Legislator Case Law & Legislation
522/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where lower court rejected claim as inadmissible due to lack of standing.

Case Number 522/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision to reject the plaintiff's claim as inadmissible. The appellant argued that the lower court erred by not examining substantive evidence regarding medical liability, but the court held that appeals based on inadmissibility cannot be reviewed on merits. Since the Third Instance Court correctly ruled the claim inadmissible due to lack of passive standing, the appeal was rejected without substantive examination.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 KPolD; Art. 559 no. 11g KPolD: An appeal alleging that the court of first instance failed to examine evidence or considered evidence contrary to law is inadmissible if the lower court rejected the claim as inadmissible or legally unfounded, as no factual inquiry occurred.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal passive standing lack of standing substantive review medical liability third instance court legal unfounded

Cited Legislation

AI generated
Art. 108 KPolD
Art. 110 para. 2 KPolD
Art. 498 para. 1 KPolD
Art. 568 para. 1-2 KPolD
Art. 576 para. 1-3 KPolD
Art. 559 no. 11 KPolD
Art. 559 no. 11g KPolD
Art. 62 of Law 4139/2013
Art. 105 EisaNAK
Art. 106 EisaNAK

Cited Case Law

AI generated
OLAP 13/2007
AP 954/2023
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific document identification and failure to cite precedent.
AP 254/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
AP 242/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
OLAP 3/1997
AP 1483/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
AP 1498/2021
Φ. Κ. του Ι. και της Μ., κατοίκου ... Αττικής, ως καθολικού διαδόχου (κληρονόμου εκ διαθήκης) της μητέρας του και εφεσίβλητης σε δεύτερο βαθμό Μ. χήρας Ι. Κ., Ν. Κ. του Ι. και της Μ., κατοίκου Αθηνών, ως καθολικού διαδόχου (κληρονόμου εκ διαθήκης) της μητέρας του και εφεσίβλητης σε δεύτερο βαθμό Μ. χήρας Ι. Κ.,
AP 551/2020
Supreme Court partially allowed appeal on liability and damages, remanding case to a different judge.
AP 496/2020
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ.
AP 404/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7691/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1400/2016 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
AP 1409/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
AP 663/2017
Supreme Court dismisses social security fund's appeal regarding a third-party seizure and set-off claim.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 522 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 522/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κοραντζόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Η. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Γεωργακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις,

2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΖΗΜΙΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/1/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 15/2/2007 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 30/7/2007 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 743/2010 μη οριστική και 654/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 30/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/2/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1-2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιός διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΟλΑΠ 13/2007, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 254/2020, ΑΠ 242/2014), εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 3/2018, ΑΠ 670/2024, ΑΠ 954/2023,ΑΠ 613/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 264/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και προσκομίζει ο παριστάμενος διάδικος (601/2024, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 26/2023, ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 306/2020).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 88 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στην περίπτωση της πρόσθετης παρέμβασης του δικονομικού εγγυητή, εκούσιας ή μετά από προσεπίκληση, πρόκειται για απλή πρόσθετη παρέμβαση, αφού η ισχύς της απόφασης της κύριας δίκης δεν εκτείνεται και στις σχέσεις μεταξύ του δικονομικού εγγυητή (παρεμβαίνοντος) και του αντιδίκου του (ΑΠ 382/2017,ΑΠ 1202/2015,ΑΠ 1741/2012). Επομένως, υπαρχούσης εν προκειμένω μεταξύ των αναιρεσιβλήτων απλής ομοδικίας, όσον αφορά τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων (ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΖΗΜΙΩΝ ΑΕ), που προσεπικλήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο ως δικονομική εγγυήτρια στην δίκη και άσκησε υπέρ αυτού, πρωτοδίκως, πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει η προς αυτή συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21.10.2024), αυτή δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και δεν προσκομίζεται αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης, από το οποίο να προκύπτει ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, καθώς επίσης να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς αυτή, και να χωρήσει νομίμως η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο κατ' άρθρο 576 παρ.3 ΚΠολΔ.

2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105, 106 ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 2 περ. η ν. 1406/1983 συνάγεται ότι υπάγεται στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κάθε αγωγή αποζημίωσης, που στηρίζεται στην ευθύνη του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, οι οποίες τελούνται ή σημειώνονται κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας, που τους έχει ανατεθεί, και τελούν σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρεσίας ή γίνονται κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υπάρχει, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε καθ` υπέρβαση των αλλά και κατά παράβαση των διαταγών ή εντολών, που έχουν δοθεί, και τελεί σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια προς την εκτέλεση της υπηρεσίας τους (ΟλΑΠ 1114/1986, ΑΠ 752/1998), ευθύνη η οποία ανακύπτει όχι μόνο από εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή από παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ.

να εκδώσουν τέτοιες πράξεις, αλλά και από υλικές ενέργειες των οργάνων αυτών, που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δε συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των καθηκόντων του (ΑΕΔ 53/1995, ΑΕΔ 5/1995, ΑΠ 1067/2015,ΑΠ 1666/2014,ΑΠ 1175/2014).

Από τις ίδιες, όμως, πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι στις περιπτώσεις, που για τις αναφερόμενες ανωτέρω πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες, ενάγεται ως προσωπικώς υπεύθυνο προς αποζημίωση όχι το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά το όργανο (του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ.), που προκάλεσε τη ζημία, καθόσον, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, ανατεθέντων καθηκόντων ή επ` ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία υπέχει προσωπική ευθύνη για ανόρθωση αυτής (προσωπικό πταίσμα - ενέργεια εκτός του κύκλου των καθηκόντων του), ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων να κρίνουν επί της αγωγής αυτής, γιατί στις περιπτώσεις αυτές, που η αγωγή δε στηρίζεται σε ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ., η διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 53/1995).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 85 παρ. 1 του Υπαλληλικού Κώδικα, που είχε κωδικοποιηθεί με το π.δ/μα 611/1977 και ίσχυε μέχρι την 9.4.1999, όταν άρχισε να ισχύει ο νεότερος υπαλληλικός κώδικας που κυρώθηκε με το ν. 2683/1999 και ίσχυσε μέχρι την 8.2.2007, οπότε άρχισε να ισχύει πλέον ο δημοσιοϋπαλληλικός κώδικας, που κυρώθηκε με το ν. 3528/2007, ο δημόσιος υπάλληλος ευθύνεται έναντι του δημοσίου για κάθε θετική ζημία, που προξένησε σ'αυτό από δόλο η βαρειά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, καθώς, επίσης, για τις αποζημιώσεις στις οποίες υποβλήθηκε έναντι τρίτων ένεκα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων αυτού που έγιναν επίσης από δόλο ή βαρειά αμέλεια.

Δεν ευθύνεται, όμως, ο υπάλληλος έναντι τρίτων για τις αυτές πράξεις ή παραλείψεις του. Από τη διάταξη αυτή, που ταυτίζεται από άποψη προς εκείνη του άρθρου 38 παρ. 1 του υπαλληλικού κώδικα, που κυρώθηκε με το νόμο 2638/1999, αλλά και του ισχύοντος ήδη υπαλληλικού κώδικα, που κυρώθηκε με το νόμο 3528/2007 (όπου γίνεται αναφορά για κάθε ζημία), προκύπτει ότι στην έννοια της ζημίας διαλαμβάνεται κατά τα άρθρα 299, 914, 928 και 932 ΑΚ η περιουσιακή ζημία και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τις οποίες ο ζημιωθείς δύναται να απαιτήσει μόνο από το ελληνικό δημόσιο, του οποίου ο ζημιώσας ήταν υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, κατ'αποκλεισμό της έναντι αυτού ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 3/2009, ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 351/2015, ΑΠ 1531/2011).

Καθιερώνεται δηλαδή με τις ανωτέρω διατάξεις, το αστικώς ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων έναντι των τρίτων (ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 294/2008, ΑΠ 2208/2007). Η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 85 παρ. 1 του ΥΚ του έτους 1977 είχε πλήρη εφαρμογή στους υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (άρθρα 2 παρ. 1 περ. δ' και 86 του αυτού κώδικα) και σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του ν. 1397/1983 "περί Εθνικού Συστήματος Υγείας" και στο ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων, οποιοσδήποτε νομικής μορφής, γιατί οι γιατροί είναι δημόσιοι υπάλληλοι, ως έχοντες την ιδιότητα του δημοσίου λειτουργού.

Εξάλλου με το άρθρο 2 παρ. 2 του Υ.Κ του 1999, ορίσθηκε ότι υπάλληλοι ή λειτουργοί του κράτους ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, διέπονται από ειδικές γι' αυτούς διατάξεις και οι υπάλληλοι των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, υπάγονται σε εκείνες τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα στις οποίες παραπέμπουν οι ειδικοί νόμοι, που τους διέπουν.

Δηλαδή και υπό την ισχύ του ΥΚ του έτους 1999 για να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του σε υπαλλήλους, που διέπονται από ειδικές διατάξεις, κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, πρέπει: α) να γίνεται ρητή παραπομπή από τις ειδικές διατάξεις που διέπουν ορισμένη κατηγορία υπαλλήλων ή λειτουργών στις διατάξεις του Υ.Κ.

ή β) να υπάρχει κενό νόμου από τις ειδικές διατάξεις και να μην αποκλείεται η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του Υ.Κ., όπως όταν με ειδική ρύθμιση νόμου εξαιρούνται από την υπαγωγή τους σε συγκεκριμένη διάταξη του ανωτέρω Υ.Κ. του έτους 1999.Οι ανωτέρω προϋποθέσεις εξέλιπαν με το ν. 3528/2007, αφού στο άρθρο 2 αυτού με τον τίτλο "Έκταση Εφαρμογής" ορίζεται στην παρ. 2 ότι "υπάλληλοι ή λειτουργοί του Κράτους ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίοι, κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, διέπονται από ειδικές διατάξεις ...

υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από τις ειδικές γι'αυτούς διατάξεις". Δηλονότι η εφαρμογή των διατάξεων του Υ.Κ., όπως αυτή του άρθρου 85 παρ. 1 του Υ.Κ. το έτους 1977 και ήδη του άρθρου 38 παρ. 1 του Υ.Κ. των ετών 1999 και 2007 και σε υπαλλήλους, που διέπονται από ειδικές διατάξεις κατά συνταγματική ή νομοθετική πρόβλεψη, υπήρξε σταδιακή από το έτος 1999 και εντεύθεν, κατά την προαναφερομένη επέκτασή τους στις περισσότερες κατηγορίες των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων (ΟλΑΠ 3/2009,ΑΠ 1194/2021).

Από το συνδυασμό επομένως των ανωτέρω διατάξεων καθώς και εκείνης του άρθρου 38 παρ 1β του ν. 3528/2007, σαφώς συνάγεται ότι καθιερώνεται το ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται πλέον και οι ιατροί-καθηγητές πανεπιστημίου έναντι των τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις, που αυτοί διαπράττουν από βαρειά αμέλεια (ή δόλο) κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών" ιδρύεται ευθεία εκ του Συντάγματος υποχρέωση του κράτους για τη λήψη θετικών μέτρων προς προστασία της υγείας των πολιτών (ΟλΣτΕ 400/1986, ΑΠ 1194/2021), η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και έκφραση της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου.

Κατ' επιταγή άλλωστε της ανωτέρω συνταγματικής διάταξης ψηφίστηκε ο προμνημονευόμενος νόμος 1397/1983 με τον οποίον ιδρύθηκε το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 6 παρ. 1-4, 7 παρ. 1, 24 παρ. 1 και 2, 25 παρ. 1 και 30 παρ. 1 του άνω νόμου προκύπτει ότι ο νομοθέτης ανήγαγε με αυτές σε αντικείμενο ευθύνης της πολιτείας την εξασφάλιση υπηρεσιών υγείας στο σύνολο των πολιτών με την οργάνωση ενός αποκεντρωμένου εθνικού συστήματος υγείας, προέβλεψε δε ότι στο πλαίσιο αυτού του συστήματος η παροχή νοσοκομειακής περίθαλψης με δαπάνες του Δημοσίου και των ασφαλιστικών ταμείων ενεργείται από νοσοκομεία, ιδρυόμενα ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Στόχος του νόμου ήταν η ανάπτυξη του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας και έτσι διαχώρισε πλήρως τον δημόσιο από τον ιδιωτικό τομέα της υγείας, διευρύνοντας τον πρώτο σε βάρος του δεύτερου, καθώς στο άρθρο 6 παρ. 1 προβλεπόταν ότι τα νοσοκομεία ιδρύονται μόνον ως νπδδ, ενώ με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν ως υπηρεσίες νπιδ, εφόσον επιχορηγούνται με οποιονδήποτε τρόπο από το δημόσιο, μετατρέπονται σε νπδδ.

Ωστόσο αργότερα, με το άρθρο 48 του ν. 2071/1992 ορίστηκε ότι "εφεξής τα ιδρυόμενα από το κράτος νοσηλευτικά ιδρύματα μπορεί να έχουν οποιαδήποτε νομική μορφή...". Η ένταξη των νοσοκομείων στο εθνικό σύστημα υγείας έχει ως βασικές συνέπειες την επιχορήγησή τους από το κράτος σύμφωνα με το άρθρο 2592/1953, καθώς και τη στελέχωσή τους με ιατρικό προσωπικό βάσει των διατάξεων του ν. 1397/1983.

Με το ν. 2889/2001 ιδρύθηκαν τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας (ΠεΣΥ), που μετονομάσθηκαν σε Περιφερειακά Συστήματα Υγείας και Πρόνοιας (ΠεΣΥΠ με το ν.3106/2003), με σκοπό τη δημιουργία ολοκληρωμένων συστημάτων παροχής υπηρεσιών υγείας σε επίπεδο Περιφέρειας. Με το άρθρο 1 παρ. 4 του άνω ν. 2889/2001 ορίσθηκε ότι όλες οι Νοσοκομειακές μονάδες, καθώς και τα Κέντρα Υγείας και τα Περιφερειακά ιατρεία, που ανήκουν στο ΕΣΥ, τα οποία βρίσκονται και λειτουργούν στη χωρική αρμοδιότητα κάθε ιδρυόμενου Περιφερειακού Συστήματος Υγείας μετατρέπονται αυτοδικαίως σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του αντίστοιχου ΠεΣΥ με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.

Για τα Νοσοκομεία, όμως, που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 109 του Συντάγματος, ορίσθηκε με το άρθρο 13 παρ. 10 του ίδιου ως άνω ν. 2889/2001, μεταξύ άλλων, ότι διατηρούν το υφιστάμενο νομικό τους καθεστώς και δεν υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1 του νόμου αυτού. Επακολούθησε ο ν. 3329/2005 με τον οποίον τα νοσοκομεία του ΕΣΥ, που αρχικώς αποτελούσαν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν. 1397/1983) και στη συνέχεια είχαν μετατραπεί (ν. 2889/2001) σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του οικείου Περιφερειακού Συστήματος Υγείας χωρίς νομική προσωπικότητα, αλλά με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διατηρώντας τη διαχείριση της περιουσίας τους, η οποία περιερχόταν κατά πλήρη κυριότητα στο οικείο ΠεΣΥ (που αποτελούσε νπδδ), μετετράπησαν εκ νέου με το άρθρο 7 του ν.3329/2005 σε αυτοτελή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.

Σχετικά με τα νοσοκομεία ιδρυματικού χαρακτήρα, ο ανωτέρω νόμος προβλέπει ότι (άρθρο 12 παρ. 1): "τα νοσοκομεία της παρ. 10 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001 διατηρούν το υφιστάμενο καθεστώς τους. Επ' αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10 και 11 του νόμου αυτού και οι διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 8 της παρ. 10 του άρθρου 13 του ν. 2889/2001. (παρ. 2) Εξαιρείται το γενικό Νοσοκομείο "ΠΑΜΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ" και το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής "ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟ", στα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10 και 11 του νόμου αυτού και οι διατάξεις των άρθρων 6, 7 και 8 του ν. 2889/2001.

Σημειωτέον ότι τα άρθρα 6, 7 και 8 του ν. 2889/2001, τα οποία ισχύουν για όλα τα νοσοκομεία και αφορούν στην οργάνωσή τους και στη διάρθρωση του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, δεν καταργήθηκαν με το ν. 3329/2005 (άρθρο 42 παρ. 1). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων θεωρείται, όσον αφορά την υπηρεσία του στο νοσοκομείο, όργανο αυτού κατά την έννοια των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (ΑΠ 406/2017(ποιν.), ΑΠ 21/2001(ποιν.).

Συνεπώς, από τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις ή υλικές ενέργειες ή παραλείψεις υλικών ενεργειών του προσωπικού αυτού κατά την παροχή ιατρικών υπηρεσιών μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη προς αποζημίωση του νοσοκομείου όπου λειτουργούν, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις που τάσσουν οι διατάξεις αυτές (ΑΠ 1194/2021, ΣτΕ 2816/2015). Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του ν. 2683/1999 έχει εφαρμογή (και ήδη ν. 3528/2007), σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του ν. 1397/1983 και στο ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων οποιοσδήποτε μορφής (ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 294/2008). Ως εκ τούτου ο ζημιωθείς από παράνομη πράξη ή παράλειψη ιατρού (μόνιμου δημόσιου λειτουργού, δηλαδή ιατρού του ΕΣΥ ή πανεπιστημιακού) σύμφωνα με όσα παραπάνω αναπτύχθηκαν, δεν δύναται να στραφεί κατά του τελευταίου και να απαιτήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά την αξίωση αυτή μπορεί να την ασκήσει κατά του νοσηλευτικού ιδρύματος στο οποίο εργαζόταν ο ιατρός κατά το χρόνο πρόκλησης της ζημίας (ΑΠ 1194/2021, πρβλ. ΟλΑΠ 798/1992 (Ποιν), ΑΠ 1659/2003 (Ποιν)).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν έναν τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως. Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 1738/2022,AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποίησης, γίνεται με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 25/2008,ΟλΑΠ 18/2005). Επειδή, λοιπόν, το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1738/2022,ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές, ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).

Τέλος, αν η σχετική με τη νομιμοποίηση αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας, ο αναιρετικός έλεγχος για έλλειψη νομιμοποίησης μπορεί να θεμελιωθεί και στο λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 477/2007),ενώ σφάλμα, τυχόν, της απόφασης, συνδεόμενο με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρθμ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 13/1995,ΑΠ 1097/2022). 3.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 105, 106 ΕισΝΑΚ, και ειδικότερα ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος προσέφερε τις ιατρικές του υπηρεσίες στο δεύτερο εναγόμενο ΝΠΔΔ Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών, όντας αναπληρωτής καθηγητής της Ορθοπαιδικής Κλινικής αυτού, δεν νομιμοποιείτο παθητικά ως διάδικος, διότι δεν ευθύνεται έναντι του ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντος για την επίδικη πράξη του, που τελέσθηκε από βαριά αμέλεια και ανάγεται στον κύκλο των καθηκόντων του, ούτε ενέχεται για αποκατάσταση της προκληθείσας απ` αυτή ζημίας, αλλά υπόχρεο προς τούτο είναι το ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα, κατά του οποίου και μόνο θα μπορούσε να στραφεί ο αναιρεσείων, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ευθύνεται ατομικά και ο πρώτος εναγόμενος-πρώτος αναιρεσίβλητος ιατρός, διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, επρόκειτο για προσωπικό πταίσμα αυτού και ο ίδιος ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι ο αναιρεσείων ιστορούσε τα ακόλουθα: ότι στις 25-11-2004 υπεβλήθη από τον 1° εναγόμενο(πρώτο αναιρεσίβλητο) αναπληρωτή καθηγητή και ιατρό της Ορθοπαιδικής Κλινικής του 2ου εναγομένου δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος σε χειρουργική επέμβαση καθαρισμού των αυχενικών σπονδύλων, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι έντονοι πόνοι στο κεφάλι και τον αυχένα από τους οποίους έπασχε.

Ότι ο 1ος εναγόμενος δεν επέλεξε την ενδεδειγμένη ιατρική μέθοδο για την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας του ενάγοντος, τον οποίο μάλιστα δεν ενημέρωσε για τον τρόπο εκτέλεσής της και τις πιθανές συνέπειές της, ούτε έλαβε την ρητή συναίνεσή του για την υποβολή σ'αυτήν και κυρίως δεν εκτέλεσε την χειρουργική επέμβαση κατά τον προσήκοντα τρόπο, δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές τις ιατρικής επιστήμης που έπρεπε να εφαρμοσθούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να προκληθούν βλάβες στο νωτιαίο μυελό της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και ο ενάγων να εμφανίσει αμέσως μετά την επέμβαση βαριά τετραπαρετική συνδρομή.

Ότι παρόλο που υπεβλήθη σε φυσιοθεραπείες και σε άλλες δύο χειρουργικές επεμβάσεις σε ιδιωτικό θεραπευτήριο για την αποκατάσταση του προβλήματος του, εντούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει αποκατασταθεί η βλάβη στην υγεία του και έχει κριθεί ανάπηρος από τον ασφαλιστικό του φορέα σε ποσοστό 80%. Ότι εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του 1ου εναγόμενου, που συνδέεται αιτιωδώς ως μόνη και αποκλειστική αιτία της προκληθείσας σ'αυτόν σωματικής βλάβης, αμφότεροι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να αποκαταστήσουν την περιουσιακή ζημία που υπέστη, καθώς και να ικανοποιήσουν χρηματικώς την ηθική βλάβη που υπέστη από τη μόνιμη βλάβη της υγείας του.

Ζήτησε δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, ως αποζημίωση το ποσό των 17.375,79€ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό του 1.200.000€, με το νόμιμο τόκο. Με βάση το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, ως προς τον πρώτο εναγόμενο ιατρό, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, διότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ο πρώτος εναγόμενος κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του στο δεύτερο εναγόμενο Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών εκπληρώνει υπηρεσία ΝΠΔΔ, ώστε να ανακύπτει ευθύνη του τελευταίου έναντι του παθόντος-ενάγοντος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 του Υπαλληλικού Κώδικα και 105, 106 ΕισΝΑΚ και ως εκ τούτου ο ενάγων δεν έχει την ανωτέρω αξίωση ατομικώς κατά του πρώτου εναγόμενου, δημοσίου υπαλλήλου-ιατρού και αναπληρωτή καθηγητή της Ορθοπαιδικής Κλινικής του δεύτερου εναγομένου ΝΠΔΔ Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Πατρών κατά το χρόνο πρόκλησης της επικαλούμενης ζημίας, ο οποίος (πρώτος εναγόμενος) δεν ευθύνεται έναντι αυτού (ενάγοντος) για την επίδικη πράξη του, που, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τελέσθηκε από βαριά αμέλεια και ανάγεται στον κύκλο των καθηκόντων του, ούτε ενέχεται για αποκατάσταση της προκληθείσας απ` αυτή ζημίας, αλλά υπόχρεο προς τούτο είναι το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΔΔ Περιφερειακό Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο-πρώτο αναιρεσίβλητο ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 105, 106 ΕισΝΑΚ.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

4.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης και όχι να την έχει απορρίψει ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997,ΑΠ 1483/2022, ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 496/2020, ΑΠ 404/2020, ΑΠ 1409/2018, ΑΠ 663/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο-πρώτο αναιρεσίβλητο ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης.

Συνεπώς, οι προβαλλόμενες, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε, παρά το νόμο, υπόψη κρίσιμα προσκομισθέντα αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα τις ιατρικές γνωματεύσεις, από τις οποίες προέκυπτε η ατομική ευθύνη του πρώτου εναγομένου-πρώτου αναιρεσιβλήτου ιατρού από αδικοπραξία, είναι απαράδεκτος.

5. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 21-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 30/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176,183,189 αριθ.1,191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-2-2020 αίτησης για αναίρεση της υπ` αριθ. 30/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη.

-Απορρίπτει την από 21-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 30/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών,ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο.

-Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ