Supreme Court partially allows appeal on child pain damages but dismisses it regarding other defendants in a tort case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by insurance companies against a lower court judgment in a tort liability case. While the appeal was dismissed regarding two defendants for whom the legal grounds did not apply, it was accepted concerning three other plaintiffs regarding the amount of compensation awarded for mental suffering. The court remitted the case for retrial to determine the specific damages for psychological pain, while ordering the appellants to pay court costs for the dismissed portion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 580(3) of the Code of Civil Procedure: Liability for damages requires fault and causal link; mental suffering damages are subject to judicial discretion and may be reduced if the victim is at fault; appeals must be partially dismissed or remitted depending on the scope of the contested legal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 548 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 548/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ERGO Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Φ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμεζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μαντζαβίνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Τ. του Γ., χας Δ. Π., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του ανηλίκου υιού της Θ. Π. του Δ., 2) Μ. Π. του Θ., κατοίκου ..., 3) Ι. Π. του Θ., κατοίκου ..., 4) Γ. Β. του Η., κατοίκου ... και 5) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1η, 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Πέτρουλα και οι 4ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κλεάνθη Χατζησιδερή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2014 αγωγή των ήδη 1ης, 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 378/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2104/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30-9-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των 1ης, 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α. Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 76/2014, Α.Π. 2181/2013). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς τον βαθμό την βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1591/2014, Α.Π. 1715/2010). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.
Κ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), το οποίο φέρει τον τίτλο "Κίνηση οχημάτων σε αυτοκινητόδρομους οδούς ταχείας κυκλοφορίας και σήραγγες", "εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος και, αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ' άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης".
Ως αυτοκινητόδρομος ή οδός ταχείας κυκλοφορίας νοείται, κατά το άρθρο 2 του ίδιου Κ.Ο.Κ., "οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσικλετών, η οποία δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες με αυτήν ιδιοκτησίες", παρά μόνο, όσον αφορά την οδό ταχείας κυκλοφορίας με παράπλευρες βοηθητικές οδούς και κόμβους και η οποία, εκτός των άλλων, έχει χαρακτηριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και έχει ειδική σήμανση με πινακίδες ως αυτοκινητόδρομος ή οδός ταχείας κυκλοφορίας.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 849/2007). Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποίες είναι αυτές σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις είναι απαράδεκτος καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 271/ 2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ. 2104/2019, απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τρεις εφέσεις ήτοι τις: α) από 22.12.2015 (με αριθμό καταθέσεως 8250/2015) των Φ. Τ. κ.λπ. (ήδη των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων) μεταξύ άλλων και κατά των ήδη αναιρεσειόντων, β) από 16.3.2015 (με αριθμό καταθέσεως 1886/2015) των Γ.
Β. και ασφαλι¬στικής εταιρίας με την επωνυμία "INTERAMERIKAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε." (ήδη τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων) και γ) από 14.4.2015 (με αριθμό καταθέσεως 2766/2015) των: ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ERGO Α.Α.Ε.Ζ." και Φ. Κ. (ήδη αναιρεσειόντων), καθώς επίσης και την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση των ως άνω ήδη αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης 378/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 (68ΙΑ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυαν τότε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (όρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα: "Στις 20.11.2011 και ώρα 19.40 ο τρίτος εναγόμενος Γ.
Β. οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας …. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της Χ. Τ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "INTERAMERIKAN Α.Ε.", κινούνταν επί της Λ. Κηφισού, στην αριστερή λωρίδα αυτής με κατεύθυνση από Πειραιά προς Λαμία, στο ύφος της διασταύρωσης της εν λόγω Λεωφόρου με την οδό Αγίας Άννης.
Στο ανωτέρω σημείο η Λεωφόρος Κηφισού είναι διπλής κατευθύνσεως με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους 13,50 μ. ανά κατεύθυνση, καθώς και μια βοηθητική Λωρίδα Εκτάκτου Ανάγκης (Λ.Ε.Α.), που βρίσκεται στην άκρα δεξιά πλευρά του οδοστρώματος σε σχέση με την πορεία των οχημάτων που κινούνται με κατεύθυνση από Πειραιά προς Λαμία.
Πριν από τη διασταύρωση της ανωτέρω Λεωφόρου με την οδό Αγίας Άννης το οδόστρωμα παρουσιάζει καμπύλη με αριστερή ως προς την πορεία του ως άνω οχήματος στροφή, ενώ κατά τον προαναφερόμενο χρόνο η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, με επαρκή τεχνητό φωτισμό, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη, οι καιρικές συνθήκες καλές (αίθριες) και το ανώτατο όριο ταχύτητας καθοριζόμενο με ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα, που υπήρχε πριν από την προαναφερόμενη διασταύρωση, ήταν 80 χλμ/ώρα.
Όταν ο τρίτος εναγόμενος πλησίασε στο ύφος της διασταύρωσης της Λεωφόρου Κηφισού με την οδό Αγίας Άννης, έσκασε το οπίσθιο δεξιό λάστιχο του οχήματος του και για το λόγο αυτόν, αφού μείωσε σταδιακά την ταχύτητα, ακινητοποίησε το όχημα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινούνταν, και σε απόσταση ενός (1) μέτρου περίπου από το αριστερό άκρο της Λεωφόρου, επί του οποίου υπήρχαν μπάρες ασφαλείας θέτοντας ταυτόχρονα σε λειτουργία τα προειδοποιητικά φώτα έκτακτης ανάγκης (alarm).
Κατά τον ίδιο χρόνο, η πρώτη εναγομένη, Φ. Κ., οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "ERGO Α.Ε.", κινούνταν επί της αυτής ως άνω Λεωφόρου, με την ίδια κατεύθυνση και στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας με τον τρίτο εναγόμενο.
Όταν αντιλήφθηκε το ακινητοποιημένο όχημα του τρίτου εναγομένου, από απόσταση μεγαλύτερη των 40 μέτρων, μείωσε την ταχύτητα του οχήματος της και ακινητοποίησε αυτό σε απόσταση σαράντα (40) μέτρων από το ως άνω ακινητοποιημένο όχημα και ενός (1) μέτρου από το αριστερό άκρο της Λεωφόρου, θέτοντας ταυτόχρονα σε λειτουργία τα προειδοποιητικά φώτα έκτακτης ανάγκης (alarm).
Κατά τον ίδιο χρόνο ο Δ. Π. του Θ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας του εκπροσωπούμενου από αυτήν ανηλίκου τέκνου Θ. Π. και αδελφός των λοιπών εναγουσών, οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφορίας …. δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, και φορώντας προστατευτικό κράνος, κινούνταν με κανονική ταχύτητα, που δεν ξεπερνούσε τα 80 χλμ/ώρα, επί της ως άνω Λ.
Κηφισού, στην αριστερή λωρίδα αυτής, με την ίδια κατεύθυνση με τους τρίτο και πρώτη των εναγομένων, ήτοι από Πειραιά προς Λαμία, και όπισθεν των οχημάτων των τελευταίων. Όταν ο Δ. Π. διήλθε το σημείο όπου η Λ. Κηφισού παρουσιάζει, κατά τα προαναφερθέντα, αριστερή ως προς την πορεία του οχήματος του καμπύλη (στροφή), εξαιτίας της οποίας αλλά και των τοποθετημένων στο αριστερό άκρο της Λεωφόρου σιδερένιων κιγκλιδωμάτων (μπαρών), μειώνεται η ορατότητα, αντιλήφθηκε ξαφνικά στην πορεία του και σε πολύ μικρή απόσταση από την ως άνω στροφή το έμπροσθεν αυτού ακινητοποιημένο όχημα της πρώτης εναγομένης και αιφνιδιάστηκε, προσπάθησε δε να το αποφύγει πραγματοποιώντας αποφευκτικό ελιγμό προς τη μεσαία λωρίδα, πλην όμως ανεπιτυχώς με αποτέλεσμα να προσκρούσει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα της δίκυκλης μοτοσικλέτας στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του ακινητοποιημένου Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου της πρώτης εναγομένης. Αποτέλεσμα της ως άνω πρόσκρουσης ήταν να προκληθούν στον οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας βαριές σωματικές κακώσεις κεφαλής και αυχένος από τις οποίες ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του, όπως διαπιστώθηκε στο Γ.Κ.Ν. Νίκαιας όπου διακομίστηκε με ασθενοφόρο αμέσως μετά το ένδικο ατύχημα, καθώς και υλικές ζημίες στη δίκυκλη μοτοσικλέτα του.
Συνυπαίτιοι για το ατύχημα είναι οι οδηγοί των προαναφερόμενων Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτων, πρώτη και τρίτος των εναγομένων, οι οποίοι δεν επέδειξαν την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού κάτω από τις ίδιες συνθήκες την οποία όφειλαν να καταβάλουν. Συγκεκριμένα, η πρώτη εναγομένη, Φ. Κ., μολονότι κινούνταν σε λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας κατά την έννοια του άρθρου 2 του Κ.Ο.Κ., στην οποία απαγορεύεται η στάση και η στάθμευση οχημάτων και μάλιστα στην αριστερή λωρίδα αυτής όπου κατά κανόνα κινούνται οχήματα με μεγαλύτερη ταχύτητα, όταν αντιλήφθηκε από μεγάλη απόσταση, που ξεπερνούσε τα 40 μέτρα, το έμπροσθεν αυτής ακινητοποιημένο όχημα του τρίτου εναγομένου, ακινητοποίησε το όχημά της περί τα 40 μέτρα πριν απ' αυτό και σε πολύ μικρή απόσταση, που δεν ξεπερνούσε τα 10 μέτρα, από την υπάρχουσα στην πορεία της αριστερή στροφή της Λεωφόρου, ήτοι σε σημείο που λόγω της καμπής της οδού και της ύπαρξης σιδερένιων κιγκλιδωμάτων η ορατότητα ήταν περιορισμένη, χωρίς να καταβάλει καμία προσπάθεια να μειώσει την ταχύτητα της και ακολούθως, κάνοντας χρήση του δεξιού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης να μετακινήσει σταδιακά το όχημά της στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας προσπερνώντας το ακινητοποιημένο όχημα του τρίτου εναγομένου, που παρεμβάλλονταν στην πορεία της κατά παράβαση των άρθρων 29 παρ. 3, 34 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ..
Εξάλλου, εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου προέκυψε ότι η ακινητοποίηση του οχήματος της πρώτης εναγομένης στο προαναφερόμενο σημείο οφείλεται στο γεγονός ότι μεταξύ των αυτοκινήτων της ιδίας και του τρίτου εναγομένου ακινητοποιήθηκε και τρίτο, αγνώστων στοιχείων όχημα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η πρώτη εναγομένη.
Περαιτέρω, ο τρίτος εναγόμενος Γ. Β., αν και το όχημά του παρουσίασε βλάβη σε απόσταση δέκα (10) περίπου μέτρων από την παρακείμενη Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης (Λ.Ε.Α.), δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια να το κατευθύνει σταδιακά, θέτοντας σε λειτουργία τους αντίστοιχους δείκτες αλλαγής πορείας κατ' άρθρο 21 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., στην εν λόγω Λ.Ε.Α., δεδομένου ότι είχε τη δυνατότητα αυτή, καθόσον το όχημά του δεν υπέστη κάποια μηχανική βλάβη και δεν ακινητοποιήθηκε ακαριαία, σύμφωνα δε με τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούσε να κινηθεί με μειωμένη ταχύτητα και με σκασμένο λάστιχο έως την ως άνω Λ.Ε.Α., αλλά επέλεξε να ακινητοποιήσει το όχημά του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας.
Το γεγονός δε ότι δεν τοποθέτησε κατάλληλα την τριγωνική αντανακλαστική πινακίδα όπισθεν του οχήματος του, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθόσον ακόμη και αν αυτή είχε τοποθετηθεί μεταξύ του δικού του ακινητοποιημένου οχήματος και αυτού της πρώτης εναγόμενης δεν θα είχε αποτραπεί η ένδικη σύγκρουση.
Όμως, το ότι ο τρίτος εναγόμενος δεν προέβη στην ανωτέρω ενδεδειγμένη ενέργεια δεν οφείλεται στην αυξημένη κίνηση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά στην έλλειψη ψυχραιμίας εκ μέρους του, συνεπεία της οποίας επέλεξε την πλέον ακατάλληλη και επικίνδυνη τόσο για τον ίδιο όσο και για τους λοιπούς χρήστες της οδού, λύση να ακινητοποιήσει το όχημά του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω Λεωφόρου, κατά παράβαση του άρθρου 29 παρ. 3 του ΚΟΚ.
Αντιθέτως δεν αποδείχθηκαν στοιχεία συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Δ. Π., στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος διότι αυτός κινούνταν επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της ως άνω Λεωφόρου, με κανονική ταχύτητα, μη υπερβαίνουσα τα 80 χλμ/ώρα, γεγονός που ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι η εν λόγω μοτοσικλέτα βρέθηκε πλησίον του σημείου του ατυχήματος και δεν σύρθηκε σε μεγάλη απόσταση, όπως θα συνέβαινε σε περίπτωση υπερβολικής ταχύτητας καθώς επίσης όταν το θύμα, οδηγός της μοτοσικλέτας αντιλήφθηκε ξαφνικά, σε απόσταση που δεν ξεπερνούσε τα 10 μέτρα, το ακινητοποιημένο όχημα της πρώτης εναγομένης επιχείρησε να πραγματοποιήσει, πλην όμως, ανεπιτυχώς αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, όπως καταδεικνύεται από τα σημεία πρόσκρουσης των δύο οχημάτων και συγκεκριμένα του οπίσθιου δεξιού τμήματος του Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου της πρώτης εναγομένης και του εμπρόσθιου αριστερού τμήματος της δίκυκλης μοτοσικλέτας όπως αναφέρεται στην από 20.11.2011 συνταχθείσα για το ένδικο ατύχημα έκθεση αυτοψίας. Τα ανωτέρω ενισχύονται και εκ του γεγονότος ότι οι πρώτη και τρίτος των εναγομένων, προανακριτικά, δεν κατέθεσαν ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα, τον ισχυρισμό δε αυτό προέβαλαν για πρώτη φορά πρωτοδίκως.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον αρνητικό ισχυρισμό των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας και την προβληθείσα από αυτούς επικουρικά, ένσταση συνυπαιτιότητας του εν λόγω οδηγού, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων......
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους συναφείς με την υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας λόγους των από 16.3.2015 και 14.4.2015 εφέσεων, κατά της προαναφερόμενης πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας καθ' όσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών.
Ειδικότερα, το Εφετείο, καθ' όσον αφορά στα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της συνδρομής των προϋποθέσεων για τη συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των οδηγών των επιβατικών αυτοκινήτων και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτών και του επελθόντος αποτελέσματος του ατυχήματος δέχθηκε ότι αμφότεροι δεν επέδειξαν την επιμέλεια και προσοχή, που θα επεδείκνυε, κάτω από τις ίδιες συνθήκες ο μέσος συνετός οδηγός την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, επί πλέον δε: 1] για την οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου Φ. Κ. και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, (δέχθηκε) ότι αυτή, μολονότι εκινείτο στην αριστερή λωρίδα της Λεωφόρου Κηφισού, η οποία είναι λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας, αν και αντιλήφθηκε από απόσταση, που ξεπερνούσε τα 40 μέτρα, το έμπροσθεν αυτής ακινητοποιημένο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Γ. Β., αντί, κάνοντας χρήση του δεξιού δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως, να μετακινήσει σταδιακά το όχημά της στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, προσπερνώντας το ακινητοποιημένο όχημα, αυτή ακινητοποίησε το όχημά της σε απόσταση σαράντα (40) μέτρων πίσω από αυτό και ενός (1) μέτρου από το αριστερό άκρο της Λεωφόρου, αλλά και σε απόσταση που δεν ξεπερνούσε τα 10 μέτρα από την υπάρχουσα στην πορεία της αριστερή στροφή της Λεωφόρου, ήτοι σε σημείο, που λόγω της καμπής της οδού και της υπάρξεως σιδερένιων κιγκλιδωμάτων η ορατότητα για τα ακολουθούντα οχήματα ήταν περιορισμένη, και 2] για τον οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου Γ. Β. και ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο, ότι αυτός, κινούμενος στην αριστερή λωρίδα της ανωτέρω Λεωφόρου, όταν έσκασε το οπίσθιο δεξιό λάστιχο του οχήματος του, δεν κατηύθυνε αυτό (όχημά του) στην παρακείμενη (απέχουσα περί τα 10 μέτρα) Λωρίδα Έκτακτης Ανάγκης, καίτοι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές, είχε αυτή τη δυνατότητα, δεδομένου ότι το όχημά του δεν παρουσίασε κάποια μηχανική βλάβη και δεν ακινητοποιήθηκε ακαριαία, με συνέπεια να μπορεί να μετακινηθεί με μικρή ταχύτητα, έστω και με σκασμένο λάστιχο, θέτοντας σε λειτουργία τους αντίστοιχους δείκτες αλλαγής πορείας, αντίθετα, λόγω ελλείψεως της απαιτούμενης ψυχραιμίας επέλεξε την πλέον ακατάλληλη και επικίνδυνη τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους λοιπούς χρήστες της οδού λύση να ακινητοποιήσει το όχημά του στην, επί της οποίας έβαινε, αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, με την επισήμανση ότι δεν αποδίδεται σε αμφοτέρους τους ανωτέρω οδηγούς αμέλεια ως προς τη μη τοποθέτηση τριγωνικής πινακίδας.
Ως προς δε την συμπεριφορά του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, στενού συγγενούς των ήδη τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων, το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια ενέργεια ή παράλειψή του, δεχόμενο ότι αυτός: α) εκινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω Λεωφόρου, με κανονική ταχύτητα, μη υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 80 χιλιομέτρων την ώρα, β) όταν το προπορευόμενο όχημα της Φ.
Κ. διήλθε την αριστερή στροφή, χάθηκε, εξ αιτίας αυτής (στροφής) από τον οπτικό του ορίζοντα, γ) όταν αυτός διήλθε την αριστερή στροφή είδε ξαφνικά μπροστά του, ακινητοποιημένο σε απόσταση 10 μέτρων από τη στροφή, το ως άνω επιβατικό αυτοκίνητο της Φ. Κ., δηλαδή σε σημείο, όπου, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως η ορατότητα ήταν περιορισμένη για τους οδηγούς των ακολουθούντων οχημάτων, λόγω της καμπής της οδού και της υπάρξεως των σιδερένιων κιγκλιδωμάτων και δ) αυτός, προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση, επιχείρησε, πλην όμως ανεπιτυχώς, αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά.
Από τα προπαρατεθέντα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας τηρούσε την αναγκαία απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο επιβατικό αυτοκίνητο, πλην όμως η εν λόγω απόσταση μεταξύ των οχημάτων αυτών μειώθηκε, λόγω της ακινητοποιήσεως του επιβατικού αυτοκινήτου σε σημείο μη ορατό για τον οδηγό της δίκυκλης μοτοσυκλέτας.
Εξ άλλου, η κίνηση του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., δεδομένου ότι με την εν λόγω διάταξη υποχρεώνονται οι μεν οδηγοί φορτηγών, λεωφορείων και βραδυκίνητων και βραδυπορούντων οχημάτων να οδηγούν αυτά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, στις οδούς που έχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κυκλοφορίας κατά κατεύθυνση, οι δε οδηγοί μοτοποδηλάτων, ποδηλάτων και μη μηχανοκινήτων οχημάτων να κινούνται κατά μήκος οποιουδήποτε προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας βατού ερείσματος της οδού, εφ' όσον υπάρχει, όχι όμως και ο οδηγός μιας μεγάλου κυβισμού (399 cc) δίκυκλης μοτοσυκλέτας όπως ήταν η δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο θανών, η οποία μπορεί να αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία το μεν η συνυπαιτιότητα των οδηγών των επιβατικών αυτοκινήτων το δε η ανυπαρξία υπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφών, ανεπαρκών και αντιφασκουσών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτοί (αναιρεσείοντες) διατείνονται, δεν διευκρινίζονται: 1) αν η υπάρχουσα στην πορεία των οχημάτων στροφή είναι "ανοικτή" ή "κλειστή", ώστε στην τελευταία περίπτωση να περιορίζεται η ορατότητα, 2) το είδος των κιγκλιδωμάτων, αν αυτά είναι χαμηλά ή υψηλά, με ράβδους ή συμπαγή, 3) αν ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας:
α) είχε μειώσει την ταχύτητά του, β) είχε ρυθμίσει αυτήν (ταχύτητά του), λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες γ) τηρούσε την δέουσα απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, δ) εκτός από τον αναφερόμενο αποφευκτικό ελιγμό, πραγματοποίησε πέδηση, για ποιο λόγο αυτή ήταν ανεπιτυχής (αν επιχειρήθηκε) ή για ποιο λόγο δεν την επιχείρησε, ε) αν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και στ) από ποια απόσταση μπορούσε να αντιληφθεί το ακινητοποιημένο όχημα, 4) αν η δεύτερη τούτων είχε το χρόνο και τη δυνατότητα να κατέλθει από το αυτοκίνητο και να τοποθετήσει την τριγωνική πινακίδα, 5) που βρισκόταν αυτή κατά τη στιγμή της συγκρούσεως, 6) ποιος ήταν ο λόγος της ακινητοποιήσεως του οχήματος της δεύτερης εξ αυτών σε απόσταση 40 μέτρων από το προ αυτής ακινητοποιημένο όχημα, 7) αν η δεύτερη εξ αυτών είχε τη δυνατότητα να μετακινήσει το όχημά της προς τη μεσαία λωρίδα, 8) αν είχε αυτή τη δυνατότητα γιατί δεν το επιχείρησε, 9) αν το όχημα της δεύτερης εξ αυτών πραγματοποίησε "στάση" ή "στάθμευση".
Τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις και ασάφειες πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν τέτοιες αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς απαραδέκτως προβάλλονται.
Εξ άλλου, η αιτίαση των αναιρεσειόντων περί αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως, που συνίσταται στο ότι ενώ αρχικά δέχεται ότι η δεύτερη τούτων "όταν αντιλήφθηκε το ακινητοποιημένο όχημα από απόσταση μεγαλύτερη των 40 μέτρων, μείωσε την ταχύτητα του οχήματος της και το ακινητοποίησε....", στη συνέχεια δέχεται ότι αυτή όταν αντιλήφθηκε το έμπροσθεν αυτής ακινητοποιημένο όχημα ακινητοποίησε το όχημά της "χωρίς να καταβάλει καμιά προσπάθεια να μειώσει την ταχύτητά της και ακολούθως, κάνοντας χρήση του δεξιού δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης να μετακινήσει σταδιακά το όχημά της στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας προσπερνώντας το ακινητοποιημένο όχημα του τρίτου εναγομέ-νου που παρεμβαλλόταν στην πορεία της....", πέραν της ουσιαστικής αβασιμότητός της, εφ' όσον η μεν πρώτη παραδοχή αναφέρεται στο τι πράγματι έπραξε η δεύτερη των αναιρεσειόντων, ήτοι στη μείωση της ταχύτητας για την ακινητοποίηση του οχήματος στο συγκεκριμένο σημείο, ενώ η δεύτερη παραδοχή αναφέρεται στο τι έπρεπε να πράξει αυτή, ήτοι στη μείωση της ταχύτητας προκειμένου να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας, κινούμενη προοδευτικά, με τη χρήση του δείκτη αλλαγής πορείας από την αριστερή στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας απαραδέκτως προβάλλεται, εφ' όσον η φερόμενη ως αντίφαση ανάγεται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών της συγκρούσεως, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, με την παραπάνω δε αιτίαση, και υπό το πρόσχημα της προβαλλομένης πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο και τρίτο, κατά τα νοηματικά πρώτο και τρίτο σκέλη του, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως και, συνακολούθως οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της αποφάσεως (ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 399/ 2011), κατά μείζονα δε λόγο αν το δικαστήριο δέχθηκε εν όλω ή εν μέρει τον προταθέντα ισχυρισμό (Α.Π. 1342/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους που είχαν προβάλει πρωτοδίκως και επανέφεραν νόμιμα στο Εφετείο, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου Γ. Β., ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο και δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμο, δεχόμενο, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο ως άνω ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος τυγχάνει συνυπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος και τον θανάσιμο τραυματισμό του οικείου των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δικ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ.Α.Π. 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Α.Π. 107/2016, Α.Π. 793/2015, Α.Π 50/2013).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ1 είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που λήφθηκαν υπόψη.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειο¬θετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Α.Π. 128/2013, Α.Π. 1569/2010, Α.Π. 600/2010, Α.Π. 259/2009). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1569/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το υπόλοιπο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τις προανακριτικές καταθέσεις της δεύτερης τούτων και του ήδη τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους ότι η ακινητοποίηση του οχήματος της δεύτερης εξ αυτών στο προαναφερόμενο σημείο οφείλεται στο γεγονός ότι μεταξύ του αυτοκινήτου της και του αυτοκινήτου του ήδη τετάρτου αναιρεσιβλήτου ακινητοποιήθηκε και τρίτο αυτοκίνητο αγνώστων στοιχείων.
Από τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις των ήδη αναιρεσειόντων, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι οι αναιρεσείοντες προκειμένου να αποδείξουν τον ως άνω ισχυρισμό τους, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο Εφετείο τα έγγραφα που προαναφέρθηκαν, από δε την προσβαλλομένη απόφαση δεν διαπιστώθηκε έλλειψη προσκομίσεως αυτών.
Όμως, ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος και τούτο διότι, υπό την κατ' επίφαση επίκληση της μη λήψεως υπόψη των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων, πλήττεται πράγματι η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.).
Σε κάθε περίπτωση δε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη από τη ρητή διαβεβαίωση αυτής ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, έλαβε υπόψη, εκτός άλλων "και όλα τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσας σχετικής ποινικής δικογραφίας....", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει, χωρίς κανένα δισταγμό, ότι το Δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα.
Από τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β' του Α.Κ., που παρέχει αξίωση αποζημιώσεως και σε εκείνον που είχε απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο συνάγεται ότι η αξίωση αυτή αποτελεί γνήσια αξίωση αποζημιώσεως και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο της διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει.
Έτσι, από άποψη εκτάσεως η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1389 επ., 1442 επ., και 1485 επ. του Α.Κ. περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής. Η απορρέουσα από την Α.Κ. 928 εδ. β' αξίωση αποζημιώσεως έχει άμεση σχέση με την αξίωση διατροφής διότι τόσο η γένεση του δικαιώματος αποζημιώσεως όσο και το οφειλόμενο ποσό (μέτρο), προσδιορίζονται από τις σχετικές διατάξεις του Α.Κ.
για τη διατροφή (ανιόντων-κατιόντων ή συζύγων), που όφειλε το θύμα σ1 εκείνον που ζητά αποζημίωση από τον υπεύθυνο για τη θανάτωση του υπόχρεου διατροφής. Έτσι λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως αυτής η πιθανή διάρκεια της ζωής του θύματος και του δικαιούχου και η πιθανή εξέλιξη της οικονομικής τους καταστάσεως.
Ενόψει των ανωτέρω, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 1389, 1390 και 1485 επ. Α.Κ. τα δικαστήρια υποχρεούνται να επιδικάσουν διατροφή στο σύζυγο ή τα τέκνα του ανωτέρω προσώπου και, συνακόλουθα και αποζημίωση σε καθένα από τα πρόσωπα αυτά για τη λόγω της θανατώσεώς του στέρηση της διατροφής (ολ.Α.Π. 3/2004).
Η ύπαρξη και το μέγεθος της ζημίας που μπορεί να ζητηθεί ως αποζημίωση, θα εξαρτάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από το συσχετισμό των δυνάμεων των συζύγων από τον οποίο θα προκύπτει η υποχρέωση, το είδος και το μέγεθος συνεισφοράς του πα¬θόντος συζύγου με την παροχή προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, βάσει των στοιχείων που θα εκτίθενται από τους διαδίκους (ολ.Α.Π.39/1997).
Με τις παραπάνω διατάξεις καθιερώνεται η ισότιμη και αναλογική συμβολή των συζύγων στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Ισότιμη όμως συμβολή δεν νοείται η μαθηματική ισότητα συνεισφορών, γιατί αυτή προϋποθέτει ισότητα δυνάμεων, αλλά σημαίνει συμβολή καθενός των συζύγων ανάλογα με τις δυνάμεις του.
Για τον υπολογισμό δε του ποσού της διατροφής που δικαιούται ο επιζών σύζυγος δεν απαιτείται η εφαρμογή συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού και η παράθεση στην απόφαση μαθηματικών πράξεων, αλλά το δικαστήριο καθορίζει αυτό με βάση τις δυνάμεις των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των εισφερόμενων προσωπικών υπηρεσιών (Α.Π. 788/2010, Α.Π. 1965/2008).
Περαιτέρω, ο εμμέσως ζημιωθείς λόγω στερήσεως της διατροφής οφείλει, κατ' άρθρο 300 του Α.Κ., να λάβει όλα τα δυνατά μέτρα προς αποτροπή ή μείωση της ζημίας.
Συνεπώς, η σύζυγος η οποία κατά την διάρκεια του γάμου ασχολείτο με τα οικιακά, έχει την υποχρέωση να μειώσει την ζημία της από το θάνατο του συζύγου, εργαζόμενη σε εργασία ανάλογη με τις ικανότητές της και την κοινωνική τους θέση. Για το θέμα του καθήκοντος της εκ μέρους της χήρας ασκήσεως επαγγελματικής απασχολήσεως λαμβάνονται υπόψη: η ηλικία, η ικανότητα για προσφορά εργασίας οι βιοτικές εν γένει σχέσεις η τυχόν ύπαρξη ανήλικων τέκνων, οι γνώσεις η οικονομική κατάσταση και η κοινωνική θέση των συζύγων κατά την διάρκεια του γάμου. Δεν ενδιαφέρει δε αν η σύζυγος θα υποχρεούτο έναντι του συζύγου - αν ζούσε - να εργαστεί, γιατί το σχετικό βάρος γεννάται γι' αυτήν, κατ' άρθρο 300 του Α.Κ., με την θανάτωση του συζύγου.
Συνεπώς εφόσον η χήρα οφείλει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να εργαστεί, τα από την εργασία της πιθανά εισοδήματά της υπολογίζονται κατά τον καθορισμό της μηνιαίας χρηματικής δόσεως της αποζημιώσεως, αδιάφορο αν η γυναίκα εργάζεται πράγματι, παραλείπει υπαιτίως να εργαστεί ή προτιμά άλλη απασχόληση μη αμειβόμενη.
Απ' όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει, ότι το συντρέχον πταίσμα (Α.Κ. 300) αντιτάσσεται από τον εναγόμενο κατά του τρίτου εμμέσως ζημιούμενου (δικαιούχο διατροφής) και ταυτίζεται με τον περιορισμό της εκτάσεως της ζημίας στον οποίο είναι υποχρεωμένος να προβεί ο έμμεσα ζημιωθείς ο σχετικός δε ισχυρισμός προβάλλεται από τον εναγόμενο με την μορφή ενστάσεως (Α.Κ. 300, Κ.Πολ.Δικ. 262).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, ως προς το κεφάλαιο αποζημιώσεως για στέρηση διατροφής και παροχής υπηρεσιών, κατ' άρθρο 928 εδάφ. β' του Α.Κ., δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο θανάσιμα τραυματισθείς κατά το ένδικο ατύχημα, Δ.
Π., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας του ανηλίκου τέκνου της Θ., ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, ηλικίας 41 ετών, υγιής και εργαζόταν ως υποπλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού σε διάφορες ναυτιλιακές εταιρείες όπως στην "CARDIFF MARINE INC" και "MTS TANKERS LTD", ήταν δε ασφαλισμένος στο Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο (Ν.Α.Τ.).
Από την εν λόγω εργασία του αποκόμιζε, κατά μέσο όρο, μηνιαίο εισόδημα, ποσού 6.000 ευρώ. Ο θανών, Δ. Π., διέμενε με την πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του, σε ιδιόκτητη οικία στην Αίγινα και δεν βαρυνόταν με την πληρωμή μισθωμάτων, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι είχε άλλη περιουσία ή εισόδημα από οποιαδήποτε άλλη πηγή. Βαρυνόταν, όμως με την αποπληρωμή πιστωτικής κάρτας Citibank, με χρεωστικό υπόλοιπο, κατά το χρόνο θανάτου του, ύψους 5.248,48 ευρώ, καθώς και βεβαιωμένων στη Δ.Ο.Υ.
Αίγινας φόρων και εισφορών, συνολικού ποσού 5.823,29 ευρώ, τα χρέη δε αυτά αποπλήρωσε η πρώτη ενάγουσα μετά τον θάνατο του. Οι δαπάνες για την εξόφληση των δόσεων της ως άνω πιστωτικής κάρτας και των χρεών προς το Δημόσιο, του Δ. Π. και μετά το θάνατο του της πρώτης ενάγουσας, δεν προαφαιρούνται από τα εισοδήματά τους αλλά λαμβάνονται υπόψη ως στοιχεία προσδιοριστικά της αξίας της περιουσίας τους η οποία πρέπει να εκληφθεί ότι μειώνεται κατά τα οφειλόμενα ποσά, καθώς και ως στοιχεία προσδιοριστικά των συνθηκών διαβίωσής τους και επιπλέον ως βιοτική τους ανάγκη [
].. Με βάση την ως άνω καλή κατάσταση της υγείας του και το προσδόκιμο της ηλικίας των ανδρών, ο θανών Δ. Π. κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν μεσολαβούσε ο θανάσιμος τραυματισμός του, θα ζούσε και θα εργαζόταν ως Υποπλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού έως το έτος 2035, οπότε θα συμπλήρωνε το 65° έτος της ηλικίας του, αποκομίζοντας από την εργασία του αυτή το ίδιο ως άνω ποσό των 6.000 ευρώ.
Η πρώτη ενάγουσα, ηλικίας κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της 36 ετών, δεν είχε κανένα εισόδημα και δεν εργαζόταν, συνεισέφερε δε στις κοινές ανάγκες, παρέχοντας την προσωπική της εργασία στο συζυγικό οίκο για την καθαριότητα, παρασκευή φαγητού κ.λπ. και τις υπηρεσίες της για τη φροντίδα του ανηλίκου τέκνου τους και του θανόντος, οι οποίες αποτιμώνται στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως.
Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των συζύγων, ο θανών συνεισέφερε μηνιαίως για την αντιμετώπιση των οικογενειακών τους αναγκών το ποσό των 1.000 ευρώ, κατά μέσο όρο, επί πλέον αυτού που συνεισέφερε για τις ίδιες ανάγκες η πρώτη ενάγουσα. Επομένως η οφειλόμενη από το θανόντα διατροφή, αν ζούσε, ανέρχεται στο ως άνω ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, κατά το οποίο ζημιώθηκε η πρώτη ενάγουσα το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την επομένη του θανάτου του (21.11.2011) μέχρι 31.5.2014 (χρόνος σύνταξης της αγωγής).
Συνολικά, δηλαδή, για την ως άνω αιτία, οφείλεται στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ (1.000 ευρώ Χ 30 μήνες), το οποίο πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό των 8.662,83 ευρώ, όπως ζητεί με την αγωγή, το οποίο αντιστοιχεί στη σύνταξη χηρείας που έλαβε, λόγω θανάτου του συζύγου της για το ανωτέρω χρονικό διάστημα από το Ν.Α.Τ.
Πρέπει, επομένως να επιδικαστεί στην πρώτη ενάγουσα, για το ως άνω χρονικό διάστημα το ποσό των 21.337,17 (30.000 - 8.662,83) ευρώ, εφάπαξ, αφού η ως άνω αποζημίωση δεν αναφέρεται στο μέλλον (Α.Κ. 930). Η ένσταση οικείου πταίσματος (Α.Κ. 300) της πρώτης ενάγουσας, που προέβαλαν παραδεκτά πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και επαναφέρουν με σχετικό λόγο των εφέσεών τους είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθόσον ναι μεν η πρώτη ενάγουσα είχε την ικανότητα και την ηλικία να εργασθεί πλην, όμως, αυτή μετά τη γέννηση του ανηλίκου τέκνου τους την 10-9-2011, ήτοι δύο μήνες περίπου πριν από το θανάσιμο τραυματισμό του συζύγου της ανέλαβε αποκλειστικά την φροντίδα και την ανατροφή αυτού, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να εργαστεί.
Επίσης ο αιφνίδιος θάνατος του συζύγου της επέφερε σε αυτήν σοβαρές ψυχολογικές και συναισθηματικές διαταραχές γεγονός που καθιστά δύσκολη την άσκηση επαγγέλματος από αυτήν (βλ. και την από 24.10.2014 ιατρική βεβαίωση της ψυχιάτρου του Ψ.Ν.Α. "ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ" Χ. Π. και την από 1.10.2014 βεβαίωση της ψυχολόγου Μ. Κ.).
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι το ανήλικο τέκνο του θανόντος και της πρώτης ενάγουσας, ηλικίας δύο μηνών κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος στερείται εισοδημάτων και περιουσίας και διατρεφόταν από τους γονείς του. Με βάση τις οικονομικές δυνατότητες των γονέων του και τις εν γένει περιστάσεις το σύνολο των αναγκών του τέκνου σε παροχή υπηρεσιών και σε χρήμα για την ανάλογη διατροφή του, ανέρχεται σε 350 ευρώ μηνιαίως.
Στη διατροφή του συνέβαλε η πρώτη ενάγουσα - μητέρα του κατά το ποσό των 100 ευρώ, με την παροχή των προσωπικών της υπηρεσιών, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσό των 250 ευρώ συνέβαλε ο θανών πατέρας του, αναλόγως των εισοδημάτων του, γενομένης εν μέρει δεκτής της ένστασης των εναγομένων περί συνεισφοράς της πρώτης ενάγουσας στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου τους, που προέβαλαν παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρουν με σχετικό λόγο των εφέσεών τους.
Επομένως η οφειλόμενη από το θανόντα διατροφή, αν ζούσε, για το ανήλικο τέκνο του ανέρχεται στο ως άνω ποσό των 250 ευρώ μηνιαίως κατά το οποίο και ζημιώθηκε το ανήλικο για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την επομένη του θανάτου του πατέρα του (21.11.2011) μέχρι 31.5.2014. Ήτοι συνολικά, για την ως άνω αιτία, οφείλεται στην πρώτη ενάγουσα, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της το ποσό των 7.500 ευρώ (250 ευρώ Χ 30 μήνες), το οποίο πρέπει να μειωθεί κατά το ποσό των 1.872,23 ευρώ, όπως ζητεί με την αγωγή, το οποίο αντιστοιχεί στη σύνταξη που έλαβε το ως άνω ανήλικο, λόγω θανάτου του πατέρα του, από το ασφαλιστικό ταμείο του τελευταίου Ν.Α.Τ.
Πρέπει, επομένως να επιδικαστεί στην πρώτη ενάγουσα, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της για το ως άνω χρονικό διάστημα, το ποσό των 5.627,77 (7.500-1.872,23) ευρώ εφάπαξ, αφού η ως άνω αποζημίωση δεν αναφέρεται στο μέλλον (Α.Κ. 930). Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση και επιδίκασε στην πρώτη ενάγουσα ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της τα ως άνω ποσά ως αποζημίωσή τους για τη στέρηση διατροφής δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι των εφέσεων πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι".
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψεως αφού έκρινε ότι η σύζυγος δεν εργαζόταν και μετά το θάνατο του συζύγου της δεν μπορούσε, για τους προεκτεθέντες λόγους να εργαστεί, καθόρισε στη συνέχεια τις δυνάμεις των δύο συζύγων στον οικογενειακό προϋπολογισμό, αποτίμησε και τη συνεισφορά καθενός από αυτούς και από το συσχετισμό αυτόν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ατομικά, αλλά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της υφίσταται απώλεια από το θάνατο του συζύγου της και πατέρα του τελευταίου (τέκνου της).
Συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ούτε και στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αφού περιέχονται στην απόφαση σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αποζημιώσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης γι' αυτήν ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της λόγω στερήσεως της διατροφής τους από τον θανατωθέντα, συνεπεία του ατυχήματος σύζυγο και πατέρα, αντίστοιχα.
Οι περαιτέρω επικαλούμενες αιτιάσεις κατά σύνοψη των εκεί αναφερομένων, ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση: α) ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης της οικίας στην οποία διέμενε η οικογένεια του αποβιώσαντος και β) το ύψος των μηνιαίων καταβολών για την αποπληρωμή των αναφερομένων χρεωστικού υπολοίπου πιστωτικής κάρτας και βεβαιωμένων από τη Δ.Ο.Υ.
Αίγινας φόρων και εισφορών, ώστε μετά την αφαίρεση αυτών, να καθοριστεί το ύψος των μηνιαίων εσόδων του αναιρεσείοντος που θα αποτελούσαν τη δύναμη αυτού, δια της οποίας θα συμμετείχε στις οικογενειακές ανάγκες, προσέτι δε δεν διαλαμβάνεται σ' αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) ότι η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη πέραν του ότι διέθετε, το μεν εξοχική κατοικία, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην περιουσία αυτής, με την οποία συνεισέφερε στις οικογενειακές ανάγκες και η οποία συνεισφορά αποτιμάται στα μισθώματα, τα οποία θα απέφερε η οικία αυτή, το δε και έτερο ακίνητο, το οποίο ναι μεν απαλλοτριώθηκε, εισέπραξε, όμως αυτή την καθορισθείσα αποζημίωση, "δεν εστερείτο εισοδημάτων (όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλομένη), αλλά είχε και άλλα εισοδήματα, τα οποία αύξαναν τις δυνάμεις της", κρίνονται απορριπτέες προεχόντως ως απαράδεκτες διότι, με αυτές υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Κατ' ακολουθίαν, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των παρατεθεισών στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δικ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 65/2017, Α.Π. 207/2017, Α.Π. 385/2015, Α.Π. 92/2013).
Πρέπει, συναφώς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π.951/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε (Α.Π. 207/2017, Α.Π. 65/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλουν αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι υφίσταται η αναφερόμενη παραπάνω αξίωση αποζημιώσεως της συζύγου και του ανηλίκου τέκνου του θανατωθέντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας λόγω στερήσεως της διατροφής αυτών, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι: 1) μια νέα γυναίκα, υγιής, βαρυνόμενη με την ανατροφή ανηλίκου τέκνου, θα μπορούσε να εργαστεί και να κερδίζει κάθε μήνα το ποσό των 650 ευρώ, 2) ο χρόνος εργασίας των ναυτικών και ιδίως των ανώτερων αξιωματικών (πλοίαρχος υποπλοίαρχος και α' μηχανικός) δεν υπερβαίνει τους 6 ή 7 μήνες ετησίως με συνέπεια ο μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών τους να μειώνεται κατά πολύ και 3) οι έχοντες υψηλά, της τάξεως των 6.000 ευρώ μηνιαίως εισοδήματα δεν δημιουργούν οφειλές ποσού 5.248,48 ευρώ, ούτε αφήνουν ανεξόφλητους βεβαιωμένους φόρους και εισφορές ύψους 5.823,29 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον τα ως άνω επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας κατά την ανωτέρω έννοια, η δε επικαλούμενη παραβίαση αυτών δεν αφορά στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή στην υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ή δεν εφαρμόζει κανόνα, του οποίου, ενόψει των ίδιων παραδοχών, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής λόγος δε αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται αιτιολογία της αποφάσεως, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής αφού και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητας του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της αποφάσεως (Α.Π. 189/2017).
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 928 και 298 του Α.Κ., καθ' όσον κρίθηκε με αυτήν ότι ο θανών θα διατηρούσε μέχρι το έτος 2035 έσοδα ύψους 6.000 ευρώ μηνιαίως και θα παρείχε στην πρώτη αναιρεσίβλητη και το από αυτήν εκπροσωπούμενο ανήλικο τέκνο του την επιδικασθείσα μηνιαία διατροφή, παρά το γεγονός ότι:
α) ο ανήλικος θα έχει ενηλικιωθεί το έτος 2029 και, επομένως έκτοτε δεν θα έχει δικαίωμα διατροφής β) είναι άγνωστο εάν η πρώτη αναιρεσίβλητη θα διατηρήσει δικαίωμα διατροφής για όλο το διάστημα μέχρι και το έτος 2035 και γ) είναι, επίσης άγνωστο εάν ο θανών θα συνέχιζε να ασκεί το επάγγελμα του ναυτικού μέχρι το έτος 2035, υπό ποιες συνθήκες υπό ποια ιδιότητα και με ποιες αποδοχές.
Ο λόγος αυτός σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, κρίνεται απορριπτέος ως αλυσιτελής αφού και υπό την εκδοχή της βασιμότητάς του, δεν οδηγεί στην αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως με την οποία, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της, επιδικάστηκε διατροφή στην πρώτη αναιρεσείουσα ατομικά και για λογαριασμό του εκπροσωπουμένου από αυτήν ανηλίκου τέκνου της για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ήτοι από 21.11.2011 μέχρι 31.5.2014, δηλαδή για 2,5 έτη, στο οποίο δεν αφορούν οι ως άνω αιτιάσεις.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξεως και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά στις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Στην περίπτωση δε υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα παραπάνω συνάγεται ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ 9/2015).
Εξ άλλου, από το άρθρο 932 του Α. Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διατάξεως. Τέτοια στοιχεία, όπως έχει εκτεθεί ήδη, είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος οι όλες ειδικότερες συνθήκες προκλήσεως της ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα στην περίπτωση επιδικάσεως στην οικογένεια του θύματος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατό του, ερευνάται από το δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα και η ύπαρξη μεταξύ των δικαιουμένων προσώπων και του τελευταίου αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, καθώς και η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Έτσι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Α.Π.
ολομ. 9/2015).Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη 2104/2019 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....ο αποβιώσας Δ. Π. ηλικίας 41 ετών κατά τον χρόνο θανάτου του, ήταν σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, πατέρας του εκπροσωπούμενου από αυτήν ανήλικου τέκνου της Θ.
Π. και αδελφός της τρίτης και τέταρτης των εναγόντων. Τα ανωτέρω πρόσωπα ανήκουν στην οικογένεια του αποβιώσαντος κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 932 Α.Κ.. Ο αιφνίδιος απρόσμενος και βίαιος θάνατος του Δ. Π., κάτω από τις ανωτέρω συνθήκες προκάλεσε έντονο ψυχικό πόνο, θλίψη και οδύνη σε όλα τα μέλη της οικογενείας του, με τα οποία συνδεόταν με σχέσεις αγάπης και στοργής.
Έτσι, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος της συγκλίνουσας αποκλειστικής υπαιτιότητας των οδηγών των ζημιογόνων αυτοκινήτων στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος της ηλικίας του αποβιώσαντος της καλής κατάστασης της υγείας του, της σχέσης του και του βαθμού της συναισθηματικής του σύνδεσης με τα ανωτέρω μέλη της οικογενείας του, της έντασης και διάρκειας του ψυχικού άλγους που αυτοί υπέστησαν, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιουσιακή κατάσταση των εναγόμενων ασφαλιστικών εταιρειών, των οποίων η ευθύνη είναι εγγυητική, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ικανοποίηση, την οποία δικαιούνται αυτοί να λάβουν προς ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το θάνατο του, ανέρχεται σε 100.000 ευρώ για την πρώτη των εναγόντων σύζυγο του, ηλικίας 36 ετών, κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της των οποίων ο γάμος είχε τελεστεί μόλις 16 μήνες πριν από το τραγικό ατύχημα, σε 80.000 ευρώ για το εκπροσωπούμενο από αυτήν ανήλικο τέκνο της Θ.
Π., που ήταν μόλις 2,5 μηνών κατά το χρόνο του ατυχήματος και που, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα υφίσταται την ψυχική οδύνη μεγαλώνοντας η οποία θα κλιμακώνεται και θα εντείνεται σταδιακά και αναμφίβολα επηρεάζει δυσμενώς την ψυχοσωματική του ανέλιξη [.....] και σε 25.000 ευρώ για κάθε μία από τις δεύτερη και τρίτη των εναγόντων Μ.
Π. και Ι. Π., αντίστοιχα, αδελφές του θανόντος. Τα ποσά αυτά κρίνονται εύλογα με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια προσδιορισμού τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας αντικειμενικά δίκαια κα ανάλογα με τέτοιο τρόπο, ώστε να επέρχεται εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των διαδίκων μερών, σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας η οποία εφαρμόζεται και κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης την οποία δικαιούται ο παθών από αδικοπραξία [......], δεδομένου ότι τα άνω ποσά εκτιμάται ότι βρίσκονται εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, καθώς επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις με βάση την κοινή πείρα, την κοινή περί δικαίου συνείδηση και τη δικαστηριακή πρακτική.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε στους ενάγοντες (πλην της πρώτης τούτων για τον εαυτό της ατομικά, στην οποία ορθώς επιδίκασε το ίδιο ως άνω ποσό των 100.000 ευρώ, απορριπτομένων, μετά ταύτα, ως αβασίμων των σχετικώς περί του αντιθέτου υποστηριζομένων με τις κρινόμενες εφέσεις) μεγαλύτερα ποσό για την ως άνω αιτία, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι των από 16.3.2015 και 14.4.2015 εφέσεων των εναγομένων πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι, απορριπτομένου του σχετικού λόγου της από 22.12.2015 εφέσεως των εναγόντων περί επιδικάσεως μεγαλυτέρων ποσών για την ως άνω αιτία".
Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης στα ποσά των 100.000 ευρώ για τη σύζυγο, 80.000 ευρώ για το ανήλικο τέκνο και 25.000 ευρώ για κάθε αδελφή του θανόντος υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση είναι καταφανώς μεγαλύτερα των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθίαν ο έκτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας στις τρεις πρώτες των αναιρεσιβλήτων (εκ των οποίων η πρώτη για τον εαυτό της και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της) τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 του Α.Κ., 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 δ' του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς τους τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων (στους οποίους δεν αφορά ο ως άνω λόγος που έγινε δεκτός) και να γίνει δεκτή ως προς τις: πρώτη (για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της), δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο έκτος λόγος αναιρέσεως και συγκεκριμένα ως προς το ύψος της επιδικασθείσας στις παραπάνω αναιρεσίβλητες χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, να παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση κα το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως προκειμένου να ερευνηθεί ως προς το προεκτεθέν κεφάλαιο, εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους ενώ οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στην ανάλογη δικαστική δαπάνη των καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσειόντων, που υποβλήθηκαν μεν σε ολόκληρη τη δικαστική δαπάνη, η οποία όμως κατά το ένα μέρος της αντιστοιχούσε στους τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος εκ μέρους τους παραβόλου, ενόψει της μερικής νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30.9.2019 με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 868/2019 αίτηση για αναίρεση της 2104/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων (Γ. Β. και ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "INTERAMERIKAN Ελληνική Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζημιών Α. Ε.").
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των ως άνω τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσιβλήτων εκ χιλίων οκτακοσίων (1.850) ευρώ.
Αναιρεί την 2104/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις πρώτη (γι' αυτήν ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της), δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τις πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή της ανάλογης δικαστικής δαπάνης των αναιρεσειουσων εκ χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις καταθέσασες τούτο αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ