Supreme Court remands case for retrial due to absent defendant and procedural irregularities in appeal hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal request and remanded the case for a new substantive trial. The court found that a necessary defendant failed to appear, preventing a valid acceleration of the hearing, and noted that the appeal court lacked jurisdiction to rule on the merits without a fresh summons. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the case was sent back to the same court for a new hearing with proper notification of all parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110(2), 498(1), 568(1), 2, 4, 576(1)-(3) of the Code of Civil Procedure; If a necessary defendant fails to appear and validly accelerate the appeal hearing, the appeal is inadmissible and the case must be remanded for a new hearing with proper summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 522 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 522/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Τ. Β. του Κ., 2) Γ. Β. του Κ., 3) Δ. Β. του Κ., 4) Α. Β. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Γιογλή και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Β. Κ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 4/6/2008 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 249/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 278/2011 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 28/5/2012 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1789/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 278/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 297/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/9/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθμ. 2566Γ και2567Γ/30-6-2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ιωαννίνων Κ. Α., προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν στην παρούσα συζήτηση, από τους επισπεύδοντες αυτήν αναιρεσείοντες.
Όμως οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμό 297/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή τους. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).
Από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 21-11-2006 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ζήτησαν α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να τους καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 50.000 ευρώ στον καθένα ως αποζημίωση για την ολοσχερή καταστροφή της οικίας τους που είναι κατεδαφιστέα, άλλως επικουρικώς το ποσό των 37.500 ευρώ στον καθένα, καθόσον οι εργασίες επισκευής της ανέρχονται σε 150.000 ευρώ, β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν το ποσό των 17.550 ευρώ στον καθένα εξ αυτών για το διάστημα από 14-6-2003 μέχρι 31-12-2009 που κατέστη ανέφικτη η χρήση της οικίας τους και γ) να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν το ποσό των 50.000 ευρώ στον καθένα.
Με την υπ'αριθ.249/2009 απόφαση του ΠΠΙωαν απορρίφθηκε η αγωγή ως αόριστη ως προς τους ήδη αναιρεσιβλήτους, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης. Κατ' αυτής της αποφάσεως ασκήθηκε έφεση από τους αναιρεσείοντες, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 278/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες άσκησαν αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1789/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο προαναφερθέν Δικαστήριο, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος της για το οποίο χώρησε η αναίρεση της αποφάσεως, ήτοι για τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνιστάμενο, εν προκειμένω, στο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι στο δικόγραφο της αγωγής γινόταν αναφορά της προστήσεως για την μεταξύ της κυρίας του οικοπέδου και της εργολάβου συμβάσεως εργολαβίας και η από τη σύμβαση εργολαβίας διαφύλαξη του δικαιώματος της κυρίας του οικοπέδου για παροχή οδηγιών και εντολών προς την εργολάβο.
Τέλος με την προσβαλλόμενη απόφαση υπ'αριθ.297/2017 έγινε δεκτή η έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφανίσθηκε η ως άνω 249/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του δικαίου, ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον, (κατά κανόνα), έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη.
Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιούμενου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός. Έτσι, εκείνος που υπαιτίως και παρανόμως καταστρέφει εντελώς ξένο πράγμα, υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος, ο οποίος δικαιούται πλην άλλων, να απαιτήσει την ανόρθωση της θετικής ζημίας του, αναγόμενης στην αντικειμενική αξία του πράγματος κατά το χρόνο της πρώτης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζητήσεως της αγωγής, για το ορισμένο της οποίας αρκούν τα στοιχεία αυτά, εφόσον τα περιστατικά που προσδιορίζουν την αξία του πράγματος μπορούν να προκύπτουν και από τις αποδείξεις.
Ειδικότερα, η αντικειμενική αξία του καταστραφέντος πράγματος και εντεύθεν η θετική ζημία του παθόντος υπολογίζονται με βάση την κατάσταση που βρισκόταν το πράγμα κατά το χρόνο της καταστροφής και όχι ανάλογα με την δαπάνη, η οποία απαιτείται για την απόκτηση ή κατασκευή άλλου ομοίου πράγματος καινούργιου.
Τούτο δε διότι, στην τελευταία περίπτωση, ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε και ωφέλεια, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην έννοια του διαφέροντος και τη διέπουσα αυτό γενική αρχή της αποκαταστάσεως του δανειστή στην προ του ζημιογόνου γεγονότος κατάσταση. Κατά συνέπεια, επί καταστροφής πράγματος, που δεν είναι καινούργιο, εφόσον η αποζημίωση παρέχεται σε χρήμα, η ζημία και το εις αυτήν αντιστοιχούν διαφέρον πρέπει να υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος σε τέτοια κατάσταση και όχι ανάλογα με την απαιτούμενη δαπάνη για την απόκτηση καινούργιου πράγματος (ΑΠ 839/2012, ΑΠ 68/2005).
Σε περίπτωση, αντίθετα, μερικής καταστροφής ή βλάβης πράγματος, όταν προκλήθηκαν φθορές που μπορούν να αποκατασταθούν και δεν αίρουν τελείως τη χρησιμότητα αυτού, η θετική ζημία συνίσταται στο ποσό των δαπανών που απαιτούνται για την αποκατάσταση των βλαβών και την επαναφορά του βλαβέντος πράγματος σε παρόμοια με την πριν από τη βλάβη κατάσταση κατά το χρόνο προσδιορισμού της αποζημιώσεως (ΟλΑΠ705/1979).
Σε περίπτωση δε που η βλάβη υπήρξε μερική, αλλά σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί το πράγμα, παρά την επισκευή, να χρησιμοποιηθεί εξαιτίας της καταστάσεως, στην οποία περιήλθε, τότε η χρηματική αυτή αποζημίωση μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να καθορισθεί με βάση την ολική αξία του πράγματος. Όμως, για να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη στην ουσία της, τα στοιχεία που συνιστούν την ολική καταστροφή αρκεί να προκύψουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 1668/2012).
Συνακόλουθα τούτων, επί καταστροφής πράγματος, συνεπεία αδικοπραξίας, η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει την διαφορά της εμπορικής αξίας του πράγματος μεταξύ των χρονικών σημείων πριν από την αδικοπραξία και μετά την αδικοπραξία, που τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, αδιαφόρως αν η καταστροφή είναι ολική ή μερική.
Επομένως, η αγωγή, με την οποία ζητείται πλήρης η εμπορική αξία λόγω ολικής καταστροφής, περιλαμβάνει και την ελάσσονα αυτής μερική καταστροφή, το δε δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση, χωρίς από αυτό να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1273/2017, ΑΠ 493/2015). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 191/2018, ΑΠ 24/2015).
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ1020/2019, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 841/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και δεν έλαβε υπόψη τον περί επιδικάσεως αποζημιώσεως για επισκευή της οικίας τους ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που εμπεριέχεται στην κύρια βάση της ένδικης αγωγής περί επιδικάσεως αποζημιώσεως για ολική καταστροφή αυτής, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ιστορούσαν τα ακόλουθα: < Ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, προκειμένου να κατασκευάσει τριώροφο με υπόγειο ξενοδοχείο επί οικοπέδου ιδιοκτησίας της που βρίσκεται στο …., ανέθεσε με σύμβαση εργολαβίας την εκτέλεση του έργου στην τρίτη εναγομένη εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο πέμπτος εναγόμενος και με επιβλέποντα μηχανικό τον τέταρτο εναγόμενο (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη).
Ότι τον Ιούνιο του 2003 κατά την εκσκαφή των θεμελίων της υπό ανέγερση οικοδομής, από υπαιτιότητά τους οι εναγόμενοι δεν έλαβαν τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα αντιστηρίξεως της όμορης οικίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα να προκληθούν σ' αυτήν εκτεταμένες ρωγμές και βλάβες και να καταστεί επικίνδυνη από στατικής απόψεως και ακατάλληλη προς οίκηση.
Ότι η θετική ζημία την οποία έχουν υποστεί εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων που τελεί σε άμεσο αιτιώδη σύνδεσμο με αυτή συνίσταται α) στην αγοραία αξία της διώροφης οικίας τους, η οποία κατά τον χρόνο πριν την επέλευση της ζημίας ανερχόταν στο ποσό των 200.000 ευρώ, β) επικουρικά, στο κόστος αποκαταστάσεως των ζημιών της οικίας τους, σε περίπτωση που κριθεί επισκευάσιμη, ανερχόμενο στο ποσό των 150.000 ευρώ και γ) στο ποσό των 70.200 ευρώ για τη στέρηση της χρήσεως της οικίας τους >.
Από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι στο από τους ενάγοντες-αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση ολικής καταστροφής, υποβληθέν ως άνω μείζον κύριο αίτημα της επιδικάσεως αποζημιώσεως εμπεριέχεται και αντίστοιχα επικουρική αποζημιωτική αίτηση για την τυχόν αποδεικνυομένη (ελάσσονα της ολικής) μερική καταστροφή, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μετά την απόρριψη του κυρίου (περί ολικής καταστροφής) αιτήματος, έπρεπε να ερευνηθεί από το Εφετείο, εφόσον στο αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση της συνδρομής όλων των απαιτούμενων για την κατάφαση της αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων και αυτής της μερικής καταστροφής της οικίας των αναιρεσειόντων.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η οικία των εναγόντων δεν καταστράφηκε ολοσχερώς, ώστε αυτοί να δικαιούνται αποζημίωση ίση με την αξία της, αλλά υπέστη επισκευάσιμες ζημίες οφειλόμενες σε αμέλεια των τετάρτου και πέμπτου των εναγομένων μηχανικών, θα μπορούσε δε να επιδικασθεί στους ενάγοντες ως αποζημίωση η δαπάνη που απαιτείται για να επισκευασθεί η οικία τους, την οποία οι ίδιοι προσδιορίζουν στην αγωγή τους στο ποσό των 150.000 ευρώ, όμως ουδόλως προσδιορίζονται στην αγωγή τα επιμέρους ποσά που αντιστοιχούν σε κάθε μια επιμέρους εργασία αποκαταστάσεως των φερομένων βλαβών της οικίας των εναγόντων, αλλά αντίθετα αναγράφονται συλλήβδην ως απαιτούμενες δαπάνες ορισμένα ποσά και κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί η αγωγή, κατά την κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και δεν έλαβε υπόψη την περιεχόμενη στο κύριο αίτημα της αγωγής επικουρική αποζημιωτική αίτηση για την αποδεικνυόμενη μερική καταστροφή της οικίας των αναιρεσειόντων, η οποία μπορεί να επιδικαστεί, εφόσον τα στοιχεία προκύψουν από τις αποδείξεις, χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.
Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 1007 ΑΚ, δεν επιτρέπεται να ανασκάπτεται το ακίνητο σε τέτοιο βάθος, ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου να στερηθεί το απαιτούμενο έρεισμα, εκτός αν έχει ληφθεί πρόνοια να στερεωθεί αρκετά το έδαφος με άλλον τρόπο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κύριος οποιουδήποτε ακινήτου δεν μπορεί να προβαίνει στο ακίνητό του σε εργασίες, οι οποίες, έστω και αν εκτελούνται ύστερα από άδεια της αρχής, λόγω του βάθους τους, θέτουν σε κίνδυνο (διαρκή ή προσωρινό) κατάρρευσης το γειτονικό ακίνητο.
Στερείται δε έννομης συνέπειας το γεγονός ότι, ενδεχομένως, η γειτονική οικοδομή, που κινδυνεύει, δεν είχε ανεγερθεί κατά τους κανόνες της τέχνης. Τούτο μπορεί να αποτελέσει βάση ενστάσεως, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, για τη θεμελίωση οικείου πταίσματος του κυρίου της ελαττωματικής οικοδομής. Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση πρόνοιας για επαρκή στερέωση του γειτονικού ακινήτου, επιβάλλει σ' εκείνον, που ενεργεί την ανόρυξη, να λάβει όλα τα αναγκαία και δυνατά προφυλακτικά μέτρα σε σχέση με την συγκεκριμένη κατάσταση του γειτονικού ακινήτου, ακόμη και αν η υφιστάμενη σ' αυτό οικοδομή είναι ελαττωματική, σε αντίθετη δε περίπτωση παραβαίνει τον ως άνω κανόνα του άρθρου 1007 του ΑΚ.
Κατά το άρθρο 1108 παρ. 1 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στον κύριο του ακινήτου, το οποίο υπέστη βλάβη λόγω εκσκαφής στο γειτονικό ακίνητο, παρέχεται αξίωση αποζημίωσης, η οποία γεννάται, κατά την 914 ΑΚ στην περίπτωση υπαίτιας παράβασης της απαγόρευσης που καθιερώνεται με το άρθρο 1007 ΑΚ. Η σχετική αγωγή του άρθρου 914 ΑΚ μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο κατά του ιδιοκτήτη αλλά και κατά του εργολάβου ή του επιβλέποντος μηχανικού και έχει ως αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, που οφείλεται στο ότι το ακίνητό του αποστερήθηκε το απαιτούμενο έρεισμα του εδάφους.
Για το ορισμένο της πιο πάνω αγωγής αποζημίωσης, πέραν των στοιχείων της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως των διαδίκων, πρέπει να προσδιορίζονται κατ' άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ με σαφήνεια η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, οι ζημιές και βλάβες που υπέστη η οικία του ενάγοντος εξ αιτίας της συμπεριφοράς αυτής και οι επιμέρους δαπάνες, που απαιτούνται για την αποκατάστασή τους, κατ' είδος, έκταση και ποσό, με καθορισμό αυτού κατά τιμή μονάδος ή κατ' αποκοπή (ΑΠ 46/2020).
Περαιτέρω, με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ελέγχεται η επάρκεια ή μη της αγωγής, ένστασης, αντένστασης κλπ., όταν πρόκειται για νομική αοριστία, όταν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος, προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Ενώ, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, ελέγχονται με τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγο αναίρεσης (ΑΠ496/2016, ΑΠ192/2016, ΑΠ853/2014).
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι εκτίθεται σ' αυτήν τα ακόλουθα: < επικουρικά στην περίπτωση που κριθεί ότι η οικία των εναγόντων είναι επισκευάσιμη, πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν το ποσό των 150.000 ευρώ, το οποίο θα απαιτηθεί για την αποκατάσταση των βλαβών και ειδικότερα :
Α. για την επισκευή του ισογείου απαιτούνται οι παρακάτω εργασίες: 1) Χωματουργικά (εκσκαφές, απομάκρυνση υλικών, επίχωση), 2) Οπλισμένα σκυροδέματα (θεμέλια και συνδετήρια δοκάρια, υποστυλώματα ισογείου, αποσύνθεση σκυροδέματος, σκυροδέτηση δαπέδου, σενάζ), 3)Τοιχοποιίες ισογείου-οπτοπλινθοδομή και επένδυση με πέτρα, 4)Επιχρίσματα ισογείου εξωτερικά τριπτά και εσωτερικά σπατουλαριστά, 5) Χρωματισμοί εξωτερικοί με πλαστικό και αρμολόγημα της λιθεπένδυσης και εσωτερικά με παστικό, 6) Δάπεδα ισογείου:
ξύλινα..., κεραμικά πλακίδια...., πλακάκια μωσαϊκού, πατητή τσιμεντοκονία, πλακίδια τοίχου, 7) Κουφώματα ισογείου (κασώματα, υαλοστάσια, σκούρα, κλειθροπόμολο), πόρτες εξωτερικές σιδερένιες, πόρτες εξωτερικές με σκούρα ξύλινες, πόρτες εσωτερικές ξύλινες, παράθυρα ξύλινα με σκούρα, 8) Ντουλάπες ισογείου δωματίων ξύλινες πρεσαριστές, 9)Βερνίκια ξύλινων δαπέδων, κουφωμάτων, ντουλαπών, 10) Εγκαταστάσεις ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτρολογικά.
Β) Για την επισκευή του ορόφου της οικίας απαιτούνται οι παρακάτω εργασίες: επισκευή ρηγματώσεων, χρωματισμοί τοίχων, αποκατάσταση λειτουργίας θυρών και παραθύρων. Γ) Βελτίωση του εδάφους θεμελίωσης (διατρήματα τσιμεντενέσεως στα πέδιλα θεμελίωσης της οικοδομής). Δ) Αντιστήριξη στις δύο πλευρές της οικοδομής προς τον ακάλυπτο χώρο.
Ε) Ερευνητικά σκάμματα. ΣΤ) Μελέτη, οικοδομική άδεια, επίβλεψη εργασιών αποκατάστασης ζημιών. Ζ) Απρόβλεπτες εργασίες. Ότι για τις παραπάνω εργασίες επισκευής απαιτούνται οι εξής δαπάνες: 1) κατεδάφιση, αποσύνθεση, απομάκρυνση υλικών 20.000 ευρώ, 2) ανακατασκευή του ισογείου 85.000 ευρώ, 3) αποκατάσταση ζημιών ορόφου 10.000 ευρώ, 4) αντιστήριξη της οικοδομής και βελτίωση εδάφους θεμελίωσης 15.000 ευρώ, 5)ερευνητικά σκάμματα και απρόβλεπτες εργασίες 10.000 ευρώ, 6) οικοδομική άδεια, μελέτη και επίβλεψη 10.000 ευρώ και συνολικά 150.000 ευρώ.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από τον νόμο και δη από τα άρθρα 914, 297, 298 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία ότι για την αποκατάσταση των ζημιών της οικίας των εναγόντων απαιτούνται οι ως άνω επιμέρους δαπάνες, οι οποίες εξειδικεύονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο κατ' είδος και ποσό, με προσδιορισμό του κόστους εκάστης κατ' αποκοπή, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται περαιτέρω ανάλυση της κάθε δαπάνης, η οποία δαπάνη, άλλωστε, μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αόριστη την επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία οι ενάγοντες ζητούν την καταβολή του ποσού των 150.000 ευρώ ως δαπάνη επισκευής της οικοδομής τους, για το λόγο ότι δεν προσδιορίζεται κατά συγκεκριμένο τρόπο η απαιτούμενη προς αποκατάσταση κάθε μιας από τις επιμέρους ζημίες δαπάνη και μάλιστα χωριστά η δαπάνη για την αγορά των αναγκαίων υλικών και χωριστά η δαπάνη για την αμοιβή της κάθε επιμέρους εργασίας, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και απαίτησε στοιχεία περισσότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος αποζημιώσεως των εναγόντων και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (ΑΠ529/2017).
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ απορρίπτοντας εσφαλμένα ως μη νόμιμο το κονδύλιο της αγωγής για επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω αποστερήσεως των εναγόντων από τη χρήση της οικίας τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής προκύπτει ότι ως προς το ως άνω αίτημα εκτίθενται τα εξής: < Λόγω των εκτεταμένων ζημιών που προκλήθηκαν στην οικοδομή αναγκαστήκαμε να απομακρυνθούμε απ' αυτή και κατέστη ανέφικτη η χρήση της, την οποία στερούμεθα μέχρι σήμερα και θα στερούμεθα στο μέλλον. Θα πρέπει οι εναγόμενοι να υποχρεωθούν να μας καταβάλουν ως αποζημίωση για τη στέρηση της χρήσεως των διαμερισμάτων μας από 14-6-2003 μέχρι τις 31-12-2009, δεδομένου ότι η μισθωτική αξία καθενός των διαμερισμάτων μας ανέρχεται στο ποσό των 450 ευρώ το μήνα, επομένως η μισθωτική αξία και των δύο διαμερισμάτων προσδιορίζεται στο ποσό των 900 ευρώ το μήνα, το συνολικό ποσό των 70.200 ευρώ>.
Με αυτό το περιεχόμενο το ως άνω αίτημα είναι μη νόμιμο, διότι δεν εκτίθεται στην αγωγή αν το κονδύλιο των 70.200 ευρώ αφορά σε μισθώματα, τα οποία οι ενάγοντες κατέβαλαν για τη μίσθωση άλλου ακινήτου για την εξυπηρέτηση των βιοτικών αναγκών τους (θετική ζημία ) ή αν αυτό αφορά σε μισθώματα, τα οποία αυτοί απώλεσαν εξαιτίας της αδυναμίας εκμισθώσεως του ακινήτου τους σε τρίτους ( διαφυγόν κέρδος).
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ομοίως και απέρριψε το ως άνω κονδύλιο ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επομένως, κατά παραδοχή των ως άνω δεύτερου και τρίτου αναιρετικών λόγων και παρελκούσης της εξετάσεως των πρώτου, πέμπτου και έκτου αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προεκτεθέντα κεφάλαια.
Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, "αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.
Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία, "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ", προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ' ουσίαν νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 755/2022, ΑΠ 1238/2021, ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 1296/2019).
Κατά συνέπειαν, εφόσον αναιρείται, κατά τα προεκτεθέντα κεφάλαια, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμό 297/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που δίκασε μετά από αναίρεση της προηγούμενης υπ' αριθμό 278/2011 αποφάσεώς του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Δικαστικά έξοδα θα επιδικασθούν από το παρόν Δικαστήριο με την απόφαση που θα εκδοθεί μετά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 297/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Κρατεί την υπόθεση κατά τα κεφάλαια αυτά, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση της υποθέσεως, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος απ' αυτούς παραβόλου για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ