Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing improper party participation and lack of legal standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment regarding motorcyclist injury compensation. The appellant argued for reduced damages based on procedural errors and lack of causation, while the insurance company contended the appeal was inadmissible due to the appellant's failure to appear and the absence of other defendants. The court ruled that the appeal was procedurally flawed because the appellant failed to participate properly, the missing parties did not appear, and the appellant's arguments regarding the reduction of damages were rejected as they pertained to the assessment of facts rather than procedural violations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2) and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine ex officio whether absent parties expedited the hearing or were properly summoned, and dismisses appeals where the appellant fails to appear or where arguments concern the substantive assessment of facts rather than procedural violations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 600 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 600/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Μαρία Βάρκα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. - E. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σακελλαρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Ε., 2) Μ. Κ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική ΑΕ" και ήδη "ERGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη ΑΕ", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η "ERGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη ΑΕ" τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως, της αρχικώς αναιρεσίβλητης εταιρείας "ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-7-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Ν. Ε. Κ. του Α., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 22-9-2011 αγωγή του Σ. Μ. του Μ., επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2252/2012 μη οριστική και 574/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5032/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-7-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως απαράδεκτης, διότι στρέφεται κατά ανυπάρκτου νομικού προσώπου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 2-7-2019 (γεν. αρ. κατ. 6193/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 5032/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α, 666, 667, 670 - 676 ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015,είχε προσδιοριστεί για τη σημερινή δικάσιμο, με αριθμό πινακίου 9, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από τις υπ' αρ. 1339Β και 1338Β/4-2-2020 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χανίων, Ε. Δ., τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 127 και 128 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον 1ο και στη 2η των αναιρεσιβλήτων, για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων, ούτε και κατέθεσαν δήλωση μη παράστασης, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκε νομίμως και προσηκόντως μόνον η τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων.
Επομένως, αφού οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτών.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτει ότι, επί της από 21-7-2011 (αρ. εκθ. Κατ. 137694/2011) αγωγής του ενάγοντος - εφεσιβλήτου ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγομένων-εκκαλούντων ήδη αναιρεσιβλήτων, για αποκατάσταση της θετικής ζημίας, αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία των σωματικών βλαβών που υπέστη κατά το αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, εκδόθηκε (κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681α' ΚπολΔ), αρχικά η υπ' αριθμ. μη οριστική 2252/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, η με αριθμό 574/2015 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκε ο πρώτος εναγόμενος αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση οι εναγόμενοι, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5032/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνώ (αναιρεσιβαλλόμενη), με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση των εναγομένων και έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος, και αφού εξαφανίσθηκε η υπ' αριθμ. 574/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (καθώς και η θεωρούμενη ως συμπροσβαλλόμενη μη οριστική 2252/2012) έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η ως άνω αγωγή.
Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι αυτός που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Κατά δε το άρθρο 61 ΑΚ ένωση προσώπων μπορεί να αποκτήσει προσωπικότητα και να καταστεί νομικό πρόσωπο, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος. Ειδικότερα, προκειμένου περί ανώνυμης εταιρίας σύμφωνα με την παρ.10 του άρθρου 7β του Ν. 2190/1920 η εταιρία αποκτά νομική προσωπικότητα με την καταχώρηση στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιριών της διοικητικής απόφασης για τη σύσταση της εταιρίας και την έγκριση του καταστατικού της, παύει δε να υπάρχει με την καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο λύση της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 προϋπόθεση ενόψει και του άρθρου 313 παρ.1 στ. δ' του ίδιου κώδικα κατά το οποίο δύναται να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας δικαστικής αποφάσεως, αν εκδόθηκε σε δίκη που διεξήχθη κατ' ανυπάρκτου προσώπου, κατά δε το άρθρο 517 εδ.
α' του ίδιου κώδικα, η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση που απευθύνεται εναντίον νομικού προσώπου, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε πλέον αυτοδικαίως εκ του νόμου άλλο νομικό πρόσωπο, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε την επελθούσα αυτή μεταβολή (ΑΠ ολομ 27/1987), οπότε η αναίρεση είναι παραδεκτή και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση προκειμένου να κληθεί το νέο νομικό πρόσωπο, εκτός αν αυτό εμφανισθεί στη δίκη και δηλώσει ότι διαδέχθηκε τον αρχικό διάδικο και συνεχίζει στη θέση εκείνου τη δίκη.
Περαιτέρω, στην περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιριών, που επέρχεται είτε με τη σύσταση νέας εταιρίας, είτε με απορρόφηση, είτε με εξαγορά της μιας από την άλλη, ορίζει το άρθρο 75 του ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 π. δ. 498/1987, ότι "1. Από την καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμία άλλη διατύπωση ...
τα ακόλουθα αποτελέσματα: α) η απορροφούσα εταιρία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφούμενων εταιριών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή ... γ) οι απορροφούμενες εταιρίες παύουν να υπάρχουν ... 2. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρία ή κατ' αυτής, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της." Η έννοια της κατά τα άνω συγχώνευσης είναι ότι με αυτή η συγχωνευόμενη εταιρία παύει να υφίσταται χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση εξαφανιζόμενη ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ότι η νέα εταιρία, ως διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες (ΑΠ 883/2012).
Σύμφωνα δε με το άρθρο 79 του ν. 2190/1920 με τίτλο "Πράξεις που εξομοιώνονται με τη συγχώνευση με απορρόφηση", που προστέθηκε με το άρθρο 12 του ΠΔ 498/1987 (προσαρμογή στο άρθρο 30 της Τρίτης Οδηγίας ΕΟΚ), "1. Για την πράξη με την οποία μία ή περισσότερες ανώνυμες εταιρείες (εξαγοραζόμενες) μεταβιβάζουν, μετά από λύση τους χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, σε άλλη (εξαγοράζουσα) το σύνολο της περιουσίας τους (ενεργητικό και παθητικό) έναντι απόδοσης στους μετόχους των εξαγοραζόμενων εταιρειών του αντιτίμου των δικαιωμάτων τους (εξαγορά), εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 69 έως και 77. 2.
Για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου ως απορροφούμενες εταιρείες εννοούνται οι εταιρείες που εξαφανίζονται (εξαγοραζόμενες) και σαν απορροφούσα εταιρεία εννοείται η εξαγοράζουσα." Επομένως, και στην τελευταία περίπτωση εφαρμόζεται το ως άνω άρθρο 75 με συνέπεια η νέα εταιρία, ως διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της αρχικής, να συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες.
Εάν δε η αναίρεση απευθυνθεί, όχι κατά της νέας εταιρίας, αλλά κατά της πρώτης, η νομική προσωπικότητα της οποίας έπαυσε, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε την επελθούσα αυτή μεταβολή (ΑΠ 622/2016).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. …/…-1-2018 ανακοίνωση της Διεύθυνσης Εταιρειών και Γ.Ε.ΜΗ., η τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", μετά τη συζήτηση της ως άνω εφέσεως (9-3-2017) και πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως επί της ως άνω εφέσεως (11-10-2018), συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από την εταιρεία με την επωνυμία "ERGO AΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", μετονομασθείσα ήδη σε "ΕRGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη ΑΕ" (βλ.
την με αριθμ. Πρωτ. …/….-12-2020 ανακοίνωση του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68-77α του Κ.Ν. 2190/1920 και του άρθρου 54 του Νόμου 4172/2013, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ.10 του Ν. 4364/2016, τις από 14-11-2017 αποφάσεις των Εκτάκτων Γενικών Συνελεύσεων των ως άνω εταιρειών και την …/…-12-2017 πράξη της Συμ/φου Θεσσαλονίκης Ελένης Τσιδεμίδου.
Η απόφαση συγχώνευσης και τροποποίησης καταστατικού εγκρίθηκε με την …./…-1-2018 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομικών και Ανάπτυξης, η οποία καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ) με αριθμό καταχώρησης 1295790. Όλα τα ανωτέρω έγγραφα προσκομίζει και επικαλείται η "ERGO Aσφαλιστική Μονοπρόσωπη ΑΕ", που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στη θέση της αρχικά εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΕ", επικαλούμενη ότι απαράδεκτα η αναίρεση απευθύνεται κατά της τελευταίας, διότι με βάση τις προαναφερόμενες πράξεις η ως άνω εταιρεία έχει παύσει ήδη από 2-1-2018 να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων λόγω της προαναφερόμενης απορρόφησης.
Ισχυρίζεται επίσης, ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσείων γνώριζε την μεταβολή αυτή, καθώς ήδη από το έτος 2016, οπότε και άρχισαν οι σχετικές διαδικασίες αμφότερες οι ασφαλιστικές εταιρείες "ΑΤΕ" και "ERGO" εξέδωσαν σχετικά δελτία τύπου, διαθέσιμα στο διαδίκτυο στις επίσημες ιστοσελίδες τους, ενώ επίσης οι σχετικές αποφάσεις των διοικητικών συμβουλίων αμφοτέρων των εταιρειών περί ενάρξεως των διαδικασιών συγχώνευσης είχαν δημοσιευθεί νομίμως στο Γ.Ε.ΜΗ., επιπλέον η αρμόδια επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Διεύθυνσης Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης της Τράπεζας Ελλάδος, είχε δημοσιεύσει ως προβλέπεται την 245/1/19-10-2017 απόφασή της περί σγχωνεύσεως και απορροφήσεως των ως άνω εταιρειών, κυρίως όμως, ισχυρίζεται ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την ως άνω μεταβολή τουλάχιστον από 8-11-2018 (η αναίρεση ασκήθηκε στις 2-7-2019), οπότε καταβλήθηκε σ' αυτόν το ποσό των 27.989,18 ευρώ, από την εταιρεία "ΕRGO Aσφαλιστική ΑΕ" σε εξόφληση των επιδικασθέντων με την προσαβαλλομένη 5032/2018 απόφαση.
Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της, επικαλείται και προσκομίζει: α) την με αριθμό …/…-… επιταγή εκδόσεως της Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO Aσφαλιστική ΑΕ", με ημερομηνία εκδόσεως 8-11-2018, ποσού 27.989,18 ευρώ, σε διαταγή του αναιρεσείοντος και την β) από 8-11-2018 εξοφλητική απόδειξη για το ως άνω ποσό, της Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ERGO Ασφαλιστική ΑΕ", που φέρει την υπογραφή του αναιρεσείοντος.
Συνακόλουθα, εφόσον κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη η εν γνώσει του αναιρεσείοντος απεύθυνση της αίτησης για αναίρεση κατά του νομικού προσώπου της αρχικά εναγομένης "ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΕ", το οποίο όμως δεν υπήρχε όχι μόνο κατά την άσκηση της αναίρεσης αλλά ούτε κατά την έκδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως, διότι κατά νόμο είχε απορροφηθεί από άλλο νομικό πρόσωπο, το οποίο ως καθολικό διάδοχο νομιμοποιείται παθητικά, καθιστά απαράδεκτη την υπό κρίση αναίρεση κατά την περί τούτου βάσιμη ένσταση της παρασταθείσας διαδόχου εταιρίας, πράγμα άλλωστε που ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως.
Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι έλαβε γνώση της συγχωνεύσεως και μεταβολής κατά την επίδοση του δικογράφου της αναιρέσεως, δεν κρίνεται βάσιμος, ενόψει των όσων προαναφέρονται, αφού ήδη από την 8-11-2018 εξοφλήθηκε για τις αγωγικές του αξιώσεις από την ERGO (και όχι ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ), ενώ εξάλλου και οι διαδικασίες δημοσιεύσεως της συγχωνεύσεως -απορροφησεως και οι σχετικές δημοσιεύσεις ήταν προσιτές σε κάθε ενδιαφερόμενο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω.
Ας σημειωθεί εδώ ότι, δεν πρόκειται, για εσφαλμένη αναγραφή στο δικόγραφο της αναίρεσης των στοιχείων του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου, που διορθώθηκε με τις προτάσεις, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων και η οποία δεν προκαλεί απαράδεκτο, εάν συνάγεται ότι πρόκειται για το αυτό υπαρκτό νομικό πρόσωπο που παρέστη πρωτοδίκως, αλλά πρόκειται για εντελώς διαφορετικό νομικό πρόσωπο.
Το γεγονός ότι η καθολική διάδοχος εταιρία "ERGO Ασφαλιστική ΑΕ" παρέστη κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και ζήτησε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, επικουρικά δε προέβαλε τους ισχυρισμούς της κατά των λόγων αναιρέσεως, δεν ασκεί επιρροή στο παραδεκτό του ενδίκου μέσου, το οποίο λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη.
Διότι κρίσιμο και καθοριστικό για το παραδεκτό αυτού είναι αν ο αναιρεσείων γνώριζε κατά την άσκηση της αναίρεσης την επελθούσα μεταβολή στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, σε καταφατική δε περίπτωση το απαράδεκτο δεν θεραπεύεται από το γεγονός ότι η παριστάμενη στον Άρειο Πάγο νέα -διάδοχος- εταιρία δέχεται ότι είναι καθολικός διάδοχος του αρχικού διαδίκου κατά του οποίου στρέφεται η αναίρεση και προβάλλει υπεράσπιση κατά της αναίρεσης.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, όσον αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας διαδόχου νέας εταιρίας - αναιρεσίβλητης (η οποία κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ).
Όσον αφορά όμως τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, η κρινόμενη από 2-7-2019 αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 §3 ΚΠολΔ).
Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 §3 ΚΠολΔ παράβολο.
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή ως προς τους λοιπούς (πλην της τρίτης αναιρεσίβλητης) διαδίκους και, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓΠΝ/2011, 297 έως 300, 330 εδ. β', 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση συγκρούσεως δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του Α.Κ.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του συγκεκριμένου αποτελέσματος.
Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή μη της υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.
Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Έλλειψη δε νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, οι οποίες υπάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 466/2020, ΑΠ 144/2017, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 1674/2009). Εξάλλου, σε περίπτωση ζημίας από οικείο πταίσμα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογιών, όταν το δικαστήριο της ουσίας σαφώς αναφέρει πόσο το οικείο πταίσμα συνετέλεσε στη ζημία (ΑΠ 946/1995).
Τέλος, η απόφαση υπόκειται σε αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσεως και όταν περιέχονται σε αυτή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν προκύπτει ποια περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος αν σωστά εφάρμοσε τον ουσιαστικό νόμο.
Όταν όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, που διατυπούμενες επαλλήλως ή επικουρικώς, στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν ιδρύεται, κατά την αληθινή έννοια της παραπάνω διατάξεως, ο προβλεπόμενος, από αυτή λόγος αναιρέσεως, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία από αυτές και μάλιστα πρωτίστως στην κυρία και επικουρικώς στις λοιπές.
Το ίδιο δε ισχύει και ως προς τον από την ίδια διάταξη λόγο αναιρέσεως για ανεπαρκείς αιτολογίες, όταν ο λόγος αυτός στηρίζεται σε ασάφεια που δημιουργεί η σύγχρονη, από τις περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, λήψη υπόψη των περιστατικών που στηρίζουν το διατακτικό, οπότε δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ανεπαρκείς αιτιολογίες, αν, χωριστά για κάθε μία των επαλλήλων αιτιολογιών, δεν προκύπτει ασάφεια των δεκτών γενομένων αντιστοίχως περιστατικών (ΑΠ 308/1999).
Στη συνέχεια, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του 5032/2018, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων αυτού κρίση, ως προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία, τα παρακάτω περιστατικά:
Την 11-5-2010 περί ωρα 20.30', ο ενάγων Κ. - Ε. Σ., οδηγώντας την με αριθμό κυκλ. … δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας της μητέρας του, Ν. - Ε. Κ. έβαινε στην παλαιά εθνική οδό Χανίων -Κισσάμου, με κατεύθυνση από Κίσσαμο προς Χανιά. Η πιο πάνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική των λωρίδων των αντίθετων κατευθύνσεων διπλή συνεχή διαχωριστική διαγράμμιση και δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, η δε μοτοσικλέτα έβαινε στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος πορείας της, ενώ σε αυτήν συνεπέβαινε ο Σ.
Μ.. Την ίδια χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος, Γ. Κ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας …ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης Μ. Κ., το οποίο κατά το χρόνο εκείνο, ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγομένη, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κινούνταν ομορρόπως με τη μοτοσικλέτα και έμπροσθεν αυτής, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του.
Τα δύο οχήματα πλησίαζαν στο 1ο χιλιόμετρο της Π.Ε.Ο. , όταν ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας αιφνίδια, προτιθέμενος να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή, σε αυτό από Χανιά προς Κίσσαμο, ενήργησε αριστερό ελιγμό και άρχισε να διασχίζει κάθετα την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του.
Κατά τον τρόπο αυτό, όμως, ο πρώτος εναγόμενος παρεμβλήθηκε στην πορεία της, συννόμως κινούμενος όπισθεν αυτού, μοτοσικλέτας, ο οδηγός της οποίας δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση παρά τον αριστερό αποφευκτικό ελιγμό που ενήργησε, με αποτέλεσμα να προσκρούσει, με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου, στο ύψος της θύρας του οδηγού, η μοτοσικλέτα να ανατραπεί και οι επιβαίνοντες σε αυτήν να τραυματισθούν.
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία οι εναγόμενοι στην πρώτη συζήτηση της αγωγής την 10-2-2012 ομολόγησαν (άρθρο 352 παρ.1 ΚπολΔ), η ένδικη σύγκρουση και ο εντεύθεν τραυματισμός των επιβαινόντων στη μοτοσικλέτα, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού και δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, αφενός παραβιάζοντας τη διπλή διαχωριστική γραμμή που υπήρχε μεταξύ των δύο ρευμάτων πορείας, κατά παράβαση του άρθρου 8α' ΚΟΚ, αφετέρου χωρίς να καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει ελιγμό, χρησιμοποιώντας τον αντίστοιχο δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης κατά παράβαση του άρθρου 21 παρ. 2 του ΚΟΚ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Κ. Σ., μετά το ατύχημα διακομίσθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων "Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ" και εισήχθη στην Ορθοπεδική του Κλινική, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι την 21-5-2010, με διάγνωση κάταγμα μηριαίου (ΔΕ), το οποίο αντιμετωπίσθηκε με ενδομυελική ήλωση και κάκωση αυχένα, η οποία αντιμετωπίσθηκε συντηρητικά, με τη χρήση σκληρού αυχενικού κολλάρου για ενάμιση μήνα.
Στη συνέχεια υποβλήθηκε σε διαδοχικές εξετάσεις (ακτινογραφίες, μαγνητικές τομογραφίες, ηλεκτρομυογράφημα) την 26-5-2010, 31-5-2010, 7-6-2010, 15-6-2010, 28-7-2010, 3-8-2010, 8-9-2010 και 15-9-2010, ενώ κατά την εξέτασή του από τον ως άνω χειρουργό πραγματογνώμονα Β. Σ. την 17-12-2012 και μετά την θεραπευτική αγωγή, στην οποία είχε ήδη υποβληθεί διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει:αιμωδίες στα άνω άκρα ιδία αριστερά.
Ειδικότερα στο αριστερό άνω άκρο παρουσιάζει αιμωδίες περιοχής νεύρωσης Α5, Α6, ΑΙ (Αυχενικών) νευροτομιών (περιοχής βραχιονίου έως το μέσο δάκτυλο). Άλγος δεξιού γόνατος κυρίως στην ιγνυακή χώρα (πίσω από το γόνατο). Αμφότερα τα γόνατα παρουσιάζουν σταθερότητα κατά την δοκιμασία εξέτασης του πρόσθιου και οπίσθιου χιαστού και αναφέρει αστάθεια στο δεξί γόνατο μετά από κόπωση.
Εμφανίζει υπαισθησία έξω επιφανείας δεξιού μηρού (περιοχής νεύρωσης τέταρτης οσφυϊκής ρίζας-04). Παρουσία μικρών χειρουργικών ουλών στο άνω και κάτω τμήμα του δεξιού μηρού λόγω της τοποθέτησης του ενδομυελικού ήλου για το κάταγμα της μεσότητος του μηριαίου. Τα ευρήματα αυτά αποδίδονται στον τραυματισμό του από το ως άνω ατύχημα.
Οι συνέπειες του τραυματισμού έχουν ως εξής: Μερική αστάθεια των γονάτων ιδία δεξιά καλώς αντιρροπούμενη από το ισχυρό μυϊκό σύστημα. Ριζίτιδα Α5, Α6, Α7 αριστερά (αίσθημα πόνου κατά διαστήματα και υπαισθησία περιοχής βραχιονίου έως το μέσο δάκτυλο), λόγω της κάκωσης του αυχένα. Θα χρειαστούν κατά διαστήματα φυσικοθεραπείες, για την καλή συντήρηση του αυχένα και το λιγότερο δυνατόν ενοχλήματα εκ των άνω άκρων.
Υπαισθησία έξω μηριαίου (ο4) ρίζας. Πορωθέν κάταγμα μεσότητας δεξιού μηριαίου με παραμονή υλικών. Ο ενδομυελικός ήλος θα πρέπει να αφαιρεθεί. Θα χρειασθεί μία περίοδος ενάμιση μήνα βάδισης με βακτηρία μασχάλης και επιπλέον ενάμιση μήνας αποχής από αθλητικές δραστηριότητες (αυτό λόγω προσαρμογής του μηριαίου οστού στις νέες συνθήκες φόρτισης).
Το ποσοστό αναπηρίας που προσδίδουν οι παραπάνω παθήσεις, ανέρχεται σε 20% βάση του ενιαίου πίνακα προσδιορισμού ποσοστών αναπηρίας. Περαιτέρω κατά την εξέτασή του την 14-12-2012 από τον ειδικό ωτορυνολαρυγγολόγο πραγματογνώμονα Α. Ε. διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων έχει υποστεί νευροαισθητήριο βαρηκοϊα του αριστερού ωτός, στα όρια της κώφωσης, ενώ παρουσιάζει μετρίου βαθμού νευροαισθητήριο βαρηκοϊα του δεξιού ωτός, λόγω δευτερογενούς εκφύλισης του οργάνου της ακοής.
Η κατάσταση αυτή, αποτελεί μόνιμη αναπηρία (μερική), μη αναστρέψιμη και προκλήθηκε από το ένδικο ατύχημα, είτε λόγω κρούσης του κρανίου στο έδαφος ή σε κάποιο ανελαστικό εμπόδιο, η οποία προκάλεσε έντονη βλάβη του οργάνου της ακοής, είτε λόγω ισχυρής κάκωσης της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, η οποία προκάλεσε αλλοιώσεις των αγγείων του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και των άλλων αγγειακών δομών του τραχήλου, προκαλώντας ισχαιμία του οργάνου της ακοής και τελικώς κώφωση του αριστερού ωτός.
Το ποσοστό της αναπηρίας του εξ αυτού του λόγου ανέρχεται σε 35% με βάση τον σχετικό πίνακα του Υπουργείου Υγείας σε συνάρτηση με την εκ των υστέρων αναπτυχθείσα ναυροαισθητήρια βαρηκοϊα μετρίου βαθμού και του δεξιού ωτός. .....Από το είδος και την βαρύτητα των τραυμάτων στο κεφάλι του (κάκωση αυχένα (ΑΜΜΣ) και σοβαρή βλάβη στο αριστερό αυτί, συνάγεται με βεβαιότητα ότι ο ενάγων πράγματι δεν φορούσε το προστατευτικό κράνος.
Στην αντίθετη περίπτωση θα είχε αποφύγει τον τραυματισμό του στο κεφάλι του σε κάθε δε περίπτωση οι συνέπειες θα ήταν πολύ μικρότερες.
Συνεπώς συνετέλεσε και ο ίδιος με δικό του πταίσμα σε ποσοστό 30% στην έκταση του τραυματισμού του." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεχόμενο την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση (εφόσον δεν υπήρχε σχετικός λόγος εφέσεως ως προς αυτό το κεφάλαιο), στη συνέχεια έκρινε βάσιμη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος-εφεσιβλήτου στην έκταση του τραυματισμού του στο κεφάλι και συγκεκριμένα σε ποσοστό 30%, για τον λόγο ότι δεν έφερε κατά τη στιγμή του ατυχήματος προστατευτικό κράνος, την οποία (ένσταση) οι εκκαλούντες-εναγόμενοι παραδεκτά είχαν προτείνει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (όπου είχε απορριφθεί) και επανέφεραν με λόγο εφέσεως.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του Ν. ΓΠΝ/1911 και του Ν. 2696/1999, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, στο ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος από μέρους του αναιρεσείοντος στην έκταση του πιο πάνω τραυματισμού του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν εφαρμόσθηκε ορθά ή όχι ο νόμος (αρθρ. 300 ΑΚ), όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτό και έχουν ουσιώδη επιρροή στο κρίσιμο ζήτημα ότι ο αναιρεσείων, με το να μην φοράει κράνος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, συνετέλεσε στην έκταση της σωματικής του βλάβης, που αναφέρθηκε παραπάνω, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στην έννοια του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της έλλειψης του κράνους και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος, σε ποσοστό 30% στην έκταση του τραυματισμού του, λόγω ελλείψεως προστατευτικού κράνους (άρθρο 12 παρ.6 ΚΟΚ), αφενός έλαβε υπόψη του το είδος και την βαρύτητα των τραυμάτων στο κεφάλι του (αναιρεσείοντος), όπως επακριβώς αναφέρει, ήτοι κάκωση αυχένα (ΑΜΣΣ) και σοβαρή βλάβη στο αριστερό αυτί και αφετέρου αιτιολογεί την εν λόγω κρίση του, με την παραδοχή ότι, σε περίπτωση που ο αναιρεσείων έφερε προστατευτικό κράνος θα είχε αποφύγει τον τραυματισμό του στο κεφάλι, σε κάθε δε περίπτωση οι συνέπειες θα ήταν πολύ μικρότερες.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι αβάσιμοι. Η ειδικότερη αιτίαση που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, διότι αντιφατικά και ενδοιαστικά δέχθηκε ότι η κώφωση προήλθε: "α) είτε λόγω κρούσης του κρανίου στο έδαφος ή σε κάποιο άλλο ανελαστικό εμπόδιο, η οποία προκάλεσε έντονη βλάβη του οργάνου της ακοής, β) είτε από κάκωση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης η οποία προκάλεσε αλλοιώσεις αγγείων του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και των άλλων αγγειακών δομών του τραχήλου προκαλώντας ισχαιμία του οργάνου της ακοής και τελικής κώφωσης του αριστερού ωτός (νευροαισθητήριος βαρηκοϊα)", είναι αβάσιμη, διότι η αποδιδόμενη ασάφεια και αντιφατικότητα αναφέρεται στην αιτία κωφώσεως και δεν αφορά το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο είναι σαφές, επαρκώς αιτιολογημένο και στηρίζει την παραδοχή της ενστάσεως συνυπαιτιότητος του αναιρεσείοντος, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του τραυματισμού του αναιρεσείοντος στο κεφάλι, οφειλόμενου στην έλλειψη κράνους.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.ΠολΔ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο οποίος (λόγος) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Καθ' ο μέρος όμως, με την κατ'επίφαση επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19, ΚΠολΔ που πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Ακολούθως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου και παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, επειδή δηλαδή, η (φερόμενη) παράλειψη χρήσης κράνους εκ μέρους του δεν μπορεί να θεμελιώσει συνυπαιτιότητά του, στην έκταση του τραυματισμού του, διότι λείπει ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεδομένου ότι ο τραυματισμός στον αυχένα θα επήρχετο ακόμα και αν δεν φορούσε κράνος, είναι απαράδεκτες.
Τούτο διότι, με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί μη συντρέχοντος πταίσματός του και δη ότι φορούσε κράνος: 1) την ποινική δικογραφία της Τροχαίας Χανίων στην οποία περιέχονται μεταξύ άλλων εγγράφων α) η έκθεση αυτοψίας Τροχαίας, β) η ένορκη κατάθεση του α' εναγομένου Γ.
Κ., γ) 4 φωτογραφίες του αυτοκινήτου της μοτοσικλέτας και 2) η πραγματογνωμοσύνη του ωτορινολαρυγγολόγου ιατρού Α. Ε.. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι αυτός επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει τα παραπάνω έγγραφα, και άλλα προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του.
Από την υπάρχουσα όμως στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ως αποδειχθέντα σε σχέση με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν : "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα 2252/2012 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του δικαστηρίου, από όλα εν γένει τα έγγραφα, που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, άλλα από τα οποία χρησιμεύουν προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις …/2012 και …/2012 εκθέσεις ιατρικής πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Β.
Σ. και Α. Ε. που διορίσθηκαν με την 2252/2012 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις από 28-12-2012 και 2-1-2013 ιατρικές εκθέσεις των ιατρών Σ. Τ. και Γ. Κ. αντιστοίχως που ο ενάγων Κ. Σ. διόρισε ως τεχνικούς του συμβούλους, από τα διδάγματα κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά", δεν καταλείπεται αμφιβολία για το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος χωρίς να είναι ανάγκη να τα αξιολογήσει.
Συνεπώς και ο τρίτος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ.
Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, δέχθηκε ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο αυτό, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτό λόγο (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 17/2011).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κ.λπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, από τη συνεκτίμηση δε αυτή οδηγήθηκε σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι εχώρησε παραμόρφωση του εγγράφου (ΑΠ 1006/1994, ΑΠ 484/1997, ΑΠ 715/1995).
Και τούτο επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 1124/2012, ΑΠ 185/1993).
Εν προκειμένω με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων δεν φορούσε κράνος υπέπεσε στην πλημμέλεια του ανωτέρω άρθρου διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο: α) της έκθεσης αυτοψίας της Τροχαίας ως προς τον αριθμό 17, όπου καταγιγνώσκονται οι παραβάσεις του ΚΟΚ και σ' αυτές δεν περιλαμβάνεται η παράβαση για έλλειψη κράνους, β) της ένορκης κατάθεσης του α' εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, όπου δεν αναφέρει ότι ο αναιρεσείων δεν φορούσε κράνος, γ) της φωτογραφίας της ποινικής δικογραφίας, στην οποία εμφαίνεται σαφώς το κτύπημα από το κράνος πάνω στην πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου των αναιρεσιβλήτων, β) της υπ' αριθμ.
…/2012 έκθεσης πραγ/νης του ωτορυνολαρυγγολόγου ιατρού Α. Ε. εκ της οποίας προκύπτει με μαθηματική βεβαιότητα ότι φορούσε κράνος διότι άλλως θα είχε υποστεί κάταγμα λιθοειδούς οστού. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου τους, οι οποίες δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο.
Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος καθ' όσον το Εφετείο στην κρίση του για την συντρέχουσα υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος για έλλειψη κράνους, δεν κατέληξε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα επίμαχα έγγραφα, αλλά μετά από συνεκτίμησή τους με άλλα της ίδιας αποδεικτικής ισχύος και αξιολόγησης αποδεικτικά μέσα.
Πλέον του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος καθ' όσον υπό την επίκληση της παραπάνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το προαναφερόμενο ουσιώδες ζήτημα (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, και ο τέταρτος, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚπολΔ, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Ακολούθως, με τον πέμπτο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια εκ των αριθμ. 9 εδ. α' και 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι διέλαβε στο διατακτικό της και το κονδύλιο των δαπανών για ιατρικές εξετάσεις ποσού 430,72 ευρώ, που είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως, το οποίο απαραδέκτως μείωσε κατά ποσοστό 30%, επιδικάζοντας κάτι που δεν ζητήθηκε και κατά παράβαση του δεδικασμένου ως προς αυτό το κονδύλιο, το οποίο δεν είχε εκκληθεί με την από 17-4-2015 έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων.
Το άρθρο 522 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις δικαζόμενες, κατά το άρθρο 681 Α` του ΚΠολΔ, διαφορές, ορίζει ότι "με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους". Εξάλλου, λόγοι εφέσεως αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, εφόσον αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών και συνεπώς το Εφετείο υποπίπτει στην πλημμέλεια του άνω άρθρου, εφόσον δεν εξετάζει τέτοιο λόγο εφέσεως.
Περαιτέρω, σε απόφαση που εκδίδεται σε αγωγή αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα, που γίνεται δεκτή εν όλω ή εν μέρει κατ` ουσίαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο εναγόμενος δύναται με την έφεσή του να διατυπώσει παράπονο κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση της σωματικής του βλάβης, ζητώντας την παραδοχή της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, την οποία (ένσταση) είχε προβάλει πρωτοδίκως και είχε απορριφθεί.
Στην περίπτωση αυτή συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της αποζημιώσεως υπό την έννοια, ότι σε περίπτωση παραδοχής της εφέσεως κατά το μνησθέν κεφάλαιο της ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, πρέπει να μειωθούν αναλόγως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητος και τα κονδύλια της αποζημιώσεως εφόσον και αυτά θεωρούνται ως πληττόμενα αναγκαίως με το λόγο εφέσεως.
Η συμπροσβολή αυτή του κεφαλαίου της αποζημιώσεως είναι αυτονοήτως αναγκαία, παρά την ενίοτε μη ειδική επισήμανση της για το λόγο, ότι ο εκκαλών, ασκώντας έφεση, επιδιώκει, στην άνω περίπτωση, όχι μόνο την κήρυξη του παθόντος συνυπαιτίου στην έκταση της σωματικής του βλάβης, αλλά συγχρόνως τη μείωση της υπέρ αυτού επιδικαζομένης αποζημιώσεως.
Διαφορετικά, θα προκύπτει το παράδοξο αποτέλεσμα, να αναγνωρίζεται, κατά παραδοχή του σχετικού κεφαλαίου εφέσεως, συνυπαίτιος για την έκταση της σωματικής του βλάβης ο ενάγων, όμως παρόλα αυτά να μη θίγεται καθόλου το κεφάλαιο της πρωτοδίκως υπέρ αυτού επιδικασθείσας αποζημιώσεως, γιατί θα θεωρείται ότι δεν προσβλήθηκε με την έφεση (ΑΠ 442/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την συμπροσβληθείσα με έφεση των αναιρεσιβλήτων 2252/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος στην έκταση του τραυματισμού του, που παραδεκτά είχαν προτείνει οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι, διότι κρίθηκε ότι αυτός έφερε προστατευτικό κράνος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε την έφεση των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε τις υπ' αριθμ. 2252/2012 και 574/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς όλες τις διατάξεις και τα κεφάλαια που προσβλήθηκαν με την έφεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ότι ο αναιρεσείων συνετέλεσε, κατά ποσοστό 30%, στην έκταση της σωματικής του βλάβης, λόγω ελλείψεως προστατευτικού κράνους (σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο εφέσεως των εκκαλούντων), προχώρησε δε περαιτέρω στην ανάλογη μείωση των επιδικασθέντων αγωγικών κονδυλίων.
Από το δικόγραφο της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, που επισκοπούνται παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι με την έφεση προβαλλόταν η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, κατά ποσοστό 40% και ζητείτο το ποσοστό αυτό να ληφθεί υπόψη και να περιοριστούν αναλόγως τα αγωγικά κονδύλια των ζημιών του αναιρεσείοντος, υπό την έννοια ότι οι ίδιοι επιθυμούν την αναγνώριση ότι ο αναιρεσείων συνετέλεσε στην έκταση της σωματικής του βλάβης και συνακολούθως στην επιδίκαση σ` αυτόν μειωμένης αποζημιώσεως για τις θετικές του ζημίες κλπ, ανάλογης του σχετικού ποσοστού 40% (φύλλο 11ο εφέσεως).
Συνεπώς, κρίνεται αβάσιμος ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, κατ` ορθή εκτίμηση, προβλεπομένη από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθ. 9 του ιδίου άρθρου), πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι με την έφεση δεν διατυπώνεται, ως λόγος αυτής, παράπονο, που αναφέρεται στη μείωση των αγωγικών κονδυλίων κατά το ποσοστό που συνετέλεσε στην έκταση της ζημίας του με το να μην φοράει κράνος κατά την οδήγηση της μοτοσικλέτας. Συνακόλουθα, απορριπτέος κρίνεται ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως ως προς το σκέλος της για πλημμέλεια κατά το άρθρο 559 αρ.16 ΚπολΔ, αφού δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου στην προκειμένη περίπτωση, ούτε το Εφετείο ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου σχετικά με το ως άνω ζήτημα, ώστε να μπορεί να στοιχειοθετηθεί λόγος από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως τέλος, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚπολΔ, διότι παρανόμως μείωσε κατά 30% τα κονδύλια ποσών 600 ευρώ για βελτιωμένη διατροφή και 2.000 ευρώ για δαπάνες οικιακής βοηθού, τα οποία αφορούν σωματικές του βλάβες που δεν έχουν αιτιώδη συνάφεια και σχέση με την κωφότητα, επικαλούμενος μάλιστα προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού αυτού, την ιατρική πραγματογνωμοσύνη του ιατρού ωρλ Α. Ε.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού με την κατ' επίφαση επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους για τους λόγους που προαναφέρθηκαν να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας ως οιονεί καθολικής διαδόχου της τρίτης αναιρεσίβλητης, νέας εταιρίας με την επωνυμία "ΕRGO Aσφαλιστική Μονοπρόσωπη ΑΕ", η οποία κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ενώ για τους υπόλοιπους δύο αναιρεσιβλήτους που ερημοδίκησαν δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα, καθ' όσον δεν υποβλήθηκαν σ' αυτά, ούτε, βέβαια, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-7-2019 και με ειδ. αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 602/2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο υπ` αριθμ. 5032/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της παρισταμένης, υπό την ιδιότητά της ως διαδόχου της τρίτης αναιρεσίβλητης, εταιρείας με την επωνυμία "ERGO Ασφαλιστική Μονοπρόσωπη ΑΕ", την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ