Legislator Case Law & Legislation
523/2009 AI generated

523/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 523/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 302/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 401/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/12/2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

523/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
motorcycle road accident traffic violation road traffic accidents accident victim motor vehicle liability insurance driving whilst disqualified
AI generated
199/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
409/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σταύρο Μάλαινο, Αρεοπαγίτες.
1208/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.
600/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
947/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 523 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 523/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρόνη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 302/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 401/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/12/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 12/3/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την προσκομιζόμενη με επίκληση ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Ιωαννίνων ... αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21-3-2008 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσείοντα Χ, από την επισπεύδουσα τη συζήτηση ομόδικό του δεύτερη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία. Ο αναιρεσείων αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, η οποία ορίστηκε με νόμιμη αναβολή από το πινάκιο κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε παραστάθηκε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΙΙ.) Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας, εφόσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, με την έννοια ότι το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά περιστατικά της διαφορά στον κανόνα αυτόν δεν θεμελιώνεται όμως η τελευταία αυτή αναιρετική πλημμέλεια, όταν τα διδάγματα κοινής πείρας χρησιμεύουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 1-8-2003 και περί ώρα 21.10', ο ενάγων οδηγώντας την υπ' αριθμ ... δίκυκλη μοτ/τα του εκινείτο στην οδό ...

των ... με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης. Ταυτόχρονα επί της οδού ..., η οποία συμβάλλεται με την οδό ... από τα αριστερά ως προς τους κατευθυνόμενους προς την έξοδο της πόλεως, εκινείτο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, ασφαλισμένο το χρόνο εκείνο στη δεύτερη εναγομένη.

Η οδός ... έχει δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας, διαχωρίζεται δε στο σημείο εκείνο με νησίδα η οποία διακόπτεται στη συμβολή της με την οδό ..., στην τελευταία δε οδό υπάρχει σήμα STOP. Ο πρώτος εναγόμενος αφού διέσχισε το ρεύμα κυκλοφορίας προς το κέντρο της πόλης εισήλθε λοξά προς τα δεξιά στο ρεύμα πορείας της μοτ/τας αιφνίδια και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των επ' αυτού και από τα δεξιά του κινουμένων οχημάτων παραβιάζοντας την προτεραιότητά τους με αποτέλεσμα να αποκλείσει χιαστί την πορεία του ενάγοντος ο οποίος προσήγγισε στη διασταύρωση και παρά την τροχοπέδηση που πραγματοποίησε να μη δυνηθεί να αποφύγει τη σύγκρουση και η μοτ/τα του να προσκρούσει στην πίσω δεξιά γωνία του αυτοκινήτου, να συρθεί επί του οδοστρώματος και στη συνέχεια να σφηνωθεί μαζί με τον οδηγό της στον πίσω τροχό σταθμευμένου δεξιά της οδού αυτοκινήτου.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ήλεγξε, δεν είδε τον ενάγοντα και όταν το όχημά του ευθυγραμμίστηκε στο ρεύμα πορείας ο τελευταίος προσέκρουσε σ' αυτό, δεν κρίνεται βάσιμος ενόψει της ορατότητας που διαθέτει στο σημείο που έβαινε και του επαρκούς τεχνητού φωτισμού της οδού. Αλλά και η ύπαρξη των ιχνών τροχοπέδησης μήκους 4,80 μ στο σχεδιάγραμμα σε ευθεία γραμμή δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του για ευθυγράμμισή του γιατί η τροχοπέδηση έγινε μετά την σφοδρή πρόσκρουση της μοτ/τας στην πίσω δεξιά γωνία του αυτοκινήτου.

Εξάλλου, εάν ο εναγόμενος είχε ανακόψει την ταχύτητά του πριν εισέλθει στο ρεύμα πορείας της μοτ/τας, είχε ελέγξει και εκκινήσει εκ νέου, δεν θα ήταν δυνατόν στην ελάχιστη αυτή απόσταση να αναπτύξει τέτοια ταχύτητα, ώστε να δικαιολογούνται ίχνη τροχοπεδήσεως του μήκους αυτού.

Συνεπώς υπό τα περιστατικά αυτά κυρίως υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή την οποία μέσος συνετός και επιμελής οδηγός καταβάλει υπό τις αυτές περιστάσεις και συνθήκες και ειδικότερα εισήλθε στο ρεύμα πορείας της μοτ/τας χωρίς να ελέγξει την επ' αυτού κίνηση των οχημάτων και να παραχωρήσει προτεραιότητα, όπως ήταν υποχρεωμένος από τον ΚΟΚ, με αποτέλεσμα να βρεθεί αιφνιδίως στην πορεία της μοτ/τας και να προκαλέσει την ανατροπή αυτής και τον συνακόλουθο τραυματισμό του ενάγοντος.

Συνυπαίτιος όμως για το ατύχημα είναι και ο ενάγων. Ο τελευταίος γιατί δεν κατέβαλε την προσοχή, την οποία μέσος συνετός και επιμελής οδηγός καταβάλει υπό τις αυτές περιστάσεις και συνθήκες και ειδικότερα κινούνταν σε κατοικημένη περιοχή με την υπερβολική ταχύτητα των 70 χιλ. ευρισκόμενος υπό την επήρεια οινοπνεύματος η περιεκτικότητα του οποίου στο αίμα του ήταν 1,03 g/I αίματος, με συνέπεια να μην ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του και να μη μπορέσει, καίτοι αντελήφθη το όχημα του εναγομένου από την απόσταση τουλάχιστον των 20 μ να παρεμβάλλεται στην πορεία του, να ακινητοποιήσει το όχημά του με την πέδηση των 10 μ που πραγματοποίησε, αλλά έχασε τον έλεγχο αυτού το οποίο είχε την προπεριγραφείσα πορεία.

Το ποσοστό συνυπαιτιότητας ανέρχεται για τον εναγόμενο οδηγό σε 80% και για τον ενάγοντα σε 20%. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που καθόρισε την υπαιτιότητα των διαδίκων στο επελθόν αποτέλεσμα κατά τον ίδιο τρόπο ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι αντίθετοι συναφείς λόγοι των ενδίκων εφέσεων είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, κι' έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, είδος και κατάσταση των οδών, είδος οχημάτων και ταχύτητα) και περιέλαβε στην αιτιολογία του όσα πραγματικά γεγονότα θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος-εναγομένου, αφού εκθέτει ότι εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας που κινούνταν η μοτοσικλέτα του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος αιφνίδια και χωρίς να ακινητοποιήσει το όχημά του, όπως είχε υποχρέωση από τις διατάξεις του ΚΟΚ (άρθρο 23), χωρίς να ελέγξει και να παραχωρήσει προτεραιότητα στον εκεί κινούμενο με τη μοτοσικλέτα ενάγοντα.

Επίσης περιλαμβάνει στην αιτιολογία του τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη συνυπαιτιότητα του ενάγοντος. Οι ελλείψεις των οποίων γίνεται επίκληση με το αναιρετήριο και κατά το μέρος που αφορούν την κατάφαση της υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, αλλά και τη συνυπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση του αποδεικτικού πορίσματος και σε επιχειρήματα.

Επομένως, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, κατά ένα μέρος και ως απαράδεκτη κατά το άλλο μέρος. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση του διδάγματος της κοινής πείρας είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-12-2006 αίτηση των Χ, κλπ για αναίρεση της 401/2006 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ