Legislator Case Law & Legislation
525/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt collection judgment due to insufficient reasoning on family needs and failure to assess permanent insolvency.

Case Number 525/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment in a debt collection case, remanding the matter for retrial. The court found the lower court's reasoning on the appellant's family needs and financial insolvency to be insufficient and lacking in specific details regarding children's education or income. Consequently, the court held that the appellate review system in voluntary jurisdiction cases requires the court to independently verify facts affecting the outcome, rendering the original decision legally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 no. 6 and 744 of the Code of Civil Procedure; In voluntary jurisdiction cases, the appellate court must independently verify facts affecting the outcome, and insufficient reasoning on family needs or insolvency constitutes grounds for allowing an appeal.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning voluntary jurisdiction family needs assessment permanent insolvency remittal for retrial debt collection proceedings

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 560 no. 6 of the Code of Civil Procedure
Articles 744 and 759 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 paragraph 6 section b' of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 525 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 525/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θεοφύλακτο. Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Κοινοποιουμένη προς: 1) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο 2) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 3) ... με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσιβλήτου και κατά του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φλώρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων, το τρίτο προς ον η κοινοποίηση και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως έχει κλητευθεί νομίμως, είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο, αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του (ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ` αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 215 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015, και 81 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και όπως συνάγεται από τη διάρθρωση του πραγματικού αυτών, η επέλευση των συνεπειών της άσκησης τόσο της αγωγής, όσο και της παρεμβάσεως, εξαρτάται από την ενέργεια και των δύο επί μέρους διαδικαστικών πράξεων, λαμβανομένων σε ενότητα, ώστε η έλλειψη της επιδόσεως να συνιστά έλλειψη όρου του υποστατού αυτών.

Γι` αυτό, όταν δεν έχει γίνει επίδοση της αγωγής ή της παρεμβάσεως, τότε η μεν άσκηση αυτών δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, η δε έλλειψη αυτή λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο είτε κατ` ένσταση είτε αυτεπαγγέλτως, δεν υπάρχει δε κατ` αρχήν τρόπος θεραπείας της έλλειψης παρά μόνο με την ενέργεια της ελλείπουσας επίδοσης και βέβαια μέσα την νόμιμη προθεσμία, διότι άλλως το ένδικο βοήθημα θεωρείται ως μη ασκηθέν, όπως ρητά διαγράφει πλέον τη συνέπεια αυτή για την αγωγή (άρα κατά παραπομπή και για την παρέμβαση) το νέο άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, αίρεται δε πλέον η υπό το προϊσχύσαν του ν. 4335/2015 δίκαιο αμφισβήτηση, αν η έλλειψη της επίδοσης της αγωγής λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ή μόνον κατ` ένσταση και εφόσον επέφερε αυτή στον προτείνοντα διάδικο (δικονομική) βλάβη, που δεν μπορεί άλλως να επανορθωθεί, οπότε σε διαφορετική περίπτωση θεραπεύεται το σχετικό ελάττωμα που προκύπτει από την μη επίδοση (AΠ 692/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 1350/2022, ΑΠ 267/2021).

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης... έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023). ((ΟλΑΠ 1/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την εκουσία δικαιοδοσία, υπ' αριθ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 17/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...

και απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι συνεπώς παραδεκτή. Από την προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Ρ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης και κλήση για συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη.

Όμως η τελευταία δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο. Περαιτέρω, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", με το από 11.11.2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11.11.2022, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ...

της ... η οποία κατέστη ειδική διάδοχος τη ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε. Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η ως άνω αναφερόμενη (16.1.2023) και προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης 40 ημέρες πριν τη δικάσιμο, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των 60 ημερών.

Η πρόσθετη παρέμβαση κοινοποιήθηκε στους διαδίκους της κύριας δίκης, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την προσθέτως παρεμβαίνουσα σχετικές εκθέσεις επιδόσεως αντιγράφου της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης προς αυτούς (βλ. την υπ' αριθμόν ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε.

Ν., για την επίδοση στην αναιρεσείουσα, την υπ' αριθμόν ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Δυτικής ..., διορισμένης στο Πρωτοδικείο ..., Δ. Ν., για την επίδοση στον αναιρεσείοντα και τις αντίστοιχες κοινοποιήσεις προς: 1) την Τράπεζα Ergasias Eurobank Α.Ε. με την υπ' αριθμόν ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Τ.), 2) την ... με την υπ' αριθμόν ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Ν.) και 3) το ... με την υπ' αριθμόν ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Τ.). Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη κατ` άρθρο 80 και 83 ΚΠοΔ, Κατόπιν αυτών και κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η αναιρεσίβλητη - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, καίτοι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αυτή θεωρείται ως αντιπροσωπευόμενη από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα (βλ.

ΑΠ 1757/2022).

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ.5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του εν λόγω νόμου (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το Ν 4336/2015), "αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.

Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών (άρθρ. 16 παρ. 2 Ν 4161/2013), ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 71/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Από τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει όχι μόνο την εξουσία αλλά και την υποχρέωση να εξετάσει την υπόθεση μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.

Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους προσθέτους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει ο εφεσίβλητος, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπάγγελτα το εφετείο, στην περίπτωση, κατά την οποία με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 732/2022, ΑΠ 916/2020, ΑΠ 248/2019, ΑΠ 1514/2018, ΑΠ 727/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.5 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ261/2021, ΑΠ 65/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη α) της από 18.2.2013 αίτησης του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... συνάγεται ότι ο αναιρεσείων επικαλούμενος αποτυχία του επιχειρηθέντος εξωδικαστικά συμβιβασμού, έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους αναφερόμενους στην αίτηση πιστωτές εκθέτοντας την οικογενειακή και περιουσιακή του κατάσταση, ζήτησε κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010, να επικυρωθεί το περιλαμβανόμενο στην αίτηση σχέδιο ώστε να αποκτήσει ισχύ δικαστικού συμβιβασμού, και επικουρικά να διαταχθεί η δικαστική ρύθμιση των χρεών του, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του και να αναγνωριστεί ότι με την τήρηση της ρύθμισης θα απαλλαγεί από το υπόλοιπο των οφειλών του προς τους πιστωτές του, β) της υπ' αριθμόν 17/2020 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ..., από την οποία συνάγεται ότι το δικαστήριο αυτό δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων στερείται πτωχευτικής ικανότητας και έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή πραγματική αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές του η οποία δεν οφείλεται σε δόλο του, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη της προταθείσα σχετικώς ένσταση της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο την αίτηση και ρυθμίζοντας δικαστικώς τα χρέη του και γ) της από 29.6.2020 εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά την προαναφερόμενης αποφάσεως του Ειρηνοδικείου ..., από την οποία συνάγεται ότι με το δεύτερο λόγο εφέσεως η αναιρεσίβλητη παραπονέθηκε για την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων γενικώς αλλά και σε ό,τι αφορά την απόδειξη της μη δόλιας περιέλευσης του αναιρεσιβλήτου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, σαφώς προκύπτει, ότι με την έφεση που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της πρωτόδικης απόφασης επαρκώς προσδιορίζεται η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, με τη μνεία ότι εξ αιτίας αυτής το δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση αυτή, εφ' όσον το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και ελέγχει την ορθότητα του διατακτικού, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι με την έφεση πλήττεται μόνον το σκέλος αυτής που αφορά τη μη δόλια περιέλευση του αναιρεσείοντος σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών του, και ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, και, συγκεκριμένα, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικός λόγος εφέσεως, τον ισχυρισμό ότι δεν περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, εξετάζοντας στο σύνολό της την υπόθεση, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν καθόλου ή δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1510/2021, ΑΠ 2053/2014). Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1510/2021).

Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1510/2021, ΑΠ 766/2017, ΑΠ 1266/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος, γεννηθείς την 13-5-1964, τυγχάνει έγγαμος από του έτους 1994 με την Π. Μ., γεννηθείσα την 8-5-1970, με την οποία έχει αποκτήσει δύο (2) τέκνα, ήδη ενήλικα, τη Χ. - Ε.

και το Δ., που γεννήθηκαν τα έτη 1995 και 2001, αντιστοίχως. Ο εφεσίβλητος είναι αρχιπυροσβέστης, υπηρετεί στην Πυροσβεστική Υπηρεσία ... και κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης του για υπαγωγή στο Ν. 3869/2010 οι ετήσιες αποδοχές από την εργασία του ανήλθαν στο ποσό των 23.419,08 ευρώ, ενώ της συζύγου του, που εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος, στο ποσό των 7.107,53 ευρώ (βλ.

εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2013). Εξάλλου, σε αντίστοιχα υψηλά επίπεδα είχαν κυμανθεί οι αποδοχές του εφεσίβλητου κατά τα προηγούμενα αλλά και κατά τα επόμενα έτη (βλ. τα εκκαθαριστικά σημειώματα των χρήσεων των ετών 2007 έως 2014 ως και του έτους 2018, καθώς και τα προσκομιζόμενα αναλυτικά σημειώματα αποδοχών του εφεσίβλητου για τους μήνες Ιανουάριο 2016 και Δεκέμβριο 2017).

Εξάλλου, σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης του, και δη εντός του χρονικού διαστήματος των ετών 2001 έως 2009, ο εφεσίβλητος είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, το ύψος των οποίων (ήτοι οφειλόμενο κεφάλαιο πλέον τόκων), κατά τον χρόνο της κατάθεσης της και όπως προσδιορίζεται από τα εκτιθέμενα σε αυτή, έχει ως ακολούθως: 1) προς την ... (με αρχικό αντισυμβαλλόμενο το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, στη θέση του οποίου εν συνεχεία υποκαταστάθηκε η άνω Τράπεζα συνεπεία καθολικής διαδοχής):

α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσό 6.193,97 ευρώ, και β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσό 5.515,09 ευρώ, 2) προς την ... (με αρχική αντισυμβαλλόμενη την Αγροτική Τράπεζα, στη θέση της οποίας εν συνεχεία υποκαταστάθηκε η άνω Τράπεζα συνεπεία ειδικής διαδοχής): α) από την υπ' αριθμ. 564/2005 σύμβαση στεγαστικού δανείου, με συνοφειλέτιδα τη σύζυγο του, ποσό 47.483,25 ευρώ, και β) από την υπ' αριθμ. ...

σύμβαση καταναλωτικού δανείου ποσό 16.607,30 ευρώ, και 3) προς το ...: α) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσό 60.487,20 ευρώ, και β) από την υπ' αριθμ. ... σύμβαση δανείου μικροεπισκευών ποσό 2.498,01 ευρώ. Έτσι, όλες οι απαιτήσεις των πιστωτών του κατά τον ανωτέρω χρόνο ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 138.784,82 ευρώ.....

Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος είναι αποκλειστικός ιδιοκτήτης ενός διαμερίσματος τού 2ου ορόφου και εμβαδού 87,72 τ.μ., που βρίσκεται στην πόλη των ... (οδός ...) και αποτελεί την κύρια κατοικία του ίδιου και της οικογένειας του, ενώ η σύζυγος του είναι αποκλειστική ιδιοκτήτρια μίας ισόγειας οικίας (κάθετης ιδιοκτησίας) εμβαδού 60 τ.μ., που βρίσκεται στον οικισμό ... ..., καθώς και δύο αγρών στην ίδια κτηματική περιοχή, έκτασης 34.014 τ.μ.

και 2.025 τ.μ. αντιστοίχως. Ο εφεσίβλητος είναι επίσης κύριος ενός παλαιού Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (έτους 1995), μάρκας TOYOTA COROLLA. Εξάλλου, οι βιοτικές ανάγκες του εφεσίβλητου και της συζύγου του, που δεν βαρύνονται με την καταβολή μισθώματος, πλέον δε ούτε με πρόσθετες δαπάνες για τα τέκνα τους, που έχουν ήδη ενηλικιωθεί, είναι οι συνήθεις, όπως αυτές της μέσης διμελούς ελληνικής οικογένειας, για την ικανοποίηση των οποίων απαιτείται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως.

Από τον δε συσχετισμό του συνολικού ύψους των ανωτέρω χρεών του εφεσίβλητου με τις προμνημονευθείσες αποδοχές από την εργασία του, που τυγχάνουν αρκετά υψηλές - στις οποίες πρέπει να προστεθεί και τμήμα των εισοδημάτων της συζύγου του, το οποίο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ανέρχεται σε 30% επί του συνόλου αυτών και αποτελεί τη δίκαιη και εύλογη συνεισφορά της για την πληρωμή των ενδίκων χρεών του - λαμβανομένων υπ' όψη και των αναγκαίων δαπανών διαβίωσης τους, δεν προέκυψε ότι ο εφεσίβλητος αδυνατεί να πληρώνει τα ένδικα χρέη του.

Ειδικότερα, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι αποδοχές από την εργασία του ανήλθαν διαχρονικά σε σταθερά υψηλά επίπεδα, αυτός ουδέποτε περιήλθε σε αδυναμία πληρωμής των ενδίκων χρεών του, και δη ποτέ μέχρι το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης του για υπαγωγή στο Ν. 3869/2010, αλλά ούτε και μεταγενέστερα, δηλαδή έως τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης.

Το γεγονός τούτο μάλιστα προκύπτει και από το ότι αυτός εξακολούθησε και μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης του να αποπληρώνει τις ένδικες οφειλές του προς το Τ.Π.Δ. και συνεχίζει έως και σήμερα να τις αποπληρώνει μέσω μηνιαίας παρακράτησης ποσού 418,70 ευρώ από το μισθό του (βλ. τα αναλυτικά σημειώματα αποδοχών του εφεσίβλητου για τους μήνες Ιανουάριο 2016 και Δεκέμβριο 2017).

Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε την ύπαρξη αδυναμίας του εφεσίβλητου να αποπληρώνει τα ένδικα χρέη του, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα και με τα βασίμως υποστηριζόμενα με την κρινόμενη έφεση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την προσβληθείσα υπ' αριθμόν 17/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...

και, ακολούθως, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του αναιρεσείοντος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία έτσι, εκ πλαγίου, παραβίασε.

Και τούτο, διότι δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανείων του και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα), που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.

και ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο αναιρεσείων - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ δέχεται ότι οι ετήσιες αποδοχές από την εργασία του αναιρεσείοντος ανήλθαν στο ποσό των 23.419,08 ευρώ και της συζύγου του στο ποσό των 7.107,53 ευρώ, και ότι κατά τον χρόνο της κατάθεσης της ένδικης αίτησης οι απαιτήσεις των πιστωτών του ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 138.784,82 ευρώ, στη συνέχεια, δεχόμενο ότι βιοτικές ανάγκες του αναιρεσείοντος και της συζύγου του ανέρχονται στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, κρίνει ότι τα ανωτέρω εισοδήματα αυτού και της συζύγου του επαρκούσαν για την κάλυψη, αφενός μεν, των εν λόγω βιοτικών αναγκών τους, αφετέρου δε των χρηματικών οφειλών, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του για την εξυπηρέτηση των δανείων του, με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι αυτός δεν έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του.

Επί πλέον, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες για τις βιοτικές ανάγκες της οικογένειας του αναιρεσείοντος, για τις οποίες δέχεται ότι ανέρχονται στο ποσό των 500 ευρώ, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζει αν τα ενήλικα τέκνα φοιτούν ή όχι και αν αυτά έχουν δικά τους εισοδήματα. Επομένως, ο, προβαλλόμενος επικουρικά, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες είτε μη γνήσιες) εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρ.3 εδ.

β' ν.3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ.3 ΚΠολΔ, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σε αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Στην παρούσα απόφαση δεν περιλαμβάνεται διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.β' του παραπάνω ν.3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. ... απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ