Legislator Case Law & Legislation
529/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague document distortion claim lacking specific content comparison.

Case Number 529/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a failed investment scheme with a credit union. The appellant argued the lower court distorted the bank's website content regarding cooperative shares, but the court found the appeal vague. The court rejected the claim because the appellant failed to provide the exact text of the alleged document and the specific distortion made by the lower court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 § 20 KPolD; Art. 339, 432 KPolD: An appeal based on the distortion of a document is inadmissible if the appellant fails to specify the document's content and the precise distortion alleged by the court of first instance.

Keywords

AI generated
appeal admissibility document distortion specific content requirement vague appeal grounds investment contract dispute credit union shares court of first instance

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 § 20 KPolD
Art. 339 KPolD
Art. 432 KPolD
Art. 495 § 3 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 914 A.K.
Art. 919 A.K.
Art. 281 A.K.
Art. 288 A.K.
Art. 8 n. 2251/1994

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 529 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 529/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ζ. Κ. του Δ., κατοίκου ... …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χαζιράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία " Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων Συν.ΠΕ ", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νικόλαο Κλαμαρή και Δημήτριο Τσιμπανούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2021 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6-12-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 37/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 2-3-2018 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι με σύμβαση, που συνήψε με την εναγόμενη-αναιρεσίβλητη συνεταιριστική τράπεζα, μετείχε σε ενιαίο επενδυτικό και καταθετικό πρόγραμμα αυτής, που προέβλεπε επένδυση σε συνεταιριστικά μερίδια της αναιρεσίβλητης και κατάθεση σε λογαριασμό της με αυξημένη απόδοση, με εγγύηση του κεφαλαίου και της απόδοσης, καθώς και δικαίωμα ανάληψης οποτεδήποτε του κεφαλαίου.

Ότι επένδυσε στο πρόγραμμα αυτό 60.060 ευρώ, λαμβάνοντας 1.716 συνεταιριστικά μερίδια της αναιρεσίβλητης, και κατέθεσε σε λογαριασμό της 6.060 ευρώ, αργότερα δε ζήτησε να αναλάβει την αξία του κεφαλαίου της επένδυσής του στα μερίδια, δηλαδή το ποσό των 60.060 ευρώ, αλλά η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να το καταβάλει και ακολούθως κατήργησε το επενδυτικό πρόγραμμα χωρίς να του επιστρέψει το εν λόγω ποσό.

Ότι εν συνεχεία ο αναιρεσείων μετείχε σε γενομένη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της (αναιρεσίβλητης), αγοράζοντας επιπλέον 1.486 συνεταιριστικές μερίδες αντί 7.430 ευρώ, κατόπιν διαβεβαιώσεων των υπαλλήλων της ότι με τον τρόπο αυτό θα εξασφάλιζε την επιστροφή του αρχικού κεφαλαίου των 60.060 ευρώ, πλην όμως η αναιρεσίβλητη δεν του απέδωσε ούτε το αρχικό κεφάλαιο, ούτε αυτό, με το οποίο συμμετείχε στην αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου.

Ότι οι συμβάσεις, βάσει των οποίων απέκτησε τα 1.716 και 1.486 συνεταιριστικά μερίδια, είναι άκυρες ως καταπλεονεκτικές, η πρώτη, επειδή τον δεσμεύει υπέρμετρα, δεδομένου ότι έγινε εν αγνοία του συνέταιρος της αναιρεσίβλητης και η ρευστοποίηση των μερίδων του εξαρτάται, κατά το Καταστατικό της και τις διατάξεις των νόμων 1667/1986 και 4261/2014, από την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου της και της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ ταυτόχρονα υπέχει περιορισμένη προσωπική ευθύνη για τα χρέη της, η δε αναιρεσίβλητη έλαβε δυσανάλογα υψηλή περιουσιακή παροχή, και η δεύτερη, επειδή η αναιρεσίβλητη τον παρέσυρε στη σύναψή της εκμεταλλευόμενη την ελαφρότητά του και τον κατέστησε συνυπεύθυνο για τα χρέη της με αντάλλαγμα μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μερίδια.

Ζήτησε δε, αναγνωριζομένης της ακυρότητας των συμβάσεων, να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει τα ως άνω ποσά των 60.060 και 7.430 ευρώ λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της για αιτία παράνομη, καθώς και 8.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, άλλως επικουρικώς να υποχρεωθεί να του καταβάλει Α) το ποσό των 60.060 ευρώ ως αποζημίωση α) για παράβαση της συμβατικής της υποχρέωσης περί απόδοσης του κεφαλαίου, που επένδυσε σε συνεταιριστικά μερίδια, β) για την παράνομη και υπαίτια πράξη των προστηθέντων υπαλλήλων της, οι οποίοι του παρείχαν επενδυτικές υπηρεσίες χωρίς να τηρήσουν τους όρους του ν. 3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέτρων κ.λπ." και κατά παράβαση των άρθρων 281 και 288 Α.Κ., και γ) για παράβαση των διατάξεων του ν. 2251/1994 "Προστασία των καταναλωτών" λόγω παροχής πλημμελών υπηρεσιών, και Β) το ποσό των 7.430 ευρώ, α) επειδή η σχετική σύμβαση αγοράς μεριδίων είναι ακυρώσιμη λόγω απάτης κατ' άρθρο 147 Α.Κ., και β) ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας κατά τα ανωτέρω.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 31/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η κύρια βάση της περί ακυρότητας των συμβάσεων λόγω καταπλεονεκτικότητας, απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμο το μέρος της, με το οποίο ζητείτο το ποσό των 7.430 ευρώ, και έγιναν δεκτές κατά τα λοιπά οι επικουρικές βάσεις της και υποχρεώθηκε η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα 60.060 ευρώ ως αποζημίωση και 4.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση.

Μετά από έφεση της αναιρεσίβλητης εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 37/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και η αγωγή απορρίφθηκε, κατά το μέρος που έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 14/2015, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 27/1998).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 2/2019, Α.Π. 708/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη (Α.Π. 1/2019, Α.Π. 977/2017, Α.Π. 680/2016).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914 Α.Κ. προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 Α.Κ. και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (Α.Π. 1406/2021, Α.Π. 1007/2019, Α.Π. 974/2018, Α.Π. 669/2017).

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (Α.Π. 609/2022, Α.Π. 1406/2021).

Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παρανόμου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης και ενημέρωσης, και συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας και πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (Α.Π. 1007/2019).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1406/2021, Α.Π. 813/2019). Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.

α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β' ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.

α'), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (Α.Π. 1228/2019, Α.Π. 974/2018, Α.Π. 1028/2015).

Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (Α.Π. 1007/2019, Α.Π. 974/2018, A.Π. 1849/2017).

Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του άρθρου 914 ΑΚ, ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για αυτοτελή νόμιμο λόγο ευθύνης, αλλά για εξειδικευμένη ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης, με τη διαφορά ότι με το άρθρο αυτό καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες.

Συγκεκριμένα, το κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας. ενώ ο οφειλέτης την εκ μέρους του έλλειψη εκδήλωσης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, καθώς και την εμφάνιση κάποιου λόγου άρσης ή μείωσης της ευθύνης του (Α.Π. 140/2023, Α.Π. 2070/2022, Α.Π. 525/2022, Α.Π. 1295/2019, Α.Π. 974/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Κρήτης δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 37/2021 απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος [αναιρεσίβλητη τράπεζα] ιδρύθηκε μετά την από 18 Αυγούστου 1993 απόφαση της ιδρυτικής συνέλευσης των μελών του με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης, οπότε εγκρίθηκε το με την ίδια ημερομηνία καταστατικό του, που καταχωρήθηκε στις 20 Αυγούστου 1993 στο τηρούμενο στο Ειρηνοδικείο Χανίων Μητρώο Αστικών Συνεταιρισμών, με αριθμό μητρώου 1/1993.

Δυνάμει της υπ' αριθ. 560/18.09.1995 απόφασης της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της "Τράπεζας της Ελλάδος" ο εναγόμενος έλαβε άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα και έκτοτε λειτουργεί ως τράπεζα, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. ... Ο ενάγων [αναιρεσείων] γεννήθηκε το έτος … στη …. και κατοικεί πλέον οικογενειακά στα …., εργαζόμενος ως ξενοδοχοϋπάλληλος, έχοντας αποφοιτήσει από Τ.Ε.Ι. "Τ.

και Ξ. Ε.". Ο ίδιος είχε υποβάλει την από 23-04-2007 με αριθμό …. αίτησή του για την απόκτηση 1 υποχρεωτικής συνεταιριστικής μερίδας ... η οποία ήταν απαραίτητη για την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου ... Η εν λόγω συνεταιριστική μερίδα αποτύπωνε τη συμμετοχή του συνεταίρου στο κεφάλαιο της εναγόμενης ...

Ειδικότερα, ο ενάγων είχε αποκτήσει την ιδιότητα του συνεταίρου και την μία υποχρεωτική συνεταιριστική του μερίδα με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εναγόμενης ... Περαιτέρω, από το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 1667/1986 συνάγεται ότι το καταστατικό των πιστωτικών συνεταιρισμών που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα μπορεί να επιτρέπει την απόκτηση από κάθε συνέταιρο απεριόριστου αριθμού προαιρετικών μερίδων.

Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 10 παρ. 4 εδ. α' του Καταστατικού της Συνεταιριστικής Τράπεζας "Κάθε συνεταίρος, συμπεριλαμβανομένων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εκτός από την υποχρεωτική συνεταιριστική μερίδα, έχει το δικαίωμα να αποκτήσει απεριόριστο αριθμό συνεταιριστικών μερίδων". Στη συνέχεια, ο ενάγων έχοντας υποβάλει στις 23-4-2007 την με αριθμό ….

αίτηση για την εγγραφή του ως συνεταίρου και την απόκτηση 1 υποχρεωτικής συνεταιριστικής μερίδας, στις 23-7-2007 υπέβαλε και την με αριθμό …. αίτησή του, δυνάμει της οποίας απέκτησε 100 προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες ... Περαιτέρω, στις 30-10-2007 υπέβαλε την με αρ. … αίτηση δυνάμει της οποίας απέκτησε 30 προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες ...

Επιπλέον, στις 19-4-2010 υπέβαλε την με αρ. ….. αίτηση δυνάμει της οποίας απέκτησε 21 προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες ... Ακολούθως, στις 8-12-2014 υπέβαλε την με αρ. ….. αίτηση δυνάμει της οποίας απέκτησε 1.715 προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες ... ενώ στις 8-12-2015 υπέβαλε την με αριθμό ….. αίτησή του για την συμμετοχή του στην αύξηση συνεταιριστικού κεφαλαίου και απέκτησε 1.486 προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες.

Εξάλλου, στις 2-11-2010 είχε υποβάλει τις με αριθμούς …. και …. αιτήσεις διαγραφής 759 προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων ... Κατά την συζήτηση της αγωγής κατείχε 3961 μερίδες, δεδομένου ότι το έτος 2010 η μία μερίδα διασπάστηκε σε 5 ... Όπως περαιτέρω αποδείχθηκε, ο ενάγων από το έτος 2007 έως και το έτος 2014 είχε προβεί στην κατάρτιση πλήθους τραπεζικών συμβάσεων με την εναγόμενη Συνεταιριστική Τράπεζα, γεγονός που καταδεικνύει την απόκτηση εκ μέρους του της ανάλογης συναλλακτικής εμπειρίας καθώς και εμπεριστατωμένων γνώσεων για την εκάστοτε λειτουργία της κάθε τραπεζικής σύμβασης που κατάρτιζε με την εναγόμενη.

Ειδικότερα, υπέβαλε στις 23-4-2007 αίτηση και ανοίχτηκε ο με αρ. ….. λογαριασμός ταμιευτηρίου ... Ο εν λόγω λογαριασμός έκλεισε στις 8-12-2014 και ο ενάγων με το κλείσιμο του λογαριασμού έκανε ανάληψη του υπολειπόμενου ποσού ... Επίσης, στις 23-4-2007 αιτήθηκε το άνοιγμα του με αρ. ….. λογαριασμού προθεσμίας με αρχικό ποσό κατάθεσης 22.843 ευρώ και ημερομηνία λήξης 23-7-2007 ...

Στη συνέχεια, στις 23-7-2007 υπεγράφη η με αρ. …../23-7-2007 σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα 101/07 και ο ενάγων αιτήθηκε το άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων και ανοίχτηκε την ίδια ημέρα ο με αρ. …. λογαριασμός ... Η σύμβαση αυτή λύθηκε την 2-11-2007 και αποδόθηκε στον ενάγοντα στον λογαριασμό του με αριθμό ….. η εγγυημένη απόδοση ...

Στις 2-11-2007 υπεγράφη η με αρ. …../2-11-2007 σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα 26/07 και αιτήθηκε το άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων και ανοίχτηκε την ίδια ημέρα ο με αρ. …. λογαριασμός ... Η σύμβαση αυτή λύθηκε την 19-4-2010 και αποδόθηκε στον ενάγοντα στον λογαριασμό του με αριθμό …. η εγγυημένη απόδοση ... Στις 2-11-2007 υπεγράφη η με αρ.

…../2-11-2007 σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα 101/07 και αιτήθηκε το άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων και ανοίχτηκε την ίδια ημέρα ο με αρ. ….. λογαριασμός ... Η σύμβαση αυτή λύθηκε την 19-4-2010 και αποδόθηκε στον ενάγοντα στον λογαριασμό του με αριθμό …. η εγγυημένη απόδοση ... Στις 19-4-2010 υπεγράφη η με αρ. …../19-4-2010 σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα 101/10 και αιτήθηκε το άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων και ανοίχτηκε την ίδια ημέρα ο με αρ.

….. λογαριασμός ... Η σύμβαση αυτή λύθηκε την 2-11-2010 και αποδόθηκε στον ενάγοντα στον λογαριασμό του με αριθμό ….. η εγγυημένη απόδοση ... Στις 19-4-2010 υπεγράφη η με αρ. …./19-4-2010 σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα 51/2010 51 και αιτήθηκε το άνοιγμα λογαριασμού καταθέσεων και ανοίχτηκε την ίδια ημέρα ο με αρ.

…. λογαριασμός ... Η σύμβαση αυτή λύθηκε την 2-11-2010 και αποδόθηκε στον ενάγοντα στον λογαριασμό του με αριθμό ….. η εγγυημένη απόδοση ... Στις 5-12-2014 αιτήθηκε το άνοιγμα του με αρ. ….. λογαριασμού ταμιευτηρίου και στις 8-12-2014 υπεγράφη η σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", η οποία αποτελούνταν από 13 όρους και για την οποία θα γίνει λόγος εκτενέστερα κατωτέρω.

Αμέσως μετά ο ενάγων υπέβαλε την με αριθμό … αίτηση ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων Αποδίδω με αρ. ….. ... Το έντυπο ανοίγματος του εν λόγω λογαριασμού ήταν διαφορετικό από αυτό που χρησιμοποιούνταν για το άνοιγμα των υπολοίπων λογαριασμών κατάθεσης και σε αυτό αναγράφονταν ευκρινώς ο αριθμός μερίδων που αποτελούσαν κατά τη σύμβαση την βάση του υπολογισμού κατάθεσης, η τρέχουσα αξία των μερίδων, το ποσό της κατάθεσης, το επιτόκιο έναρξης, οι γενικοί όροι λειτουργίας του κοινού λογαριασμού και οι ειδικοί όροι λειτουργίας του λογαριασμού.

Ο λογαριασμός αυτός έκλεισε στις 8-12-2015 και το κεφάλαιό του πιστώθηκε στον προβλεπόμενο κατά την σύμβαση λογαριασμό με αριθμό …. ... Στις 8-12-2014 αιτήθηκε το άνοιγμα του με αρ. …. λογαριασμού ταμιευτηρίου ... Στις 16-01-2017 αιτήθηκε το άνοιγμα του με αρ. …. λογαριασμού ταμιευτηρίου ... Περαιτέρω, όσον αφορά τον επίδικο λογαριασμό κατάθεσης "Αποδίδω", λεκτέα τα εξής:

Ο ειδικός λογαριασμός κατάθεσης "Αποδίδω" της Τράπεζας ήταν ένα αυστηρά καταθετικό προϊόν, το οποίο ξεκίνησε να υφίσταται τον Νοέμβριο του έτους 2013 και διήρκεσε έως το έτος 2016, οπότε οι ενεργές συμβάσεις καταγγέλθηκαν με επιστολή που εστάλη σε όλους τους καταθέτες που είχαν λογαριασμό κατάθεσης "Αποδίδω" ...

Ο λογαριασμός αυτός του ενάγοντα έκλεισε μετά από αίτηση του, τον Δεκέμβριο του έτους 2015. Ο καταθετικός αυτός λογαριασμός απέδιδε προνομιακό επιτόκιο και προσφέρθηκε μόνο στους συνεταίρους της Τράπεζας. Ο συνέταιρος που άνοιγε λογαριασμό κατάθεσης "Αποδίδω" μπορούσε, κατά τους όρους της σύμβασης, να καταθέσει σε αυτόν ποσό κατάθεσης, που δεν μπορούσε να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών μερίδων του, ήτοι των αποπληρωμένων και μη αποτελουσών αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων.

Επί του ποσού κατάθεσης υπολογιζόταν προνομιακό επιτόκιο, το οποίο διαμορφωνόταν με βάση τα κλιμάκια που ίσχυαν για όλους τους προθεσμιακούς λογαριασμούς της Τράπεζας πολλαπλασιαζόμενα με α) σταθερό συντελεστή 10 και β) με μεταβλητό συντελεστή διατήρησης κατάθεσης από 1,20 έως 1,50 ... Ο λογαριασμός "Αποδίδω" παρείχε υψηλό επιτόκιο ως ανταμοιβή και προσφορά στους συνεταίρους της Τράπεζας που την υποστήριζαν και την εμπιστεύονταν συμμετέχοντας στο κεφάλαιό της και επιπροσθέτως ήταν απλός καταθετικός, δηλαδή ο συνέταιρος μπορούσε να κάνει ανάληψη του ποσού οιαδήποτε χρονική στιγμή.

Ο εν λόγω λογαριασμός κατάθεσης "Αποδίδω" πέραν του χρονικού σημείου ενάρξεώς του, ως καθαρώς καταθετικού προϊόντος, που συμπίπτει με το χρονικό σημείο κατάργησης της "Χρυσής Επένδυσης", δεν έχει νομικά χαρακτηριστικά κοινά με τη "Χρυσή Επένδυση" και διαφοροποιείται παντελώς από την τελευταία, δεδομένου ότι η σύμβαση ένταξης στο επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" αποτελούσε πρόγραμμα επιβράβευσης των συνεταίρων, το οποίο προσφέρθηκε από το έτος 2003 και ως το έτος 2013 και είχε δύο πεδία αναφοράς, ήτοι ένα καταθετικό σκέλος και το σκέλος που αφορούσε τη διανομή μερίσματος της συνεταιριστικής μερίδας.

Η Τράπεζα αναλάμβανε υποχρέωση ως προς την συνολική απόδοση του προϊόντος ότι δηλαδή η απόδοση του, που αποτελούταν από μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων, που δικαιούταν ο συνέταιρος κατ. αρ. 25 καταστατικού, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξης τους στο πρόγραμμα και έως την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι χρυσής κατάθεσης ...

θα είναι ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από τη τράπεζα επιτόκιο, σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της τράπεζας στον τύπο ή/και στην ιστοσελίδα της, για τις προθεσμιακές καταθέσεις αναλόγου ύψους και διάρκειας όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος ...

Η υποχρέωση της τράπεζας συνίστατο στον συμβατικό όρο ότι σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η ως άνω συνολική εγγυημένη απόδοση, όπως αυτή προσδιοριζόταν στην ίδια σύμβαση, η Τράπεζα αναλάμβανε να καταβάλει στο συνέταιρο την διαφορά, με τους όρους και την συμφωνία σχετικά με τον υπολογισμό και την απόδοση της καταβλητέας διαφοράς απόδοσης όπως οριζόταν στον όρο 5 της σύμβασης.

Ενώ δηλαδή με την "Χρυσή Επένδυση" η Τράπεζα αναλάμβανε υποχρέωση ως προς την απόδοση (διανομή μερισμάτων και υπεραξία) συνεταιριστικών μερίδων και τόκων κατάθεσης, που την συναρτούσε (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) με το πολλαπλάσιο των επιτοκίων προθεσμιακής κατάθεσης, ο λογαριασμός "Αποδίδω" ουδεμία τέτοια υποχρέωση της Τράπεζας περιλάμβανε και ουδεμία δέσμευση εν γένει της Τράπεζας εμπεριείχε σε σχέση με τις συνεταιριστικές μερίδες που κατείχαν οι συνέταιροι καταθέτες του λογαριασμού "Αποδίδω", ρύθμιζε δε αποκλειστικώς θέματα που αποτελούν συνήθως αντικείμενο ρύθμισης συμβάσεων καθαρώς καταθετικών λογαριασμών.

Η συνδρομή στο πρόσωπο του καταθέτη που ανοίγει λογαριασμό "Αποδίδω" της ιδιότητας του συνεταίρου και ο καθαρά ποσοτικός συσχετισμός της αξίας της κατάθεσης "Αποδίδω", που αποδίδει προνομιακό επιτόκιο, με την αξία των συνεταιριστικών μερίδων που έχει στην κυριότητά του ο συνέταιρος ουδεμία υπόσχεση εμπεριείχαν άμεσα ή έμμεσα, σε σχέση με την παντελώς διαφορετικού χαρακτήρα ως προς την κατάθεση τοποθέτηση του συνεταίρου σε συνεταιριστικές μερίδες, η πραγματοποίηση της οποίας ούτε χρονικά ήταν απαραίτητο να συμπίπτει με το άνοιγμα της κατάθεσης, γινόταν εντελώς διακριτά και ανεξάρτητα από το άνοιγμα του λογαριασμού και έβαινε λειτουργούσα εντελώς ανεξάρτητα και αυτόνομα με την κατάθεση.

Επομένως, εκ των όρων των συμβάσεων και των αποτελεσμάτων εκάστης εξ αυτών συνάγεται ευχερώς το συμπέρασμα ότι τα δύο προϊόντα ουδεμία σχέση είχαν μεταξύ τους, παρά τους αβάσιμους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο ενάγων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο οποίος σαφώς είχε αντιληφθεί πλήρως τα ιδιαίτερα ως άνω χαρακτηριστικά και των δύο συμβάσεων που κατάρτισε με την εναγόμενη τράπεζα.

Ειδικότερα, ο ενάγων, ... υπήρξε δικαιούχος προθεσμιακών καταθέσεων τις οποίες διατηρούσε σε άλλες τράπεζες, προφανώς παραλαμβάνοντας τον σχετικό τίτλο και έχοντας κάνει την σχετική έρευνα αγοράς σχετικά με τα προσφερόμενα επιτόκια επί προθεσμιακών καταθέσεων. ... Ο ενάγων έθεσε θέμα κινήτρου για την απόκτηση των συνεταιριστικών μερίδων της Τράπεζας.

Το υποκειμενικό κίνητρο διαφέρει, βεβαίως, από συνέταιρο σε συνέταιρο, όπως διαφορετικά είναι και τα υποκειμενικά κίνητρα όσων επενδύουν π.χ. σε ακίνητα ή σε μετοχές. Κίνητρα αντικειμενικά, κοινά για όλους, για την τοποθέτηση σε συνεταιριστικές μερίδες είναι όμως αναμφισβήτητο ότι υπάρχουν. Και αυτά είναι η προσδοκία διανομής κερδών, η προσδοκία υπεραξίας της συνεταιριστικής μερίδας, αλλά και η υποστήριξη της οικονομικής ανάπτυξης των μελών του συνεταιρισμού, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1667/1986, σε συνδυασμό και με το άρθρο 2 του Καταστατικού της Τράπεζας, συνιστάμενη, μεταξύ άλλων, στη χορήγηση πιστώσεων, τη διενέργεια πληρωμών και πράξεων μεταφοράς κεφαλαίων, την παροχή εγγυήσεων, την παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις, τη φύλαξη και διαχείριση κινητών αξιών, την παροχή εμπορικών πληροφοριών, την εκμίσθωση θυρίδων κλπ.

Εξάλλου, το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 4261/2014 επιβάλλει περιορισμούς ως προς τα πρόσωπα με τα οποία επιτρέπεται να συναλλάσσεται ο πιστωτικός συνεταιρισμός που λαμβάνει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα. Η προώθηση της οικονομίας των μελών της συνεταιριστικής τράπεζας, μέσω είτε συναλλαγών που απευθύνονται αποκλειστικά σ' αυτά είτε προνομιακών όρων συναλλαγών αποτελεί, επομένως, ένα σημαντικό κίνητρο που παρέχει ο νόμος για την απόκτηση της ιδιότητας του συνεταίρου.

Η προσφορά, επομένως, από μια συνεταιριστική τράπεζα προνομιακού επιτοκίου στους συνεταίρους είναι πράξη απόλυτα σύμφωνη με το σκοπό του νόμου και έχει οικονομική λογική. Περαιτέρω, την εποχή της κορύφωσης της οικονομικής κρίσης και της αμφιβολίας για το μέλλον των τραπεζών και των καταθέσεων στη χώρα μας, η απόφαση για διαφοροποίηση της τοποθέτησης των διαθεσίμων, ιδίως ενόψει της φήμης που κυκλοφορούσε για "κούρεμα" των καταθέσεων, δεν ήταν καθόλου ξένη προς την πραγματικότητα.

Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η ανάγκη του "περί ασφαλούς τοποθέτησης των χρημάτων του" δεν ήταν επαρκές κίνητρο για να αναλάβει τον κίνδυνο της τοποθέτησής τους σε συνεταιριστικές μερίδες. Πλην όμως τούτο ανάγεται στα ανεπίδεκτα επιβεβαίωσης παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, και, βεβαίως, παραγνωρίζει την προσδοκία που είχε, όπως όλοι οι συνεταίροι, στα άλλα οφέλη ή σε προσδοκία οφέλους που παρέχει η απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων.

Ειδικώς ως προς την εναγομένη Τράπεζα, ήταν γνωστό ότι διένεμε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο παρελθόν σημαντικά μερίσματα, ενώ και η καθαρή της περιουσία έβαινε αυξανόμενη, με αποτέλεσμα την υπεραξία των συνεταιριστικών μερίδων. Στο κλίμα της ανασφάλειας για τις καταθέσεις που επικρατούσε στην ελληνική τραπεζική αγορά, που οδήγησε σε τεράστια εκροή καταθέσεων στο εξωτερικό τα τελευταία έτη, η τοποθέτηση μέρους των διαθεσίμων του ενάγοντα σε συνεταιριστικές μερίδες συνεταιριστικής τράπεζας με εξαιρετικά οικονομικά αποτελέσματα στο παρελθόν, σε συνδυασμό με ένα πολύ καλό επιτόκιο από κατάθεση που απευθυνόταν αποκλειστικά στους συνεταίρους της Τράπεζας, δεν είναι εκτός λογικής και δεν είναι παράλογο, όπως επιθυμεί να παραστήσει ο ενάγων, να κρίθηκε από αυτόν ως η πλέον ενδεδειγμένη γι' αυτήν τοποθέτηση των διαθεσίμων του κατά το χρόνο της πραγματοποίησής της, αφού επειδή οι μερίδες δεν αποτελούν κατάθεση απέφυγε τον κίνδυνο "κουρέματος". ...

ο ενάγων αμελεί να αναφέρει ότι όταν προσήλθε στην τράπεζα για να ανοίξει σ' αυτήν λογαριασμό, ήδη από τον Απρίλιο του 2007 ενημερώθηκε για την συνεταιριστική φύση της τράπεζας, καθώς αυτή είναι ενημέρωση που γίνεται πάντα στη γνωριμία με τον πελάτη και αποφάσισε να γίνει συνέταιρος αγοράζοντας συνεταιριστικές μερίδες.

Είναι αποδεδειγμένο ότι ήδη από την πρώτη επίσκεψη στη τράπεζα ο ενάγων είχε ενημερωθεί ότι η τράπεζα ως συνεταιρισμός ήταν σε θέση να προσφέρει προς τους συνεταίρους της προϊόντα με μεγαλύτερη απόδοση, από αυτή που παρείχε προς τους απλούς καταθέτες, αλλά και την κερδοφόρα πορεία της τράπεζας. Ακόμη, ο ενάγων ...

είχε ήδη επιλέξει την εναγομένη τράπεζα από τον Απρίλιο 2007, όταν και άνοιξε λογαριασμό ταμιευτηρίου, και προθεσμίας, ... κατά τις συναλλαγές του στην τράπεζα είχε ήδη ενημερωθεί ότι η τράπεζα διαθέτει προς αγορά συνεταιριστικές μερίδες, οι οποίες αποτελούν το κεφάλαιο της, ότι αυτές αποδίδουν μέρισμα, και ότι η τράπεζα διαθέτει ειδικά προϊόντα προς τους συνεταίρους της.

Άλλωστε ο ενάγων, όπως και όλοι οι συνέταιροι έως το 2009 λάμβανε προσωπικές προσκλήσεις για τις γενικές συνελεύσεις και έντυπο ισολογισμό και γνώριζε ότι μπορεί να επενδύσει στο κεφάλαιο της τράπεζας αγοράζοντας μερίδες. Το κυριότερο δε, αποτελεί το γεγονός ότι ο ενάγων ... την υποχρεωτική συνεταιριστική του μερίδα την αγόρασε για πρώτη φορά στις 23 Απριλίου 2007, οπότε και κατέστη μέλος του συνεταιρισμού ...

Όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων ήδη από τον Νοέμβριο του έτους 2007 είχε σχηματίσει άποψη σχετικά με την επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες, καθώς ήδη σε προγενέστερο χρόνο είχε προφανώς ακούσει, όπως και ο ίδιος ομολογεί άλλωστε, για το επενδυτικό πρόγραμμα, το οποίο έδινε εγγυημένη απόδοση σε μερίσματα και κατάθεση, ενδεχομένως το είχε συζητήσει και με γνωστούς τους που ήταν ήδη συνέταιροι της τράπεζας, και προσήλθε για να λάβει αναλυτική ενημέρωση, μετά δε την ενημέρωση του αποφάσισε να αγοράσει προαιρετικές μερίδες και να υπογράψει σύμβαση ένταξης του σε επενδυτικό πρόγραμμα και αφού διαπίστωσε την λειτουργία του στη πράξη, αποφάσισε να επενδύσει ξανά σε μερίδες στο τέλος Οκτωβρίου 2007.

Οι δε πράξεις τις οποίες ενήργησε ήταν απόλυτα διακριτές αφού την μια ημέρα έκανε την αίτηση αγοράς, την επόμενη εξόφλησε την αξία τους και άρα τις έλαβε στην κυριότητα του και την μεθεπομένη υπέγραψε την σύμβαση ένταξης. ... ουδέποτε υπήρξε εκ μέρους της τράπεζας ή των προστηθέντων υπαλλήλων της οιαδήποτε πλημμέλεια στην παρουσίαση του εν λόγω προϊόντος, ο δε αντίθετος ισχυρισμός του ενάγοντα τυγχάνει παντελώς αβάσιμος. ...

Εξάλλου, έκαστος υπάλληλος της τράπεζας γνώριζε και επεξηγούσε, ακολουθώντας τις οδηγίες της Διοίκησης της Τράπεζας, στο οιοδήποτε υποψήφιο μέλος του Συνεταιρισμού τη φύση των συνεταιριστικών μερίδων και παρέπεμπε τον κάθε υποψήφιο να μελετήσει το καταστατικό της Τράπεζας στην ιστοσελίδα της για την διαδικασία που ακολουθείται για την ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μεριδίων καθώς και για την αποτίμηση της εμπορικής αξίας του συνεταιριστικού κεφαλαίου, στοιχεία που πρωταρχικά ενδιαφέρουν κάθε υποψήφιο.

Ο ενάγων, ενημερώθηκε ακόμα ότι στην ιστοσελίδα της Τράπεζας ... βρίσκονται λεπτομερή στοιχεία για τα οικονομικά μεγέθη της Τράπεζας και τα στοιχεία της συνεταιριστικής μερίδας. Μάλιστα έως το έτος 2007 εκδίδονταν και διανεμόταν και έντυπο υλικό για το καταστατικό της τράπεζας, το οποίο υπήρχε διαθέσιμο στα καταστήματα ...

και το οποίο είχε λάβει ο ενάγων. Ο ενάγων πληροφορήθηκε μεταξύ άλλων από τους υπαλλήλους της εναγομένης ότι η τρέχουσα αξία απόκτησης μερίδας, το έτος 2007 ήταν 165 ευρώ, το 2010 175 ευρώ, το 2014 35 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην πραγματική αξία της συνεταιριστικής μερίδας όπως αυτή είχε καθορισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού για την τρέχουσα χρήση, του επισημάνθηκε ο τρόπος υπολογισμού της, με παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του καταστατικού, στις οποίες ρητώς αναφέρονταν οι υπάλληλοί της, καθώς και ότι η τράπεζα εξαιτίας της οικονομικής θέσης και των μεγεθών της ...

ήταν σε θέση καθόλα τα έτη λειτουργίας της να κάνει δεκτές τις αιτήσεις διαγραφής και να ρευστοποιεί τις μερίδες σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σημειωτέον ότι στον ιστότοπο της τράπεζας υπήρχε αναρτημένη ενημέρωση σχετική με την φύση των συνεταιριστικών μερίδων και το ενδεχόμενο διακύμανσης της τιμής τους εξαιτίας διαφόρων παραγόντων.

Συγκεκριμένα για την ενημέρωση κάθε ενδιαφερόμενου, η τράπεζα στην ιστοσελίδα της (www.chaniabank.gr στην διαδρομή: Ο όμιλος "Ενημέρωση Επενδυτών" Παράγοντες Κινδύνου) παρέθετε πλήρη και κατανοητή ανάλυση των κινδύνων που μπορούν να επηρεάσουν την χρηματοοικονομική θέση της, τα αποτελέσματα της λειτουργίας της και τις προοπτικές της δυσμενώς οδηγώντας σε απώλεια μέρους ή ακόμη και του συνόλου οποιασδήποτε επένδυσης και αναφέρονται ειδικά α) κίνδυνοι που σχετίζονται με την μεταβλητότητα του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος και των διεθνών αγορών, β) κίνδυνοι που σχετίζονται με τον κλάδο γ) κίνδυνοι που σχετίζονται με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της τράπεζας και του ομίλου δ) κίνδυνοι που σχετίζονται με τις συνεταιριστικές μερίδες ...

Σε κάθε περίπτωση, γνώση του ενάγοντος για τα χαρακτηριστικά των συνεταιριστικών μερίδων, και συνακόλουθα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ακολουθούν την συνεταιριστική ιδιότητα, αποδεικνύεται και από τα εξής: Κατά τον χρόνο απόκτησης των συνεταιριστικών μερίδων από τον ενάγοντα, το Καταστατικό της Τράπεζας ήταν αναρτημένο στην ιστοσελίδα της και προσβάσιμο σε όλους ...

ενώ υπήρχε διανεμημένο στα καταστήματα έντυπο με τους καταστατικούς όρους εκδόσεως 2007. Ο ενάγων υπέγραψε αίτηση για την εγγραφή μέλους στην οποία μετά τον ευκρινέστατο και με κεφαλαία γράμματα τίτλο "ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΟΥ (φυσικό πρόσωπο)" αιτείται προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Συνεταιριστικής Τράπεζας Χανίων την Πρώτη Αγορά Μερίδας

Αριθμός Μερίδων 1, ... Ο ενάγων κατέθεσε τα χρήματα που αντιστοιχούν στην αξία απόκτησης των μερίδων που αγόρασε και υπέγραψε τα σχετικά ταμειακά παραστατικά, τα οποία ευκρινώς αναφέρουν το ποσό που διέθεσε και την αιτιολογία. Στους τίτλους των συνεταιριστικών μερίδων, τους οποίους ο ενάγων παρέλαβε ανεπιφύλακτα, αναγράφεται ρητά: "Η διαδικασία απόκτησης, κτήσης και μεταβίβασης των δικαιωμάτων των συνεταιριστικών μερίδων καθορίζεται από το Καταστατικό της Συνεταιριστικής Τράπεζας Χανίων και τις διατάξεις του Ν. 1667/86 "Αστικοί Συνεταιρισμοί και άλλες διατάξεις" όπως ισχύει".

Ο ενάγων παρέλαβε τίτλο με αριθμό ... … την 23-4-2007, τίτλο με αριθμό ... …. την 23-7-2007, τίτλο με αριθμό ... …. την 1-11-2007, τίτλο με αριθμό ... …. την 19-4-2010, τίτλο με αριθμό ... …. την 2-11-2010, τίτλο με αριθμό ... …. την 8-12-2014 και τίτλο με αριθμό ... …. την 16-11-2017 ... Στις συμβάσεις ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα 51/10 αναγραφόταν στον όρο 1 "...ο συνέταιρος οφείλει να έχει στο όνομα του τουλάχιστον 51 συνεταιριστικές μερίδες της τράπεζας και να εντάξει στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα συνολικά 51 από αυτές, διατηρώντας τις καθόλη τη διάρκεια της παρούσας σύμβασης.

Εφόσον ο συνέταιρος δεν έχει τον ως άνω ελάχιστο αριθμό συνεταιριστικών μερίδων της τράπεζα, οφείλει να τις αγοράσει από την τράπεζα πριν ή συγχρόνως με την υπογραφή της παρούσας σύμβασης στην τρέχουσα τιμή διάθεσης τους". Στην ίδια σύμβαση αναφερόταν στον όρο 5 "...α) εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα εκτός όσων τυχόν απαιτούνται προς κάλυψη δανειακής σχέσης του με την τράπεζα και εκτός από την υποχρεωτική μερίδα για τη ρευστοποίηση της οποίας ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στο καταστατικό της τράπεζας την οποία ο συνέταιρος δηλώνει ότι γνωρίζει τα ακόλουθα κονδύλια ι) την ονομαστική αξία όλων των ρευστοποιούμενων συνεταιριστικών μερίδων...

Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο ως άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνέταιρου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας. Στο Ενημερωτικό Φυλλάδιο Λογαριασμού Κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" στον όρο I αναγράφεται: "Εισαγωγή:

Ο λογαριασμός κατάθεσης "Αποδίδω" είναι καταθετικός λογαριασμός που απευθύνεται σε Νομικά ή Φυσικά Πρόσωπα, συνεταίρους - μεριδιούχους της τράπεζας". Στον όρο 2 αναγράφεται: "Προϋποθέσεις συμμετοχής στο προϊόν Αποδίδω: Προϋπόθεση για το άνοιγμα και την τήρηση του λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", που έχει προνομιακό επιτόκιο, αποτελεί η κατοχή συνεταιριστικών μερίδων, η τρέχουσα αξία των οποίων τελεί σε συγκεκριμένη σχέση με το ποσό της κατάθεσης.

Ο λογαριασμός κατάθεσης "Αποδίδω" διατηρείται για όσο διάστημα ο καταθέτης κατέχει συνεταιριστικές μερίδες. Σε περίπτωση υποβολής αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων, το ποσό της κατάθεσης αναπροσαρμόζεται στο ύψος της τρέχουσας αξίας των ενεργών, χωρίς αίτηση εξαγοράς συνεταιριστικών μερίδων.

Ως ενεργές συνεταιριστικές μερίδες λογίζονται οι πλήρως αποπληρωμένες και μη αποτελούσες αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικές μερίδες. Ο συνεταίρος / μεριδιούχος καταθέτης για να ανοίξει και να τηρήσει λογαριασμό κατάθεσης "Αποδίδω" υπογράφει σχετική σύμβαση. Κάθε συνεταίρος θα υπογράφει μία σύμβαση και δυνάμει εκείνης θα ανοίγονται οσοιδήποτε λογαριασμοί κατάθεσης "Αποδίδω" επιθυμεί, υπογράφοντας αντίστοιχες αιτήσεις ανοίγματος λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω".

Στη σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" στον όρο I αναγραφόταν "Ο συνέταιρος επιθυμεί να ανοίξει καταθετικό λογαριασμό Αποδίδω, οι όροι του οποίοι διέπονται από τη παρούσα σύμβαση..." Στο όρο 2 αναγραφόταν ότι "Βάση υπολογισμού του ανώτατου ποσού κατάθεσης που ο συνέταιρος θα δικαιούται να τοποθετήσει σε έναν ή περισσότερους ειδικούς λογαριασμούς κατάθεσης Αποδίδω αποτελεί η εκάστοτε αξία των συνεταιριστικών μερίδων του συνέταιρου ...

Το συνολικό ποσό κατάθεσης σε όλους τους λογαριασμούς καταθέσεων Αποδίδω του συνέταιρου δεν μπορεί να υπερβαίνει το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων του συνέταιρου. Ως ενεργές συνεταιριστικές μερίδες λογίζονται οι πλήρως αποπληρωμένες και μη αποτελούσες αντικείμενο αίτησης ρευστοποίησης συνεταιριστικές μερίδες".

Στη σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "ΑΠΟΔΙΔΩ" στον όρο 3 οριζόταν ότι "Ως αξία των συνεταιριστικών μερίδων κατά τους όρους της παραγράφου 2 λαμβάνεται η τρέχουσα αξία των ενεργών συνεταιριστικών μερίδων κατά την ημερομηνία ανοίγματος έκαστου ειδικού λογαριασμού "ΑΠΟΔΙΔΩ", όπως η αξία αυτή έχει προσδιορισθεί στην τελευταία εκάστοτε Γενική Συνέλευση της Τράπεζας.

Η αξία αυτή αποτελεί βάση υπολογισμού του ανωτάτου ποσού σε κάθε άνοιγμα λογαριασμού κατάθεσης Αποδίδω...". Ο ενάγων υπέγραψε αίτηση ανοίγματος του καταθετικού λογαριασμού Αποδίδω, η οποία αίτηση μετά τον πηχαίο τίτλο της ΑΙΤΗΣΗ ΑΝΟΙΓΜΑΤΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΑΠΟΔΙΔΩ αναφέρει : Ονοματεπώνυμο αιτούντος /Επωνυμία Κ.

Ζ.

Αριθμός μερίδων (βάση υπολογισμού κατάθεσης) 1716 Τρέχουσα αξία μερίδων 60.060 € Ποσό κατάθεσης 6.006 €

Αριθμός λογαριασμού κατάθεσης …. Ημερομηνία ανοίγματος λογαριασμού 8-12-2014 Επιτόκιο έναρξης

Αριθμός μεταφοράς τόκων …. Τύπος λογαριασμούς Ατομικός Χ Κοινός. Ο ενάγων έδωσε εντολή για μεταφορά στον λογαριασμό Χρυσή Κατάθεση των ποσών, υπέγραψε δε τα σχετικά ταμειακά παραστατικά τα οποία εκτός από το ποσό αναφέρουν ευκρινώς ΑΝΑΛΗΨΗ ΓΙΑ ΧΡ. ΚΤΘ και ΑΝΑΛΗΨΗ ΓΙΑ ΧΡ. ΚΤΘ (χρυσή κατάθεση). Παρομοίως, κατά το άνοιγμα του λογαριασμού Αποδίδω μετέφερε στον λογαριασμό ποσό 6006 ευρώ, υπέγραψε δε τα σχετικά ταμειακά παραστατικά τα οποία εκτός από το ποσό αναφέρουν ευκρινώς την ΑΝΑΛΗΨΗ ΓΙΑ ΛΟΓ.

ΑΠΟΔΙΔΩ. Ο ενάγων έλαβε μέρισμα, δηλαδή κατά τους όρους του καταστατικού ... διανεμήθηκε στους συνέταιρους, ανάλογα με τον αριθμό συνεταιριστικών μερίδων που έχουν εξοφληθεί, το υπόλοιπο που απομένει από τα καθαρά κέρδη του Συνεταιρισμού μετά την αφαίρεση των αποθεματικών, το έτος 2007 ποσό 249,05€, το έτος 2008 ποσό 655€, το έτος 2009 ποσό 393€ και το έτος 2010 ποσό 0,32€.

Στον ενάγοντα, όπως και σε όλους τους συνέταιρους, το 2009 αποστέλλονταν ομαδικές προσκλήσεις περί συγκλήσεως της γενικής συνέλευσης ... και μάλιστα ο ενάγων συμμετείχε και στις γενικές συνελεύσεις της τράπεζας. Το 2010 αποφασίσθηκε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του συνεταιρισμού η μείωση της ονομαστικής αξίας της τιμής από το ποσό των 60 ευρώ στο ποσό των 12 ευρώ και αποφασίσθηκε η διάσπαση και ανταλλαγή κάθε παλαιάς συνεταιριστικής μερίδας ονομαστικής αξίας 60 ευρώ με πέντε νέες συνεταιριστικές μερίδες ονομαστικής αξίας 12 ευρώ.

Ο ενάγων υπέγραψε στις 8-12-15 την υπ' αριθμό …. αίτηση, με την οποία διέθεσε το ποσό των 7430 ευρώ σε χρέωση του λογαριασμού ... με σκοπό "..την πίστωση με το ποσό του μεταβατικού λογαριασμού εγγραφής για απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων, η τελική τιμή διάθεσης των οποίων θα καθοριστεί από το Δ.Σ. σύμφωνα με τις αποφάσεις της Γ.Σ.

και του Δ.Σ. της 24.11.2015". Επιπλέον, στην εν λόγω αίτηση αναγραφόταν στην παράγραφο β' ότι "... έλαβα πλήρη γνώση των όρων της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου και γνωρίζω ότι: ...το αιτούμενο ποσό για την αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου με έκδοση νέων συνεταιριστικών μερίδων ανέρχεται σε 22.500.000,00€ ...

η τελική τιμή διάθεσης των μερίδων θα είναι εντός του εύρους αλλά όχι μικρότερη της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας. Η τιμή θα καθοριστεί από το Δ.Σ. ..." ενώ στην παράγραφο γ' αναγραφόταν ότι "Έχω ενημερωθεί μέσω των σχετικών αναρτήσεων στην ιστοσελίδα της τράπεζας, γνωρίζω, κατανοώ και αποδέχομαι ανεπιφύλακτα, τους όρους της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου με την έκδοση νέων συνεταιριστικών μερίδων καθώς και τους κινδύνους που συνεπάγεται η συμμετοχή μου σε αυτή καθώς έχω ενημερωθεί και γνωρίζω τη διάταξη της παραγράφου 6α του άρθρου 3 του ν. 1667/1986 και της παραγράφου 6 του άρθρου 7 του ν. 3864/2010, όπως ισχύουν...", παρέλαβε δε το ενημερωτικό έντυπο της τράπεζας που περιέχει τους συνοπτικούς όρους αύξησης του κεφαλαίου ...

Με τα ποσά λοιπόν που διέθεσε για την αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου της Τράπεζας, απέκτησε 1486 προαιρετικές μερίδες. Από τις ανωτέρω αναφορές στα έντυπα, που υπέγραψε ο ενάγων, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία για την απόκτηση και ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων, η οποία προβλέπεται στο νόμο και στο καταστατικό και ότι η αξία της συνεταιριστικής μερίδας δεν είναι σταθερή, αλλά μεταβλητή.

Η όποια αναφορά του ενάγοντος δε, ότι οι μερίδες εξεδόθησαν βάσει του καταθετικού λογαριασμού Αποδίδω είναι παντελώς αβάσιμη. Ο ενάγων, συμπερασματικά, γνώριζε πολύ καλά την διαδικασία κτήσης και τις προϋποθέσεις ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων και την πιθανότητα διακύμανσης της τιμής τους και επέλεξε να διαθέσει κάποια από τα χρήματά του για να αποκτήσει συνεταιριστικές μερίδες όπως επέλεξε να συμμετέχει σε προϊόν της τράπεζας για να επωφεληθεί της εγγυημένης απόδοσης, και μεταγενέστερα του προνομιακού επιτοκίου, που οι συνέταιροι απολάμβαναν, στο πλαίσιο της διαχείρισης της περιουσίας της που ενσυνειδήτως και με πλήρη επίγνωση των κινδύνων των αποφάσεών του είχε χαράξει.

Εξάλλου, όπως και για κάθε τραπεζικό προϊόν, η διοίκηση της τράπεζας είχε εκδώσει οδηγίες προς τους υπαλλήλους της για την παροχή πληροφοριών για το προϊόν προς τους πελάτες της. Το ότι άλλωστε η Διοίκηση της Τράπεζας φρόντιζε να εκπαιδεύει τους υπαλλήλους της για να παρέχουν στους πελάτες όσο το δυνατό πληρέστερη ενημέρωση για τα προϊόντα που διέθετε κατά καιρούς η Τράπεζα και τους εφοδίαζε με το κατάλληλο υλικό (πίνακες εσωτερικής χρήσης, εσωτερικές εγκυκλίους κ.λπ.) ώστε να είναι σε θέση να ενημερώνουν καταλλήλως και να απαντάνε στις ερωτήσεις των πελατών, αλλά και το ότι οι υπάλληλοι ανταποκρίνονταν στις οδηγίες της Διοίκησης για καθαρές σχέσεις με τους συνεταίρους που θα οικοδομούνται επί τη βάσει της ειλικρινούς και πλήρους ενημέρωσης, όπως ταιριάζει άλλωστε στη συνεταιριστική φύση της Τράπεζας, πέραν του ότι το ομολογεί ο ενάγων, το βεβαιώνουν τόσο ο Διευθυντής Δικτύου της Τράπεζας κ.

Ε. ... όσο και η κα Μ. που εξυπηρέτησε προσωπικά τον ενάγοντα ... 'Οπως συνομολογεί και ο ενάγων, οι υπάλληλοι διέθεσαν χρόνο κατά την ενημέρωσή του. Ας σημειωθεί ότι όντας ο ενάγων συνέταιρος από το έτος 2007, οπότε αγόρασε την υποχρεωτική του μερίδα και κατέστη μέλος του συνεταιρισμού, και διενεργώντας τραπεζικές εργασίες στην τράπεζα, πολύ καλά γνώριζε τη φύση των συνεταιριστικών μερίδων.

Πράγματι, το έτος 2007 όταν απευθύνθηκε στους προστηθέντες υπαλλήλους της τράπεζας για να ενημερωθεί για τις μερίδες στις οποίες θα μπορούσε να επενδύσει, ως προϊόν χαμηλού ρίσκου, οι προστηθέντες της επανέλαβαν σε αυτόν τη φύση των συνεταιριστικών μερίδων εξηγώντας την φύση της ίδιας της τράπεζας ως συνεταιριστικής, το γεγονός ότι η λειτουργία της διέπεται από το καταστατικό, του παρέδωσαν τότε έντυπο το καταστατικό, το οποίο διανεμόταν, ενώ αργότερα του υπέδειξαν ότι το καταστατικό βρίσκεται αναρτημένο στην ιστοσελίδα της τράπεζας, και ενημέρωσαν ενδελεχώς για την καταστατική διαδικασία που ακολουθείται για την απόκτηση και ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μεριδίων καθώς και για την αποτίμηση της εμπορικής αξίας του συνεταιριστικού κεφαλαίου, στοιχεία που πρωταρχικά ενδιαφέρουν κάθε υποψήφιο.

Ο υπάλληλος της τράπεζας του επέδειξε τα ενημερωτικά φυλλάδια του προγράμματος, τα οποία τότε αφορούσαν τις ενάριθμες επενδυτικές συμβάσεις και μάλιστα ήταν ιδιαιτέρως αναλυτικά αναφερόμενα στην αξία της μετοχής, την απόδοση κ.λπ., τα οποία βρίσκονταν τοποθετημένα σε όλους τους χώρους του καταστήματος και διαθέσιμα σε όλους, την ιστοσελίδα της τράπεζας στο διαδίκτυο και την σχετική σύμβαση του προγράμματος και ο ενάγων είχε την πρόνοια, ως όφειλε, να ερωτήσει για την απόδοση του προγράμματος και την φύση των συνεταιριστικών μερίδων αλλά και να αφουγκραστεί την φήμη για το προϊόν.

Μετά από σκέψη και σταθμίζοντας τα συμφέροντα του ο ενάγων αποφάσισε να αγοράσει προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες και να συμμετέχει στο συγκεκριμένο προϊόν, δηλαδή στη σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα, το οποίο είχε συγκεκριμένες απαιτήσεις και προσέφερε πολλαπλά οφέλη, αφού μάλιστα είχε ήδη εκδηλώσει πολλές φορές το ενδιαφέρον του για τη μέγιστη δυνατή απόδοση του κεφαλαίου του.

Να σημειωθεί εδώ ότι ο ενάγων επέλεξε να καταστεί συνέταιρος και εκ της ιδιότητας αυτής είχε δικαίωμα να συμμετέχει σε προϊόντα που απευθύνονται σε συνέταιρους. Το δε συγκεκριμένο προϊόν - με διαφορές ως προς τις μερίδες που μπορούσε ο συνέταιρος να κατέχει βάσει του καταστατικού και να εντάξει - προσφερόταν στους συνέταιρους της τράπεζας ήδη από το έτος 2003, τέτοια δε (προγενέστερα της Χρυσής Επένδυσης) κατείχε και ο ενάγων.

Περαιτέρω, η διαφορά μεταξύ των δύο συμβάσεων ήταν πασιφανής και ο ενάγων όχι μόνο διέκρινε και διαπίστωσε τις διαφορές πριν την υπογραφή της σύμβασης αλλά και κατά την παραγωγή των αποτελεσμάτων της, αφού καρπώθηκε την απόδοση που του προσέφερε το προϊόν. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι η τράπεζα ήταν υποχρεωμένη συμβατικά να ρευστοποιεί άμεσα τις συνεταιριστικές μερίδες είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, δεδομένου ότι ο ενάγων είχε ενημερωθεί για τους περιορισμούς του νόμου και του Καταστατικού της Τράπεζας όσον αφορά τη διαδικασία ρευστοποίησης των μερίδων.

Άλλωστε είχε αποκτήσει την υποχρεωτική του μερίδα το έτος 2007, και στη συνέχεια αποφάσισε να αποκτήσει προαιρετικές μερίδες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και έπειτα αγόρασε νέες μερίδες πάλι το έτος 2014 και το έτος 2015 συμμετέχοντας στην αύξηση συνεταιριστικού κεφαλαίου. Όσα ισχυρίζεται αποδεικνύονται αβάσιμα από τους ίδιους τους όρους των συμβάσεων.

Ειδικότερα, ο επικαλούμενος από αυτόν ... όρος με αριθμό 4 και 5 της σύμβασης σε επενδυτικό πρόγραμμα, ... αναγράφει ρητά ότι η απόδοση της σύμβασης έγκειται σε μερίσματα, διαφορά υπεραξίας και τόκους κατάθεσης. Προφανώς καμία αναφορά δεν γίνεται στους συμβατικούς όρους περί συμβατικής υποχρέωσης ρευστοποίησης ούτε βέβαια κάτι τέτοιο προκύπτει από το καταστατικό της τράπεζας.

Αντίθετα, στη σύμβαση ρητά αναφέρεται στον όρο 3 ότι "...ο συνέταιρος εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές του μερίδες που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα θα εισπράξει την ονομαστική αξία των ρευστοποιούμενων μερίδων... Σημειώνεται ότι η ρευστοποίηση των μερίδων που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα μπορεί να γίνει και σε μεταγενέστερο του κλεισίματος του προγράμματος χρονικό σημείο κατ' επιλογή του συνέταιρου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της τράπεζας (αρ. 10 και 11)".

Ομοίως η ίδια σύμβαση στο αρ. 1.3 αναφέρει "συμφωνείται ότι οι τόκοι της χρυσής κατάθεσης, η καταβλητέα διαφορά απόδοσης ... και το προϊόν της ρευστοποίησης των εντασσόμενων συνεταιριστικών μερίδων, αν αυτές ρευστοποιηθούν, θα πιστώνονται από την τράπεζα στον με αριθμό ... λογαριασμό του συνέταιρου ..." Τέλος, το καταστατικό της τράπεζας διαχρονικά ανέφερε:

Το άρθρο 10 του καταστατικού ... όριζε "Κάθε συνέταιρος δικαιούται να ζητήσει τη ρευστοποίηση των προαιρετικών μερίδων που έχει μόνο μετά την πάροδο διετίας από την απόκτηση αυτών εισπράττοντας την πραγματική αξία αυτών όπως θα έχει προσδιοριστεί στο αρ. 11 του παρόντος από το ΔΣ, κατά το χρόνο ρευστοποίησης τους.

Μπορεί όμως να ζητήσει τη ρευστοποίηση τους και πριν την πάροδο της ως άνω διετίας αλλά στην περίπτωση αυτή η ρευστοποίηση θα γίνεται με βάση την πραγματική αξία της συνεταιριστικής μερίδας που ίσχυαν πριν από την τελευταία κάθε φορά αναπροσαρμογή αυτής από το ΔΣ σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρ. 11 του παρόντος." Το αρ. 10 του καταστατικού τροποποιήθηκε ...

και κατά τον χρόνο απόκτησης των εναγόντων των συνεταιριστικών μερίδων όριζε "... Κάθε συνέταιρος δικαιούται να ζητήσει τη ρευστοποίηση των προαιρετικών μερίδων που έχει μόνο μετά την πάροδο διετίας από την απόκτηση αυτών εισπράττοντας την πραγματική αξία αυτών όπως θα έχει προσδιοριστεί και θα ισχύει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρ. 11 του καταστατικού, κατά το χρόνο ρευστοποίησης τους.

Μπορεί όμως να ζητήσει τη ρευστοποίηση τους και πριν την πάροδο της ως άνω διετίας αλλά στην περίπτωση αυτή η ρευστοποίηση τους θα γίνεται με βάση την μικρότερη από τις πραγματικές αξίες της συνεταιριστικής μερίδας που θα έχουν ισχύσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρ. 11 του καταστατικού, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που θα έχει μεσολαβήσει από την απόκτηση τους μέχρι τη ρευστοποίηση τους (συμπεριλαμβανομένων δηλαδή τόσο της πραγματικής αξίας που ίσχυε κατά την απόκτηση τους όσο και της πραγματικής αξίας που θα ισχύει κατά τη ρευστοποίηση τους).

Η ως άνω ρευστοποίηση... εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού, όπως αυτή εξειδικεύεται στο αρ. 12 του καταστατικού και γίνεται με τη διαδικασία που αναφέρεται στο αρ. 12 του καταστατικού και σε κάθε περίπτωση τελεί υπό την επιφύλαξη εφαρμογής των διατάξεων των παρ. 7 και 9 του αρ. 2 Ν. 1667/1986, όπως τροποποιήθηκαν με τις παρ. 2α και 2β αντίστοιχα του αρ. 28 Ν. 4141/2013 και των σχετικών με αυτές ειδικότερων διατάξεων του καταστατικού και κυρίως του αρ. 12, δηλαδή επιτρέπεται να γίνεται μόνο υπό προϋποθέσεις που τάσσουν οι άνω διατάξεις του νόμου και του καταστατικού και ιδίως υπό την προϋπόθεση να μην θίγονται οι υποχρεώσεις του Συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας".

Κατά την τροποποίηση ... ορίστηκε στο ίδιο άρθρο "... Κάθε συνέταιρος δικαιούται να ζητήσει τη ρευστοποίηση των προαιρετικών μερίδων που έχει μόνο μετά την πάροδο διετίας από την απόκτηση αυτών εισπράττοντας την πραγματική αξία αυτών όπως θα έχει προσδιοριστεί και θα ισχύει σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρ. 11 του καταστατικού, κατά το χρόνο ρευστοποίησης τους.

Μπορεί όμως να ζητήσει τη ρευστοποίηση τους και πριν την πάροδο της ως άνω διετίας αλλά στην περίπτωση αυτή η ρευστοποίηση τους θα γίνεται με βάση την μικρότερη από τις πραγματικές αξίες της συνεταιριστικής μερίδας που θα έχουν ισχύσει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρ. 11 του καταστατικού, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος που θα έχει μεσολαβήσει από την απόκτηση τους μέχρι τη ρευστοποίηση τους (συμπεριλαμβανομένων δηλαδή τόσο της πραγματικής αξίας που ίσχυε κατά την απόκτηση τους όσο και της πραγματικής αξίας που θα ισχύει κατά τη ρευστοποίηση τους).

Η ως άνω ρευστοποίηση των προαιρετικών συνεταιριστικών μερίδων των συνεταίρων και η απόδοση και εξόφληση στους συνέταιρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται, ανάλογα με την περίπτωση κατά τις άνω διακρίσεις, για κάθε ρευστοποιούμενη συνεταιριστική μερίδα, εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού, δηλαδή του ΔΣ και της ΓΣ του συνεταιρισμού και θα γίνεται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 149 Ν. 4261/2014 και υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων των παρ. 7, 9 αρ. 2 Ν. 1667/1986 όπως ισχύουν και των σχετικών διατάξεων του παρόντος καταστατικού και ιδίως των διατάξεων του αρ. 12 του παρόντος." Δυνάμει του ισχύοντος καταστατικού, τέλος, κατά το ίδιο άρθρο 10 ορίζεται "4α. ...Η ως άνω ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων και η απόδοση και η εξόφληση στους συνέταιρους της πραγματικής αξίας που δικαιούνται για κάθε ρευστοποιούμενη συνεταιριστική μερίδα εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων του συνεταιρισμού (δηλαδή του ΔΣ και ΓΣ του συνεταιρισμού) και θα γίνεται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τις διατάξεις του αρ. 149 Ν. 4261/2014 και υπό τις προϋποθέσεις των διατάξεων των παρ. 7 και 9 του αρ. 2 Ν. 1667/86 όπως ισχύουν και των σχετικών διατάξεων του παρόντος καταστατικού και ιδίως των διατάξεων των αρ. 11 και 12 του παρόντος καταστατικού".

Επομένως, παρά τα όσα αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, ο ίδιος, εξαιτίας της ωφέλειας που λάμβανε από τις αποδόσεις του εν λόγω προϊόντος, επέλεξε να αποκτήσει προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες και να διατηρήσει τη συγκεκριμένη σύμβαση, ενώ είχε κάθε ευχέρεια από τους συμβατικούς όρους να τη διακόψει ή να αιτηθεί την διαγραφή και ρευστοποίηση των προαιρετικών του μερίδων ή ακόμη και να συνάψει άλλες τραπεζικές συμβάσεις.

Εξάλλου, ο ίδιος ο ενάγων ομολογεί ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα δεν είχε υποστεί καμία ζημία. Περαιτέρω αβάσιμα ισχυρίζεται ότι στις 8 Δεκεμβρίου 2014 προσερχόμενος στην τράπεζα προκειμένου να καταθέσει τις αποταμιεύσεις του οι υπάλληλοι του εναγομένου και συγκεκριμένα η κα Μ.

και ο κος Κ. ένθερμα και με ιδιαίτερη πειθώ του πρότειναν να καταθέσει τα χρήματά του στο "καταθετικό προϊόν" με το όνομα "αποδίδω", που όπως τον ενημέρωσαν ήταν η συνέχεια του προγράμματος χρυσή επένδυση απλά είχε αλλάξει το όνομά του, καθόσον όπως τον ενημέρωσαν ήταν το πλέον κατάλληλο εκείνη την περίοδο της μεγάλης αναταραχής καθόσον τα χρήματα δεν κινδύνευαν και θα μπορούσα να τα αναλάβω ανά πάσα στιγμή χωρίς ποινή.

Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων αναζήτησε πληροφορίες από την κα Μ., και όχι από την κα Μ. ή τον κο Κ., και μάλιστα όντας πλήρως ενήμερος για την φύση των συνεταιριστικών μεριδίων και τη διαδικασία απόκτησης και ρευστοποίησης τους, καθώς ο ίδιος σε προγενέστερο χρόνο απέκτησε προαιρετικές συνεταιριστικές μερίδες, υπέγραψε συμβάσεις ένταξης αυτών σε επενδυτικό πρόγραμμα τον Ιούλιο του 2007, το Νοέμβριο του 2007 και τον Απρίλιο του 2010, διέκοψε τις συμβάσεις στον χρόνο που επιθυμούσε, αιτήθηκε την διαγραφή και ρευστοποίηση σε χρόνο που επιθυμούσε. 'Οντας δηλαδή ήδη ο ενάγων ενήμερος για το πρόγραμμα Χρυσή Επένδυση, το οποίο είχε εντωμεταξύ καταργηθεί, άμεσα διαπίστωσε τις διαφορές και αμέσως μπορούσε να διακρίνει ότι το προϊόν "Αποδίδω" που προσφερόταν προς τους συνέταιρους ήταν ένα απλός καταθετικός λογαριασμός.

Και είναι βέβαια προφανές ότι υπήρχε ικανότατο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων μπορούσε να αναγνώσει τις σύμβασεις που είχε υπογράψει, τα ενημερωτικά φυλλάδια που του είχαν παραδοθεί, να ελέγξει τα ταμειακά παραστατικά που είχε στα χέρια του, να δει τους τίτλους συνεταιριστικών μερίδων, ακόμη να διασταυρώσει τις πληροφορίες που είχε πάρει από τους προστηθέντες της τράπεζας, να διαβάσει τις πληροφορίες στην ιστοσελίδα της και εντέλει αν διαπίστωνε ότι εσφαλμένη πληροφόρηση ...

του παρείχε ο υπάλληλος της τράπεζας ή ότι δεν τον ικανοποιούσαν οι όροι της σύμβασης μπορούσε ευχερώς να διακόψει την σύμβαση. Είναι επίσης προφανές ότι όλα αυτά πολύ καλώς τα γνώριζε αφού εν τω μεταξύ είχε διακόψει όλες τις συμβάσεις του, του είχε αποδοθεί η ελάχιστη εγγυημένη απόδοση κατά τη λύση των συμβάσεων και μάλιστα είχε αιτηθεί την διαγραφή των μερίδων που είχε εντάξει σε αυτή και είχε λάβει την τρέχουσα αξία ρευστοποίησης τους, που ήταν άλλη από την τιμή απόκτησης τους ...

Φυσικά τέσσερα χρόνια μετά την κατάργηση των συμβάσεων μπορούσε να μην επιλέξει να αγοράσει εκ νέου μερίδες και βέβαια να μην συνάψει τη προσφερόμενη τότε νέα σύμβαση καταθετικού λογαριασμού. Είναι προφανές ότι ο ενάγων έχοντας πλήρη συνείδηση αποφάσισε να τοποθετήσει το κεφάλαιο του σε μερίδες της τράπεζας και να τις εντάξει σε επενδυτικό πρόγραμμα για να λαμβάνει την μέγιστη δυνατή ωφέλεια και να μην κινδυνεύουν τα χρήματά του από κούρεμα καταθέσεων όπως ο ίδιος ομολογεί στην αγωγή του. ...

Ειδικότερα, το "Αποδίδω" ήταν καταθετικός λογαριασμός, όπως αποδεικνύεται και από τη "Σύμβαση Ειδικού Λογαριασμού Κατάθεσης Αποδίδω", καθώς και από το ενημερωτικό φυλλάδιο Λογαριασμού Κατάθεσης "Αποδίδω", που διενέμετο σε όλους όσοι ενδιαφέρονταν να συμβληθούν με την Τράπεζα για το εν λόγω καταθετικό προϊόν και παραδόθηκε και στον ενάγοντα, για την παραλαβή του οποίου υπέγραψε και στην σύμβαση και στην αίτηση ανοίγματος λογαριασμού.

Ποτέ δεν δηλώθηκε ούτε υπονοήθηκε απ' οποιονδήποτε υπάλληλο της τράπεζας ότι το "Αποδίδω" και η "Χρυσή Επένδυση" είχε τους ίδιους όρους ή είναι ομοίου περιεχομένου "προϊόντα", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Αντιθέτως, η εναγομένη, ενόψει της ενημέρωσης του προσωπικού της για τον λογαριασμό "Αποδίδω", το έτος 2013 όταν κυκλοφόρησε το προϊόν, όπως γίνεται για κάθε νέο προϊόν της Τράπεζας, καθώς όπως είναι γνωστό κυκλοφορούν συχνά νέα καταθετικά προϊόντα στην τραπεζική αγορά, είχε επισημάνει στους υπαλλήλους των καταστημάτων της τις διαφορές μεταξύ του λογαριασμού "Αποδίδω" σε σχέση με το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και τους είχε δώσει σαφείς οδηγίες για να δίδουν απαντήσεις σε τυχόν ερωτήσεις πελατών, τονίζοντας ότι δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ της "Χρυσής Επένδυσης" και του "Αποδίδω", οδηγίες που ακολουθούσαν οι υπάλληλοι της Τράπεζας (σχ.

εγκύκλιος εσωτερικής χρήσης 21/2013), ούτε βέβαια παρίσταται λογικό - ακόμη και αν ο οιοσδήποτε υπάλληλος είχε γνώση όλων των διαχρονικά προσφερόμενων προϊόντων - να ενημερώνει τον πελάτη για τους όρους μιας καταργηθείσας σύμβασης. ... Ο ενάγων, τέσσερα χρόνια μετά την τελευταία του συνεργασία με την εναγομένη τράπεζα, προσήλθε και πάλι στο κατάστημα, άνοιξε έναν λογαριασμό ταμιευτηρίου, αναζήτησε ο ίδιος πληροφορίες για τα προϊόντα που είχε η τράπεζα διαθέσιμα προς τους συνέταιρους, ενημερώθηκε προσηκόντως για τις επιλογές του και για το ότι υπήρχε διαθέσιμο νέο διαφορετικό από αυτό που κατείχε προ 4ετίας προϊόν, του παραδόθηκαν ενημερωτικά φυλλάδια και σχετικές πληροφορίες για τον καταθετικό λογαριασμό "Αποδίδω", ενώ του αναλύθηκαν οι όροι της σύμβασης, οι οποίοι ήταν απλοί και κατανοητοί.

Ο υπάλληλος του εξήγησε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός χορηγείται μόνο στους συνέταιρους της τράπεζας, οπότε απαραίτητη είναι η κατοχή συνεταιριστικών μερίδων, όπως καλά γνώριζε ο αντίδικος, και ότι το ελάχιστον ποσό που μπορεί κανείς να καταθέσει σε αυτόν είναι 100 ευρώ ενώ το ανώτατο ποσό είναι ίσο με το 10% της αξίας των μερίδων που κατέχει και ότι το επιτόκιο στην κατάθεση είναι προνομιακό.

Ο ενάγων στις 8-12-2014 επανήλθε στην τράπεζα, μετά από 4 χρόνια, έχοντας ήδη λάβει την απόφαση να επενδύσει το κεφάλαιο του σε προαιρετικές μερίδες και υπέγραψε την σύμβαση καταθετικού λογαριασμού Αποδίδω και κατέθεσε στον λογαριασμό που ανοίχθηκε με αριθμό ... ποσό 6006 ευρώ, διενέργησε δηλαδή εκείνη την ημέρα πλείονες ταμειακές συναλλαγές πλέον της υπογραφής της σύμβασης.

Οι 13 συνολικά όροι που αποτελούν την σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης Αποδίδω ήταν απλούστατοι και ξεκάθαροι ως προς το περιεχόμενό τους, και πλήρως κατανοητοί από όλους, και βεβαίως από τον ενάγοντα, ο οποίος ήταν ικανού μορφωτικού επιπέδου, είχε κοινωνική παιδεία και είχε διαχείριση της περιουσίας του όλα αυτά τα έτη, μετερχόμενος ο ίδιος πράξεις και οικονομικές συναλλαγές προς όφελός του.

Ουδείς εκ των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας αναφέρθηκε σε επενδυτικά ή άλλα προγράμματα, σε εγγυημένα κεφάλαια ή εγγυημένες αποδόσεις, όπως αβάσιμα αναφέρει ο ενάγων. Αυτά ως όροι, και όχι βέβαια όπως τα αναφέρει ο ενάγων (καθώς ούτε στην σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα υπήρχε εγγύηση κεφαλαίου, παρά μόνο ελάχιστη εγγυημένη απόδοση), ανάγονται στην σύμβαση επενδυτικού προγράμματος που είχε καταργηθεί και καμία εφαρμογή δεν είχαν στην σύμβαση καταθετικού λογαριασμού Αποδίδω ή στην υπό κρίση αγωγή εν γένει.

Κατ' αρχήν, κανένας όρος στη σύμβαση για τη "χρυσή επένδυση" δεν εμπεριείχε εγγύηση κεφαλαίου, η δε εγγυημένη απόδοση είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό. Ο ενάγων ισχυρίζεται εντελώς εσφαλμένα και αντίθετα σε κάθε κανόνα της λογικής και της κοινής πείρας ότι η εγγυημένη απόδοση, που υπήρχε ως προς τις συνεταιριστικές μερίδες οι οποίες εντάσσονταν στο επενδυτικό πρόγραμμα "χρυσή επένδυση", είχε την έννοια της εγγύησης και εξασφάλισης του κεφαλαίου που είχε καταβληθεί για την απόκτηση των μερίδων.

Πλην όμως ο όρος 4. της σύμβασης για τη χρυσή επένδυση, έχει ως εξής: "4. Η τράπεζα εγγυάται ότι η επένδυση του συνεταίρου (δηλαδή το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύουν με σημερινές τιμές οι άνω μερίδες που εντάσσονται στο άνω πρόγραμμα και η άνω χρυσή κατάθεση) που αποτιμάται σήμερα σε € ... [αναλόγως της συμβάσεως] θα έχει συνολική απόδοση (μερίσματα συνεταιριστικών μερίδων που θα δικαιούται ο συνεταίρος κατά το αρ. 25 του καταστατικού, διαφορά υπεραξίας συνεταιριστικών μερίδων από την ημερομηνία ένταξής τους στο άνω επενδυτικό πρόγραμμα μέχρι την ημερομηνία κλεισίματος αυτού και τόκοι χρυσής κατάθεσης) τουλάχιστον ίση (ελάχιστη εγγυημένη απόδοση) προς το εκάστοτε προσφερόμενο από την τράπεζα επιτόκιο (σύμφωνα με τις δημοσιεύσεις της τράπεζας στον Τύπο) για προθεσμιακές καταθέσεις ανάλογου ύψους και διάρκειας, όπως το επιτόκιο αυτό ισχύει κατά την ημερομηνία σύναψης του προγράμματος και σε κάθε ετήσια επέτειο αυτής, πολλαπλασιαζόμενο με ειδικό συντελεστή, ανάλογα με τη διάρκεια του προγράμματος." Προκύπτει, επομένως, ότι η εγγυημένη απόδοση δεν συνιστά εγγύηση κεφαλαίου.

Εξάλλου, και όλες οι εκτενείς παραπομπές σε όρους της σύμβασης για τη χρυσή επένδυση που περιλαμβάνονται στην αγωγή ... αφορούν αποκλειστικώς την εγγύηση της απόδοσης των μερίδων και ουδόλως εγγύηση του καταβληθέντος κεφαλαίου, η οποία ούτε υπήρχε ούτε ήταν δυνατόν να υπάρξει. Το δε υποστηριζόμενο από τον ενάγοντα ότι δήθεν δεν είναι δυνατό να υπάρξει εγγυημένη απόδοση χωρίς εγγύηση του κεφαλαίου σε ένα επενδυτικό πρόγραμμα είναι αντίθετο προς την κοινή γνώση της λειτουργίας των επενδύσεων.

Πολλά αμοιβαία κεφάλαια περιλαμβάνουν υπόσχεση συγκεκριμένου μερίσματος επί του αρχικώς καταβληθέντος κεφαλαίου, αλλά όχι και εγγύηση του ίδιου αυτού του κεφαλαίου, με συνέπεια ο επενδυτής να λαμβάνει μερίσματα ορισμένου ύψους ενώ παράλληλα το ποσό της αρχικής του επένδυσης μειώνεται. ... η διαφορά μεταξύ εγγύησης κεφαλαίου και εγγύησης απόδοσης είναι θεμελιώδης. ...

Κάθε ισχυρισμός, επομένως, του ενάγοντος για χαρακτήρα καταθετικό της "χρυσής επένδυσης" καταπίπτει. Καταπίπτει, επομένως, και το επιχείρημα του ενάγοντος ότι τάχα θεώρησε ότι και η τοποθέτησή του σε συνεταιριστικές μερίδες το Δεκέμβριο του 2014 εντασσόταν στο πρόγραμμα "Αποδίδω", ως προς το οποίο εξαπατήθηκε από τους προστηθέντες της Τράπεζας ότι περιέχει, τάχα, εγγύηση κεφαλαίου και για τις συνεταιριστικές μερίδες που είχε τότε αποκτήσει, επειδή τέτοια εγγύηση, μαζί με υποχρέωση άμεσης ρευστοποίησης, παρείχαν, δήθεν, τα προηγούμενα επενδυτικά προγράμματα της Τράπεζας και η "χρυσή επένδυση".

Κανένα από αυτά δεν περιείχε υποχρέωση άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων ούτε εγγύηση κεφαλαίου. Άρα, όλοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα περί εξομοίωσης των προγραμμάτων αυτών με κατάθεση και, κατ' επέκταση, και η θεωρία περί εξαπάτησης του ιδίου, επειδή όταν υπέγραψε τη σύμβαση "Αποδίδω" θεώρησε πως υπογράφει παρεμφερές προϊόν με τα προγενέστερα επενδυτικά προγράμματα της Τράπεζας, τα οποία τάχα είχαν τα χαρακτηριστικά κατάθεσης, πρέπει να απορριφθούν ως παντελώς αβάσιμοι.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τα μέσα του Μαΐου του έτους 2015, σημειώθηκε εκροή από το τραπεζικό σύστημα καταθέσεων ιδιωτών, η δε απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να μην αυξήσει την χρηματοδότηση μέσω ELA, και οι διαβουλεύσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και συνάντηση του Eurogroup ενόψει της λήξεως των προγραμμάτων περί οικονομικής ενίσχυσης της Ελλάδος, προκάλεσε φαινόμενο "χιονοστιβάδας" και κατέληξε στις 29 Ιούνιου 2015 με πράξη νομοθετικού περιεχομένου να επιβληθεί βραχεία τραπεζική αργία και capital controls που ισχύουν μέχρι σήμερα. ...

Κατά τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν αιτήθηκε εγγράφως ουδέποτε την ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων παρά όσα αβάσιμα και αναπόδεικτα αναφέρει στην αγωγή του (εκτός από την αίτηση διαγραφής που υπέβαλε την 2-11-2010 οπότε και ρευστοποίησε 759 συνεταιριστικές μερίδες). Ειδικά για την ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων, περίπου από μέσα Μαΐου 2015 οι υπάλληλοι πληροφορούσαν τους ενδιαφερόμενους συνεταίρους, και ο ενάγων θα είχε επίσης πληροφορηθεί αν προσερχόταν με σχετικό αίτημα σε κάποιο κατάστημα, ότι θα καθυστερούσε λόγω της ενεργοποίησης από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας της δυνατότητας επιβολής περιορισμών στη ρευστοποίηση συνεταιριστικών μερίδων, στο πλαίσιο των διατάξεων του νόμου και του Καταστατικού της Τράπεζας, όπως το Δ.Σ.

όφειλε εκ του νόμου να πράξει, λόγω πολλών αιτήσεων ρευστοποίησης που εύλογα υποβάλλονταν την περίοδο εκείνη συνεπεία της τρέχουσας πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας. Συγκεκριμένα, προκειμένου να αποφευχθεί μη ελεγχόμενη εκροή κεφαλαίων, που θα έθιγε τα απαραίτητα εποπτικά ίδια κεφάλαια της Τράπεζας, και για την προστασία του συνόλου των συνεταίρων και καταθετών, η Διοίκηση της Τράπεζας, όπως δικαιούται εκ του νόμου και του καταστατικού της, αλλά και υποχρεούται προκειμένου να προστατεύσει το συμφέρον του συνόλου των συνεταίρων, αποφάσισε να περιορίσει αρχικά και μην ικανοποιεί έπειτα για κάποιο διάστημα αιτήματα ρευστοποίησης.

Η διαδικασία αυτή, της προσωρινής παύσης ικανοποίησης των αιτημάτων ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων ήταν απολύτως νόμιμη, και ασκήθηκε στο πλαίσιο της σχετικής ευχέρειας του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας που προβλέπεται από το νόμο ... Συγκεκριμένα: α) σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, που προστέθηκε με την παρ. 2α του άρθρου 28 του ν. 4141/2013, η απόδοση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας κατά την αποχώρηση ή τον αποκλεισμό των συνεταίρων, καθώς και κάθε άλλη περίπτωση εξόφλησης των συνεταιριστικών μερίδων από πιστωτικούς συνεταιρισμούς που έχουν λάβει άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, κατόπιν έγκρισης από την Τράπεζα της Ελλάδος, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των καταστατικών οργάνων τους και β) σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 9 του άρθρου 2 του ν. 1667/1986, η απόδοση στον συνεταίρο της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας τελεί υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται οι υποχρεώσεις του πιστωτικού συνεταιρισμού που συναρτώνται με το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του βάσει των εκάστοτε ισχυόντων κανόνων εποπτείας.

Τέλος, το άρθρο 149 του ν. 4261/2014 ορίζει ότι για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων συνεταιριστικής τράπεζας, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος. Σημειωτέον ότι, ακολούθως, ο σχετικός περιορισμός - και, κατά τούτο, η ορθή ενεργοποίησή του από το Δ.Σ.

της εναγομένης - επιβεβαιώθηκε και από την εποπτεύουσα αρχή, την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με σχετική από 23.12.2015 επιστολή της, ενώ σε σχετικό νεότερο αίτημα της εναγομένης προς την Τράπεζα της Ελλάδος του μηνός Ιουνίου 2016, η τελευταία απάντησε με την υπ' αριθ. πρωτ. …/7.6.2016 επιστολή της ότι η εναγόμενη δεν επιτρέπεται προς το παρόν να κάνει δεκτό κανένα αίτημα εξόφλησης συνεταιριστικών μερίδων ...

Ο ενάγων τον Δεκέμβριο 2015 επέλεξε να κλείσει τον λογαριασμό του "Αποδίδω", ενώ το 2016, οι ενεργές συμβάσεις καταγγέλθηκαν με επιστολή που εστάλη σε όλους τους καταθέτες που είχαν λογαριασμό κατάθεσης "Αποδίδω" ... Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η τράπεζα όφειλε να του αποδώσει βάσει της συμβάσεως λογαριασμού κατάθεσης την αξία των μερίδων του είναι αβάσιμος, αφού ο ενάγων γνώριζε ήδη την καταστατική διαδικασία δεδομένου ότι είχε ενημερωθεί λεπτομερώς, αποφάσισε δε το κλείσιμο του λογαριασμού "Αποδίδω" κατά τον χρόνο που ενημερώθηκε προσηκόντως για την ανάγκη μείωσης της τιμής της μερίδας κατά την αύξηση συνεταιριστικού κεφαλαίου τον Δεκέμβριο 2015.

Τέλος, ο ενάγων παρέλειψε να αναφέρει ότι συμμετείχε στην αύξηση κεφαλαίου του έτους 2015 αποκτώντας 1486 νέες μερίδες με τιμή 5 ευρώ έκαστη. Ο ίδιος γνωρίζοντας τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή του στο συνεταιρισμό συμμετείχε στην γενική συνέλευση όπου είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τα διαλαμβανόμενα και να συμμετάσχει στην συζήτηση και στη λήψη αποφάσεων, είχε τη σύνεση να ενημερωθεί από τον υπάλληλο του καταστήματος εξυπηρέτησης του σχετικά με τους όρους και την αναγκαιότητα της ανακεφαλαιοποίησης, ζύγισε τα στοιχεία και τις συνθήκες και αποφάσισε να συμμετάσχει στην αύξηση στην εκπνοή της προθεσμίας υποβολής για να έχει διαπιστώσει αν πρόκειται να είναι επιτυχής ή όχι η ανακεφαλαιοποίηση.

Οι κινήσεις και οι αποφάσεις του ήταν όλες μελετημένες, είχε πλήρη γνώση όλων των στοιχείων και των συνθηκών που επικρατούσαν και τις έλαβε αυτόβουλα και στοχευμένα. Για αυτό το λόγο προφανώς αποσιώπησε εντελώς το γεγονός της συμμετοχής του στην ανακεφαλαιοποίηση. Η τελική τιμή διάθεσης στην αύξηση συνεταιριστικού κεφαλαίου του έτους 2015 καθορίστηκε στα 5 Ευρώ δυνάμει του υπ' αριθ.

…/29.12.2015 πρακτικού Δ.Σ. και επομένως ο ενάγων, όπως πολύ καλά γνωρίζει, απέκτησε 500 επιπλέον συνεταιριστικές μερίδες, όντας κατά την συζήτηση της αγωγής κάτοχος εν συνόλω 1197 συνεταιριστικών μερίδων ... Η πραγματική τιμή (τιμή διάθεσης) της μερίδας προσδιορίστηκε μετά την επιτυχή ανακεφαλαιοποίηση της Τράπεζας με απόφαση του Δ.Σ.

κατά τη συνεδρίαση …/29.2.2016 σε 14 Ευρώ. Κατά την συζήτηση της αγωγής ... η πραγματική (τιμή διάθεσης / τρέχουσα τιμή) της συνεταιριστικής μερίδας είναι 14,30 ευρώ. Εν ολίγοις, παρά όσα αμελεί να αναφέρει ο ενάγων, για την κτήση, κατά την αύξηση 1486 μερίδων δαπάνησε ποσό 7430 ευρώ, ενώ κατά την συζήτηση της αγωγής η τιμή των μερίδων αυτών είναι 21.249,80 ευρώ.

Άλλως ο μέσος όρος απόκτησης όλων των μερίδων που κατέχει (αφού δηλαδή υπολογισθεί η τιμή κτήσης 35€ Χ 1715, και 5€ Χ 1486 μερίδες και διαιρεθεί το άθροισμα με το σύνολο των κατεχόμενων μερίδων) ανέρχεται σε 21,07 ευρώ έκαστη μερίδα. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι ο ενάγων είχε πλήρη επίγνωση του τί σημαίνει διαδικασία απόκτησης συνεταιριστικών μερίδων αλλά καθαρή κρίση όταν έλαβε την απόφαση να συμμετάσχει στην αύξηση κεφαλαίου με το συγκεκριμένο ποσό, που επέλεξε να δεσμεύσει, ώστε να αμβλύνει πράγματι τη διαφορά από τη μείωση της τιμής. ...

Επομένως, αφενός ουδέποτε από καμία σύμβαση η τράπεζα ανέλαβε υποχρέωση ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων σε συγκεκριμένο χρόνο και με συγκεκριμένη αξία. Η κατοχή συνεταιριστικών μερίδων ήταν προαπαιτούμενο για την σύμβαση ένταξης σε επενδυτικό πρόγραμμα ("Χρυσή Επένδυση") διότι αυτή απευθυνόταν και επιβράβευε συνέταιρους, ήδη από το έτος 2003.

Η σύμβαση Χρυσή Επένδυση εγγυούταν την απόδοση του προϊόντος δηλαδή τη διανομή μερίσματος και τον τόκο της κατάθεσης. Η αναφορά του γράφοντος [ενν: ενάγοντος] σε "εγγυημένο κεφάλαιο" και σε "συμβατική υποχρέωση ρευστοποίησης" είναι αβάσιμη. Περαιτέρω, η τράπεζα, συμμορφούμενη με τις διατάξεις του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, και μετά από τη γνωμάτευση των οικονομικών και νομικών της συμβούλων, αποφάσισε την κατάργηση του προϊόντος Χρυσή Επένδυση για τεχνικούς λόγους που είχαν να κάνουν με την προϋπόθεση συνυπολογισμού των συνεταιριστικών κεφαλαίων στα εποπτικά ίδια κεφάλαια της τράπεζας από 1/1/14 και αφορούσε την υποσχόμενης απόδοσης και όχι της τυχόν υποσχόμενης επιστροφής κεφαλαίου, που ποτέ δεν υπήρξε.

Για το γεγονός αυτό οι συνέταιροι που συμμετείχαν στο προϊόν Χρυσή Επένδυση ενημερώθηκαν από την ίδια την τράπεζα όταν έκαστος κλήθηκε να λύσει συναινετικά την σύμβαση. ... Σε κάθε περίπτωση, μετά το 2013 καμιά ρήτρα υποσχόμενης απόδοσης δεν υπήρχε σε καμία τραπεζική σύμβαση, ούτε βέβαια και στην επίδικη σύμβαση καταθετικού λογαριασμού "Αποδίδω", ούτε βέβαια ο ενάγων κατείχε τέτοιο προϊόν. ...

Ήταν απαραίτητο, μετά την αλλαγή του ενωσιακού θεσμικού πλαισίου ... η Τράπεζα να καταργήσει το επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", για να προστατεύσει τους ίδιους τους συνεταίρους της, επομένως και τον ενάγοντα. Αν η Διοίκηση της Τράπεζας δεν είχε καταργήσει το επενδυτικό πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", τότε θα ευθυνόταν έναντι των συνεταίρων.

Η εν λόγω εγγυημένη απόδοση μετά την αυστηροποίηση του ενωσιακού θεσμικού πλαισίου δεν έπρεπε να συνεχιστεί όχι γιατί ήταν παράνομη υπό το νέο θεσμικό πλαίσιο, αλλά επειδή, αν εξακολουθούσε, δεν θα προσμετρώνταν στα ίδια κεφάλαια κατηγορίας 1 της Συνεταιριστικής Τράπεζας τα κεφάλαια των συνεταιριστικών μερίδων για τα οποία ίσχυε η εγγυημένη απόδοση. ...

Περαιτέρω, όπως ευχερώς προκύπτει εξ εγγράφων, τον Νοέμβριο οπότε και συγκλήθηκε η από 24.11.2015 έκτακτη Γενική Συνέλευση της Συνεταιριστικής Τράπεζας κατά την οποία αποφασίστηκε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και μείωση της ονομαστικής αξίας της συνεταιριστικής μερίδας και μείωση της τιμής διάθεσης, για την συμμετοχή τους στην αύξηση κεφαλαίου οι συνέταιροι έλαβαν σχετική επιστολή και τα καταστήματα επικοινώνησαν μαζί τους και τηλεφωνικά για να τους ενημερώσουν....

Η ημερησία διάταξη προέβλεπε την αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου με τιμή διάθεσης 35 ευρώ. Πλην όμως οι απρόβλεπτες περιστάσεις ανέτρεψαν τον αρχικό προγραμματισμό, αφού η τράπεζα όφειλε συμμόρφωση στο Ν. 4340/2015: πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης τραπεζών, θέματα πιστωτικών συνεταιρισμών κλπ του οποίου η ισχύς εκκινούσε την 01.11.2015, ημέρα δημοσίευσης του στο ΦΕΚ, και ως εκ τούτου κλήθηκε με την σύγκληση εκτάκτου Γενικής Συνέλευσης να ενσωματώσει στο καταστατικό...

τις σχετικές διατάξεις νόμου και να τροποποιήσουμε [ορθό: τροποποιήσει] την απόφαση της γενικής συνέλευσης για την αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου. Η έκτακτη γενική συνέλευση αποφάσισε την αναπροσαρμογή της ονομαστικής αξίας της μερίδας από 12 σε 3 ευρώ, λαμβανομένων υπόψη όλων των διαθέσιμων στοιχείων και αναγκών, με την καταβολή της διαφοράς στον λογαριασμό υπέρ το άρτιο, χωρίς να μεταβάλλεται η καθαρή θέση του συνεταιρισμού ...

ενώ για την επιτυχία της αύξησης του συνεταιριστικού κεφαλαίου αποφασίστηκε η τιμή διάθεσης να κυμανθεί μεταξύ 3 και 6 ευρώ. Πράγματι συγκεντρώθηκαν τα απαιτούμενα κεφάλαια και ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας πληροί τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ... Δυνάμει της με αριθμό …/17.8.2017 απόφασης ΔΣ καθορίσθηκε η τιμή της μερίδας σε 14,30 ευρώ.

Εν κατακλείδι, παρά τα όσα αβάσιμα επικαλείται ο ενάγων, μεταξύ αυτού και της εναγομένης υφίσταται εταιρική σχέση, η οποία διέπει την σχέση των μελών της συνεταιριστικής τράπεζας προς αυτήν, ενώ αποδείχθηκε πλήρως ότι ο ενάγων σύναψε διάφορες τραπεζικές συμβάσεις με την εναγομένη, εξ αυτών και η από 8-12-2014 σύμβαση λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", οποία λύθηκε την 8-12-2015 και εκ της οποίας ο ενάγων καμία απαίτηση δεν έχει.

Η δε συμπεριφορά του προστηθέντα υπαλλήλου της εναγομένης κατά την ενημέρωση που παρείχε στον ενάγοντα τόσο κατά την κτήση από αυτόν συνεταιριστικών μερίδων όσο και κατά την σύναψη των τραπεζικών συμβάσεων ήταν προσήκουσα και επιμελής, ανταποκρίθηκε στα καθήκοντά του ως όφειλε, τόσο κατά τις οδηγίες που παρέχονται στους υπαλλήλους αλλά και όπως επιβάλλουν οι συναλλακτικοί κανόνες, παρέχοντας στον ενάγοντα σαφείς και εμπεριστατωμένες πληροφορίες." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, που είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, Α) δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 8 ν. 2251/1994, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού, τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή τους, καθόσον, δεν στοιχειοθετούν συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης παράνομη, ως μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη από τον αναιρεσείοντα ασφάλεια των υπηρεσιών, που θεμιτά αυτός δικαιούται ως καταναλωτής.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσίβλητη εκπλήρωσε έναντι του αναιρεσείοντος τις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, που επιβάλλονται σε αυτή από την καλή πίστη, παρέχοντας σ' αυτόν διά των υπαλλήλων της, ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση, που του επέτρεψε να λάβει τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση σχετικά με την πράγματι ηθελημένη από τον ίδιο συναλλαγή, αφού α) τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της σύμβασης "Αποδίδω", που ήταν αποκλειστικά καταθετικός λογαριασμός, ήταν ευχερώς κατανοητά και έγιναν σαφώς και πλήρως αντιληπτά από τον αναιρεσείοντα, β) ο αναιρεσείων ήταν ενημερωμένος ήδη από το μήνα Απρίλιο 2007 για τη φύση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συνεταιριστικών μεριδίων και τη διαδικασία της ρευστοποίησής τους, και μάλιστα κατά το χρονικό διάστημα από 24-4-2007 έως 19-4-2010 είχε προβεί σε σχετικές συναλλαγές τέσσερεις φορές, λαμβάνοντας ετησίως μέρισμα και συμμετέχοντας στις Γενικές Συνελεύσεις, γ) το έτος 2014, κατά την εκ νέου αγορά συνεταιριστικών μεριδίων και τη σύναψη της κατάθεσης "Αποδίδω", δόθηκαν και πάλι σε αυτόν όλες οι αναγκαίες πληροφορίες και επεξηγήσεις από τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης, με δυνατότητα πρόσβασης και στο πληροφοριακό υλικό, που τέθηκε στη διάθεσή του σε έντυπη μορφή και μέσω του διαδικτύου, ώστε να αντιληφθεί πλήρως αφενός μεν ότι η καταθετική σύμβαση "Αποδίδω" ήταν διαφορετική από την απόκτηση συνεταιρστικών μερίδων, αφετέρου δε ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ της προηγούμενης σύμβασης "Χρυσή Επένδυση" και των συμβάσεων που συνήψε το έτος 2014, από τις οποίες ούτε η πρώτη ("Χρυσή Επένδυση") προέβλεπε την άμεση και άνευ όρων ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μεριδίων, αλλά, αντιθέτως, προέβλεπε τη ρευστοποίηση αυτών σύμφωνα με τους όρους του Καταστατικού της αναιρεσίβλητης, και δ) λαμβάνοντας την κατάλληλη και αντικειμενική πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε να είναι ευλόγως σε θέση, ενόψει του μορφωτικού και κοινωνικού του επιπέδου, των ικανοτήτων, που διέθετε ως προς τη διαχείριση της περιουσίας του, και της συναλλακτικής εμπειρίας του σε τραπεζικά προϊόντα, να κατανοήσει ότι επρόκειτο για δύο διαφορετικές συμβάσεις, αποφάσισε να συνάψει τη σύμβαση κατάθεσης "Αποδίδω" με πλήρη συνείδηση και επιδοκιμασία των όρων της, ώστε να μην τίθεται ζήτημα παρανόησης εκ μέρους του ότι πρόκειται για σύμβαση ενιαία με την απόκτηση συνεταιριστικών μεριδίων και περαιτέρω σύγχυσης του περιεχομένου της ενιαίας, δήθεν, αυτής σύμβασης με το περιεχόμενο της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση", οι όροι της οποίας άλλωστε δεν προέβλεπαν εγγύηση του κεφαλαίου απόκτησης των μεριδίων ή άμεση και άνευ όρων ρευστοποίηση αυτών, και Β) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αφού στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στην εν λόγω διάταξη, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι η αναιρεσίβλητη εκπλήρωσε τις αυξημένες, ενόψει και της ιδιότητάς της ως πιστωτικού ιδρύματος, προσυμβατικές υποχρεώσεις της έναντι του αναιρεσείοντος από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά χρηστά ήθη σχετικά με την ενημέρωση αυτού για τη φύση των συνεταιριστικών μεριδίων και του καταθετικού λογαριασμού δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης, έχοντας λάβει από αυτήν ειδική προς τούτο εκπαίδευση και οδηγίες και όντας εφοδιασμένοι με το κατάλληλο υλικό, ήταν σε θέση να ενημερώνουν πλήρως τους συναλλασσόμενους με αυτούς και ανταποκρίνονταν πράγματι στις σχετικές οδηγίες της διοίκησης της τράπεζας περί παροχής όσο το δυνατόν πληρέστερης ενημέρωσης, παρέχοντας ειλικρινή και πλήρη ενημέρωση στους υποψήφιους συνεταίρους, ενόψει και της συνεταιριστικής φύσης της τράπεζας, που καθιστούσε ακόμη περισσότερο επιβεβλημένη την ειλικρινή σχέση μεταξύ αυτής και των συνεταίρων, β) όταν ο αναιρεσίβλητος το έτος 2007 ενδιαφέρθηκε το πρώτον για την απόκτηση συνεταιριστικών μεριδίων, οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης του εξήγησαν τη φύση της συνεταιριστικής συμμετοχής και του συνεταιριστικού χαρακτήρα της τράπεζας και του παρέδωσαν το Καταστατικό της σε έντυπη μορφή, υποδεικνύοντάς του ότι μπορούσε να το αναζητήσει και στην ιστοσελίδα της τράπεζας, τον ενημέρωσαν ενδελεχώς για τη διαδικασία απόκτησης και ρευστοποίησης των μεριδίων και για την αποτίμηση της εμπορικής αξίας του συνεταιριστικού κεφαλαίου, και του παρέδωσαν ενημερωτικά φυλλάδια, που επεξηγούσαν αναλυτικά την αξία και την απόδοση της συνεταιριστικής μερίδας, ο δε αναιρεσείων υπέβαλε σε αυτούς ερωτήσεις για τη φύση των μεριδίων και ενημερώθηκε πολύ καλά για τη φύση τους και λαμβάνοντας, τελικώς, υπόψη και τη φήμη της αναιρεσίβλητης στην αγορά, επέλεξε να καταστεί συνέταιρος και να αγοράσει κατά τα επόμενα έτη και άλλα μερίδια, γ) το έτος 2014, κατά την εκ νέου αγορά συνεταιριστικών μεριδίων και τη σύναψη της κατάθεσης "Αποδίδω", δόθηκαν και πάλι σε αυτόν όλες οι αναγκαίες πληροφορίες και επεξηγήσεις από τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης και, έτσι, κατά τη σύναψη του καταθετικού λογαριασμού "Αποδίδω" είχε πλήρη συνείδηση των ιδιοτήτων τόσο των μεριδίων, όσο και του λογαριασμού, τις οποίες είχε κατανοήσει πλήρως και αποφάσισε να τοποθετήσει το κεφάλαιό του εν μέρει σε μερίδια, για να λαμβάνει τη μέγιστη δυνατή ωφέλεια και να αποφύγει τον κίνδυνο μείωσης της αξίας των καταθέσεων, και εν μέρει στον ανωτέρω καταθετικό λογαριασμό αυξημένης απόδοσης, για να εκμεταλλευτεί τα προνόμια που του παρείχε η συνεταιριστική του ιδιότητα.

Συνεπώς, με βάση όλα τα ως άνω περιστατικά αυτά, δεν στοιχειοθετείται παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων και, συνακόλουθα, αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, η οποία, κατά τα ανωτέρω, δεν είχε ούτε συμβατική, ούτε εκ του καταστατικού, ούτε και εκ του νόμου υποχρέωση άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, της σχετικής διαδικασίας ρυθμιζομένης από το νόμο και το καταστατικό, ενώ κανένα από τα επενδυτικά προγράμματα αυτής δεν περιείχε εγγύηση κεφαλαίου.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 8 του ν. 2251/1994 και 288 ΑΚ και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, περί επιμελούς και πλήρους τήρησης εκ μέρους των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης των υποχρεώσεών τους για παροχή της ορθής, αναγκαίας και κατάλληλης πληροφόρησης στον αναιρεσείοντα κατά τη σύναψη του καταθετικού λογαριασμού "Αποδίδω", με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές: 1) ο ενάγων από το έτος 2007 έως και το έτος 2014 είχε προβεί στην κατάρτιση πλήθους τραπεζικών συμβάσεων με την εναγόμενη Συνεταιριστική Τράπεζα, έχοντας αποκτήσει συναλλακτική εμπειρία και εμπεριστατωμένες γνώσεις για την εκάστοτε λειτουργία της κάθε τραπεζικής σύμβασης που κατάρτιζε με την εναγόμενη, 2) την 5-12-2014 ζήτησε το άνοιγμα του με αρ.

…. λογαριασμού ταμιευτηρίου και την 8-12-2014 υπεγράφη η σύμβαση ειδικού λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", και αμέσως μετά υπέβαλε την αίτηση ανοίγματος λογαριασμού καταθέσεων "Αποδίδω", το σχετικό έντυπο της οποίας ήταν διαφορετικό από αυτό για το άνοιγμα των υπολοίπων λογαριασμών κατάθεσης και σε αυτό αναγράφονταν ευκρινώς ο αριθμός μεριδίων, που αποτελούσαν κατά τη σύμβαση τη βάση του υπολογισμού κατάθεσης, η τρέχουσα αξία των μεριδίων, το ποσό της κατάθεσης, το επιτόκιο έναρξης, οι γενικοί όροι λειτουργίας του κοινού λογαριασμού και οι ειδικοί όροι λειτουργίας του λογαριασμού, 3) ο καταθετικός αυτός λογαριασμός απέδιδε προνομιακό επιτόκιο και προσφέρθηκε μόνο στους συνεταίρους της Τράπεζας, οι οποίοι όμως μπορούσαν, κατά τους όρους της σύμβασης, να καταθέσουν σε αυτόν ποσό κατάθεσης, που δεν θα υπερέβαινε το 10% της συνολικής αξίας των ενεργών μερίδων τους, 4) ο ειδικός λογαριασμός κατάθεσης "Αποδίδω" της Τράπεζας ήταν ένα αυστηρά καταθετικό προϊόν, το οποίο ξεκίνησε να υφίσταται τον Νοέμβριο του έτους 2013 και διήρκεσε έως το έτος 2016, μπορούσε δε ο συνεταίρος να κάνει ανάληψη του ποσού οιαδήποτε χρονική στιγμή, 5) ο εν λόγω λογαριασμός δεν έχει νομικά χαρακτηριστικά κοινά με τη "Χρυσή Επένδυση" και διαφοροποιείται παντελώς από την τελευταία, η οποία αποτελούσε πρόγραμμα επιβράβευσης των συνεταίρων, το οποίο προσφέρθηκε από το έτος 2003 και ως το έτος 2013 και είχε δύο πεδία αναφοράς, ήτοι ένα καταθετικό σκέλος και το σκέλος που αφορούσε τη διανομή μερίσματος της συνεταιριστικής μερίδας, αναλάμβανε δε η τράπεζα την υποχρέωση ως προς την συνολική απόδοση του προϊόντος, και συγκεκριμένα, σε περίπτωση που τυχόν δεν επιτευχθεί η προβλεπόμενη συνολική εγγυημένη απόδοση, όπως αυτή προσδιοριζόταν στην ίδια σύμβαση, να καταβάλει στο συνέταιρο τη διαφορά, όπως οριζόταν στον όρο 5 της σύμβασης, ενώ, αντιθέτως, ο λογαριασμός "Αποδίδω" ουδεμία τέτοια υποχρέωση της Τράπεζας περιλάμβανε και ουδεμία δέσμευση εν γένει της Τράπεζας περιείχε σε σχέση με τις συνεταιριστικές μερίδες, που κατείχαν οι συνεταίροι καταθέτες του λογαριασμού "Αποδίδω", ρύθμιζε δε αποκλειστικώς θέματα που αποτελούν συνήθως αντικείμενο ρύθμισης συμβάσεων καθαρώς καταθετικών λογαριασμών, και ο ενάγων σαφώς είχε αντιληφθεί πλήρως τα ιδιαίτερα ως άνω χαρακτηριστικά και των δύο συμβάσεων που κατάρτισε με την εναγόμενη τράπεζα, 6) ο ενάγων από τον Απρίλιο του 2007 ενημερώθηκε για την συνεταιριστική φύση της τράπεζας και αποφάσισε να γίνει συνεταίρος αγοράζοντας συνεταιριστικά μερίδια και, επίσης, κατά τις συναλλαγές του με την τράπεζα είχε ήδη ενημερωθεί ότι η τράπεζα διαθέτει προς αγορά συνεταιριστικές μερίδες, οι οποίες αποτελούν το κεφάλαιό της και αποδίδουν μέρισμα, επί πλέον δε, από τον Νοέμβριο του έτους 2007 είχε σχηματίσει άποψη και γνώριζε σχετικά με την επένδυση σε συνεταιριστικές μερίδες και τη φύση τους, καθόσον έλαβε αναλυτική ενημέρωση, μετά την οποία αποφάσισε να αγοράσει προαιρετικά μερίδια και να υπογράψει σύμβαση ένταξης του σε επενδυτικό πρόγραμμα, 7) έκαστος υπάλληλος της τράπεζας γνώριζε και επεξηγούσε, ακολουθώντας τις οδηγίες της διοίκησης της τράπεζας, στο υποψήφιο μέλος του Συνεταιρισμού τη φύση των συνεταιριστικών μερίδων και παρέπεμπε τον κάθε υποψήφιο να μελετήσει το καταστατικό της τράπεζας στην ιστοσελίδα της για την διαδικασία που ακολουθείται για την ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μεριδίων καθώς και για την αποτίμηση της εμπορικής αξίας του συνεταιριστικού κεφαλαίου, ουδέποτε δε υπήρξε εκ μέρους της τράπεζας ή των προστηθέντων υπαλλήλων της οιαδήποτε πλημμέλεια στην παρουσίαση των προϊόντων προς τον ενάγοντα, αφού το έτος 2007, όταν απευθύνθηκε για να ενημερωθεί για τις μερίδες στις οποίες θα μπορούσε να επενδύσει, ως προϊόν χαμηλού ρίσκου, οι προστηθέντες υπάλληλοι επανέλαβαν σε αυτόν τη φύση των συνεταιριστικών μερίδων εξηγώντας την φύση της ίδιας της τράπεζας ως συνεταιριστικής, το γεγονός ότι η λειτουργία της διέπεται από το καταστατικό, του παρέδωσαν τότε έντυπο το καταστατικό, το οποίο διανεμόταν, ενώ αργότερα του υπέδειξαν ότι το καταστατικό βρίσκεται αναρτημένο στην ιστοσελίδα της τράπεζας, και τον ενημέρωσαν ενδελεχώς για την καταστατική διαδικασία που ακολουθείται για την απόκτηση και ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μεριδίων καθώς και για την αποτίμηση της εμπορικής αξίας του συνεταιριστικού κεφαλαίου, ενώ, ειδικότερα, στον ιστότοπο της τράπεζας υπήρχε αναρτημένη ενημέρωση σχετική με την φύση των συνεταιριστικών μερίδων και το ενδεχόμενο διακύμανσης της τιμής τους εξαιτίας διαφόρων παραγόντων, και συγκεκριμένα στην αναφερόμενη ιστοσελίδα της η τράπεζα παρέθετε πλήρη και κατανοητή ανάλυση των κινδύνων που μπορούν να επηρεάσουν την χρηματοοικονομική θέση της, τα αποτελέσματα της λειτουργίας της και τις προοπτικές της δυσμενώς, οδηγώντας σε απώλεια μέρους ή ακόμη και του συνόλου οποιασδήποτε επένδυσης και αναφέρονταν ειδικά α) κίνδυνοι που σχετίζονται με τη μεταβλητότητα του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος και των διεθνών αγορών, β) κίνδυνοι που σχετίζονται με τον κλάδο, γ) κίνδυνοι που σχετίζονται με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της τράπεζας και του ομίλου, δ) κίνδυνοι που σχετίζονται με τις συνεταιριστικές μερίδες, 8) από τις αναφορές στα έντυπα, που υπέγραψε ο ενάγων, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία για την απόκτηση και ρευστοποίηση των συνεταιριστικών μερίδων, η οποία προβλέπεται στο νόμο και στο καταστατικό και ότι η αξία της συνεταιριστικής μερίδας δεν είναι σταθερή, αλλά μεταβλητή, 9) ο ενάγων γνώριζε πολύ καλά τη διαδικασία κτήσης και τις προϋποθέσεις ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων και την πιθανότητα διακύμανσης της τιμής τους και επέλεξε να διαθέσει κάποια από τα χρήματά του για να αποκτήσει συνεταιριστικές μερίδες, όπως επέλεξε να μετάσχει σε προϊόν της τράπεζας για να επωφεληθεί από την εγγυημένη απόδοση, και μεταγενέστερα του προνομιακού επιτοκίου, που οι συνέταιροι απολάμβαναν, στο πλαίσιο της διαχείρισης της περιουσίας του ενσυνειδήτως και με πλήρη επίγνωση των κινδύνων των αποφάσεών του, 10) ο υπάλληλος της τράπεζας του επέδειξε τα ενημερωτικά φυλλάδια του προγράμματος, τα οποία ήταν ιδιαιτέρως αναλυτικά αναφερόμενα στην αξία της μετοχής, την απόδοση κ.λπ., τα οποία βρίσκονταν τοποθετημένα σε όλους τους χώρους του καταστήματος και διαθέσιμα σε όλους, την ιστοσελίδα της τράπεζας στο διαδίκτυο και την σχετική σύμβαση του προγράμματος και ο ενάγων είχε την πρόνοια να ερωτήσει για την απόδοση του προγράμματος και τη φύση των συνεταιριστικών μερίδων, 11) ο ενάγων είχε ενημερωθεί για τους περιορισμούς του νόμου και του Καταστατικού της Τράπεζας όσον αφορά τη διαδικασία ρευστοποίησης των μερίδων, δεχόμενο έτσι το Εφετείο, ότι οι υπάλληλοι τον ενημέρωσαν και για το ότι η ρευστοποίηση των μεριδίων μπορεί να είναι δυσχερής ή και αδύνατη, όταν τα κεφάλαια δεν επαρκούν, και συνεπώς ο ισχυρισμός του ότι η τράπεζα ήταν υποχρεωμένη συμβατικά να ρευστοποιεί άμεσα τις συνεταιριστικές μερίδες είναι αβάσιμος, 12) στους όρους της σύμβασης του 2007 αναγράφεται ρητά ότι ότι η απόδοση της σύμβασης έγκειται σε μερίσματα, διαφορά υπεραξίας και τόκους κατάθεσης, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά περί συμβατικής υποχρέωσης ρευστοποίησης ούτε βέβαια κάτι τέτοιο προκύπτει από το καταστατικό της τράπεζας, αλλά αντίθετα, στον όρο 3 αναγράφεται ότι "...ο συνέταιρος εφόσον ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές του μερίδες που έχουν ενταχθεί στο άνω πρόγραμμα θα εισπράξει την ονομαστική αξία των ρευστοποιούμενων μερίδων...", 13) δεν αποδείχθηκε ότι στις 8 Δεκεμβρίου 2014 οι υπάλληλοι της εναγομένης, με ιδιαίτερη πειθώ, πρότειναν στον ενάγοντα να καταθέσει τα χρήματά του στον καταθετικό λογαριασμό με το όνομα "Αποδίδω", που, όπως τον ενημέρωσαν, ήταν η συνέχεια του προγράμματος "Χρυσή Επένδυση", απλά είχε αλλάξει το όνομά του, αφού ποτέ δεν δηλώθηκε ούτε υπονοήθηκε από οποιονδήποτε υπάλληλο της τράπεζας ότι ο λογαριασμός "Αποδίδω" και το προϊόν "Χρυσή Επένδυση" είχαν τους ίδιους όρους ή όμοιο περιεχόμενο, καθόσον η εναγομένη, ενόψει της ενημέρωσης του προσωπικού της για τον λογαριασμό "Αποδίδω", το έτος 2013, όταν κυκλοφόρησε το προϊόν, όπως γίνεται για κάθε νέο προϊόν της Τράπεζας, είχε επισημάνει στους υπαλλήλους των καταστημάτων της τις διαφορές μεταξύ του λογαριασμού "Αποδίδω" σε σχέση με το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση" και τους είχε δώσει σαφείς οδηγίες για απαντήσεις σε τυχόν ερωτήσεις πελατών, τονίζοντας ότι δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ του "Αποδίδω" και της "Χρυσής Επένδυσης", οδηγίες που ακολουθούσαν οι υπάλληλοι της, 14) ο ενάγων, τέσσερα χρόνια μετά την τελευταία του συνεργασία με την εναγομένη τράπεζα, προσήλθε και πάλι στο κατάστημα, άνοιξε λογαριασμό ταμιευτηρίου, αναζήτησε ο ίδιος πληροφορίες για τα προϊόντα που είχε η τράπεζα διαθέσιμα προς τους συνέταιρους, ενημερώθηκε προσηκόντως για τις επιλογές του και για το ότι υπήρχε διαθέσιμο νέο προϊόν, διαφορετικό από αυτό που κατείχε προ τετραετίας, και του παραδόθηκαν ενημερωτικά φυλλάδια και σχετικές πληροφορίες για τον καταθετικό λογαριασμό "Αποδίδω", ενώ του αναλύθηκαν οι όροι της σύμβασης, οι οποίοι ήταν απλοί και κατανοητοί.

Ο υπάλληλος του εξήγησε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός χορηγείται μόνο στους συνέταιρους της τράπεζας, οπότε απαραίτητη είναι η κατοχή συνεταιριστικών μερίδων, και ότι το ελάχιστο ποσό που μπορεί να καταθέσει σε αυτόν είναι 100 ευρώ και το ανώτατο είναι ίσο με το 10% της αξίας των μερίδων που κατέχει, καθώς και ότι το επιτόκιο στην κατάθεση είναι προνομιακό, 15) οι 13 συνολικά όροι που αποτελούν την σύμβαση λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω" ήταν απλούστατοι και ξεκάθαροι ως προς το περιεχόμενό τους και πλήρως κατανοητοί από όλους, και από τον ενάγοντα, ο οποίος ήταν ικανού μορφωτικού επιπέδου, κατείχε κοινωνική παιδεία και είχε τη διαχείριση της περιουσίας του όλα αυτά τα έτη, μετερχόμενος ο ίδιος πράξεις και οικονομικές συναλλαγές προς όφελός του, 16) όντας ενήμερος ο ενάγων για το πρόγραμμα "Χρυσή Επένδυση", το οποίο είχε στο μεταξύ καταργηθεί, άμεσα διαπίστωσε τις διαφορές και αμέσως μπορούσε να διακρίνει ότι το προϊόν "Αποδίδω" ήταν ένα απλός καταθετικός λογαριασμός, και επίσης υπήρχε ικανότατο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων μπορούσε να αναγνώσει τις σύμβασεις που είχε υπογράψει, τα ενημερωτικά φυλλάδια που του είχαν παραδοθεί, να ελέγξει τα ταμειακά παραστατικά που είχε στα χέρια του, να δει τους τίτλους συνεταιριστικών μερίδων, ακόμη να διασταυρώσει τις πληροφορίες που είχε πάρει από τους προστηθέντες της τράπεζας, να διαβάσει τις πληροφορίες στην ιστοσελίδα της και εντέλει, αν διαπίστωνε ότι υπήρχε εσφαλμένη πληροφόρηση από τον υπάλληλο της τράπεζας ή ότι δεν τον ικανοποιούσαν οι όροι της σύμβασης, μπορούσε ευχερώς να διακόψει αυτήν, αφού η σύμβαση απόκτησης των μεριδίων συνήφθη την 8-12-2014 και η σοβαρή εκροή κεφαλαίων, που κλόνισε το τραπεζικό σύστημα και οδήγησε στην επιβολή κεφαλαιακών ελέγχων, άρχισε τα μέσα του μηνός Μαΐου 2015, οπότε η αναιρεσίβλητη διέκοψε τη ρευστοποίηση των μεριδίων για να διαφυλάξει την κεφαλαιακή της βάση, επομένως υπήρχε πράγματι επαρκής χρόνος για τον αναιρεσείοντα να ελέγξει ακόμη και εκ των υστέρων τους όρους της συνεταιριστικής συμμετοχής και να ζητήσει τη ρευστοποίηση των μεριδίων του, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη αρνείτο να ρευστοποιήσει τα μερίδια και πριν από το ανωτέρω χρονικό σημείο (μήνα Μάιο 2015), 17) ουδείς εκ των προστηθέντων υπαλλήλων της τράπεζας αναφέρθηκε σε επενδυτικά ή άλλα προγράμματα, σε εγγυημένα κεφάλαια ή εγγυημένες αποδόσεις, δεδομένου μάλιστα ότι και στη σύμβαση για τη "Χρυσή Επένδυση" κανένας όρος δεν περιείχε εγγύηση κεφαλαίου, η δε εγγυημένη απόδοση είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό και δεν είχε την έννοια της εγγύησης και εξασφάλισης του κεφαλαίου, αβασίμως δε ο ενάγων επικαλέστηκε εξομοίωση των προγραμμάτων με κατάθεση και, κατ' επέκταση, εξαπάτησή του από τους υπαλλήλους, επειδή, δήθεν, όταν υπέγραψε τη σύμβαση "Αποδίδω", θεώρησε πως υπογράφει παρεμφερές προϊόν με τα προγενέστερα επενδυτικά προγράμματα της τράπεζας, τα οποία τάχα είχαν τα χαρακτηριστικά κατάθεσης, αφού κανένα δε από τα επενδυτικά προγράμματα της Τράπεζας δεν περιείχε υποχρέωση άμεσης ρευστοποίησης των συνεταιριστικών μερίδων, ούτε εγγύηση κεφαλαίου, και ουδέποτε, από οποιαδήποτε σύμβαση, ανέλαβε η τράπεζα υποχρέωση ρευστοποίησης συνεταιριστικών μερίδων σε συγκεκριμένο χρόνο και με συγκεκριμένη αξία, 18) ακόμη και κατά τους όρους της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση", η ρευστοποίηση των μερίδων δεν γινόταν ακώλυτα, αλλά υπό τους περιορισμούς του Καταστατικού της τράπεζας, η παραδοχή δε αυτή ουδόλως αντιφάσκει με το παρατιθέμενο στην απόφαση απόσπασμα όρου της ως άνω σύμβασης, κατά το οποίο "...

εφόσον [ο συνέταιρος] ρευστοποιήσει τις συνεταιριστικές μερίδες του που έχουν ενταχθεί στο ως άνω πρόγραμμα ...", αφού το περιεχόμενο αυτού αναφέρεται στην περίπτωση της ρευστοποίησης που έχει εγκριθεί από το αρμόδιο καταστατικό όργανο της αναιρεσίβλητης της και πραγματοποιηθεί, 19) η συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης, κατά την ενημέρωση που παρείχε στον ενάγοντα, τόσο κατά την κτήση από αυτόν συνεταιριστικών μερίδων όσο και κατά την σύναψη των τραπεζικών συμβάσεων, ήταν προσήκουσα και επιμελής, και αυτός ανταποκρίθηκε στα καθήκοντά του ως όφειλε, τόσο κατά τις οδηγίες που είχαν παρασχεθεί στους υπαλλήλους αλλά και όπως επιβάλλουν οι συναλλακτικοί κανόνες, παρέχοντας στον ενάγοντα σαφείς και εμπεριστατωμένες πληροφορίες, 20) ο ενάγων, έχοντας πλήρη ενημέρωση και γνωρίζοντας τη φύση των μεριδίων και τη διαδικασία απόκτησης και ρευστοποίησής τους, αποφάσισε να τοποθετήσει το κεφάλαιό του σε μερίδες της τράπεζας και να τις εντάξει σε επενδυτικό πρόγραμμα για να λαμβάνει την μέγιστη δυνατή ωφέλεια και να μην κινδυνεύουν τα χρήματά του από υποχρεωτική μείωση ("κούρεμα") καταθέσεων, προχώρησε δε στην απόκτησή τους παρά τον κίνδυνο που αναλάμβανε από την περιορισμένη ευθύνη του με την προσωπική του περιουσία για τα χρέη του συνεταιρισμού, και παρά τους περιορισμούς της διάταξης του άρθρου 149 ν. 4261/2014 σχετικά με την εξόφληση των συνεταιριστικών μερίδων, κατά την οποία, όταν η εξόφληση συνεπάγεται μείωση εντός της οικονομικής χρήσης μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία μπορεί σε κάθε περίπτωση να απαγορεύει την εξόφληση όταν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του συνεταιρισμού, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται επίσης δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη είχε παρουσιάσει στο παρελθόν εξαιρετικά οικονομικά αποτελέσματα και ότι η καθαρή της περιουσία έβαινε αυξανόμενη, επομένως ήταν μικρή η πιθανότητα προσωπικής ευθύνης του αναιρεσείοντος έναντι δανειστών της αναιρεσίβλητης ή μη δυνατότητας ρευστοποίησης των μεριδίων του, και 21) εν τέλει, μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης υφίσταται η συνεταιρική σχέση, η οποία διέπει τη σχέση των μεριδούχων της συνεταιριστικής τράπεζας με αυτήν, και από την από 8-12-2014 σύμβαση λογαριασμού κατάθεσης "Αποδίδω", η οποία λύθηκε την 8-12-2015, ουδεμία απαίτηση έχει ο αναιρεσείων κατά της τράπεζας.

Πέραν των ανωτέρω αναλυτικών παραδοχών, δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του ανωτέρω πορίσματος. Επομένως, οι δεύτερος (επιγράφεται πρώτος), κατά τα οικεία σκέλη, και τρίτος (επιγράφεται δεύτερος) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται αντίστοιχα, παραβίαση, ευθεία και εκ πλαγίου, κατ' άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 8 του ν. 2251/1994 και 288 Α.Κ., σχετικά με τη σύναψη της σύμβασης "Αποδίδω", καθώς και ο συναφής πέμπτος (επιγράφεται τέταρτος) λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις, είναι απαράδεκτοι, αφού αναφέρονται αποκλειστικά σε πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος και του Δικαστηρίου της ουσίας, τα οποία, όμως, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ουσιαστικά δε, υπό την επίφαση των ανωτέρω πλημμελειών, πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρονται προς κρίση οι αγωγικοί πραγματικοί ισχυρισμοί του, που κρίθηκαν και απορρίφθηκαν από το Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 426/2010, Α.Π. 355/2007, Α.Π. 1365/2005), κατά την ανέλεγκτη προς αυτό κρίση του (Α.Π. 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων. 173 και 200 του Α.Κ. (Α.Π. 574/2010, Α.Π. 832/2009, Α.Π. 1503/2005, Α.Π. 185/2004), είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 912/2021, Α.Π. 898/2019).

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 84/2020, Α.Π. 386/2004).

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση είναι πλήρης και σαφής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για το περιεχόμενό της, τότε δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους προαναφερόμενους κανόνες (Α.Π. 66/2022, Α.Π. 917/2020, Α.Π. 1597/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την εκφορά του αποδεικτικού του πορίσματος, διέγνωσε, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς το είδος της συμβατικής σχέσης των διαδίκων και στις περιεχόμενες, αντιστοίχως, στους επίμαχους όρους αυτής δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεων των διαδίκων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών αλλά, αντιθέτως, έκρινε, με βάση τους ρητώς συμφωνηθέντες όρους, όπως το περιεχόμενό τους έγινε ανελέγκτως δεκτό από το Εφετείο, και οι οποίοι ήσαν πλήρεις και σαφείς και αποτύπωναν τη βούληση των συμβληθέντων διαδίκων, χωρίς να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την έννοια των δηλώσεων των μερών, ότι η σύμβαση "Αποδίδω" αποτελεί, αποκλειστικά, καταθετικό προϊόν με προνομιακό επιτόκιο, προβαίνοντας στον ορθό χαρακτηρισμό αυτής, και όχι ενιαία σύμβαση με την απόκτηση εκ μέρους του συνεταιριστικών μεριδίων, και, επίσης, ότι δεν έχει κοινά χαρακτηριστικά, αλλά αντιθέτως διαφοροποιείται πλήρως από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων το έτος 2007 σύμβαση "Χρυσή Επένδυση", που συνιστούσε πρόγραμμα αποτελούμενο από δύο σκέλη, από τα οποία το πρώτο ήταν καταθετικό και το δεύτερο αφορούσε το διανεμόμενο μέρισμα και την υπεραξία των συνεταιριστικών μερίδων.

Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, διά της μη εφαρμογής τους, τις ανωτέρω ερμηνευτικές διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 361 και 380 επ. Α.Κ., μη δεχόμενο α) ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί, επιπλέον, σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, β) ότι ο όρος της σύμβασης "Χρυσή Επένδυση" περί εγγυημένης απόδοσης ως προς τα συνεταιριστικά μερίδια συνιστούσε και εγγύηση του κεφαλαίου, που είχε καταβληθεί για την αγορά τους, και ότι από τη σύμβαση "Αποδίδω" προέκυπτε σιωπηρή συμφωνία με ίδιο περιεχόμενο, δηλαδή συμφωνία περί εγγύησης του κεφαλαίου αγοράς των μεριδίων, και γ) ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί σιωπηρά σύμβαση περί επιστροφής σε πρώτη ζήτηση του κεφαλαίου αγοράς των συνεταιριστικών μεριδίων, αφού η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας επί των ανωτέρω ζητημάτων, αλλά και περί του ότι με τη συμφωνία των μερών η ρευστοποίηση των μεριδίων είχε υπαχθεί ρητά στους όρους και τις προϋποθέσεις του νόμου και του Καταστατικού της αναιρεσίβλητης, δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των ανωτέρω δηλώσεων βουλήσεως των μερών, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και επομένως μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με τις προβαλλόμενες δε, από τον αναιρεσείοντα, αιτιάσεις, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς το σαφές περιεχόμενο των όρων των συμβάσεων. Επίσης, ορθά το Εφετείο δεν εφάρμοσε και τη διάταξη του άρθρου 2 § 4 ν. 2251/1994, η οποία εν προκειμένω δεν τύγχανε καθόλου εφαρμογής, αφού δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας γενικών όρων συναλλαγών.

Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος (επιγράφεται πρώτος), από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω δε, εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στην παραπάνω σύμβαση και συνακόλουθα δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

και δεν προέβη σε ερμηνεία αυτής (διατυπώνοντας και σχετικό πόρισμα), ο ίδιος ως άνω λόγος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση (Α.Π. 1118/2013, Α.Π. 114/2002, Α.Π. 16/2000). Κατά το άρθρο 3 §§ 1 και 2 ν. 3606/2007, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MIFID, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου ν. 4514/3-1-2018, όπως ορίζει το άρθρο 98 αυτού, "1.

Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ [Ανώνυμες Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών], στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους. ... 2.

Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: ... (γ) τα άρθρα 25 έως 30...", κατά το άρθρο 4 του ιδίου νόμου, "1. Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: (α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών. (γ) Η διαπραγμάτευση για ίδιο λογαριασμό, η οποία συνίσταται στη διαπραγμάτευση από ΕΠΕΥ με κεφάλαια της ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων προς κατάρτιση συναλλαγών επ` αυτών. (δ) Η διαχείριση χαρτοφυλακίων, η οποία συνίσταται στη διαχείριση, κατά τη διακριτική ευχέρεια της ΕΠΕΥ, χαρτοφυλακίων πελατών, στο πλαίσιο εντολής τους, που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα. (ε) Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα. (στ) Η αναδοχή χρηματοπιστωτικών μέσων ή η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης. (ζ) Η τοποθέτηση χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης. (η) Η λειτουργία πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ)...", κατά το άρθρο 5 του ιδίου νόμου, "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού στην έννοια των χρηματοπιστωτικών μέσων εμπίπτουν: (α) Οι κινητές αξίες. (β) Τα μέσα χρηματαγοράς. ...." και κατά το άρθρο 25 παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του ιδίου νόμου, "1.

Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.

Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες........ 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.

Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).

Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή...". Επίσης, κατά την Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος 2501/31-10-2002 "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" (Φ.Ε.Κ. 277 Α'/2002), τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, να παρέχουν κατ' ελάχιστον, ως προς τις λοιπές (πλην καταθέσεων και χορηγήσεων) πάσης φύσεως εργασίες τους, αναλυτικές πληροφορίες για το ύψος των προμηθειών και να ανακοινώνουν αναλυτικά το ύψος των αμοιβών τους και εξόδων υπέρ τρίτων για παροχή υπηρεσιών, ώστε οι συναλλασσόμενοι να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, ειδικότερα δε καθ' όσον αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων.

Σύμφωνα με τις άνω διατάξεις, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών. Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως.

Κατά δε την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών προσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, έτσι ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη, το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως.

Με βάση τα παραπάνω, δημιουργούνται ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων.

Η παράβαση των διατάξεων αυτών συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, λοιπόν, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (Α.Π. 931/2019, Α.Π. 244/2016, Α.Π. 1028/2015, Α.Π. 1738/2013). Οι ανωτέρω διατάξεις, καθώς και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 8 ν. 2251/1994, εφαρμόζονται και επί αστικών συνεταιρισμών, που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, αποκλειστικά όμως στις περιπτώσεις παροχής υπηρεσιών και χρηματοοικονομικών προϊόντων στα πλαίσια της άσκησης της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, και όχι κατά την απόκτηση από τρίτον της ιδιότητας του μέλους του πιστωτικού συνεταιρισμού με καταβολή της αξίας της συνεταιριστικής του μερίδας, διαδικασία που ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις των άρθρων 2 επ.

του νόμου 1667/1986 "Αστικοί Συνεταιρισμοί κ.λπ." και του καταστατικού του συνεταιρισμού, εφόσον η απόκτηση της συνεταιριστικής ιδιότητας δεν είναι νοητό, κατά τις διατάξεις των ν. 1667/1986, 3606/2007, 2551/1994 και Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002, να αποτελεί αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας του ίδιου του συνεταιρισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως (επιγράφεται τρίτος) προβάλλει ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 25 ν. 3606/2007, της Π.Δ.Τ.Ε. 2501/2002 και του άρθρου 8 ν. 2251/1994 διά της μη εφαρμογής τους στη σύμβαση απόκτησης των συνεταιριστικών μεριδίων, αλλά και στη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, που συνήφθη μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός, καθ' όσον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγω εσφαλμένης μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων στη σύμβαση απόκτησης των μεριδίων, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, κατά τη διαδικασία της απόκτησης συνεταιρικών μεριδίων από την αναιρεσίβλητη, σύμβαση, η οποία, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ήταν διακεκριμένη από την καταθετική σύμβαση "Αποδίδω" και όχι ενιαίο με αυτήν επενδυτικό προϊόν, ενώ, καθ' όσον γίνεται επίκληση μη εφαρμογής τους κατά τη σύναψη σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, ο λόγος είναι απαράδεκτος, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει παραδοχή ότι συνήφθη τέτοια σύμβαση μεταξύ των μερών.

Ως αβάσιμο πρέπει να απορριφθεί και το σχετικό σκέλος του δεύτερου (επιγράφεται πρώτος) αναιρετικού λόγου, με το οποίο προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου κατ' άρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ παραβίαση του άρθρου 8 ν. 2251/1994 με την αιτίαση ότι δεν υπήρξε κατάλληλη ενημέρωσή του κατά την απόκτηση των συνεταιριστικών μεριδίων το έτος 2014, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η εν λόγω διάταξη δεν εφαρμόζεται κατά τη διαδικασία της απόκτησης συνεταιρικών μεριδίων από την αναιρεσίβλητη.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης, και ιδίως η αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (Α.Π. 203/2022, Α.Π. 917/2020, Α.Π. 19/2020).

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο αφενός ότι τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της απόφασης δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία, δηλαδή υπάρχει σιωπή του δικαστηρίου αναφορικά με την αίτηση που φέρεται ότι αφέθηκε αδίκαστη και αφετέρου το περιεχόμενο της αίτησης (κεφαλαίου) που υποβλήθηκε στο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν η αίτηση αυτή ήταν ορισμένη, νόμιμη και ουσιώδης.

Ο λόγος δε αυτός αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος αν από την επισκόπηση της απόφασης από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας (Α.Π. 332/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως (επιγράφεται τρίτος) ο αναιρεσείων προσάπτει περαιτέρω στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι άφησε αδίκαστες τις βάσεις της αγωγής του περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης λόγω παράβασης των όρων, τόσο της σύμβασης "Αποδίδω", όσο και της σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, που είχε συναφθεί κατά τον ίδιο χρόνο (2014) μεταξύ των διαδίκων.

Καθ' όσον αφορά τη βάση της αγωγής, που στηρίζεται σε ευθύνη της αναιρεσίβλητης από τη σύμβαση "Αποδίδω", ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο εξέτασε και απέρριψε τη βάση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω σύμβαση αποτελούσε αποκλειστικά καταθετικό λογαριασμό και δεν ήταν σύνθετη, περιλαμβάνοντας απόκτηση άμεσα ρευστοποιήσιμων συνεταιριστικών μεριδίων με εγγυημένο κεφάλαιο και καταθετικό λογαριασμό, όπως ισχυρίστηκε με την αγωγή του ο αναιρεσείων, και συνεπώς δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση επιστροφής του ποσού που δαπανήθηκε για την αγορά των μεριδίων, είτε σε εκπλήρωση συμβατικού όρου, είτε ως αποζημίωση για παράβαση αυτού.

Εξάλλου, καθόσον αφορά την αναφερόμενη βάση της αγωγής, που στηρίζεται σε ευθύνη από σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την αγωγή του αναιρεσείοντος, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτώς επισκοπείται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ για τη διαπίστωση του περιεχομένου της, σε αυτήν δεν περιλαμβάνεται τέτοια βάση, η δε επίκληση της παράβασης των διατάξεων του ν. 3606/2007, που ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις του παρέχοντος επενδυτικές συμβουλές, γίνεται αποκλειστικά για τη στοιχειοθέτηση και ενίσχυση της επικουρικής αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής, που στηρίζεται σε παράβαση των διατάξεων των άρθρων 914 και 919 Α.Κ.

σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 281 και 288 του ίδιου Κώδικα και του άρθρου 8 ν. 2251/1994, και η οποία (αδικοπρακτική βάση) απορρίφθηκε ρητά ως ουσιαστικά αβάσιμη με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (Α.Π. 1004/2020, Α.Π. 867/2019, Α.Π. 1665/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ιστοσελίδας της αναιρεσίβλητης σχετικά με τη φύση των συνεταιριστικών μερίδων και το ενδεχόμενο διακύμανσης της τιμής τους εξαιτίας διαφόρων παραγόντων, δεχόμενο εσφαλμένα ότι στη διαδρομή "Ενημέρωση Επενδυτών - Παράγοντες Κινδύνου" υπήρχε περιεχόμενο που ενημέρωνε σχετικώς τους υποψήφιους επενδυτές, το οποίο όμως αναρτήθηκε για πρώτη φορά το έτος 2016, δηλαδή μετά την απόκτηση συνεταιριστικών μερίδων από τον εφεσίβλητο.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος, επειδή στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο του εν λόγω ηλεκτρονικού εγγράφου, και μάλιστα λέξη προς λέξη, όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου από τη σύγκριση με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο, που του προσέδωσε το Εφετείο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-12-2021 αίτηση του Ζ. Κ. για την αναίρεση της 37/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ