Supreme Court dismisses appeal on contract liability grounds and rejects supplementary appeal due to lack of legal interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision rejecting the plaintiff's claim based on contractual liability. The appellant argued that, having lost the main suit, they had a legal interest in reviewing the dismissal of their supplementary claim based on tort. The court ruled that since the supplementary appeal was rejected, the appellant lost their legal interest, rendering the main appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 573 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant loses their legal interest because a supplementary appeal based on the same grounds has already been rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 517 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 517/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. M. B.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Τζαβέλλα και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Τζαβέλλα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ. M. B.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2011 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2236/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6932/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 16/10/2020 αίτησή της και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων με την από 5/11/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α αναιρεσιβλήτου ζήτησε παραδοχή της από 5/11/2020 αιτήσεως, την απόρριψη της από 16/10/2020 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 855/2021, ΑΠ 178/2018, ΑΠ 182/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, συζητήθηκαν οι εξής αιτήσεις αναίρεσης: α) H από 16-10-2020 (αρ. καταθ. …./2020) αίτηση της εναγομένης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "Τ. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", (ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "Τ.
M. B. AE"), στη δικονομική θέση της οποίας μετά την άσκηση της αναίρεσης, υπεισήλθε η παριστάμενη στο ακροατήριο, νέα, "Τ. Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολική διάδοχος αυτής, μετά τη διάσπασή της, με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της με σύσταση της τελευταίας νέας τραπεζικής εταιρίας, που εγκρίθηκε με την με αριθμό πρωτοκ.
…/2020 απόφαση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων και καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ, δυνάμει της με αριθμό πρωτοκ. …../-2020 Ανακοίνωσης του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων), κατά του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου, Ε. Γ.. Kαι, β) η από 5-11-2020 (αρ. καταθ. …./2020) αίτηση του ως άνω αναιρεσίβλητου, κατά της στην άνω αίτηση, αναιρεσείουσας, για αναίρεση της με αριθμό 6932/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.
Οι αιτήσεις αυτές αναίρεσης, στρεφόμενες κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης. Εφόσον δε, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης τα ακόλουθα: Ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων, με την από 30-11-2011 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος αντισυμβατική και αδικοπρακτική συμπεριφορά της αρχικής εναγομένης, "Τ.
M. B. AE", (καθολική διάδοχος της οποίας, ήδη από τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέστη η "Τ. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και μετά την άσκηση της αναίρεσης, η νέα τραπεζική εταιρία, "Τ. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), κατά την παροχή προς αυτόν επενδυτικών υπηρεσιών, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία, κυρίως με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη της και επικουρικά, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, να του καταβάλει ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας, από την απώλεια του κεφαλαίου που επένδυσε, μετά από πρόταση των προστηθέντων της εναγομένης, στα ομόλογα των εταιριών:
α) C. G. P., ονομαστικής αξίας, 125.000 ευρώ, με αναγραφόμενη ημερομηνία ανάκλησης/λήξης, 20-1-2010, β) E. H. F. L., ονομαστικής αξίας, 26.000 ευρώ, με ημερομηνία ανάκλησης/λήξης, 18-3-2010, γ) E. C. F., ονομαστικής αξίας 25.000 ευρώ, με ημερομηνία ανάκλησης/λήξης, 8-3-2011, δ) B.-C. F. C. L., ονομαστικής αξίας 25.000 ευρώ, με ημερομηνία ανάκλησης/λήξης, 22-2-2012, ε) B.-C.
F. C. L., ονομαστικής αξίας 23.000 ευρώ, με ημερομηνία ανάκλησης/λήξης, 22-2-2012, στ) N. F., ονομαστικής αξίας 25.000 ευρώ, με ημερομηνία ανάκλησης/λήξης, 16-2-2015 και ζ) A. G. J. L., ονομαστικής αξίας 25.000 ευρώ, με ημερομηνία ανάκλησης/λήξης, στις 18-2-2015, το ποσό των 176.000 ευρώ, που αποτελεί το άθροισμα της ονομαστικής αξίας των άνω τριών πρώτων ομολόγων, για τα οποία κατά την άσκηση της αγωγής, είχε παρέλθει η αναγραφοµένη στις ενημερώσεις αγοράς τους, ημερομηνία ανάκλησής τους, ήδη από τις 20-1-2010, 18-3-2010 και 8-3-2011, αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της αναγραφόμενης ημερομηνίας ανάκλησης καθενός ομολόγου, άλλως από τις 13-7-2010, επομένη της κοινοποίησης προς τη δικαιοπάροχό της, της από 2-7-2010 εξώδικης όχλησής του και όλως επικουρικά από την επίδοση της αγωγής, όσον δε αφορά τα λοιπά ομόλογα, για τα οποία κατά την άσκηση της αγωγής, δεν είχε παρέλθει η αναγραφόμενη στις ενημερώσεις αγοράς τους, ημερομηνία ανάκλησης, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει την ονομαστική αξία καθενός, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη ημέρα της ημερομηνίας αυτής (ανάκλησης).
Τέλος, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει και το ποσό των 120.000,00 ευρώ, για εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης του, εξαιτίας της αδικοπραξίας. Ακολούθως, ο ενάγων, με τις από 16-10-2017 συμπληρωματικές προτάσεις του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, περιόρισε το αίτημα της αγωγής του, ζητώντας να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, όσον αφορά τα άνω τρία πρώτα ομόλογα, το μικρότερο ποσό των 43.750 ευρώ, που προέκυψε μετά την καταβολή μέρους της αξίας του άνω πρώτου ομολόγου από την ρευστοποίησή του και τα ποσά, των 26.000 ευρώ για το άνω δεύτερο ομόλογο και των 13.250 ευρώ, για το τρίτο ομόλογο (διαφορά μετά την καταβολή μέρους αυτού από τη ρευστοποίηση του), ήτοι συνολικό ποσό 83.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας ανάκλησης καθενός από αυτά, άλλως από τις 13-7-2010, (επομένη ημέρα της κοινοποίησης προς αυτή, της από 12-7-2010 εξώδικης όχλησής του) και όλως επικουρικά από την επίδοση της αγωγής, όσον δε αφορά τα λοιπά ομόλογα, για τα οποία δεν είχε παρέλθει η αναγραφόμενη στις ενημερώσεις αγοράς τους, ημερομηνία ανάκλησης, ζήτησε, μετά από αφαίρεση των ποσών, που ο ίδιος εισέπραξε από την πρόωρη ρευστοποίησή τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει:
α) Διαφορά ποσού 24.840 ευρώ, για τα δύο ομόλογα της "B.-C. F. C. L.", συνολικής ονομαστικής αξίας 48.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 23-2-2012, β) Ποσό 25.000 ευρώ, για το ομόλογο έκδοσης της N. F., με το νόμιμο τόκο από 17-2-2015. Και, γ) ποσό 25.000 ευρώ, για το ομόλογο της A. G. J. L., με το νόμιμο τόκο, από 19-2-2015, ήτοι συνολικό ποσό, 74.840 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις άνω διακρίσεις.
Αναφορικά δε, με το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το μικρότερο ποσό των 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής. Επί της εν λόγω αγωγής, εκδόθηκε η με αριθμό 2236/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία αφού κρίθηκε αυτή νόμιμη, εκτός από το παρεπόμενο αίτημά της, περί τοκοδοσίας, όσον αφορά το αγωγικό κονδύλιο των 74.840 ευρώ, το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, έγινε εν μέρει δεκτή, ως προς την επικουρική της βάση, (από αδικοπραξία, πλην αυτής της απάτης, που κρίθηκε μη νόμιμη) και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 157.840 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του, από την απώλεια μέρους του επενδεδυμένου κεφαλαίου του, από το οποίο, το ποσό 83.000 ευρώ, που αφορούσε τα άνω τρία πρώτα ομόλογα, με το νόμιμο τόκο από 13-7-2010 (επομένη ημέρα της κοινοποίησης της από 12-7-2010 εξώδικης όχλησής του, προς τη δικαιοπάροχο της εναγομένης) και το υπόλοιπο ποσό των 74.840 ευρώ, που αφορούσε τα λοιπά ομόλογα, ατόκως, ενώ αναγνωρίστηκε περαιτέρω η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα και ποσό 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ομοίως ατόκως.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, από αμφότερα τα διάδικα μέρη, εφέσεις. Ειδικότερα, η εναγομένη άσκησε την από 13-7-2018 έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η σε βάρος της αγωγή και ο ενάγων την από 2-7-2019 έφεση, με την οποία προσέβαλε την ίδια απόφαση, μεταξύ άλλων, για εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων, 340, 341, 345 και 346 του ΑΚ, κατά το μέρος που δεν επικάστηκαν τόκοι, για τα επιµέρους ποσά των ομολόγων, που αθροιζόµενα δίνουν το συνολικό ποσό των 74.840,00 ευρώ, από το χρόνο λήξης καθενός των ομολόγων και ειδικότερα: 1) Για τη διαφορά ποσού 24.840 ευρώ, για τα ομόλογα έκδοσης της B.-C.
F. C. L., συνολικής ονομαστικής αξίας 48.000 ευρώ, από 23-2-2012, επομένη ημέρα της αναφεροµένης στην βεβαίωση αγοράς, ως ημερομηνίας ανάκλησης, 2) Για το ομόλογο έκδοσης της N. F., το ποσό των 25.000 ευρώ, από 17-2-2015, επομένη της αναγραφόμενης ημερομηνίας ανάκλησης. Και, 3) για το ομόλογο έκδοσης της A. G. J. L., το ποσό των 25.000 ευρώ, από 19-2-2015, επομένη της αναφερόμενης ημερομηνίας ανάκλησης, επικαλούμενος ότι οι ημερομηνίες αυτές ανάκλησης, αποτελούσαν κατά τη συμφωνία τους, με τη δικαιοπάροχο της εναγομένης, "δήλη" ημέρα, ήτοι ορισμένες ημέρες, κατά τις οποίες όφειλε να του καταβάλει την αξία εκάστου ομολόγου, μετά την παρέλευση των οποίων, η εναγομένη κατέστη υπερήμερη.
Επικουρικά δε ισχυρίστηκε ότι, εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν επιδίκασε σ' αυτόν τόκους, για τα ίδια πιο πάνω επιμέρους κονδύλια, του κεφαλαίου των 74.840.00 ευρώ, ως εξής: 1) Για τη διαφορά, ποσού 24.840 ευρώ για τα ομόλογα έκδοσης της B.-C. F. C. L., συνολικής ονομαστικής αξίας 48.000 ευρώ, από τις 13-7-2010, επομένη ημέρα της επίδοσης προς τη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, της από 12-7-2010 εξώδικης όχλησής του. 2) Για το ομόλογο έκδοσης της N. F., το ποσό των 25.000 ευρώ, από τις 17-2-2015, επομένη της αναγραφόμενης ημερομηνίας ανάκλησης.
Και, 3) για το ομόλογο έκδοσης της A. G. J. L., το ποσό των 25.000 ευρώ, από 19-2-2015, επομένη της αναγραφόμενης ημερομηνίας ανάκλησης, επικαλούμενος όσον αφορά τα δύο τελευταία ομόλογα, ότι είχε προηγηθεί η επίδοση της άνω, από 12-7-2010 εξώδικης δήλωσής του. Επιπλέον, ο ενάγων με τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο επικουρική έφεσή του, που ασκήθηκε υπό την αίρεση ευδοκίμησης της αντίθετης έφεσης της αντιδίκου του, προσέβαλε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής του, από την ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης.
Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της η έφεση της εναγομένης, κατόπιν δε της απόρριψης αυτής, δεν ερευνήθηκε η επικουρική έφεση του ενάγοντος που αφορούσε την κύρια βάση της αγωγής, η οποία (έρευνα) τελούσε υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της ευδοκίμησης της έφεσης της εναγομένης, ενώ έγινε δεκτή η έφεση του ενάγοντος, κατά το μέρος και μόνο, που προσέβαλε την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς τη μη επιδίκαση τόκων, επί του κονδυλίου της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, ποσού 3.000 ευρώ και μετά από εξαφάνισή της κατά το μέρος αυτό, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης, να καταβάλει στον ενάγοντα το άνω ποσό με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της τελευταίας εφετειακής απόφασης, ασκήθηκαν οι ως άνω, αιτήσεις αναίρεσης, η εξέταση των οποίων ακολουθεί. Ι. Επί της από 16-10-2020 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "Τ. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ": Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και αφορούν την αναζήτηση, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, της αληθινής βούλησης των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, όταν, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, προς διακρίβωση του νοήματος της δήλωσης βούλησης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1286/2021, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικά κρίσιμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1286/2021, ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 2219/2014).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι παρά τη διαπίστωση αυτή παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές, τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 1286/2021, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1041/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 1, του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παραβίασης των άρθρων, 173 και 200 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο, εσφαλμένα και χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, έκρινε ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών προς τον ενάγοντα, με συνέπεια να προσάπτει σ' αυτή (αναιρεσείουσα) πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, στο πλαίσιο κατάρτισης σύμβασης επενδυτικών συμβουλών, με το σκεπτικό ότι παραβίασε την υποχρέωση διαφώτισης και εξατομικευμένης ενημέρωσης του αντιδίκου της, απορρέουσα από τις γενικές ρήτρες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, θεμελιώνοντας την ανωτέρω κρίση του, στην εσφαλμένη παραδοχή ότι συνήφθη μεταξύ τους σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, χωρίς να έχει προσφύγει στη βούληση των μερών ως προς το εάν όντως ήθελε καταρτισθεί και αν καταρτίστηκε τέτοια σύμβαση, αντί της πράγματι καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης, ''της περιορισμένης εντολής για την εκτέλεση τραπεζικών πράξεων'', όπως τιτλοφορείτο και όπως προκύπτει από το λεκτικό της σύμβασης.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός, είναι απαράδεκτος, εξαιτίας της αοριστίας του, διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο για το ορισμένο αυτού, ότι το Εφετείο διαπίστωσε ρητά ή έμμεσα κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, έτσι ώστε να έχει υποχρέωση προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και με την παράλειψη του, να παραβιάζει ευθέως τις διατάξεις αυτές και να ιδρύεται η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο άνω λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται, αυτοτελώς, στις παραδοχές της ότι η αναλυτικά περιγραφόμενη στο σκεπτικό της συμπεριφορά του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης (αναιρεσείουσας) συνιστά πράξη παράνομη και υπαίτια, κατά τις διατάξεις των άρθρων, 281, 288, 914 ΑΚ, καθώς και εκείνες του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες αρχές του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, με τις ειδικότερες παραδοχές, της (προσβαλλόμενης απόφασης), ότι: ''ανεξαρτήτως της φύσης της ανωτέρω από 5-4-2005 σύμβασης, τις προβλέψεις της οποίας η ανωτέρω τράπεζα, που διαδέχθηκε η εναγομένη, δεν παραβίασε, .....
η τελευταία παραβίασε παρεπόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις της και τις αρχές της καλής πίστης, όπως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται, σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων, 281, 288 ΑΚ και 8 του ν. 2251/1994 και τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ).....
Η παράλειψη αυτή της ανωτέρω τράπεζας που διαδέχθηκε η εναγομένη, ανάγεται .... στην καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης και παροχής κατάλληλης συμβουλής και η οποία αμελής συμπεριφορά συνιστά το πραγματικό του άρθρου 914 ΑΚ. Έτσι, .... συντρέχουν οι προϋποθέσεις αποζημίωσης του ενάγοντος για την οποία ευθύνεται η εναγομένη, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ, ο ενάγων υπέστη ζημία από την πλημμελή εκπλήρωση των άνω καθηκόντων του υπαλλήλου προστηθέντα της εναγομένης και η οποία πλημμελής εκπλήρωση οδήγησε αιτιωδώς στη άνω ζημία του''.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων, 298, 288, 914 και 930 παρ. 3 ΑΚ, προκύπτει ότι, η αποζημίωση, την οποία οφείλει ο παρά τον νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως, περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης, στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός.
Όταν δε, από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, με την έννοια ότι το γεγονός (αυτό) ήταν πρόσφορο να παραγάγει το όφελος, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΚ 298), πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός επιβάλλεται για τον προσδιορισμό της ζημίας, εφόσον υποβληθεί σχετική ένσταση, ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη (ΑΠ 1233/2021, ΑΠ 1183/2021, ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016).
Ειδικότερα, όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στο ζημιωθέντα και την ωφέλεια, είναι δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε επίσης δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος (ΟλΑΠ 54, 55/1990, ΑΠ 1233/2021, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016).
Εξάλλου, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 244/2016). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπέβαλε ένσταση συνυπολογισμού στη ζημία του ενάγοντος, του κέρδους, από αποδόσεις (κουπόνια) των επίδικων ομολόγων, ύψους 106.575,82 ευρώ και από την απόληψη δεδουλευμένων τόκων, συνολικού ποσού 1.061,30 ευρώ, την οποία νομότυπα επανέφερε στο Εφετείο, με τον τρίτο λόγο της έφεσής της.
Το Εφετείο, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ένσταση αυτή στο σύνολό της, με τις εξής αιτιολογίες: "Η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, παραδεκτώς επαναφέρει την πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή της, συνυπολογισμού κέρδους και ζημίας, ισχυριζόμενη ότι σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αγωγή, θα πρέπει να αφαιρεθεί από το επικασθησόμενο ποσό, το οποίο θα αφορά τη ζημία των εναγόντων, το ποσό των αποδόσεων (κουπονιών), που αυτοί εισέπραξαν συνολικού ύψους 106.575,82 ευρώ. ......
Ομοίως θα πρέπει να αφαιρεθεί και το συνολικό ποσό των 117.221,30 ευρώ, που ο ενάγων εισέπραξε από την πώληση, κατόπιν εντολής του, τριών ομολόγων, ...., όπως επίσης και το ποσό της αξίας των εναπομεινάντων στην κυριότητα του ενάγοντος ομολόγων, ένα εκ των οποίων αντηλλάγη με μετοχές .... Η ένσταση αυτή των εναγομένων, ως προς το πρώτο σκέλος (ποσό αποδόσεων - κουπονιών) είναι πρωτίστως μη νόμιμη καθόσον, υπό τα επικαλούμενα και από την εναγομένη πραγματικά περιστατικά, που πράγματι αποδείχθηκαν αληθή, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους.
Τούτο δε διότι ναι μεν το παραπάνω ποσό, το οποίο εισέπραξε ο ενάγων - γεγονός που δεν αμφισβητείται από αυτόν - αποτελεί κέρδος του τελευταίου από την κυριότητα των ανωτέρω ομολόγων, πλην, όμως, το κέρδος αυτό δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτός υπέστη, εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου του, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην εκδότρια των τίτλων εταιρία, η οποία το εκμεταλλεύθηκε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς στον ενάγοντα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία του τελευταίου.
Άλλωστε, ο προτεινόμενος (από την εναγομένη) συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες ανωτέρω περιστάσεις στην καλή πίστη, η οποία, ... δεν ανέχεται το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος...... Τυχόν δε συνυπολογισμός του ανωτέρω ποσού που δικαιούτο να εισπράξει από τα κουπόνια θα μείωνε κατά πολύ την αποιζημίωση που θα επιδικαζόταν από το δικαστήριο ...., οπότε, σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω ισχυρισμός έπρεπε να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμος ........
Β) Ως προς το ανωτέρω ποσό της ρευστοποίησης των ομολόγων, αποδείχθηκε πράγματι ότι η εναγομένη προέβη, κατόπιν εντολής του ενάγοντος, προκειμένου κατά τα κατωτέρω να καταστεί δυνατή η εξόφληση του ως άνω δανείου που είχε λάβει στην ρευστοποίηση των εξής ομολόγων, α) ομολόγου με εκδότρια την εταιρία, "C.
G. P. SA", ονομαστικής αξίας 125.000 ευρώ και κατέβαλε η εναγομένη σ' αυτόν ως κεφάλαιο το ποσό των 81.250 ευρώ, ενώ οι δεδουλευμένοι τόκοι για το ομόλογο αυτό ανέρχονταν στο ποσό των 779,47 ευρώ ..., β) ομολόγου με εκδότρια την εταιρία, "B.-C. F. C. L.", ονομαστικής αξίας 48.000 ευρώ και κατέβαλε η εναγομένη σ' αυτόν ως κεφάλαιο το ποσό των 23.160 ευρώ, ενώ οι δεδουλευμένοι τόκοι για το ομόλογο αυτό ανέρχονταν στο ποσό των 281,83 ευρώ ....
Σύμφωνα, .... και με όσα αναγράφονται στην υποπερίπτωση Α, για τα ποσά της απόδοσης - κουπονιών, τα ποσά των δεδουλευμένων τόκων, ήτοι 779,47 ευρώ και 281,83 ευρώ, αντίστοιχα, δεν είναι κέρδος του ενάγοντος, που απορρέει αιτιωδώς από τη ζημία του, αλλά απότοκος της συναφθείσας μεταξύ αυτού και της εναγομένης ανωτέρω σύμβασης, με συγκεκριμένες απολήψεις, αντίκειται δε στις αρχές της καλής πίστης, ο συνυπολογισμός του ποσού αυτού στη ζημία του ενάγοντος, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συνεπώς η ένσταση αυτή για συνυπολογισμό στη ζημία του ενάγοντος των ποσών των τόκων των ρευστοποιηθέντων ομολόγων, συνολικού ύψους (779,47 + 281,83) 1.061,30 ευρώ τυγχάνει εν προκειμένω, ουσιαστικά αβάσιμη".
Με το να απορρίψει το Εφετείο την ανωτέρω ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, αναφορικά με τα ποσά των 106.575,82 ευρώ και 1.061,30 ευρώ, που ο ενάγων έλαβε ως αποδόσεις των επίδικων ομολόγων από κουπόνια και δεδουλευμένους τόκους, αντίστοιχα, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το δεύτερο λόγο αναίρεσης πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 298 εδ.
α, 914, 930 παρ. 3 και 288 ΑΚ, τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πράγματι δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους. Τούτο διότι ναι μεν, τα ως άνω ποσά αποτελούν κέρδος του αναιρεσίβλητου από τους επίδικους τίτλους, πλην, όμως, το κέρδος αυτό, (όπως και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται), δεν προέρχεται από τη ζημία που αυτός υπέστη εξαιτίας της απώλειας του κεφαλαίου του, αλλά από την παραχώρηση αυτού (κεφαλαίου) στην εκδότρια των ομολόγων εταιρία, η οποία το εκμεταλλεύθηκε, αποδίδοντας τους συμφωνημένους καρπούς του στον αναιρεσίβλητο και κατά συνέπεια δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στη ζημία του τελευταίου.
Άλλωστε, πράγματι, ο προτεινόμενος (από την αναιρεσείουσα) συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν ανέχεται το κέρδος (από το ζημιογόνο γεγονός) να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 ν. 3632/1928, χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, ενώ με το άρθρο 16 του ίδιου νόμου καθορίζονται αποκλειστικά οι χρηματιστηριακές συναλλαγές (η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς κ.λ.π.), μεταξύ των οποίων και κάθε παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη με την ενέργεια και την εκτέλεση των κύριων χρηματιστηριακών συμβάσεων.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 20 παρ.1 ν. 1806/1988 αντικαταστάθηκε το άρθρο 16 ν. 3632/ 1928 και ορίστηκε ότι χρηματιστηριακές συναλλαγές θεωρούνται μόνο: α) Η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη σχετική νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά η παράδοση των αξιών μετά την πάροδο ορισμένης προθεσμίας.
Και, γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων. Στον όρο ''πώληση'' του άρθρου αυτού νοείται και η αγορά, καθόσον ο νομοθέτης ακολουθεί πλέον ορολογία του Αστικού Κώδικα. Στην κατηγορία γ του άρθρου 20 παρ. 1 ν. 1806/1988, δηλαδή των συναφών με τη διενέργεια και την εκτέλεση κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών ή άλλως των παρεπόμενων των κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών, υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 παρ. 6 ν. 3632/1928, κάθε αξίωση που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, που καταργήθηκαν από 1-11-2007 με το άρθρο 85 του ν. 3606/2007, εφαρμόζονται, όμως, στην παρούσα υπόθεση, εφόσον οι ένδικες αξιώσεις ανάγονται σε προηγούμενο της ισχύος αυτού χρονικό διάστημα, και εν όψει της γενικότητας στη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 6 ν. 3236/1928, που δεν διακρίνει σε κύρια ή παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή, προκύπτει ότι η καθιερούμενη ενιαύσια παραγραφή ισχύει αποκλειστικά για τις αξιώσεις από συμβάσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών κατά την προεκτεθείσα έννοια και συγκεκριμένα τόσο από τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις όσο και από τις παρεπόμενες ή συναφείς αυτών (ΟλΑΠ 16/2008, ΑΠ 725/2017), όχι, όμως, και στις αξιώσεις από άλλης μορφής συμβάσεις, ούτε εκείνες που στηρίζονται σε αδικο-πραξία, ανεξάρτητα αν αφορμή της τέλεσής της, ήταν χρηματιστηριακή σύμβαση (ΑΠ 1041/2018, ΑΠ 844/2017, ΑΠ 725/2017, ΑΠ 1376/2011).
Στην τελευταία δε περίπτωση της αδικοπραξίας, η αξίωση, σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ, παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση (ΑΠ 844/2017, ΑΠ 725/2017). Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 και 937 ΑΚ, συντελεσθείσα με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, με τις ειδικότερες αιτιάσεις ότι, ενώ οι αξιώσεις του αναιρεσί-βλητου προέρχονται από χρηματιστηριακές συναλλαγές, στις οποίες εντάσσεται κάθε αγορά και πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων, καθώς και κάθε παρεπόμενη ή συναφής δικαιοπραξία, επί των οποίων εφαρμόζεται η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 1 και 6 ν. 3632/1928, ανεξαρτήτως της νομικής βάσης των αξιώσεων, (από ενδοσυμβατική ή αδικοπρακτική ευθύνη), το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή, θεωρώντας εσφαλμένα, ότι η ενιαύσια παραγραφή ισχύει μόνο επί ενδοσυμβατικής ευθύνης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, θεμελιώνονται στην εξωσυμβατική ευθύνη της τελευταίας, λόγω της περιγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου της. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι για της ένδικες αξιώσεις, δεν ισχύει η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, αλλά η πενταετής από το άρθρο 937 ΑΚ, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής και απέρριψε στη συνέχεια το σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένστασής της, περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις, περί της ενιαύσιας παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσίβλητου, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, ούτε αυτές του άρθρου 937 ΑΚ, περί πενταετούς παραγραφής, τις οποίες, επίσης, ορθά εφάρμοσε, καθόσον πράγματι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928, ισχύει αποκλειστικά για τις αξιώσεις που προέρχονται από συμβάσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών, κύριες, παρεπόμενες ή συναφείς αυτών, όχι, όμως, και στις αξιώσεις που στηρίζονται σε αδικοπραξία, ακόμη και αν αφορμή της τέλεσής της, ήταν χρηματιστηριακή παραγγελία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, για τις οποίες ισχύει η πενταετής παραγραφή, του άρθρου 937 ΑΚ.
Επομένως, ο άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, η από 16-10-2020 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
II. Επί της από 5-11-2020 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος: Από τις διατάξεις των άρθρων, 914, 297, 340, 345 και 346 ΑΚ, σαφώς προκύπτει, ότι όταν ζητείται αποζημίωση για ανόρθωση ζημίας από αδικοπραξία, υπόκειται χρηματική οφειλή και οφείλονται τόκοι από την επίδοση της αγωγής, εφόσον ο οφειλέτης δεν κατέστη υπερήμερος από προηγούμενο χρόνο, συνεπεία όχλησης από το δικαιούχο της απαίτησης (ΑΠ 1986/2014, ΑΠ 538/2014, ΑΠ 1253/2003).
Η όχληση αυτή πρέπει κατά το περιεχόμενό της, να είναι ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρή, πρέπει δηλαδή να προκύπτουν από αυτή, κατά τρόπο αναμφίβολο, το είδος, το ποσό και τα άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της απαίτησης, επιπλέον δε να είναι απαλλαγμένη από αίρεση ή άλλο όρο και να απαιτεί ακριβώς από τον οφειλέτη την εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής του, χωρίς να αρκεί απλή υπενθύμιση του χρέους (ΑΠ 806/2018, ΑΠ 1986/2014, ΑΠ 376/2008).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, όπως και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Έτσι, η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, 609/2013). Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 24/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8β ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ''πράγματα'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης, που αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 205/2021, ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 91/2017, ΑΠ 150/2015) όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1042/2022, ΑΠ 475/2021, ΑΠ 87/2013).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003), έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 1148/2022, ΑΠ 318/2021, ΑΠ 1293/2017), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν ή στην περίπτωση που αυτό τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρά, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 786/2021, ΑΠ 881/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, με την ως άνω αίτηση αναίρεσης, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημά του, περί τοκοδοσίας του αγωγικού κονδυλίου των 74.840 ευρώ, το οποίο επιδικάστηκε σ' αυτόν, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας του, λόγω της απώλειας μέρους του επενδυμένου κεφαλαίου των ομολόγων, για τα οποία η αναφερόμενη ημερομηνία ανάκλησης, ενέπιπτε εντός των ετών 2012 και 2015.
Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο, το αγωγικό αίτημά του, περί επιδίκασης τόκων, επί του άνω κονδυλίου των 74.840 ευρώ, για την αξίωσή του από αδικοπραξία, παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 340, 345 και 346 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 106 ΚΠολΔ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και αυτές, ήταν εφαρμοστέες, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι υπήρξε όχλησή του, προς την εναγομένη, με την επίδοση σ' αυτή, της από 12-7-2010 εξώδικής του, για την απόδοση και των άνω κονδυλίων, σε χρόνους μεταγενέστερους της όχλησης, αλλά και με την επίδοση της αγωγής του, με συνέπεια, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, κατά τις διατάξεις των άνω άρθρων, ο ίδιος να δικαιούται νόμιμους τόκους, για το (έλασσον) αιτηθέν χρονικό διάστημα, με αφετήριο χρονικό σημείο της τοκοδοσίας, τη φερόμενη ημερομηνία λήξης καθενός των ομολόγων, που είναι μεταγενέστερο, τόσο από το χρονικό σημείο της ζημίας, όσο και των οχλήσεών του, προς την εναγομένη (με την εξώδικη και την αγωγή).
Επίσης, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, απορρίπτοντας (ως νομικά αβάσιμο) το αίτημα που επανέφερε στο Εφετείο περί επιδίκασης τόκων, αφενός δεν έλαβε υπόψη του το υποβληθέν με την αγωγή, τις προτάσεις και με λόγο έφεσης, νόμιμο αίτημά του τοκοδοσίας, για το ποσό των 74.840 ευρώ, που αφορά τα άνω ομόλογα, λόγω της υπερημερίας της εναγομένης, από την επομένη της ημερομηνίας λήξης καθενός ομολόγου και αφετέρου δε, δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα νομίμως, με την αγωγή, τις προτάσεις και με λόγο έφεσής του, και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελή ισχυρισμό του, ότι η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτριας, ως προς την αξίωσή του, για τα επιμέρους ποσά του κονδυλίου των 74.840 ευρώ, από την κοινοποίηση της από 12-7-2010 εξώδικης όχλησής του, αλλά και της αγωγής του, με τις οποίες (αγωγή και εξώδικη) ζήτησε από αυτή την απόδοση του ποσού των ομολόγων και έτσι την κατέστησε υπερήμερη.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: "Τέλος, µε τον πρώτο λόγο της εφεσής του ο ενάγων παραπονείται για την εν μέρει απόρριψη του αιτήµατός του, για καταβολή νομίμων τόκων επί των ανωτέρω επιδικασθέντων ποσών αποζημίωσης (εννοεί του συνολικού ποσού των 74.840 ευρώ) και χρηματικής ικανοποίησης.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, όπως ορθώς δέχθηκε η εκκαλουµένη απόφαση, η ανωτέρω φερόμενη ημερομηνία λήξης εκάστου των ομολόγων, που αγόρασε ο ενάγων, δεν µπορεί να θεωρηθεί κατά νόμο (άρθρο 341 του ΑΚ) ως δήλη ημέρα, κατά την οποία όφειλε η εναγοµένη να του αποδώσει την αξία αυτών (κεφάλαιο), αφού δεν υπήρξε ποτέ τέτοια συμφωνία, ασχέτως της εύλογης πεποίθησης του ενάγοντος περί των ανωτέρω γεγονότων, εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς που αρµοδίου υπαλλήλου της πωλήτριας των ομολόγων τράπεζας και γι' αυτό, .....
κρίθηκε ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω ενδοσυµβατική ευθύνη της εναγοµένης, αλλά μόνο ευθύνη από αδικοπραξία και έτσι - στα πλαίσια της ευθύνης αυτής - δεν δύναται να γίνει λόγος για δήλη ηµέρα, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθούν στον ενάγοντα τα ανωτέρω ποσά αποζημίωσης, ανεξαρτήτως του αν κατά τα προεκτεθέντα ο παραπάνω φερόμενος χρόνος λήξης των ομολόγων µπορεί να θεωρηθεί χρόνος επέλευσης της ζημίας εκ της αδικοπραξίας.
Ορθώς δε, έγινε περαιτέρω δεκτό µε την εκκαλουµένη απόφαση, ότι οφείλονται τόκοι από 13/7/2010, ήτοι την επόμενη ημέρα από την όχληση, που έλαβε χώρα, εκ μέρους του ενάγοντος με την επίδοση της ανωτέρω περιγραφοµένης εξώδικης διαμαρτυρίας στην τράπεζα που διαδέχθηκε η εναγοµένη, (άρθρο 340 του ΑΚ), ως προς τα ποσά της αξίας του κεφαλαίου των οµολόγων, που φέρονται να είχαν λήξει μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία, συνολικού ποσού 83.000 ευρώ (µετά την αφαίρεση του ποσού της αξίας εξαγοράς τους, που έλαβε χώρα εκ των υστερων κατά τα προεκτεθέντα).
Ως προς δε, τα λοιπά ομόλογα των οποίων η φερόμενη ηµεροµηνία λήξης ήταν μεταγενέστερη της επίδοσης της αγωγής (εντός των ετών 2012 και 2015, κατά τα ανωτέρω), συνολικού επιδικασθέντος ποσού 74.840 ευρώ για την αιτία αυτή, ο ενάγων µε την ένδικη αγωγή ζήτησε ομοίως (όπως και µε τα ανωτέρω αναφερόμενα ομόλογα) την επιδίκαση τόκων από την επόμενη ηµέρα της φερόµενης ημερομηνίας λήξης εκάστου εξ αυτών των ομολόγων, η οποία δεν δύναται να θεωρηθεί ως δήλη ημέρα κατά την οποία όφειλε η εναγοµένη να του οποδώσει την αξία αυτών, ......., δεδομένου και ότι η επιδικασθείσα απαίτηση προέρχεται από αδικοπραξία, δεν αιτήθηκε, δε, επικουρικώς (άρθρο 106 του ΚΠολΔ) την καταβολή νομίμων τόκων με την επίκληση της ανωτέρω ή άλλης εξώδικης όχλησης ή από την επίδοση της αγωγής, ούτε με αυτήν (την αγωγή), ούτε με τις προτάσεις και τις συμπληρωματικές προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Απαραδέκτως, δε, επικαλείται το πρώτο µε το δικόγραφο της ανωτέρω έφεσής του, ότι έπρεπε να επιδικαστούν τόκοι επί των παραπάνω ποσών από της ίδιες, παραπάνω ημερομηνίες της φερόμενης λήξης αυτών, επειδή είχε, ήδη, προηγηθεί η ανωτέρω εξώδικη όχληση της πωλήτριας τράπεζας στις 12/7/2010 και η επίδοση της ένδικης αγωγής, µε την οποία ζητούνταν τα ανωτέρω ποσά (τότε κατ' άρθρον 69 παρ. 1 ΚΠολΔ) ....., αφού οι παρεπόμενες αυτές αξιώσεις, δεν γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ..... , μπορούσε, δε, ο ενάγων να αιτηθεί αυτές και µε τις προτάσεις, που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβαθµίου Δικαστηρίου, όπως αμέσως, ανωτέρω εκτίθεται, σε σχέση με τους τόκους επί του κονδυλίου της χρηματικής ικανοποίησης''.
Δέχθηκε δηλαδή, το Εφετείο ότι, προκειμένης αξίωσης από αδικοπραξία, η ημερομηνία ανάκλησης των ομολόγων, δεν αποτελεί δήλη ημέρα, κατά την οποία έπρεπε να καταβληθούν στον ενάγοντα τα άνω ποσά αποζημίωσης, έτσι ώστε ο ενάγων να δικαιούται τόκους από τότε, κατά το σχετικό αγωγικό αίτημά του, και επιπλέον ότι ο ενάγων δεν υπέβαλε επικουρικά, αίτημα για καταβολή τόκων, επικαλούμενος υπερημερία της εναγομένης, λόγω προηγηθείσας όχλησής του, προς αυτή, με την επίκληση της ανωτέρω (από 12-7-2010) εξώδικης δήλωσης ή άλλης εξώδικης όχλησης, ούτε με την αγωγή, ούτε με τις προτάσεις ή τις συμπληρωματικές προτάσεις του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος, κατά το μέρος με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη, ως μη νομίμου από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματός του, για επιδίκαση τόκων, επί του κονδυλίου των 74.840 ευρώ, από τις αναφερόμενες ημερομηνίες λήξης των ομολόγων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα επιδίκασης τόκων επί του άνω αγωγικού κονδυλίου.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων, 340, 345, 346 ΑΚ, με τη μη εφαρμογή τους, αφού αυτές με βάση τις παραδοχές του, δεν ήταν εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά από το Εφετείο, πρόκειται για απαίτηση από αδικοπραξία, οπότε για την υπερημερία και την συνεπεία αυτής αξίωση τόκων, απαιτείται ρητή δικαστική ή εξώδικη όχληση, την οποία, όπως ορθά δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν επικαλέστηκε ο ενάγων, όσον αφορά τα άνω αγωγικά κονδύλια, με την αγωγή του, ή τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε υπέβαλε αντίστοιχο αίτημα επιδίκασης τόκων, από συγκεκριμένη όχληση ή σε χρόνο μεταγενέστερο αυτής.
Αντίθετα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής και των από 16-10-2017 συμπληρωματικών προτάσεών του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως παρατέθηκε ανωτέρω, ο τελευταίος ζήτησε την επιδίκαση τόκων υπερημερίας, επί των επιμέρους ποσών του αγωγικού κονδυλίου των 74.840 ευρώ, από τον αναφερόμενο χρόνο ανάκλησης καθενός των ομολόγων, ως ''δήλη'' ημέρα, ενώ υπερημερία της εναγομένης, λόγω όχλησής της, με την από 12-10-2010 εξώδικη δήλωση, επικαλέστηκε ρητά και υπέβαλε βάσει αυτής σχετικό αίτημα επιδίκασης τόκων, από την επομένη ημέρα της επίδοσής της, μόνο αναφορικά με το κονδύλιο των 83.000 ευρώ, που αποτελούσε το κεφάλαιο των ομολόγων, των οποίων ο χρόνος ανάκλησης, είχε προηγηθεί της επίδοσης της αγωγής.
Αίτημα δε για επιδίκαση τόκων, επί του κονδυλίου των 74.840 ευρώ, με την επίκληση, όχλησής του, προς τη δικαιοπάροχο της εναγομένης, προηγούμενης των αναφερόμενων χρόνων ανάκλησης των ομολόγων, με την προανα-φερθείσα εξώδικη, υπέβαλε το πρώτον με την έφεσή του, πλην, όμως, απαραδέκτως, (όπως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη), καθόσον δεν πρόκειται για παρεπόμενη απαίτηση, που γεννήθηκε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ούτε ζητήθηκε, ως τέτοια (αρθρ. 525 παρ. 3 ΚΠολΔ, ΑΠ 1572/2013).
Δεν διαλαμβάνεται δε στην προσβαλλόμενη απόφαση, παραδοχή του Εφετείου ότι υπήρξε σαφής και ρητή όχληση της εναγομένης με την άνω εξώδικη, για την απόδοση του ποσού των 74.840 ευρώ, στους αναφερόμενους χρόνους λήξης τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων. Και ναι, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής, γίνεται αναφορά στην εξώδικη δήλωση, με τις παραδοχές ότι, ''ο ενάγων απέστειλε στην ανωτέρω τράπεζα και την από 12-7-2010 σχετική εξώδικη όχληση, η οποία κοινοποιήθηκε στην τελευταία και με την οποία ζήτησε αφενός ....., αφετέρου δε ζητούσε να καταβληθεί σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 151.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της λήξης, για τα ομόλογα των οποίων ο φερόμενος ......
χρόνος λήξης είχε παρέλθει ...., καθώς και να αναλάβει η ανωτέρω τράπεζα την υποχρέωση καταβολής των ποσών της ονομαστικής αξίας των υπολοίπων ομολόγων, κατά τη φερόμενη ημερομηνία λήξης τους ...'', τούτο , όμως, αναφορικά με τη γενόμενη δεκτή όχληση, για τις αξιώσεις από τα ομόλογα, συνολικού ποσού 83.000 ευρώ, για τα οποία υποβλήθηκε σχετικό αίτημα επιδίκασης τόκων, λόγω υπερημερίας της εναγομένης, μετά την επίδοση προς αυτή της άνω εξώδικης, με την οποία αξιώθηκε η απόδοση της ονομαστικής αξίας αυτών, ύψους 151.000 ευρώ (πριν τη ρευστοποίηση), σε αντίθεση με τα επίδικα κονδύλια των 74.840 ευρώ, για τα οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν ζητήθηκαν τόκοι, με επίκληση της άνω όχλησης, έστω από το μεταγενέστερο χρονικό σημείο της λήξης τους.
Επομένως, ο άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Με βάση δε όσα ήδη αναφέρθηκαν, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, (από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), περί μη λήψης υπόψη από το Εφετείο, του περιεχόμενου στο σχετικό λόγο έφεσης ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί υπερημερίας της εναγομένης, από την εξώδικη ή την αγωγή, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος περί τοκοδοσίας της ένδικης αξίωσής του, από αδικοπραξία, για τα επιμέρους ποσά του αγωγικού κονδυλίου των 74.840 ευρώ, από τους αναφερόμενους χρόνους λήξης καθενός των ομολόγων, διαλαμβάνοντας για τη θεμελίωση της αρνητικής για την επιδίκαση τόκων υπερημερίας κρίση του, ως κύρια και βασική αιτιολογία, την έλλειψη αιτήματος επιδίκασης τόκων, με την επίκληση υπερημερίας της εναγομένης, από την επίδοση της από 12-7-2010 εξώδικης δήλωσής του και της αγωγής του, υποβληθέντος με την αγωγή, τις προτάσεις και τις συμπληρωματικές προτάσεις του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το απαράδεκτο του σχετικού αιτήματος, το πρώτον με την έφεση.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο άνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι πράγματι, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν προβλήθηκε παραδεκτά από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα ισχυρισμός υπερημερίας της εναγομένης αναφορικά με τα άνω αγωγικά κονδύλια, λόγω σαφούς και ρητής όχλησής του προς αυτή, με την επίδοση της από 12-7-2010 εξώδικης δήλωσής του και της αγωγής του και αίτημα βάσει αυτού τοκοδοσίας της απαίτησης, λόγω της υπερημερίας αυτής, υποβληθέντος με την αγωγή, τις προτάσεις και τις συμπληρωματικές προτάσεις του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλονται αιτιάσεις, για τη μη λήψη υπόψη από το εφετείο του αιτήματος της αγωγής περί τοκοδοσίας του άνω αγωγικού κονδυλίου, λόγω της υπερημερίας της εναγομένης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η σχετική αναιρετική πλημμέλεια προϋθέτει την υποβολή αίτησης παραδεκτής και νόμιμης στο δικαστήριο της ουσίας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω (ΑΠ 13/2014).
Οι διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι, λόγω της επικαλούμενης με την αγωγή του, όχλησης της εναγομένης, σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας, την οποία ο ίδιος έθετε ως αφετήριο χρόνο της τοκοδοσίας για το επιμέρους ποσό 74.840 ευρώ, το οποίο ανάγεται σε μείζον χρονικό διάστημα, από αυτό για το οποίο ο ίδιος αξιώνει τόκους, καθίσταται νόμιμο το σχετικό αίτημά του, από το μεταγενέστερο έλασσον χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητεί την επιδίκασή τους, είναι απορριπτέες, ως απαράδεκτες, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, δεν υποβλήθηκε από τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα αίτημα καταβολής τόκων, συνεπεία υπερημερίας της εναγομένης, με την επίκληση όχλησής του προς την εναγομένη, όσον αφορά το άνω αγωγικό κονδύλιο, ήτοι από μείζον χρονικό διάστημα, με αφετηρία την επίδοση της εξώδικης, ή την άσκηση της αγωγής, ώστε να μπορεί να θεμελιωθεί σχετικό αίτημα για επιδίκαση τόκων από το έλασσον χρονικό διάστημα της λήξης των ομολόγων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της τελεσίδικης απόφασης, έχει δικαίωμα να ασκήσει ο διάδικος που νικήθηκε ολικά ή εν μέρει στη δίκη, που εκδόθηκε αυτή. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίηση του αιτούντος.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται βλάβη. Αν την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος, η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού.
Το έννομο συμφέρον απαιτείται, όχι μόνο γενικά για το παραδεκτό της αιτήσεως αναίρεσης, αλλά και ειδικά για κάθε λόγο αυτής (ΑΠ 1663/2010), θεμελιώνεται δε στη βλάβη του ηττημένου διαδίκου από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκησή της, επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας (ΑΠ 589/2009).
Η βλάβη δε του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του, όπως όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 985/2015).
Τέλος, ο νικήσας διάδικος, μπορεί να ασκήσει αναίρεση για την περίπτωση που ευδοκιμήσει η αντίθετη αναίρεση του αντιδίκου του (επικουρική αναίρεση ή αναίρεση υπό αίρεση), εφόσον επικαλείται και δικαιολογεί ειδικό έννομο συμφέρον κατά την πιο πάνω έννοια (ΑΠ 192/2021, ΑΠ 553/2017, ΑΠ 959/2009, ΑΠ 612/2009). Ειδικότερα, ο ενάγων που νίκησε, επειδή έγινε δεκτή η αγωγή του κατά τη μία από τις σωρευόμενες βάσεις αυτής, δικαιολογεί έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση ως προς τη βάση της αγωγής του, που απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, για την περίπτωση ευδοκίμησης της αναίρεσης του αντιδίκου του που νικήθηκε.
Σ' αυτή την περίπτωση, η αναίρεση του διαδίκου που νίκησε θα εξεταστεί μόνο αν, κατά παραδοχή λόγου της αίτησης του αντιδίκου του, αναιρεθεί η απόφαση, στην αντίθετη δε περίπτωση της απόρριψης της τελευταίας αναίρεσης, παρέλκει ως άνευ αντικειμένου, η έρευνα της επικουρικής αναίρεσης του νικήσαντος - ενάγοντος (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1377/2019, 1131/2012, ΑΠ 1368/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων - ενάγων, προσβάλει την ως άνω απόφαση και για το λόγο ότι δεν ερεύνησε την επικουρική έφεση, που ο ίδιος άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης, και αφορούσε την απόρριψη της αγωγής του, λόγω της αποδιδόμενης ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης.
Την αναίρεση δε, κατά το μέρος τούτο, ασκεί επικουρικά, για την περίπτωση και μόνο που θα γίνει δεκτή η αντίθετη, ασκηθείσα και κατ' αυτού, ως άνω από 16-10-2020 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσίβλητης, επικαλούμενος ότι έχει έννομο συμφέρον με την ιδιότητα του ενάγοντος - εκκαλούντος της επικουρικής έφεσης, έτσι ώστε περίπτωση που γίνει δεκτή η ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης της αντιδίκου του και αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του κατά την επικουρική της βάση από την αδικοπραξία, να ερευνηθεί η αγωγή του,κατά την απορριφθείσα εσφαλμένα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κύρια βάση της, από την ενδοσυμβατική ευθύνη της εναγομένης.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η σωρευόμενη στο δικόγραφο της άνω αίτησης αναίρεσης, επικουρική αναίρεση, παραδεκτά ασκήθηκε από την αναιρεσείοντα, μολονότι αυτός νίκησε στη δίκη. Τούτο διότι, έχει έννομο συμφέρον, για την περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης της ως άνω αντιδίκου του, να εξεταστεί και η προβαλλόμενη πλημμέλεια κατά της απορριπτικής διάταξης της απόφασης και να αποτραπεί η τυχόν τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής της ως προς όλες τις βάσεις, χωρίς να εξεταστούν τα σφάλματα στα οποία διατείνεται ότι υπέπεσε η προσβαλλόμενη ως προς την απόρριψη της βάσης της αγωγής του από την ενδοσυμβατική ευθύνη.
Μετά, όμως, την απόρριψη, κατά τα προαναφερθέντα της αίτησης αναίρεσης της εναγομένης, παρέλκει η έρευνα της επικουρικής αυτής αναίρεσης του άνω νικήσαντος - ενάγοντος καθόσον δεν πληρώθηκε η ενδοδιαδικαστική αίρεση της άσκησης αυτής. (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1377/2019, 1131/2012, ΑΠ 1368/2010). Κατά τα λοιπά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα της άνω (κύριας) αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος, η αίτηση αυτή, πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει, την από 16-10-2020 (αρ. καταθ. …/2020) αίτηση αναίρεσης της, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "Τ. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και την από 15-11-2020 (αρ. καταθ. …/2020) αίτηση αναίρεσης του Ε. Γ., κατά της με αριθμό 6932/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 16-10-2020 αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 5-11-2020 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείονταα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ