Legislator Case Law & Legislation
530/2017 AI generated

530/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 530/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

530/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): την οδό ... (άρθρ. 6, 4 § 3 και 26 §§ 1 και 4 Ν. 2696/99). Η οδός ..., δηλ. η οδός ..., είναι οδός διπλής κατευθύνσεως, με νησίδα στη μέση, η οποία παύει λίγα μέτρα πριν τη διασταύρωση με την ως άνω οδό και με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Το πλάτος του οδοστρώματος εκάστου ρεύματος είναι 7,25 μ. εκεί που υφίσταται νησίδα και 10,00 μ.

Keywords

AI generated
right to higher insurance cover child protection costs insurance coverage of psychotherapy adjustment of insurance benefits survivors' insurance invalidity insurance
AI generated
1146/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
1204/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
1037/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
1623/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
548/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 530 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 530/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Λ. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας Μ. Π. - Κ. του Μ., 2) Ε. Π. - Κ. του Μ., κατοίκου ..., ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας Μ. Π. - Κ. του Μ., 3) Ε. χας Μ. Π. - Κ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ..., ατομικά και ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικώς ενάγουσας Μ. Π. - Κ. του Μ., 4) Σ. χας Α. Λ., το γένος Ε. Κ., 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Ν. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 7) Ι. Π. του Σ., κατοίκου ..., 8) Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 9) Ά. - Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 10) Β. Π. του Α. και 11) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 4η, 7ος, 8η και 9ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Μαγδαληνή Μαραγκουδάκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Β. Π. του Α. (10η) απεβίωσε στις 19-8-2015 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο Ι. Π. του Σ. (7ος), ως ένας εκ των αδιαθέτου νομίμων κληρονόμων της, ο οποίος εκπροσωπείται από την ίδια.

Η 5η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα. Οι 2ος, 3η, 6ος και 11ος των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-11-2011 αγωγή των ήδη 7ου, 8ης, 9ου και 11ου των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Β. Π. του Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάστηκε με την από 1-3-2012 αγωγή των ήδη 8ης και 11ου των αναιρεσιβλήτων, με την από 19-6-2012 αγωγή των ήδη 1ου, 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Μ. Π. Κ. του Μ., την από 7-8-2012 αγωγή του Ι. Τ. του Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις από 12-8-2012 (αρ. εκθ. καταθ. ...2012) και 4-9-2012 (αρ. εκθ. καταθ. ...2012, ... 2012) ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές των ήδη 5ης και 6ου των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 90/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-5-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου, δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, ενώ η απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή της δίκης.

Στην περίπτωση αυτή, τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνονται κατ’ αυτού, είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, αν αυτοί καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται από μόνοι τους κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ Ολομ. 31/2009, ΑΠ Ολομ. 27/1987, ΑΠ 740/2016, ΑΠ 642/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση, από 14-5-2016, αίτησης αναιρέσεως, που κατατέθηκε στις 23-5-2016, στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση (3-2-2017), ο έβδομος των αναιρεσιβλήτων Ι. Σ. Π. δήλωσε, δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μαρίας - Μαγδαληνής Μαραγκουδάκη, ότι η δέκατη των αναιρεσιβλήτων Β.

Π. του Α. απεβίωσε στις 19-8-2015 και κατέλιπε, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο της, μεταξύ των άλλων, τον ίδιο και ότι αυτός παρίσταται και συνεχίζει τη δίκη, κατά το κληρονομικό του, βέβαια, μερίδιο. Ο θάνατος της εν λόγω αναιρεσίβλητης και οι συγγενικές σχέσεις που στηρίζουν την κληρονομική διαδοχή αποδεικνύονται από τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα [βλ., ιδίως, την οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου (από 9-11-2015, σε απόσπασμα, του Ληξιάρχου της Δ.Ε ...

του Δήμου Κομοτηνής) και το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης (από 30-1-2017 του Τμήματος Δημοτολογίου του ίδιου Δήμου)], ενώ δεν αμφισβητούνται από την ήδη αναιρεσείουσα (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο κατά τις 19-8-2015 θάνατος της δέκατης των αναιρεσιβλήτων έλαβε χώρα πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (6-11-2015) στο Μονομελές Εφετείο Θράκης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 8/12-1-2016 απόφασή του, χωρίς να γίνει στη δίκη αυτή γνωστοποίηση του θανάτου, ούτε, εν πάση περιπτώσει, προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός, και, φυσικά, πριν από την κατάθεση της αίτησης αναιρέσεως (στις 23-5-2016).

Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, κατά την άσκηση αυτής, γνώριζε το θάνατο της αντιδίκου της, αλλά, αντίθετα, μόλις πληροφορήθηκε, κατά την απόπειρα επίδοσης σε αυτήν του κρινόμενου δικογράφου, το θάνατό της, επέδωσε τούτο στους τρεις, εξ αδιαθέτου, μοναδικούς κληρονόμους της - γιους της 1) Ι.

Σ. Π. (έβδομο αναιρεσίβλητο), 2) Γ. Σ. Π. και 3) Α. Σ. Π. (σχετ. οι ..., από 25-11-2106, εκθέσεις επίδοσης, αντίστοιχα, της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θράκης Ε. Κ.), από τους οποίους (κληρονόμους της) παρίσταται νόμιμα ο πρώτος που υπεισήλθε στη θέση της, όπως προαναφέρθηκε, προβάλλοντας υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης.

Επομένως, η αίτηση αυτή είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της δέκατης των αναιρεσιβλήτων που είχε αποβιώσει πριν από την άσκησή της και μπορεί να προχωρήσει νόμιμα η συζήτηση της αναίρεσης, με τον ως άνω κληρονόμο της, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της σκέψης αυτής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις .../ 7-11-2016, ...7-11-2016, .../17-11-2016 και ...21-11-2016 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Π. Ρ. (οι δύο πρώτες), του Εφετείου Θράκης Μ. Τ. (η τρίτη) και του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Μ. συζ. Ι. Κ. (η τέταρτη) προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο (Ε. Π. - Κ. του Μ.), τρίτη (Ε. χήρα Μ. Π. - Κ.), έκτο (Ν. Δ. Σ.) και ενδέκατο (Ι. Α. Κ.) των αναιρεσιβλήτων.

Κατά συνέπεια, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση (άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος και οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θράκης, με την πληττόμενη 8/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε, αφού συνεκδίκασε δύο εφέσεις, ήτοι τις 1) από 10-12-2013 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης …/13-12-2013) των "...

ΑΕ" και Ν. Σ. (ήδη πέμπτης και έκτου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα) κατά α) της αναιρεσείουσας, β) των λοιπών αναιρεσιβλήτων, και κατ’ ακρίβεια, μεταξύ αυτών, της αρχικής διαδίκου Μ. Π. - Κ. που απεβίωσε στις 6-1-2015 και τη δίκη στο Εφετείο συνέχισαν νόμιμα οι μοναδικοί, εξ αδιαθέτου, κληρονόμοι της, ήδη πρώτος, δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και γ) του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Ι.

Τ. και 2) από 12-2-2014 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 11/11-3-2014) των ήδη πρώτου, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και της προαναφερόμενης Μ. Π. - Κ., κατά των δύο ασφαλιστικών εταιρειών "... ΑΕ" και "... ΑΕΓΑ" (πέμπτης αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας, αντίστοιχα), και τις αντεφέσεις που άσκησαν με τις έγγραφες προτάσεις τους η "...

ΑΕΓΑ" (και ως προς τις δύο εφέσεις) και ο Ι. Τ. (ως προς την πρώτη έφεση), κατά της πρωτόδικης 90/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης (που είχε συνεκδικάσει τέσσερις κύριες και τρεις προσεπικλήσεις με σωρευόμενες αντίστοιχες παρεμπίπτουσες αγωγές αποζημίωσης), δέχθηκε, αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και την εμπλοκή των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή σε αυτό, δηλαδή του έκτου αναιρεσιβλήτου Ν.

Σ. και του μη διαδίκου τώρα Ι. Τ., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 13-10-2011, και περί ώρα 12:30’ , ήτοι υπό συνθήκες ημέρας, ο εναγόμενος Ν. Σ. του Δ., οδηγώντας το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής Toyota, τύπου RAV 4, και ασφαλισμένο, για τις έναντι τρίτων ζημίες, στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", εκινείτο επί της ανωνύμου οδού ... της Βιομηχανικής Περιοχής (ΒΙ.ΠΕ.) Κομοτηνής, η οποία τέμνει κάθετα την οδό ..., δηλ. την οδό ... της ίδιας ΒΙ.ΠΕ., με πρόθεση, αφού διασχίσει κάθετα την τελευταία οδό, να συνεχίσει επί της ίδιας οδού την πορεία του, προς ανεύρεση του εργοστασίου της "..." προκειμένου αυτός και οι συνεπιβάτες του να προβούν σε σχετικές αγορές.

Εντός του ως άνω αυτοκινήτου επέβαιναν επίσης η ενάγουσα Ε. Κ., σύζυγος του ενάγοντα Ι. Π., στην θέση του συνοδηγού, η κόρη αυτών Β. Π., στο πίσω κάθισμα ακριβώς όπισθεν της θέσης του συνοδηγού, η Ε. Λ., τέκνο των εναγόντων Ι. Λ. και Μ. Π. - Κ. του Μ., στο μέσο των πίσω καθισμάτων και ο ενάγων Ι. Κ. του Α., στο πίσω κάθισμα ακριβώς όπισθεν της θέσης του οδηγού.

Την ίδια στιγμή ο εναγόμενος - ενάγων Ι. Τ. του Π., οδηγώντας το ... Δ.Χ. ρυμουλκό φορτηγό, μετά του με στοιχεία κυκλοφορίας ... ρυμουλκούμενου, αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής MAN, τύπου TGA01, που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη από τροχαία ατυχήματα, στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", εκινείτο επί της οδού ..., δηλαδή την οδό ..., με κατεύθυνση από Βορρά προς Νότο, στο χώρο της ΒΙ.ΠΕ. Κομοτηνής, και προορισμό το εργοστάσιο Ελληνικών Πετρελαίων. Η ανώνυμη οδός ... της Βιομηχανικής Περιοχής (ΒΙ.ΠΕ.) Κομοτηνής είναι οδός διπλής κατευθύνσεως, με μονή διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή στη μέση και με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση.

Το πλάτος οδοστρώματος είναι 7,25 μ. και κατά τον ως άνω χρόνο δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα ή άλλα εμπόδια και στις δύο πλευρές του ρεύματος κυκλοφορίας του Ν. Σ.. Στο σημείο της συμβολής της παραπάνω οδού, με την οδό ..., δηλ. την οδό ..., υφίσταται τρίγωνη διαχωριστική νησίδα σε κάθε ρεύμα κυκλοφορίας προς Νότο και Βορρά, εν συνεχεία δε δημιουργείται ικανό άνοιγμα για τη διέλευση των οχημάτων του ισόπεδου κόμβου.

Η ανώνυμη οδός ... στο σημείο εκείνο είναι ευθεία με μικρή κατωφέρεια, στο σημείο δε της συμβολής των άνω οδών και δεξιά σε σχέση με την πορεία του οχήματος του Ν. Σ. υφίσταται ρυθμιστική πινακίδα Ρ-2 (Stop), σύμφωνα με την οποία αυτός είχε υποχρέωση πριν την είσοδό του στη διασταύρωση να διακόψει υποχρεωτικά την πορεία του αυτοκινήτου του και να παραχωρήσει την προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στην οδό ..., δηλ.

την οδό ... (άρθρ. 6, 4 § 3 και 26 §§ 1 και 4 Ν. 2696/99). Η οδός ..., δηλ. η οδός ..., είναι οδός διπλής κατευθύνσεως, με νησίδα στη μέση, η οποία παύει λίγα μέτρα πριν τη διασταύρωση με την ως άνω οδό και με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Το πλάτος του οδοστρώματος εκάστου ρεύματος είναι 7,25 μ. εκεί που υφίσταται νησίδα και 10,00 μ.

εκεί που παύει αυτή, και κατά τον ως άνω χρόνο δεν υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα ή άλλα εμπόδια στη δεξιά πλευρά του ρεύματος πορείας του Ι. Τ.... Σημειώνεται ότι κατά τον ως άνω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων και στις ως άνω δύο οδούς ήταν αραιή, των πεζών ανύπαρκτη, η κατάσταση του οδοστρώματος ξηρά, η ορατότητα καλή, οι καιρικές συνθήκες καλές, ενώ υπήρχε όριο ταχύτητας 50 χλμ./ω και για τα δύο ως άνω οχήματα βάσει υπάρχουσας σήμανσης στη ΒΙ.ΠΕ.

Κομοτηνής. Ο Ι. Τ., πλησιάζοντας στη διασταύρωση των δύο ως άνω οδών και έχοντας προτεραιότητα έναντι των κινουμένων επί της οδού Νο 6, λόγω υπάρξεως του ως άνω σήματος Ρ-2 (Stop) στην τελευταία, συνέχισε την πορεία του, επιχειρώντας να διασχίσει τη διασταύρωση, κινούμενος στο μέσο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του.

Εν τω μεταξύ, μόλις ο Ν. Σ. έφθασε στην πιο πάνω διασταύρωση, μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του, χωρίς όμως να ακινητοποιήσει το όχημά του, συμμορφούμενος στην ως άνω πινακίδα Ρ-2 (Stop), και, αφού ήλεγξε την οδό ... και διαπίστωσε ότι από το αριστερό ρεύμα πορείας της ως προς αυτόν δεν κινούνταν κάποιο όχημα, άρχισε να διασχίζει κάθετα την οδό ...

με ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα 30 χ/ω (το συνολικό μήκος της διασταύρωσης που έπρεπε να διανύσει ανερχόταν περίπου σε 17,25 μ. από τις νοητές ευθείες της οδού Νο12). Αφού διέσχισε κάθετα τα δύο πρώτα ρεύματα πορείας κυκλοφορίας της κατεύθυνσης προς Βορρά της οδού ..., καθώς και την πρώτη λωρίδα κυκλοφορίας του πρώτου αντιθέτου ρεύματος πορείας που οδηγεί προς Νότο, και έχοντας διανύσει περίπου απόσταση 40 μ.

από το σημείο της ως άνω πινακίδας Ρ-2 (Stop), βρέθηκε κάθετα στο ρεύμα πορείας που έβαινε το όχημα του Ι. Τ., αποφράσσοντάς του έτσι την συνέχιση της κίνησης του τελευταίου. Αναπόφευκτα λοιπόν το φορτηγό όχημα του Ι. Τ. εμβόλισε το επιβατηγό αυτοκίνητο του Ν. Σ. στη δεξιά πλευρά του, πίσω από την πόρτα του συνοδηγού σε καίριο σημείο (πίσω άξονα) και την καμπίνα των επιβατών, που είχε ως αποτέλεσμα το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο, περιστρεφόμενο αριστερά ως προς τον άξονα κίνησής του και μετά από κατάλειψη ιχνών πλαγιολίσθησης 17 μ., να εξέλθει του οδοστρώματος και, αφού προσέκρουσε κατ’ αρχήν στο κρηπίδωμα του πεζοδρομίου, να καταλήξει στα μεταλλικά κιγκλιδώματα παρακείμενης γέφυρας... Ως ανωτέρω εκτέθηκε, επικρατούσαν συνθήκες ημέρας, ενώ παραλλήλως οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, ενώ κανένα εμπόδιο εμπόδιζε την ορατότητα και των δύο οδηγών προς όλες τις κατευθύνσεις...

Από το γεγονός αυτό αποδεικνύεται ότι ο οδηγός Ν. Σ., καίτοι εντόπισε εγκαίρως, πριν ακόμη φτάσει στη συμβολή των ανωτέρω αναφερομένων οδών, την κίνηση του ιδιαίτερα ευμεγέθους φορτηγού μετά ρυμουλκούμενου που εκινείτο στον κεντρικό άξονα κυκλοφορίας και δεξιά ως προς αυτόν, δεν ακινητοποίησε το όχημά του στην πινακίδα Ρ-2 (Stop) και προσπάθησε, μολονότι είχε αντιληφθεί προηγουμένως το φορτηγό να πλησιάζει, να διασχίσει κάθετα τον κεντρικό άξονα κυκλοφορίας (οδός ...).

Βεβαίως ο οδηγός που έχει στην πορεία του πινακίδα Ρ-2 (Stop) δεν υποχρεούται να αναμένει "αιώνια" τον έχοντα προτεραιότητα επί του ισόπεδου κόμβου να διαβεί. Για την συνέχιση όμως της κίνησής του θα πρέπει πρώτα να σχηματίσει τη βέβαιη πεποίθηση ότι θα διέλθει με ασφάλεια χωρίς να προκαλέσει δυσχέρεια στην κίνηση του ισόπεδου κόμβου και του έχοντα προτεραιότητα.

Διότι, κατά την αρχή της εμπιστοσύνης που διέπει όλο το δίκαιο του Κ.Ο.Κ., ο έχων την προτεραιότητα, αναμένει ότι ο έτερος που δεν την έχει ότι θα του την παραχωρήσει και έτσι θα συνεχίσει την κίνησή του χωρίς να συγκρουσθεί με αυτόν. Αναφέρεται στην από 14-10-2011 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Μ. Κ. και Μ. Κ., ότι η πινακίδα Ρ-2 (Stop) στην πορεία του Ν.

Σ. ήταν ξεθωριασμένη και ως εκ τούτου ίσως να μην ήταν διακριτή, πλην όμως και αληθές να είναι αυτό, μόνο το χαρακτηριστικό εξαγωνικό της σχήμα παραπέμπει ευθέως στην ως άνω πινακίδα και τις δεσμεύσεις αυτής. Αλλά και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι η ως άνω πινακίδα δεν ήταν διακριτή και συνεπώς δεν επέσυρε καμμία δέσμευση για τον οδηγό στην πορεία του οποίου βρίσκεται, εν προκειμένω για τις θέσεις των οχημάτων στο οδόστρωμα των ως άνω οδών ίσχυε η εκ δεξιών προτεραιότητα (άρθρ. 26 §§ 4 & 5 Ν. 2696/23-3-99), ήτοι το όχημα του Ι.

Τ. είχε προτεραιότητα έναντι του Ν. Σ., το όχημα δε του τελευταίου έπρεπε να αναμείνει τη διέλευση του οχήματος του πρώτου, χωρίς να εισέλθει στον ισόπεδο κόμβο και να αναμείνει εντός αυτού εωσότου να διέλθει το όχημα του πρώτου. Επί του οδοστρώματος πριν το σημείο σύγκρουσης δεν καταγράφηκαν ίχνη τροχοπέδησης από τα οχήματα, γεγονός που σημαίνει ότι οι οδηγοί δεν αντέδρασαν δια τροχοπέδησης, απορριπτoμένου του ισχυρισμού περί του αντιθέτου του οδηγού του φορτηγού Ι.

Τ.. Το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων βρίσκεται εντός του άξονα του ισόπεδου κόμβου και στον άξονα κίνησης του φορτηγού, στο ύψος της δεξιάς εκ των δυο λωρίδων κίνησης της οδού ... προς Νότο και ειδικότερα στο ύψος έναρξης των ιχνών πλάγιας ολίσθησης του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι, ενώ η μέγιστη επιτρεπομένη ταχύτητα εντός του χώρου της ΒΙ.ΠΕ.

Κομοτηνής είναι αυτή των 50 χλμ/ω και η μέγιστη επιτρεπομένη ειδικότερα στην διασταύρωση των προειρημένων οδών και δη για τα κινούμενα επί του κεντρικού άξονα κυκλοφορίας οδού ..., όπου εκινείτο ο Ι. Τ. με το φορτηγό αυτοκίνητό του, είναι τα 30 χλμ/ω, λόγω ύπαρξης σχετικής πινακίδας 110 μ. πριν τον ισόπεδο κόμβο...

αυτός έβαινε με ταχύτητα υπερβαίνουσα τα 50 χλμ/ω, ήτοι το όριο των 30 χλμ/ω. Τούτο δε, ότι δηλ. έβαινε σε κάθε περίπτωση με ταχύτητα μεγαλύτερη των 30 χλμ/ω, αποδεικνύεται τόσο από την προειρημένη πραγματογνωμοσύνη, όπου αναφέρεται ότι η ταχύτητα του φορτηγού υπερέβαινε τα 50 χλμ/ω, όσο και από την με ημερομηνία 2-2-2012 τεχνική έκθεση ανάλυσης τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε για λογαριασμό του Ι.

Τ. ο πραγματογνώμονας Γ. Τ., όπου η ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου του Ι. Τ. υπολογίζεται, ελλείψει κάρτας ταχογράφου, όπως στην τεχνική έκθεση αναφέρεται, με βάση την εικόνα των βλαβών και τα ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού και άλλων παραμέτρων, όπως απόσβεση από την σύγκρουση, συντελεστή τριβής οδοστρώματος κ.λπ., σε 44,67 ±3 χλμ/ω.

Ανεξάρτητα όμως από την αξιοπιστία της ως άνω ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, το γεγονός ότι το όχημα του Ν. Σ., το οποίο κατά το χρόνο της σύγκρουσης άγγιζε το βάρος περίπου των 2000 κιλ. (μετά των επιβατών), πλαγιολίσθησε 17 μ. από το σημείο σύγκρουσης, προσέκρουσε στο κρηπίδωμα του πεζοδρομίου (σημείο προσωρινής ανάσχεσης της πλαγιολίσθησης) και κατέληξε στα μεταλλικά κιγκλιδώματα παρακείμενης γέφυρας (σημείο μόνιμης ανάσχεσης της πλαγιολίσθησης), που σημαίνει ότι, εάν δεν υπήρχαν τα ως άνω εμπόδια, η πλαγιολίσθηση θα ήταν μεγαλύτερου μήκους, καταδεικνύει ότι η ταχύτητά του άγγιζε τα 70 χλμ/ω.

Προς τούτο δε συνηγορούν και οι μεγάλες υλικές ζημίες των οχημάτων που αυτά έχουν υποστεί από την ανωτέρω σύγκρουση... Σημειωτέον ότι πριν την σύγκρουση δεν καταγράφηκαν ίχνη πεδήσεως από κανένα όχημα. Περαιτέρω το γεγονός ότι το ατύχημα έλαβε χώρα υπό συνθήκες φωτισμού ημέρας, με καλές καιρικές συνθήκες, ενώ τίποτε δεν εμπόδισε την ορατότητα των δύο οδηγών προς όλες τις κατευθύνσεις σε μεγάλο μήκος και του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, λόγω της ύψους του οχήματός του, αποδεικνύει ότι αυτός, πριν φτάσει στην διασταύρωση, όπου συγκρούστηκαν τα δύο οχήματα, εντόπισε την κίνηση του οχήματος που οδηγούσε ο Ν.

Σ. και αντιλήφθηκε ότι αυτός εισήλθε στην εν λόγω διασταύρωση χωρίς να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του προ της πινακίδας Ρ-2 (Stop), αλλά και σε κανένα άλλο σημείο, προσπαθώντας να την διέλθει, διανύοντας μάλιστα ικανή απόσταση 45 μ. πριν φτάσει στο σημείο σύγκρουσης. Παρά ταύτα όμως ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου δεν φρόντισε να μειώσει την ταχύτητά του πριν από την διασταύρωση των δύο οδών κατά τις ειδικότερες περιστάσεις που διαμορφώθηκαν ενώπιόν του, ως όφειλε και μπορούσε ως μέσος συνετός οδηγός και δη αυτοκινητιστής, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να τροχοπεδήσει εγκαίρως και να ακινητοποιήσει το όχημά του και να μην ασκεί ανά πάσα στιγμή τον απόλυτο έλεγχο του οχήματός του.

Βεβαίως κατά την ως άνω αρχή της εμπιστοσύνης, αυτός πίστευε ότι ο Ν. Σ. είχε αντιληφθεί την κίνηση του φορτηγού οχήματός του και θα ανέμενε την διέλευσή του, τούτο όμως δεν αναιρεί την υποχρέωσή του, όπως στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτίθεται, να προσαρμοσθεί στις απαιτήσεις της πινακίδας μεγίστου ορίου ταχύτητας (30 χλμ./ω) και να ελαττώσει την ταχύτητα του οχήματός του στον ισόπεδο κόμβο.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) των δύο οδηγών. Ειδικότερα τον Ν. Σ. βαρύνει το γεγονός ότι δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις, ήτοι από αμέλειά του δεν ακινητοποίησε το όχημά του επί της οδού ...

και δεν παραχώρησε προτεραιότητα κινήσεως στο φορτηγό όχημα που οδηγούσε ο Ι. Τ. επί της οδού ..., αν και στην πορεία του υπήρχε πινακίδα με την ένδειξη "Stop", επιβάλλοντας τις ως άνω υποχρεώσεις (παράβαση των άρθρ. 4 § 3, 12 § 1, 19 §§ 2 και 3, και 26 §§ 1 και 4 ΚΟΚ). Τον Ι. Τ. βαρύνει το γεγονός ότι αυτός, ενώ έπρεπε επίσης να οδηγεί με τεταμένη την προσοχή του και να έχει ταχύτητα μειωμένη, κάτω των 30 χλμ/ω λόγω σχετικής πινακίδας και ενόψει του ότι πλησίαζε σε ισόπεδο κόμβο (άρθρ. 19 § 3, 4 § 11 ΚΟΚ), αυτός από αμέλειά του, υπό την προεκτεθείσα έννοια αυτής, δεν οδηγούσε με την δέουσα προσοχή και δεν ρύθμισε την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, όπως όφειλε και όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός κάτω από τις ίδιες συνθήκες θα έπραττε, για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, συμμορφούμενος προς τις επιταγές των διατάξεων των άρθρ. 19 και 26 § 1 ΚΟΚ, αλλά εισήλθε στη διασταύρωση εντελώς ανεξέλεγκτα και χωρίς να ανακόψει την αυξημένη ταχύτητα με την οποία κινούνταν προηγουμένως (αγγίζουσα τα 70 χλμ/ω), λόγω της προσεγγίσεώς του σε ισόπεδο οδικό κόμβο, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει, με τη χρήση της πέδης του αυτοκινήτου του, να αποφύγει τη σύγκρουση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ν.

Σ., το οποίο του απέφραξε την πορεία. Αν όμως συγκριθούν οι παραβάσεις κάθε οδηγού από πλευράς σπουδαιότητας, το δικαστήριο εκτιμά ότι τον μεν οδηγό Ν. Σ. βαρύνει ποσοστό συνυπαιτιότητας 60%, τον δε οδηγό Ι. Τ. 40%, διότι ο πρώτος παραβίασε βασικότερο κανόνα οδικής συμπεριφοράς που αφορά στην ουσία της κυκλοφοριακής πίστης, ήτοι την πινακίδα Ρ-2 (Stop), η οποία, πριν από κόμβο, σημαίνει υποχρεωτική διακοπή πορείας του οχήματος πριν από την είσοδο στον κόμβο και παραχώρηση προτεραιότητας στα οχήματα τα οποία κινούνται στην οδό, προς την οποία πλησιάζει.

Έπρεπε λοιπόν ο επικουρικός ισχυρισμός συνυπαιτιότητας που οι εναγόμενοι σε καθεμία από τις κύριες αγωγές προέβαλαν κατά των άλλων αντιδίκων τους (επικαλούμενοι κυρίως αποκλειστική υπαιτιότητα του άλλου) να γίνει δεκτός εν μέρει κατά τα ως άνω ποσοστά. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι συνυπαίτιος σε ποσοστό 90% στην πρόκληση του αυτοκινητικού ατυχήματος είναι ο οδηγός Ν.

Σ. και σε ποσοστό συνυπαιτιότητας 10% ο οδηγός Ι. Τ.. Έτσι, όμως που έκρινε, έσφαλε και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως των εκκαλούντων ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και Ν. Σ., γιατί δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις. Από την ως άνω σφοδρή σύγκρουση των οχημάτων υπέστησαν εκτεταμένες υλικές ζημίες τα εμπλεκόμενα στην επίδικη σύγκρουση οχήματα, ενώ τραυματίσθηκαν θανάσιμα η Β.

Π. και η Ε. Λ., και σοβαρά η Ε. Κ. και ο Ι. Κ. που επέβαιναν, όπως ειδικότερα ανωτέρω αναφέρθηκε, στο αυτοκίνητο του Ν. Σ.. Ειδικότερα, μετά τη σύγκρουση και κατά την εκτίναξη και περιστροφή του ΙΧΕ αυτοκινήτου και την τελική πρόσκρουσή του επάνω στις μεταλλικές μπάρες της γέφυρας, άνοιξε η δεξιά πίσω θύρα του ΙΧΕ αυτοκινήτου και, λόγω του ότι δεν έφεραν ζώνες ασφαλείας η Β.

Π. και η Ε. Λ., τα σώματά τους εκτινάχθηκαν έξω από το αυτοκίνητο με αποτέλεσμα το σώμα της πρώτης να βρεθεί στο παρακείμενο κανάλι ύδατος και της δεύτερης πλησίον του ΙΧΕ αυτοκινήτου και να τραυματισθούν θανάσιμα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ιατροδικαστικών εκθέσεων ο θάνατος της Β. Π.... αλλά και της Ε.

Λ.... οφείλεται σε βαριές κακώσεις σώματος δια θλώντος οργάνου. Για την Ε. Λ. συγκεκριμένα διαπιστώθηκαν πολλαπλά συντριπτικά κατάγματα πλευρών άμφω, τα όργανα της θωρακικής κοιλότητος ήταν έξαιμα, ενώ οι πνεύμονες έφεραν πολλαπλές θλάσεις - ρήξεις κατά την επιφάνειά τους και παρατηρείτο αιμοθώρακας στα αντίστοιχα ημιθωράκια...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κανένας από τους επιβάτες του οχήματος του Ν. Σ. δεν είχε προσδεθεί (άρθρ. 81 § 16 ΚΟΚ) με ζώνη ασφαλείας... Η εκ των ως άνω θανουσών Ε. Λ., μολονότι καθόταν στο πίσω κάθισμα στο μέσον του πίσω μέρους του οχήματος, ανάμεσα στο κενό που σχηματίζουν τα μπροστινά καθίσματα, είχε υποχρέωση να φορά ζώνη ασφαλείας, ως εκ του γεγονότος ότι το αυτοκίνητο του Ν.

Σ., που τέθηκε σε κυκλοφορία μετά την 1.1.1993, ήταν εφοδιασμένο με ζώνες (άρθρ. 89 § 17 και 33 § 3 του KOΚ)... Η μη πρόσδεσή της με τη ζώνη ασφαλείας συντέλεσε αιτιωδώς στο επελθόν αποτέλεσμα, καθόσον ο θανάσιμος τραυματισμός της επήλθε από χτυπήματα τόσο εντός του κλωβού του οχήματος, όσο και εκτός αυτού μετά την εκτίναξή της και την προσγείωσή της επί του εδάφους.

Ειδικότερα, αν και η σύγκρουση των οχημάτων ήταν σφοδρή, ο κλωβός του ΙΧΕ οχήματος άντεξε σχετικά στην παραπάνω καταπόνηση και παρέμεινε σχεδόν αλώβητος. Αν, λοιπόν, αυτή φορούσε ζώνη ασφαλείας, όπως ήταν υποχρεωμένη, δεν θα είχε υποστεί τις θανάσιμες ανωτέρω σωματικές βλάβες, παρά μόνο σοβαρές, όπως και οι λοιποί συνεπιβάτες, οι οποίοι μάλιστα δεν φορούσαν ζώνες ασφαλείας και παρέμειναν εντός του οχήματος.

Το δικαστήριο εκτιμά ότι η παράλειψή της αυτή συντέλεσε κατά ποσοστό 10% στην έκταση του θανάσιμου τραυματισμού της. Γι’ αυτό η αποζημίωση, λόγω ψυχικής οδύνης που δικαιούνται οι νόμιμοι δικαιούχοι της, πρέπει να μειωθεί ανάλογα κατά την εν μέρει βάσιμη ένσταση των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ‘ ‘ ...

Α.Ε." και Ν. Σ.. Την ένσταση αυτή είχαν προτείνει παραδεκτώς στον πρώτο βαθμό οι ανωτέρω (άρθρ. 262 § 1, 591 § 1γ ΚΠολΔ) και την επαναφέρουν με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους (άρθ. 300 ΑΚ...). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλούμενη απόφασή του με λιγότερες αιτιολογίες, οι οποίες συμπληρώνονται με τις παρούσες (άρθρ. 537 ΚΠολΔ), δέχθηκε και εκείνο το ως άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας, δεν έσφαλε και ορθά το νόμο εφάρμοσε (άρθρ. 300 ΑΚ) και τις αποδείξεις εκτίμησε.

Για αυτό ο σχετικός λόγος έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφενός μεν, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμες, τη δεύτερη 11/2014 έφεση των Ι. Λ. κ.λπ. και τις αντεφέσεις, αφετέρου δε, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την πρώτη 97/2013 έφεση των "... ΑΕ" και Ν.

Σ. και, εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες έγιναν δεκτές, εν μέρει, οι παρεμπίπτουσες αγωγές αποζημίωσης, αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν αυτές, τις έκανε δεκτές, κατά ένα μέρος, και αναγνώρισε ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι Ι. Τ. και "... ΑΕΓΑ" οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρο, στους παρεμπιπτόντως ενάγοντες το 40% (αντί ποσοστού 10% που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) του συνολικού ποσού που θα υποχρεωθούν να πληρώσουν στους ενάγοντες των κύριων αγωγών, όπως, κατά τα λοιπά, ορίζεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ και του ΚΟΚ, με το να δεχθεί, κατά παράβαση και των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προπαρατιθέμενων πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, α) (συν)υπαιτιότητα του οδηγού Ι.

Τ. στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και στους, εξαιτίας τούτου, τέσσερις τραυματισμούς (δύο από τους οποίους ήταν θανάσιμοι), ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο άλλος οδηγός Ν. Σ. και β) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης του οδηγού Ι. Τ. να κινείται με αυξημένη ταχύτητα (που οφείλεται στη δικαιολογημένη πεποίθησή του ότι ο άλλος οδηγός Ν.

Σ. θα διέκοπτε, όπως, άλλωστε, όφειλε, την κίνησή του στη διασταύρωση) και της πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, με την επίκληση ότι η πράξη του αυτή δεν μπορεί αντικειμενικά να συμβάλει στην πρόκληση του ατυχήματος, όπως παραδεκτά και νόμιμα προέβαλε στο Εφετείο με τις αντεφέσεις της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι τα περιστατικά αυτά που αφορούν την οδηγική συμπεριφορά του Ι.

Τ., γενικώς λαμβανόμενα, τα οποία, κατά τις εκτιθέμενες στην παρούσα σκέψη της παρούσας, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές του Εφετείου, προκάλεσαν το τροχαίο ατύχημα και, τελικά, τους τέσσερις τραυματισμούς, ήταν πρόσφορα, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αντικειμενικώς εκτιμώμενα, να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Σε κάθε περίπτωση, οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις, στο μέτρο που πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι αυτή έχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και, ειδικά, ως προς την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού Ι.

Τ. και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του και του αποτελέσματος που επήλθε, διότι 1) ενώ, αρχικά, δέχεται ότι αυτός έβαινε με ταχύτητα 50 χιλιομέτρων περίπου ανά ώρα και ότι τούτο προκύπτει από τη με ημερομηνία 2-12-2012 (στην πληττόμενη απόφαση αναγράφεται 2-2-2012) τεχνική έκθεση ανάλυσης τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε για λογαριασμό του ο πραγματογνώμονας Γ.

Τ., στη συνέχεια δέχεται, αντιφατικά, ότι η ταχύτητά του ανερχόταν στα 70 χιλιόμετρα ανά ώρα, 2) αν και δέχεται ότι στο οδόστρωμα, πριν από το σημείο σύγκρουσης των δύο αυτοκινήτων, δεν "καταγράφηκαν" ίχνη τροχοπέδησης αυτών, ακολούθως διαλαμβάνει, αντιφατικά, αναφερόμενο στην παραπάνω τεχνική έκθεση, ότι η ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων περίπου υπολογίζεται, λόγω έλλειψης κάρτας ταχογράφου, με βάση την εικόνα των βλαβών και τα ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού αυτοκινήτου του οδηγού Ι.

Τ. και άλλων παραμέτρων, όπως απόσβεση από τη σύγκρουση, συντελεστή τριβής οδοστρώματος κ.λπ., 3) εφόσον δέχεται ότι ο Ι. Τ., φθάνοντας στη διασταύρωση, σχημάτισε, δικαιολογημένα, την αντίληψη, τόσο λόγω της προτεραιότητας της κίνησης του φορτηγού του όσο και λόγω της μείωσης της ταχύτητας του αυτοκινήτου του Ν.

Σ., ότι ο τελευταίος επρόκειτο να σταματήσει στην πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του Ρ-2 (STOP) και να του επιτρέψει τη διέλευση, τότε, ο Ι. Τ., νόμιμα, κατά τις διατάξεις του ΚΟΚ, κινήθηκε στη διασταύρωση, μη ακινητοποιώντας το αυτοκίνητό του, καθόσον δεν όφειλε κάτι τέτοιο και, συνακόλουθα, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος η ταχύτητα με την οποία έβαινε, όπως αντιφατικά έκρινε το Εφετείο και 4) δεν περιέχονται επαρκείς αιτιολογίες για τα εξής ουσιώδη ζητήματα:

α) ποία ήταν η απόσταση του φορτηγού του Ι. Τ. από τη διασταύρωση κατά το χρόνο που μπορούσε να γίνει και έγινε, τελικά, αντιληπτή η πρόθεση του Ν. Σ. να μη σταματήσει στη διασταύρωση και β) αν, από την απόσταση αυτή, ακόμη και αν ο Ι. Τ. είχε μειώσει την ταχύτητά του, μπορούσε να αποφευχθεί η σύγκρουση και τα αποτελέσματά της, με πέδηση ικανή να διακόψει την πορεία του βαρέος φορτηγού, αν ληφθεί υπόψη και ο αιφνιδιασμός του, ανεξάρτητα από την ταχύτητα του φορτηγού του, από την κάθετη διάσχιση της διασταύρωσης εκ μέρους του Ν.

Σ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και, ειδικά, την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού Ι. Τ. του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ... ΔΧ φορτηγού αυτοκινήτου και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συγκεκριμένα, στην πληττόμενη απόφαση περιλαμβάνονται παραδοχές για την υπαιτιότητα του οδηγού αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος, όπως αυτές προπαρατέθηκαν, ήτοι ότι α) κινούνταν με ταχύτητα ανώτερη των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα και, συγκεκριμένα, με 70 χιλιόμετρα περίπου ανά ώρα, ενώ το όριο ταχύτητας ήταν, βάσει υπάρχουσας σήμανσης, 30 χιλιόμετρα ανά ώρα και β) δεν φρόντισε να μειώσει την ταχύτητά του αυτή πριν από τη διασταύρωση, μολονότι είχε αντιληφθεί την είσοδο στη διασταύρωση του άλλου οδηγού Ν.

Σ., όπως όφειλε και μπορούσε να πράξει ως μέσος συνετός οδηγός, με αποτέλεσμα, εξαιτίας αυτών, να μην έχει τον πλήρη έλεγχο του φορτηγού του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και, ειδικότερα, να μπορέσει να τροχοπεδήσει έγκαιρα και να ακινητοποιήσει το φορτηγό του, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουση.

Η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει σαφείς παραδοχές για το ότι η ταχύτητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου του Ι. Τ. ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε 70 χιλιόμετρα περίπου ανά ώρα και ότι στο οδόστρωμα, πριν από το σημείο της σύγκρουσης των αυτοκινήτων, δεν "καταγράφηκαν" ίχνη τροχοπέδησής τους. Η αναφορά του Εφετείου στην επίμαχη, από 2-2-2012, ιδιωτική τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονα Γ.

Τ., στην οποία η ταχύτητα υπολογίζεται με βάση τα αναγραφόμενα σε αυτή στοιχεία, μεταξύ των οποίων και "ίχνη τροχοπέδησης του φορτηγού", σε 50 χιλιόμετρα περίπου ανά ώρα, εκ περισσού διατυπώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, όχι για να στηρίξει, και μάλιστα αποκλειστικά σε αυτή, την κρίση του για το ότι η ταχύτητα του οδηγού Ι.

Τ. ανερχόταν σε 70 χιλιόμετρα περίπου ανά ώρα, όπως αυτή από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, για τη στήριξη του σαφούς αποδεικτικού πορίσματος, αλλά για να ενισχύσει απλώς την κρίση του σχετικά με το ότι ο οδηγός αυτός, σε κάθε περίπτωση, έβαινε με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 30 χιλιομέτρων ανά ώρα και, κατά συνέπεια, δεν ήταν απαραίτητη για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης.

Οι λοιπές, επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα, ελλείψεις της αιτιολογίας ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού υλικού που σαφώς και επαρκώς εκτίθεται στην απόφαση και, συνεπώς, είναι απαράδεκτες (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, αφού το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις νομικές, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις που παρατέθηκαν στην τρίτη σκέψη της παρούσας, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προεκτιθέμενες διακρίσεις Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. (ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θράκης, με την πληττόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στους πρώτο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, καθώς και στην προαναφερόμενη Μ. Π. - Κ., από τον θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς τους Ε.

Ι. Λ., όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η θανούσα Ε. Λ., η οποία διήγε κατά το χρόνο θανάτου της το 25° έτος της ηλικίας της (γεννήθηκε στις 18/12/1986), συνδεόταν με τους γονείς της Ι. Λ. και Μ. Π. - Κ., τη γιαγιά της Ε. Π., το γένος Κ.

και τη γιαγιά της Σ. Λ., το γένος Κ., με όμοιους στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης. Ζούσε μαζί με τους γονείς της στη Μυτιλήνη μέχρι το έτος 2005, οπότε και άρχισε τις σπουδές της στη Διεύθυνση Τουριστικών Επιχειρήσεων στο Ηράκλειο Κρήτης. Ήταν μοναχοκόρη και τον Φεβρουάριο του έτους 2012 θα ελάμβανε το πτυχίο της από την ως άνω Σχολή.

Ο ξαφνικός και βίαιος θάνατός της συγκλόνισε όλους τους ως άνω ενάγοντες και τους προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου. Πρέπει λοιπόν να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν και προς ψυχική παρηγοριά και ηθική τους ανακούφιση, κατ’ άρθρο 932 ΑΚ:

α) Το ποσό των 75.000 € για κάθε γονέα αυτής, ήτοι για τους Ι. Λ. και Μ. Π. - Κ., το οποίο θα περιέλθει στους νόμιμους κληρονόμους αυτής κατά το νόμιμο ποσοστό τους, που συνεχίζουν τη δίκη, β) το ποσό των 20.000 € για τη γιαγιά της Ε. Π., το γένος Κ. και γ) το ποσό των 20.000 € για τη γιαγιά της Σ. Λ., το γένος Κ.. Τα ποσά αυτά πρέπει να καταβάλουν εις ολόκληρον οι εναγόμενοι της σχετικής αγωγής, νομιμοτόκως...

μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Τα ποσά αυτά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι εύλογα (άρθρ. 932 ΑΚ), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 § 1 του Συντάγματος και 2, 9 § 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρ. 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης...

Το σύνολο δε των ανωτέρω ποσών δεν υπερβαίνει το όριο του ασφαλιστικού ποσού μέχρι του οποίου υποχρεούνται οι εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες. Τα ίδια δεχόμενο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τις δύο, αντίθετες, 97/2013 και 11/2014 εφέσεις, καθώς και τη σχετική αντέφεση της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης 90/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης που είχε επιδικάσει, για την πιο πάνω αιτία, τα ίδια ποσά, επικυρώνοντάς την κατά τούτο. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των παραπάνω αναιρεσιβλήτων και της Μ.

Π. - Κ., λόγω ψυχικής οδύνης, στα ποσά αυτά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος (και τελευταίος), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 (εδάφ. δ’ ) του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στα παραπάνω πρόσωπα, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς τους Ε.

Λ., τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι, κατά την αναιρεσείουσα, δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων πρώτου, τέταρτης, πέμπτης, έβδομου, όγδοης και ένατου των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις (η πέμπτη - ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "... ΑΕ" με άλλο δικηγόρο), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ για τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους που ερημοδίκησαν δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, καθόσον δεν υποβλήθηκαν σε αυτά, ούτε, βέβαια, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14 Μαΐου 2016 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης …23-5-2016 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ" για αναίρεση της 8/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων πρώτου, τέταρτης, πέμπτης, έβδομου, όγδοης και ένατου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για τους πρώτο, τέταρτη, έβδομο, όγδοη και ένατο που παραστάθηκαν με κοινό δικηγόρο και στο ίδιο ποσό για την πέμπτη από αυτούς που παραστάθηκε με άλλο δικηγόρο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ