Supreme Court dismisses appeal as procedural grounds cited violate procedural law, not substantive law, under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding the admissibility of a shareholder meeting minute. The appellants argued the lower court violated procedural rules by refusing to exhibit the original minute to verify signatures, claiming the meeting was held verbally without minutes. The court rejected this, ruling that the cited provisions establish rules of civil procedure rather than substantive law, which are not grounds for cassation under Article 559 of the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Civil Procedure Code; The violation of rules of civil procedure does not constitute a ground for cassation under Article 559(1) and 19 of the Civil Procedure Code, as such violations do not infringe upon substantive rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 756 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 756/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Κ. Κ., 2) Μ. Δ. Κ., 3) Ι. Δ. Κ., κατοίκων (και των τριών) ..., 4) Ε. Μ. Π. και 5) Α. συζύγου Ε. Π., κατοίκων αμφοτέρων ....
Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αντιπαριώτη, ο οποίος δήλωσε ότι η υπόθεση δεν εισάγεται ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Εταιρία", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κωτσοβίλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6602/1997, 5294/2002 μη οριστικές, 1867/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4918/2009 του Εφετείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 279/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 4918/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι 4308/2012, 2008/2014 μη οριστικές και 598/2015 οριστική του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-4-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 28-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή την έκθεση, είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρμόδια αρχή ή από δικηγόρο.
Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων. Τέλος, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ο δικηγόρος Αθηνών Κ. Α. δήλωσε ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν εισάγεται ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα. Ωστόσο, δεν επικαλείται αυτός, ούτε προσκομίζει συμβολαιογραφική πράξη, από την οποία να προκύπτει ότι του έχει παρασχεθεί η σχετική πληρεξουσιότητα.
Κατά συνέπεια η εν λόγω δήλωση, εφόσον κατά την κρατούσα άποψη εκτιμάται ως δήλωση παραιτήσεως, είναι άκυρη και δεν επέφερε τις συνέπειες της παραιτήσεως από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί". Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, όπως το εδάφιο β’ προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013, "Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες είναι μεταξύ τους αναγκαίοι ομόδικοι, εφόσον η φύση του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς, δηλαδή η ακύρωση αποφάσεων της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της αναιρεσίβλητης, επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση (άρθρο 76 αρ. 1 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από την ...26-11-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.
Ε. Κ., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι πρώτος, τρίτη, τέταρτος και πέμπτη των αναιρεσειόντων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναγκαία ομόδικο τούτων και δεύτερη των αναιρεσειόντων Μ. Δ. Κ. για την αρχική δικάσιμο της 8-2-2016, οπότε και αναβλήθηκε η υπόθεση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας με επισημείωση στο πινάκιο, που επείχε θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων.
Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ως να ήταν και αυτή παρούσα, κατ’ εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω.
Ο από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη σε ένα ή ορισμένα από αυτά.
Εξάλλου, α) κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη καθενός. Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394", β) κατά το άρθρο 444 αρ. 1 ιδίου κώδικα "Ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και τα βιβλία που έμποροι και επαγγελματίες τηρούν κατά τον εμπορικό νόμο ή άλλες διατάξεις", γ) κατά το άρθρο 445 ιδίου κώδικα "Έγγραφα ιδιωτικά συντεταγμένα σύμφωνα με τους νομίμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχτηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη", και δ) κατά το άρθρο 449 ιδίου κώδικα "Αντίγραφα των οποίων η ακρίβεια βεβαιώνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο.
Φωτογραφίες ή φωτοτυπίες εγγράφων έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά το νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα βιβλία που τηρούν έμποροι και επαγγελματίες, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίστηκε ή αμφισβητηθείσα αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχεται σ’ αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρεπομένης ανταπόδειξης, φωτοτυπίες δε των εγγράφων αυτών έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, εφόσον η ακρίβειά τους βεβαιώνεται από πρόσωπο που είναι κατά το νόμο αρμόδιο να εκδίδει αντίγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αμαιρέσεως, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και ειδικότερα προσέδωσε αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο στο αντίγραφο βιβλίου πρακτικών της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της αναιρεσίβλητης, που συγκλήθηκε την 7-6-1995, το οποίο προσκόμισε αυτή με επίκληση στο εν λόγω Δικαστήριο και από το οποίο προέκυπτε ότι δεν συζητήθηκε κατ’ αυτήν το πρώτο θέμα της ημερήσιας διατάξεως με αντικείμενο την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αλλά αναβλήθηκε για την 27-7-1995, ενώ το αντίγραφο αυτό δεν ήταν πλήρες, και ειδικότερα δεν ανέφερε ότι τα επικαλούμενα πρακτικά φέρουν την υπογραφή του Προέδρου και του Γραμματέα της συνελεύσεως, και κατά συνέπεια στερείτο της αποδεικτικής δυνάμεως του πρωτοτύπου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ’ αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθ. 11 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, στο οποίο στήριξε την κρίση του για την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο το από 7-6-1995 χαρακτηριζόμενο ως αντίγραφο "πρακτικών γενικής συνελεύσεως", το οποίο όμως δεν ήταν σύννομο αποδεικτικό μέσο.
Ειδικότερα, επικαλούνται ότι το εν λόγω έγγραφο, δεν περιείχε όλα τα στοιχεία που έπρεπε να περιέχει, και ειδικότερα τις υπογραφές των αρμοδίων προσώπων, δηλαδή του Προέδρου της γενικής συνέλευσης και του Γραμματέα, και παρόλα αυτά το Εφετείο προσέδωσε σ’ αυτό αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο, και με βάση το έγγραφο αυτό έκρινε ότι συντάχθηκαν πρακτικά κατά την ως άνω συνέλευση, στα οποία αναφέρεται ότι αναβλήθηκε δήθεν αυτή για την 27-6-1995 ως προς το θέμα της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης, με περαιτέρω συνέπεια να κρίνει ότι η μετ’ αναβολή αυτή συνέλευση συγκλήθηκε σύννομα και ότι νόμιμα αποφασίσθηκε η σχετική αύξηση, ενώ αυτή πράγματι ήταν παράνομη, με συνέπεια από την παράνομη αυτή απόφαση να επηρεασθεί η συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, η οποία σχεδόν εξανεμίσθηκε.
Το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Μετά την αποχώρηση της ως άνω δικηγόρου, δικηγόρος της εταιρείας ανέλαβε ο Λ. Λ., που είχε την άποψη ότι κατά τη διάρκεια των γενικών συνελεύσεων έπρεπε να κρατούνται πρόχειρες σημειώσεις από τον γραμματέα.
Η τακτική αυτή ακολουθήθηκε και κατά τη γενική συνέλευση της 7-6-1995, κατά την οποία προήδρευσε ο ανωτέρω δικηγόρος. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνέλευσης ο Λ. Λ. υπαγόρευσε στο γραμματέα Θ. Β. όσα θεωρούσε αναγκαία να σημειωθούν στα πρόχειρα χαρτιά που ο τελευταίος κρατούσε. Στη συνέχεια οι σημειώσεις αυτές μεταφέρθηκαν στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας και υπογράφτηκαν από τον πρόεδρο και το γραμματέα, εφόσον ο ανωτέρω δικηγόρος είχε την άποψη ότι δεν ήταν απαραίτητη η υπογραφή των πρακτικών και από τους μετόχους της εταιρείας.
Ο τρόπος αυτός τήρησης των πρακτικών είναι απολύτως σύννομος. Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι πρακτικό θεωρείται το υπογεγραμμένο κείμενο που καταχωρίζεται και περιέχεται στο ειδικό βιβλίο πρακτικών και όχι οι πρόχειρες σημειώσεις που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια της συνέλευσης. Να σημειωθεί, ακόμη, ότι το κύρος των αποφάσεων που λαμβάνονται κατά τη γενική συνέλευση δεν επηρεάζονται από τα πρακτικά.
Τούτο διότι η καταχώριση δεν είναι τύπος που απαιτείται για το κύρος των αποφάσεων. Το μόνο πρόβλημα που υπάρχει σε περίπτωση ακόμα και μη τήρησης πρακτικών είναι ότι δυσχεραίνεται η απόδειξη των θεμάτων για τα οποία έχουν ληφθεί αποφάσεις. Η εναγομένη εταιρεία προσκομίζει αντίγραφο του ως άνω έγκυρου και σύννομου πρακτικού με αριθμό ...-6-1995, το οποίο υπογράφεται από τον πρόεδρο του Δ.Σ.
της εταιρείας Σ. Π.. Το αντίγραφο αυτό έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο μη απαιτουμένης της προσκομιδής του πρωτοτύπου. Το γεγονός ότι στο αντίγραφο αυτό δεν αναφέρεται η λέξη "υπογραφές" κάτω από τους τίτλους "Ο Γραμματέας" και "Ο Πρόεδρος της Γ.Σ.", δεν σημαίνει ότι δεν υφίστανται υπογραφές στο πρωτότυπο".
Με βάση τις παραδοχές αυτές καλώς έλαβε υπόψη το Εφετείο ως αποδεικτικό στοιχείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος το υπ’ αριθμ. ...-6-1995 ακριβές αντίγραφο πρακτικών γενικής συνελεύσεως, εφόσον αυτό, υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, είχε αποδεικτική ισχύ ίση με το πρωτότυπο και δεν ήταν απαραίτητη, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η προσκομιδή του πρωτοτύπου, το γεγονός δε ότι στο αντίγραφο αυτό δεν αναφέρεται η λέξη "υπογραφές" κάτω από τους τίτλους "Ο Γραμματέας" και "Ο Πρόεδρος της Γ.Σ.", δεν επηρεάζει την ισχύ αυτού ως νόμιμου αποδεικτικού μέσου, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη επίσης παραδοχή του Εφετείου, οι πρόχειρες σημειώσεις, που κρατούσε ο γραμματέας Θ.
Β. καθ’ υπαγόρευση του Προέδρου της γενικής συνελεύσεως δικηγόρου Λ. Λ., μεταφέρθηκαν στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας και υπογράφτηκαν από τον πρόεδρο και το γραμματέα. Κατά συνέπεια, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, ότι δηλαδή το εν λόγω έγγραφο, ως μη ακριβές αντίγραφο, δεν έχει αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο και ότι συνακόλουθα δεν ήταν σύννομο αποδεικτικό μέσο, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, και σε συνάρτηση με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, είναι αβάσιμος και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι πλημμέλεια του Εφετείου από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ κατά το πρώτο μέρος του και αληθώς από τον αρ. 9 του ίδιου άρθρου κατά το δεύτερο μέρος του, ισχυρίζονται ότι, αν και ζήτησαν με τις προτάσεις τους τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Εφετείου να προσκομισθεί το πρωτότυπο των πρακτικών της γενικής συνελεύσεως της αναιρεσίβλητης με ημερομηνία 7-6-1995, προκειμένου να καταδειχθεί ο ισχυρισμός τους ότι δεν τηρήθηκαν πρακτικά κατά την ως άνω ημερομηνία, και ότι κατά συνέπεια οι από 7-6-1995 και 27-6-1995 γενικές συνελεύσεις των μετόχων της εναγομένης δεν συγκροτήθηκαν και δεν συνεδρίασαν εγκύρως, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους αυτό, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε διέταξε τα προσήκοντα, με συνέπεια να απορριφθεί η έφεσή τους ως αβάσιμη.
Ειδικότερα, με την παραδοχή του Εφετείου ότι κατά τη γενική συνέλευση της 7-6-1995 οι πρόχειρες σημειώσεις μεταφέρθηκαν στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας και υπογράφτηκαν από τον πρόεδρο και το γραμματέα, καταδεικνύει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι δεν τηρήθηκαν πρακτικά, πλην όμως εμμέσως τον απέρριψε ως αβάσιμο με την παραδοχή των αντιθέτων, ενώ δεν άφησε αδίκαστο το αίτημά τους να προσκομισθεί το πρωτότυπο των πρακτικών, κρίνοντας ότι, εφόσον αυτό ήταν υπογεγραμμένο από τον Πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, είχε αποδεικτική ισχύ ίση με το πρωτότυπο και δεν ήταν απαραίτητη η προσκομιδή του πρωτοτύπου.
Περαιτέρω, και συναφώς προς τις ανωτέρω παραδοχές, καθίσταται αβάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, παρά το ότι ως προς το ζήτημα της γνησιότητας του εγγράφου είχε διαταχθεί η αναιρεσίβλητη με την 4308/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών να αποδείξει ότι το επίδικο πρακτικό ήταν γνήσιο, πλην του περιεχομένου του, και κατά τις υπογραφές του Προέδρου και του Γραμματέα. Και τούτο διότι, το Εφετείο με βάση τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του δέχθηκε ότι οι σημειώσεις που τηρήθηκαν κατά τη γενική συνέλευση της 7-6-1995 μεταφέρθηκαν στο ειδικό βιβλίο της εταιρείας και υπογράφτηκαν από τον πρόεδρο και το γραμματέα, για το λόγο δε αυτό έκρινε στη συνέχεια ότι, αν και στο αντίγραφο δεν αναφέρεται η λέξη "υπογραφές" κάτω από τους τίτλους "Ο Γραμματέας" και "Ο Πρόεδρος της Γ.Σ.", δεν σημαίνει ότι δεν υφίστανται υπογραφές στο πρωτότυπο.
Τέλος, οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως ιδρύονται, μεταξύ άλλων, και όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνες που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους, και συνεπώς δεν στοιχειοθετούνται, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 432, 443, 445, 448, 449, 450, 451, 453, 338 και 339 του ΚΠολΔ, τις σχετικές με τις προϋποθέσεις για την αποδεικτική δύναμη ιδιωτικών εγγράφων, και ειδικότερα των επαγγελματικών βιβλίων που τηρούν οι έμποροι, των αντιγράφων τους ως και την επίδειξη τούτων στα πλαίσια εκκρεμούς δίκης, με το να απορρίψει το αίτημά τους για επίδειξη του πρωτότυπου πρακτικού της κατά την 7-6-1995 έκτακτης γενικής συνελεύσεως των μετόχων της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη των υπογραφών των αρμόδιων προσώπων και σε καταφατική περίπτωση να ελεγχθεί η γνησιότητα τούτων, όπως επέτασσε η 4308/2012 προδικαστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, λόγω της αρνήσεώς τους ότι αυτό που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη κατά τη συζήτηση της εφέσεως ήταν ακριβές αντίγραφο του πρακτικού, αφού δεν συντάχθηκε τέτοιο, ενόψει του ισχυρισμού τους ότι η γενική συνέλευση των μετόχων αναβλήθηκε για την 5-7-1995 με τη συναίνεση όλων των παρισταμένων μετόχων προφορικά και χωρίς να τηρηθούν πρακτικά.
Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν κανόνες δικονομικού δικαίου και η παραβίασή τους δεν ιδρύει τους από το άνω άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ λόγους αναιρέσεως (ΑΠ 1188/2008, 1477/2008).
Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του οικείου παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κρίνει άκυρη τη δήλωση της Μ. Δ. Κ. περί παραιτήσεώς της από την από 20 Απριλίου 2015 αίτηση για αναίρεση της 598/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ