντων προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμ. 205/2011 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της με αριθμ. 199/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των παραπάνω αναιρεσειόντων, για επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Η αίτηση έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Το άρθρο 932 ΑΚ ορίζει ότι "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Έτσι, προϋπόθεση για την παροχή χρηματικής ικανοποίησης είναι η τέλεση αδικοπραξίας.

Ως αδικοπραξία νοείται όχι μόνον εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή η υπαιτίως τελεσθείσα παράνομη πράξη, αλλά και κάθε περίπτωση που ο ΑΚ επιβάλλει την παροχή αποζημίωσης για αντικειμενική ευθύνη, δηλαδή και η απλώς παράνομη πράξη, εφόσον είναι δημιουργική υποχρέωσης προς παροχή αποζημίωσης. Τέτοια περίπτωση είναι και εκείνη της διάταξης του άρθρου 918 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία αυτός που προξένησε τη ζημία, εφόσον δεν έχει ευθύνη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 915 έως 917 ΑΚ (λόγω έλλειψης ικανότητας προς καταλογισμό) καταδικάζεται από το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση της κατάστασης των μερών, σε εύλογη αποζημίωση, αν η ζημία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο (ΑΠ 1119/2015).

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 918 ΑΚ εισάγεται εξαίρεση στη, με το άρθρο 914 ΑΚ, γενική αρχή της ευθύνης στις αδικοπραξίες από υπαιτιότητα, με την καθιέρωση, για λόγους επιείκειας, ευθύνης των προσώπων, που σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 915 - 917 ΑΚ δεν υπέχουν αδικοπρακτική ευθύνη. Με τη διάταξη του άρθρου 915 εδ α ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "δεν ευθύνεται όποιος ζημίωσε άλλον χωρίς να έχει συνείδηση των πράξεών του ή ενώ βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της κρίσης και της βούλησής του" προβλέπονται ως λόγος που αποκλείει τον καταλογισμό, εκτός από την περίπτωση της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, η περίπτωση της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής.

Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή νοείται οποιοδήποτε ψυχικό ή διανοητικό πρόβλημα που παρακωλύει την ελεύθερη διαμόρφωση της βούλησης ή της κρίσης, όπως είναι οι γνήσιες ψυχικές όσο και οργανικοψυχικές παθήσεις, που οφείλονται σε παθολογοανατομικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου η άλλες εγκεφαλικές διαταραχές, η οποία μπορεί να είναι και προσωρινή κατά τον κρίσιμο χρόνο δήλωσης της βούλησης, όμως, έχει ως συνέπεια τον αποφασιστικό περιορισμό της λειτουργίας της κρίσης και της βούλησης του προσώπου, με την έννοια ότι ο περιορισμός πρέπει να επιφέρει τη σημαντική μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας, και να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ βούλησης και της διαταραχής, και χωρίς να απαιτείται πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου (ΑΠ 418/1996, πρβλ ΑΠ 360/2021, ΑΠ 645/2015).

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 918 Α.Κ. προϋποθέτει για την εφαρμογή της, δηλαδή για την επιδίκαση εύλογης αποζημίωσης: 1) ότι για τη θεμελίωση ευθύνης από αδικοπραξία συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις εκτός από την ικανότητα για καταλογισμό και 2) ότι η ζημία δεν μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο, δηλαδή αδυναμία κάλυψης της ζημίας από άλλη πηγή, όπως είναι η ασφάλιση, αυτός που έχει την εποπτεία του ακαταλόγιστου (άρθρ. 923 Α.Κ.), για λόγους νόμιμους ή πραγματικούς.

Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 918 ΑΚ, το δικαστήριο, εκτιμώντας την κατάσταση των μερών, μπορεί να καταδικάσει αυτόν που προξένησε τη ζημία σε εύλογη αποζημίωση του ζημιωθέντος (ΑΠ 1119/2015, ΑΠ 1446/2009). Δηλαδή, με τη συνδρομή των ανωτέρω όρων το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα και όχι την υποχρέωση να καταδικάσει τον ακαταλόγιστο σε εύλογη αποζημίωση του ζημιωθέντος, η οποία συνήθως καλύπτει μέρος μόνο της ζημίας, δεν αποκλείεται όμως να φθάσει μέχρι την πλήρη αποκατάστασή της, αν οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης το επιβάλλουν.

Αυτός που ζημιώθηκε βαρύνεται με την απόδειξη της ύπαρξης αδικοπραξίας, της ζημίας του, της αδυναμίας κάλυψης από άλλη πηγή και ότι η εκτίμηση των περιστάσεων επιτάσσει την εύλογη αποζημίωση. Ο ενάγων μπορεί να ζητήσει πλήρη αποζημίωση (άρθρ. 914 ΑΚ) και επικουρικά εύλογη αποζημίωση, κατ' άρθρο 918 Α.Κ.. Αν ο ενάγων ζητήσει πλήρη αποζημίωση, ο εναγόμενος μπορεί προβάλλει την ένσταση έλλειψης καταλογισμού, και ο ενάγων να συμπληρώσει με τις προτάσεις τους την αγωγή παραδεκτά, κατά το άρθρο 223 παρ. 2 του ΚΠολΔ (Γεωργιάδης εις Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, ΑΚ, άρθρ. 918, αρ. 2, 10 επ, 21., Β.

Βαθρακοκοίλης, Ερνομακ άρθρ. 918 αρ. 4 επ. άρθρ. 915 αρ. 7). Τα αυτά ισχύουν και επί αγωγής εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης (άρθρο 932 ΑΚ), οπότε ο ενάγων μπορεί να συμπληρώσει με τις προτάσεις του την αγωγή παραδεκτά, αφού πρόκειται για αγωγή με εν μέρει διαφορετική βάση, καθώς απαιτείται ως επιπλέον προϋπόθεση η ζημία του ζημιωθέντος να μην μπορεί να καλυφθεί με άλλο τρόπο και με νομική βάση το άρθρο 918 και όχι το άρθρο 914 ΑΚ.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 6/2019, ΑΠ 38/2021).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 34/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 10.11.2000 και περί ώρα 18.00' στο δ.δ. ..., ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) σκότωσε με πρόθεση και με ιδιαίτερα ειδεχθή τρόπο, τον ιερέα Σ. Σ., ετών 74, σύζυγο της πρώτης ενάγουσας, πατέρα, παππού και αδελφό των λοιπών.

Συγκεκριμένα, την ημέρα εκείνη ο εναγόμενος, κάλεσε το θύμα στην οικία του για να τον εξομολογήσει και ενώ βρίσκονταν μόνοι τους, υπό συνθήκες που ουδείς γνωρίζει, ο εναγόμενος με τη χρήση μεγάλου μαχαιριού, με μήκος λεπίδας τουλάχιστον 15 εκατοστών, έπληξε πολλές φορές και με ιδιαίτερη αγριότητα τον ιερέα με αποτέλεσμα σχεδόν αμέσως να επέλθει ο θάνατός του.

Τα ανωτέρω περιστατικά δεν αμφισβητούνται και μάλιστα ο εναγόμενος καταδικάστηκε τελεσιδίκως από το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Κοζάνης, ως ένοχος ανθρωποκτονίας με μειωμένο καταλογισμό σε ποινή καθείρξεως 15 ετών. Ο εναγόμενος αποκρούει την υπαιτιότητά του, με τον ισχυρισμό που πρόβαλε ήδη κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι κατά το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος έπασχε από ψυχική διαταραχή, η οποία περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της κρίσης και της βούλησης αυτού (ΑΚ 915 παρ. 1).

Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται βάσιμος και κατ' ουσίαν, καθόσον ψυχική διαταραχή υπήρχε, πράγματι, στην προσωπικότητα του εναγομένου. Αυτή διαγνώσθηκε επίσημα, από πραγματογνώμονες ψυχιάτρους που ορίστηκαν από τον αρμόδιο Ανακριτή αλλά και από την οικογένεια του εναγομένου, τον οποίο εξέτασαν ενώ εκρατείτο και νοσηλευόταν στο Ψυχιατρικό Κατάστημα Κορυδαλλού.

Αποδείχθηκε συγκεκριμένα, ότι ο εναγόμενος, γεννημένος το 1952 και δάσκαλος στο επάγγελμα, τα έτη 1983 και 1985 νοσηλεύτηκε για μικρά χρονικά διαστήματα στην κλινική..., με ψυχωσικού τύπου συμπτωματολογία και ειδικότερα, έντονη ψυχοκινητική διέγερση, ευερεθιστότητα, παραληρητικές ιδέες κλπ., και εξήλθε με διάγνωση "Ψυχωσική συνδρομή παρανοϊκού τύπου".

Στη συνέχεια υπήρξε μια περίοδος χωρίς ψυχωσικές εκδηλώσεις, αλλά τα τελευταία έτη, πριν το επίδικο γεγονός, σε καταστάσεις άγχους, λόγω οικογενειακών ή επαγγελματικών ζητημάτων, εμφάνιζε έντονες εξάρσεις ευερεθιστότητας και ψυχοκινητικής ανησυχίας που συνοδεύονταν από επίμονη αϋπνία. Ειδικότερα, οι Ψυχίατροι Γ.

Μ. και Χρ. Μ., που εξέτασαν τον εναγόμενο λίγες ημέρες μετά τη διάπραξη του εγκλήματος, στη Δικαστική Φυλακή Ιωαννίνων, αποφάνθηκαν ότι το χρόνο που ο εναγόμενος διέπραξε το έγκλημα, βρισκόταν σε ψυχωσική κατάσταση που δεν του επέτρεπε να αντιληφθεί το άδικο της πράξεώς του. Επίσης, οι Ψυχίατροι Μ. Σ., Γ. Δ., Δ.

Β. και Σ. Β., στις προσκομιζόμενες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος, κατά το χρόνο διάπραξης του υπό κρίση εγκλήματος τελούσε υπό το κράτος ψυχωσικής κατάστασης εν εξάρσει, με συνέπεια να έχει περιοριστεί σημαντικά η λειτουργία της κρίσης και της βούλησής του. Οι ανωτέρω δε γνωματεύσεις των ειδικών επιστημόνων δεν αντικρούονται από κάποιο άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο.

Κατά συνέπεια, εφόσον ο εναγόμενος κατά τον κρίσιμο χρόνο (10.11.2000) δεν ήταν επιδεκτικός καταλογισμού, όπως αυτός νομίμως (άρθρο 915 ΑΚ) και βασίμως υποστηρίζει, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η εκκαλουμένη απόφαση επομένως, η οποία έκρινε ότι ο εναγόμενος ήταν μειωμένου καταλογισμού, κρίνοντας κατ' αναλογίαν προς τη διάταξη του άρθρ. 34 Π.Κ.

και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς κρίνεται βάσιμος ο σχετικός κύριος λόγος της έφεσης ... Σημειώνεται ότι δεν παρέχεται στο δικαστήριο η ευχέρεια να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση κατ' άρθ. 918 Α.Κ, εφόσον δεν υπάρχει στην αγωγή, επικουρικώς, τέτοια βάση, ούτε υπεβλήθη σχετικό αίτημα κατ' άρθ. 223 παρ. 2 ΚΠολΔ, μέχρι την τελευταία συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή των ήδη δέκα πρώτων αναιρεσειόντων, η οποία στηριζόταν στις διατάξεις των άρθρων 932 και 914 Α.Κ., ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο α) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 915 και 932 του Α.Κ., αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν σε ψυχική διαταραχή που είχε ως συνέπεια να περιοριστεί αποφασιστικά η λειτουργία της κρίσης και της βούλησής του και ότι δεν είχε ικανότητα προς καταλογισμό της πράξης της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε βάρος του Σ.

Σ., συγγενούς των αναιρεσειόντων, πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 915 ΑΚ και θεμελιώνουν την έλλειψη αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου και β) ορθώς δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 918 και 932, σε συνδ. με αυτή του άρθρου 915 ΑΚ, εφόσον δεν υπάρχει στην αγωγή, σώρευση επικουρικής βάσης που να στηρίζεται στην περίπτωση αδικοπραξίας του άρθρου 918 ΑΚ, ή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 223 παρ. 2β ΚΠολΔ), η οποία έχει εν μέρει διαφορετική ιστορική βάση απ' αυτήν του άρθρου 914 ΑΚ, αφού για την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, απαιτείται και η προϋπόθεση να μην μπορεί αυτή να καλυφθεί με άλλο τρόπο.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων 914, 915 και 932 που εφάρμοσε, και ειδικότερα αναφέρονται όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την παραδοχή της ως άνω ένστασης του αναιρεσιβλήτου και την απόρριψη της αγωγής, πέραν δε αυτών δεν απαιτείτο η παράθεση και ετέρων.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τον αριθμ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Για να θεμελιωθεί, όμως, ο παραπάνω λόγος προϋποτίθεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι του δεδικασμένου και η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι αυτού (ΑΠ 501/2021, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 397/2020).

Το δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνακόλουθα, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη του δεδικασμένου, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός να έχει προταθεί νόμιμα (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) στο δικαστήριο της ουσίας, να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός (ΑΠ 944/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 34/2016).

Εξάλλου, από το άρθρ. 321 ΚΠολΔ που ορίζει ότι όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, σε συνδυασμό και με το άρθρ. 250 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεν παράγεται δεδικασμένο, δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς τα αστικής φύσης θέματα από τις (αμετάκλητες) αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, εκτός εάν αυτά κρίθηκαν στο πλαίσιο πολιτικής αγωγής για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω (ηθικής βλάβης ή) ψυχικής οδύνης, που άσκησαν οι νομιμοποιούμενοι προς τούτο κατ` άρθρ. 63 ΚΠοινΔ.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρ. 65 και 67 ΚΠΔ προκύπτει ότι το ποινικό δικαστήριο, εάν καταδικάσει τον κατηγορούμενο, είναι υποχρεωμένο να αποφασίσει και για την πολιτική αγωγή (με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρ. 65), δεχόμενο ή απορρίπτοντας αυτήν, και ότι η πολιτική αγωγή που κρίθηκε ήδη από το ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να ασκηθεί πλέον στα πολιτικά δικαστήρια (παρά μόνο για την εκκαθάριση των ζημιών που γεννήθηκαν μετά την απόφαση), και αυτό σημαίνει ότι από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δημιουργείται δεδικασμένο που δεσμεύει και τα πολιτικά δικαστήρια, μόνον, όμως, κατά το μέρος, κατά το οποίο κρίθηκε η αξίωση του παθόντος από το ποινικό δικαστήριο (ΑΠ 1098/2011), δηλ.

ως προς το κύριο ζήτημα της επιδίκασης ή μη της αποζημίωσης ή της χρηματικής ικανοποίησης, όχι όμως και ως προς την έννομη σχέση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1735/2013), ούτε ως προς την υπαιτιότητα του υποχρέου (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 874/2015, ΑΠ 1413/2013). Έτσι, το πολιτικό δικαστήριο, κρίνοντας αγωγή για περαιτέρω χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, σε περίπτωση που έχει, ήδη, εκδοθεί απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, δεν δεσμεύεται από την ποινική απόφαση, ως προς την τέλεση της αδικοπραξίας ή τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής της.

Αν θα κρίνονταν, πως υπήρχε ανάλογη δέσμευση, θα οδηγείτο το δικαστήριο, στην "εκ πλαγίου" αποδοχή του δεδικασμένου από ποινική απόφαση.

Συνεπώς, το πολιτικό δικαστήριο, θα εκδικάσει, εκ νέου, την όλη υπόθεση, χωρίς την πιο πάνω δέσμευση (ΑΠ 535/2016, ΑΠ 1413/2013, ΑΠ 1735/2013). Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, τότε μόνον, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ' αυτή προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτής και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος ασκεί ουσιώδη, επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 157/2021, ΑΠ 1089/2017).

Ειδικότερα, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2021).

Πράγμα αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό. Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 41/2021, ΑΠ 1028/2021), ούτε αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 463/2021, ΑΠ 291/2021).

Για την πληρότητα του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα" που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αν και προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη χωρίς να προταθούν νόμιμα και ποια επίδραση άσκησαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 988/2021, ΑΠ 59/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται (κατά το πρώτο σκέλος) η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αν και προτάθηκε, δεν έλαβε υπόψη της το δεδικασμένο, το οποίο προκύπτει, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, από την νομίμως προσκομισθείσα με επίκληση στο Εφετείο υπ' αριθμ. 7/2004 αμετάκλητη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος κατά το χρόνο τέλεσης της άδικης πράξης ήταν μειωμένου καταλογισμού, κατ' άρθρο 36 ΠΚ, και καταδικάστηκε σε κάθειρξη 15 ετών και με την οποία, επί πλέον, επιδικάστηκε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στους δεύτερο και τέταρτο των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν στο ως άνω ποινικό δικαστήριο ως πολιτικώς ενάγοντες.

Ο παραπάνω λόγος, κατά το εξεταζόμενο μέρος, είναι απαράδεκτος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται η ύπαρξη ή μη δεδικασμένου από την ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου σχετικά με τον καταλογισμό του αναιρεσίβλητου και, συνεπώς, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αριθμ.16 ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, οι αναρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ήτοι της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προβληθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως άνω ισχυρισμό τους για την ύπαρξη δεδικασμένου, που απορρέει από την προαναφερόμενη ποινική απόφαση.

Ο ανωτέρω λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος, αφού ο ανωτέρω μη ληφθείς υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση ισχυρισμός ήταν μη νόμιμος και, συνεπώς, δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, από τις αμετάκλητες αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγεται δεδικασμένο δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς τα αστικής φύσεως θέματα, ενώ κατά το μέρος που επιδικάστηκε με την προαναφερόμενη απόφαση χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, στους δεύτερο και τέταρτο των αναιρεσειόντων από το ποινικό δικαστήριο, το δεδικασμένο από την προαναφερόμενη απόφαση δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια, μόνον ως προς το κύριο ζήτημα της επιδίκασης ή μη της χρηματικής ικανοποίησης, όχι όμως και ως προς την έννομη σχέση της αδικοπραξίας, ούτε ως προς την υπαιτιότητα και, ειδικότερα, τον καταλογισμό του αναιρεσίβλητου (ΑΠ 874/2015, ΑΠ 1413/2013).

Επομένως, η μη λήψη υπόψη του παραπάνω ισχυρισμού δεν θεμελιώνει την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα των αναφερομένων στο εν λόγω έγγραφο. Δεν συνιστούν, όμως, έγγραφα κατά την έννοια της διάταξης αυτής εκείνα που κατά τα άρθρα 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ δεν χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά έγγραφα, αλλά απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενο τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 674/1997, ΑΠ 861/1994) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οι εκθέσεις τεχνικών συμβούλων (ΑΠ 1271/2021, ΑΠ 605/2021, ΑΠ 856/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το εφετείο παραμόρφωσε τις από 10-1-2001 ιατρικές πραγματογνωμοσύνες των ψυχιάτρων Γ. Μ., Χ. Μ. τις ψυχιατρικές πραγματογνωμοσύνες Μ. Σ., Γ. Δ., του ψυχιάτρου Δ.

Β., τεχνικού συμβούλου του εναγόμενου και του ψυχιάτρου Σ. Β., τεχνικού συμβούλου, που διενεργήθησαν όλες στην ποινική διαδικασία, είναι απαράδεκτος, αφού οι ανωτέρω εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και εκθέσεις τεχνικών συμβούλων δεν αποτελούν "έγγραφα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αναιρεσείοντες δεν προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα, δηλαδή απόδοση στις εν λόγω εκθέσεις περιεχόμενου διαφορετικού διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχουν, αλλά εκτιμητικό τοιούτο, δηλαδή συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος ως προς τον καταλογισμό του αναιρεσίβλητου διαφορετικού από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για την παρά το νόμο λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, ιδρύεται και αν τα πράγματα, οι ουσιώδεις δηλαδή για την έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, προτάθηκαν απαραδέκτως, διότι και τα απαραδέκτως προταθέντα πράγματα εξομοιώνονται με μη προταθέντα, ενώ ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 885/2021, ΑΠ 748/2021, ΑΠ 384/2020). Εξάλλου, κατά άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για κάποια από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη νομική και πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 718/2021, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 32/2017).

Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 73/2016).

Το καθιερούμενο με την ως άνω διάταξη απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 292/2021, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 699/2019). Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο περί απαραδέκτου ισχυρισμός ή το περί αυτού αίτημα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και οι παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη πλημμέλεια, και δεν αρκεί η προβολή του περί απαραδέκτου ισχυρισμού μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 420/2020, ΑΠ 1874/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. α και 14 περ. β' ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την προβληθείσα από τον αναιρεσίβλητο ένσταση έλλειψης ικανότητας προς καταλογισμό (άρθρο 915 ΑΚ) και, επίσης, παρά το νόμο δεν απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, αφού δεν τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία προβολής της, καθόσον την εν λόγω ένσταση προέβαλε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μόνον με τις προτάσεις του, χωρίς να λάβει χώρα σχετική δήλωση πριν από την έναρξη της συζήτησης στο ακροατήριο και καταχώριση αυτής στα πρακτικά.

Ο ως άνω, όμως, λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός θεμελιωτικός αυτού ισχυρισμός προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση, ούτε από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων ενώπιον του παραπάνω δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προς απόκρουση της κατ' αυτών ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο έφεσης, προκύπτει, κατά την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή τους, ότι προβλήθηκε από αυτούς τέτοιος ισχυρισμός, ήτοι περί απαραδέκτου προβολής της ανωτέρω ένστασης, αν και μπορούσε αυτή να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ίδιου Κώδικα που προεκτέθηκαν (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 256/2017).

Επομένως, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο ερευνόμενος λόγος αναιρέσεως, από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης των 1ης, 2ου, 3ης, 4ου, 5ου, 6ης, 7ης 8ου, 9ου, 10ου των αναιρεσειόντων να απορριφθεί στο σύνολό της, και να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) .

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-8-2014 αίτηση των αναιρεσειόντων 1) Κ. χήρας Σ. Σ. κλπ για αναίρεση της με αριθμό 205/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 09 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ