Legislator Case Law & Legislation
693/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against hospital judgment, correcting reasoning but upholding dismissal of claim.

Case Number 693/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeals filed by four individuals against a Third Instance Court ruling that rejected their claim for damages. The appellants argued the lower court erred in finding no legal relationship with the Greek State, which would have allowed them to claim compensation for medical negligence. The court acknowledged the lower court's reasoning was flawed but deemed the final decision correct, thus rejecting the appeal while correcting the justification.

Legislator headnote

AI generated

Articles 578, 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal while correcting the reasoning of the appealed decision if the final ruling is substantively correct, provided the appellant has a legal interest in the correction.

Keywords

AI generated
appeal dismissal legal relationship medical negligence state liability correcting reasoning court costs civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 693 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 693/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. Ζ. του Γ., 2) Ε. χήρας Γ. Ζ., το γένος Ε. Τ., 3) Ν. Ζ. του Γ. και 4) Χ. Ζ. του Γ., απάντων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Χριστοφορίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 16-1-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη. Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομικών και εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων: 1) Ζ. Ζ. του Γ., 2) Ε. χήρας Γ. Ζ., το γένος Ε. Τ., 3) Ν. Ζ. του Γ. και 4) Χ. Ζ. του Γ. και την από 27-4-2011 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Γ. και 2) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29301/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1286/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 2-4-2018 και 7-12-2017 αιτήσεις τους και οι αναιρεσείοντες της από 7-12-2017 αίτησης και με τον από 27-8-2018 πρόσθετο αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, ο πληρεξούσιος της από 7-12-2017 αίτησης ζήτησε και την παραδοχή του από 27-8-2018 προσθέτου αυτής λόγου και ο πληρεξούσιος των αναιρεσεσιβλήτων Δ. Μ. του Γ. και νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" την απόρριψή της από 2-4-2018 αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 2-4-2018 αίτηση των Ζ. Ζ. κλπ κατά 1) της Δ. Μ. και 2) του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1286/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και η από 7-12-2017 αίτηση των ως άνω δύο αναιρεσιβλήτων κατά του Ελληνικού Δημοσίου, μετά του από 27-8-2018 προσθέτου αυτής λόγου, για αναίρεση της ίδιας απόφασης πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα το με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: Οι αναιρεσείοντες στην πρώτη, από 2-4-2018, αίτηση αναιρέσεως Ζ. Ζ. κλπ άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των αναιρεσιβλήτων στην ίδια αίτηση Δ.

Μ. και του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" την από 16-4-2010 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να τους επιδικαστούν τα αναφερόμενα σ' αυτή χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις εκεί διακρίσεις, επικαλούμενοι βλάβη στην υγεία της πρώτης από αυτούς, από τους οποίους η δεύτερη αναιρεσείουσα (ενάγουσα) είναι μητέρα της και οι λοιποί δύο αδελφοί της, προκληθείσα από ιατρική αμέλεια της πρώτης αναιρεσίβλητης (εναγομένης), που είχε προστηθεί από το δεύτερο αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) ν.π.ι.δ.

Ακολούθως, οι προαναφερόμενοι δύο εναγόμενοι (αναιρεσείοντες στη δεύτερη, από 7-12-2017, αίτηση) άσκησαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 27-4-2011 προσεπίκληση ενώνοντας κατ' αυτού και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, ισχυριζόμενοι ότι η πρώτη από αυτούς (Δ. Μ.), ιατρός του Ε.Σ.Υ. και δημόσιος υπάλληλος, είχε απλώς αποσπαστεί στο δεύτερο εναγόμενο Νοσοκομείο, που έχει συσταθεί και λειτουργεί ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, χωρίς να καταστεί υπάλληλος ιδιωτικού δικαίου αυτού, αλλά συνέχισε να λειτουργεί ως δημόσιος υπάλληλος του Ελληνικού Δημοσίου μισθοδοτούμενη από αυτό, ασκώντας απλώς τα καθήκοντά της στο παραπάνω Νοσοκομείο.

Ενόψει δε αυτού, προσεπικάλεσαν στη δίκη το Ελληνικό Δημόσιο, ισχυριζόμενοι ότι το τελευταίο τυγχάνει δικονομικός εγγυητής τους, καθόσον, εάν ήθελε κριθεί ότι υπάρχει ευθύνη της πρώτης εναγομένης ιατρού για την προκληθείσα βλάβη της υγείας της πρώτης κυρίως ενάγουσας και, συνακόλουθα, ευθύνη και του δεύτερου εναγομένου, τότε υπόχρεο προς αποζημίωση αμφοτέρων (των εναγομένων - προσεπικαλούντων) είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο συνεκδίκασε την κύρια αγωγή με την ως άνω προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 29301/2012 οριστική απόφασή του με την οποία απέρριψε αμφότερες, και ειδικότερα την μεν κύρια αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, τη δε προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως ως μη νόμιμη.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις τόσο οι κυρίως ενάγοντες όσο και οι προσεπικαλούντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1286/2017 απόφαση του Εφετείου, το οποίο, αφού έκρινε μη νόμιμη και απορριπτέα την κύρια αγωγή ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων, αντικαθιστώντας (σιωπηρά) κατά το μέρος αυτό την αιτιολογία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που την είχε απορρίψει και ως προς αυτούς ως ουσιαστικά αβάσιμη, στη συνέχεια, απέρριψε κατά τα λοιπά αμφότερες τις εφέσεις κατ' ουσίαν.

Κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης ασκήθηκαν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως και ο πρόσθετος, επί της δεύτερης αίτησης, λόγος αναίρεσης. Καθόσον αφορά την πρώτη (από 2-4-2018) των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναιρέσεων πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 του Α.Κ., σύμφωνα με τις οποίες εκείνος που ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, που ορίζει ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ισχύει δε αυτό ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του και, επίσης, ότι σε περίπτωση θανάτωσης προσώπων η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης, προκύπτει ότι σε περίπτωση προσβολής της υγείας προσώπων, φορέας της σχετικής αξίωσης για αποζημίωση ή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι ο άμεσα υποστάς τη ζημία ή την ηθική βλάβη παθών, κατά του οποίου στρέφεται η αδικοπραξία.

Τρίτα πρόσωπα, που συνήθως ανήκουν στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον του θύματος της αδικοπραξίας, έστω και αν αυτά υφίστανται βλάβη στα περιουσιακά τους συμφέροντα ή ψυχικό πόνο από την αδικοπραξία που στρέφεται κατά του οικείου τους, είναι εμμέσως και όχι αμέσως ζημιούμενοι και η ζημία τους δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας των άρθρων 914 και 932 Α.Κ.

Οι εμμέσως ζημιούμενοι τρίτοι εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο του νόμου μόνο στις οριζόμενες στο νόμο εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως είναι αυτές των άρθρων 928 εδ. β' και 929 εδ. β' Α.Κ. που δεν επιδέχονται ανάλογη εφαρμογή. Τα τρίτα αυτά πρόσωπα κείνται εκτός του πεδίου προστασίας του προσβαλλόμενου κανόνα δικαίου (ΑΠ 1359/2018, ΑΠ 239/2015, ΑΠ 553/2014, ΑΠ 659/2009).

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση προσβολής της υγείας κάποιου από αδικοπραξία λόγω ιατρικής αμέλειας, χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη μπορεί να ζητήσει μόνο ο άμεσα παθών την σωματική βλάβη οποιασδήποτε μορφής και όχι οι γονείς ή άλλοι άμεσοι συγγενείς του (αδελφοί κλπ), που μπορεί να επιβαρύνονται ή και να δοκιμάζονται ψυχικώς από την βλάβη της υγείας του αμέσου παθόντος οικείου τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με την από 16-4-2010 αγωγή τους, ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, που τυγχάνει ιατρός ακτινολόγος και κατείχε τη θέση της Διευθύντριας του Ακτινοθεραπευτικού Τμήματος στο δεύτερο αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ., το οποίο είχε προστήσει αυτήν στην παροχή ιατρικών υπηρεσιών, κατά τη διενέργεια ακτινοθεραπειών και χημειοθεραπειών στην πρώτη αναιρεσείουσα για την αντιμετώπιση επιθηλιακού σαρκώματος στην περιοχή του ρινοφάρυγγα που αυτή εμφάνισε το Μάρτιο του 2005, ενήργησε από αμέλεια και κατά παράβαση των κανόνων της ιατρικής τέχνης και επιστήμης και ειδικότερα δεν ακτινοβόλησε με τις κατάλληλες δόσεις την πάσχουσα περιοχή, με αποτέλεσμα να προσβληθούν από τοξικότητα παρακείμενοι υγιείς ιστοί και όργανα (νωτιαίος μυελός, μάτια) και να υποστεί η πρώτη αναιρεσείουσα "μυελοπάθεια μετακτινικής αιτιολογίας" εξαιτίας της οποίας έχει καταστεί, σε ηλικία 29 ετών, μόνιμα ανάπηρη σε ποσοστό 80%, ανίκανη να αυτοεξυπηρετηθεί.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό της αγωγής, όπως το αίτημα αυτής παραδεκτά περιορίστηκε, η δεύτερη αναιρεσείουσα, μητέρα της παθούσας (πρώτης αναιρεσείουσας) και οι τρίτος και τέταρτος αναιρεσείοντες, αμφιθαλείς αδελφοί αυτής, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, έκαστος εις ολόκληρον, οφείλουν να καταβάλουν σε καθένα από αυτούς το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν εξ αιτίας της αναπηρίας της θυγατέρας και αδελφής τους, αντίστοιχα.

Η αξίωση, όμως, αυτή των ως άνω αναιρεσειόντων (εναγόντων) δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθόσον τα πρόσωπα αυτά, έστω και αν ανήκουν στο οικογενειακό περιβάλλον της παθούσας, είναι εμμέσως και όχι αμέσως ζημιωθέντα και δεν υπέστησαν άμεσα ηθική βλάβη από την αναφερόμενη στην αγωγή αδικοπραξία σε βάρος της τελευταίας, ώστε να δικαιούνται τα ίδια χρηματική ικανοποίηση εξ αιτίας αυτής.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή, καθό μέρος ασκείται από τους ανωτέρω τρεις αναιρεσείοντες (ενάγοντες) ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, ως εκ τούτου, ο πρώτος από το άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β' 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιικής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.

Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας") (ΑΠ 237/2016).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.

Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1009/2013, ΑΠ 181/2011), θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

Κατ' εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια (ΑΠ 1598/2017, ΑΠ 237/2016).

Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1343/2017). Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007 που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.

Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο" (παρ. 1) ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.

α), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, η ελευθερία δράσης που αφήνεται στο πλαίσιο της υπηρεσίας, το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων" και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5).

Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Ενόψει δε της νόθου αντικειμενικής ευθύνης, που καθιερώνεται συναφώς, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1598/17, ΑΠ 1187/2017, ΑΠ 1067/2015, ΑΠ 657/2014).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2619/1998 σχετικά με τη σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική, επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνον εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν σχετικής εκ των προτέρων ενημέρωσής του ως προς το σκοπό και τη φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, μπορεί δε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ανακαλέσει ελεύθερα και οποτεδήποτε τη συναίνεσή του.

Έτσι, πέραν των παραπάνω υποχρεώσεων του ιατρού προς αποφυγή αμιγώς ιατρογενών σφαλμάτων, κατά την άσκηση οποιασδήποτε φύσης ιατρικής πράξης, υφίσταται υποχρέωσή του να ενημερώνει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι' αυτό, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης.

Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών, συνιστά δικαίωμα αυτού και αντίστοιχη υποχρέωση του ιατρού, ώστε να μπορεί να λαμβάνει ελεύθερα τις αποφάσεις του για την υποβολή του στις μεθόδους και πρακτικές αυτές ή όχι.

Παραβίαση δε του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του ασθενούς από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 330, 652 και 914 του ΑΚ.

Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη του ιατρού και υποχρέωσή του γι' αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερομένης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθεί ή και της βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, την οποία ο ασθενής επικαλείται.

Τέτοιος δε αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει στην ως άνω περίπτωση, όταν ο ιατρός παραλείπει να ενημερώσει τον ασθενή σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών της ιατρικής πράξεως που πρόκειται να επιχειρήσει στον ασθενή, έστω κι αν υπάρχει γι' αυτό συναίνεση του τελευταίου, αφού η συναίνεση αυτή δεν είναι έγκυρη, ελλείψει της απαιτούμενης ενημέρωσης, με ενδεχόμενο η έλλειψη της ενημέρωσης αυτής να μην αποτρέψει τον ασθενή από την επέμβαση που πρόκειται να υποβληθεί, υποβαλλόμενος δε στην τελευταία, να υποστεί βλάβη του σώματος και της υγείας του, με αντίστοιχη περιουσιακή και ηθική ζημία συνεπεία τούτου (ΑΠ 687/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νομίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εφεσίβλητη Δ. Μ. (πρώτη αναιρεσίβλητη), που είναι ιατρός ακτινολόγος, κατείχε τη θέση της διευθύντριας στο ακτινοθεραπευτικό τμήμα του εφεσιβλήτου νοσοκομείου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Παπαγεωργίου", που είναι ν.π.ι.δ.

Η πρώτη των εκκαλούντων Ζ. Ζ. (πρώτη αναιρεσείουσα), που γεννήθηκε το 1977 και από το 1992 έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη τύπου I (νεανικό), λαμβάνοντας έκτοτε φαρμακευτική αγωγή (ινσουλίνη), το Δεκέμβριο του 2004 εμφάνισε ένα εξόγκωμα στο λαιμό, στην περιοχή του αριστερού λεμφαδένα και μετά από σχετικές εξετάσεις (αξονική τομογραφία) σε ιδιωτικό διαγνωστικό κέντρο, έγινε διάγνωση καρκινικών κυττάρων στο λεμφαδένα της με πιθανότητα ύπαρξής τους και στην περιοχή του ρινοφάρυγγα.

Πράγματι, μετά από βιοψία, που διενεργήθηκε στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, διαγνώσθηκε η ύπαρξη όγκου στο ρινοφάρυγγα. Στις 4-5-2005 προσήλθε στο ιατρείο της εφεσίβλητης με το φάκελο όλων των ιατρικών εξετάσεων στις οποίες είχε υποβληθεί. Η τελευταία, αφού την εξέτασε, σε συνεργασία με τον καθηγητή της παθολογίας - ογκολογίας στην Ιατρική Σχολή του Α.Π.Θ Γ.

Φ., ο οποίος ήταν και διευθυντής της Πανεπιστημιακής Κλινικής Παθολογικής Ογκολογίας στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου, της σύστησε να κάνει ορισμένες περαιτέρω εξετάσεις, μετά τις οποίες διαγνώσθηκε ότι έπασχε από αδιαφοροποίητο καρκίνωμα ρινοφάρυγγα, με εντόπιση μεσότητα και αριστερό τοίχωμα, με επέκταση στον αριστερό παραφαρυγγικό χώρο, σε στάδιο III (Τ2bΝ2), από συνολικά 4 στάδια.

Δηλαδή, το νεόπλασμα βρισκόταν σε προχωρημένη μορφή, αφού επεκτεινόταν έξω από το ρινοφάρυγγα και υπήρχε αμφοτερόπλευρη επινέμηση?των λεμφαδένων του τραχήλου, και γι' αυτό έχρηζε άμεσης θεραπείας. Περαιτέρω, οι ως άνω θεράποντες ιατροί της πρώτης εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) πληροφορήθηκαν ότι αυτή έπασχε ήδη από το 1992 από νεανικό διαβήτη (τύπου I), ινσουλινοεξαρτώμενο, που όμως δεν ήταν καλά ρυθμισμένος, όπως προέκυπτε από σχετικές εξετάσεις του ιατρικού της φακέλου.

Λόγω της προχωρημένης καταστάσεως του νεοπλάσματος, η διεθνώς αποδεκτή θεραπεία εκλογής για την περίπτωση της εκκαλούσας, που περιλαμβανόταν και στο κλινικό πρωτόκολλο της ως άνω Ογκολογικής Κλινικής του Νοσοκομείου ήταν η συνδυασμένη εφαρμογή χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας. Συγκεκριμένα, το πρωτόκολλο αυτό, που κατά βάση στηριζόταν στα αμερικανικά πρωτόκολλα, περιελάμβανε τη χημειοθεραπεία με σισπλατίνα σε δόση 40 mg ανά τετράγωνικό μέτρο επιφάνειας σώματος του ασθενή (mg/m2) και ακτινοθεραπεία με γραμμικό επιταχυντή μετά από προσομοίωση (τρισδιάστατη σύμμορφη τεχνική), συνολικής ποσότητας 70 Gy σε 35 συνεδρίες.

Οι παρενέργειες της θεραπείας αυτής εμφανίζονται είτε αμέσως είτε και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, η σχετική δε τοξικότητα χαρακτηρίζεται ως οξεία και ως απώτερη, Συγκεκριμένα, η οξεία περιλαμβάνει κυρίως (περίπου στο 40% των περιπτώσεων) στοματίτιδα, σημαντική απώλεια βάρους, καταστολή του μυελού των οστών, οισοφαγίτιδα, λαρυγγίτιδα, δερματικό εξάνθημα, νεφροτοξικότητα κ.α.λ.

Συνήθως, οι παρενέργειες αυτές της θεραπείας παρέρχονται πλήρως μετά τους 3-4 μήνες από το τέλος της θεραπείας, ενώ συχνή είναι η παραμονή κάποιου βαθμού ξηροστομίας, η οποία μπορεί να είναι μόνιμη. Η απώτερη τοξικότητα, που μπορεί να εμφανίζεται μετά από την πάροδο αρκετών μηνών ή και ετών, είναι ασυνήθης και περιλαμβάνει οδοντικά προβλήματα, τρισμό (μείωση του έρκους των οδόντων), μείωση της ακοής και βλάβη του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ), όπως γλοίωση στον κροταφικό λοβό του εγκεφάλου (3,7%), νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους (2%), η οποία είναι δυνατό να οδηγήσει και στο θάνατο του ασθενούς, ατροφία του οπτικού νεύρου (1%) και εγκάρσια μυελίτιδα(0,5%).

Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία παράγοντες επικινδυνότητας εμφάνισης τοξικότητας του Κ.Ν.Σ. είναι η νεαρά ηλικία, η υποκλασματοποιημένη ακτινοθεραπεία, η υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης, η προηγηθείσα χειρουργική επέμβαση, η δόση της ακτινοθεραπείας κ.α.λ. Εξάλλου, η ακτινοθεραπεία είναι μία συλλογική εργασία ιατρών και άλλων επιστημόνων με τη χρήση μηχανημάτων σύγχρονης τεχνολογίας.

Συγκεκριμένα, η διαδικασία ξεκινά με εξομοίωση. Ειδικότερα, κατασκευάζεται μία μάσκα ακινητοποίησης της κεφαλής και του τραχήλου του ασθενούς, την οποία φορά ενόσω υποβάλλεται σε αξονική τομογραφία. Κατόπιν, ο ιατρός - ακτινοθεραπευτής, με βάση τις διαγνωστικές εξετάσεις, χαρτογραφεί τον όγκο σε ειδικό λογαριασμό.

Στη συνέχεια, οι φυσικοί ιατρικής κάνουν το πλάνο θεραπείας με ειδικό λογισμικό, το οποίο, αφού εγκριθεί από τον ιατρό - ακτινοθεραπευτή, μεταφέρεται ηλεκτρονικά στο μηχάνημα από επιστήμονα ακτινοφυσικό και τέλος οι τεχνολόγοι χειρίζονται τα μηχανήματα. Μετά την πλήρη ακινητοποίηση του ασθενούς, η ακτινοβολία γίνεται ηλεκτρονικά χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, καθόσον, βάσει του προγραμματισμού, το μηχάνημα στοχεύει σε προκαθορισμένα σημεία με προκαθορισμένες δόσεις, που είναι ικανές να καταστρέψουν το καρκίνωμα, με τη μέγιστη δυνατή προστασία των παρακείμενων υγιών ιστών.

Το ποσοστό ίασης των ασθενών με προχωρημένο καρκίνο του ρινοφάρυγγα (σταδίου III), που υποβάλλονται στην ως άνω θεραπευτική αγωγή ανέρχεται σε 50-60%. Η πρώτη εκκαλούσα (αναιρεσείουσα), αφού ενημερώθηκε για την ως άνω ενδεδειγμένη θεραπεία αλλά και για τις ως άνω παρενέργειές της τόσο από το Γ. Φ. όσο και από την εφεσίβλητη (πρώτη αναιρεσίβλητη), συμφώνησε να υποβληθεί στη θεραπεία αυτή.

Συγκεκριμένα από τις 26-5-2005 έως τις 30-6-2005 έλαβε ακτινοβολία στην περιοχή της υπερκλείδιας χώρας και του ρινοφάρυγγα, δόση όγκου 48 Gy σε 24 συνεδρίες με 2 Gy δόση/συνεδρία με τρία (3) πεδία. Επίσης, από την 1-7-2005 μέχρι την 11-7-2005 έλαβε στην ίδια περιοχή ΒOOSΤ1 (σμίκρυνση πεδίου), δόση όγκου 12 Gy με φωτόνια και 13,2 Gy με ηλεκτρόνια σε 6 συνεδρίες, με 2 Gy και 2,2 Gy δόση ανά συνεδρία αντίστοιχα με 5 πεδία.

Τέλος, έλαβε από τις 12-7-2005 έως τις 18-7-2005 στην ίδια περιοχή ΒOOSΤ2, με δόση όγκου 10 Gy σε 5 συνεδρίες με 2 Gy δόση / συνεδρία με δύο (2) πεδία. Συνολικά δηλαδή η ασθενής έλαβε δόση όγκου 70 Gy. Παράλληλα η ανωτέρω υποβλήθηκε και σε χημειοθεραπεία με σισπλατ ίνα σε δόση 40 mg/m2 και συνολικά έλαβε 434 mg σισπλατίνας. Κατά τη διάρκεια των ως άνω θεραπειών εμφάνισε ορισμένες παρενέργειες, όπως έντονη τριχόπτωση από το ύψος των αυτιών και κάτω, καθώς και στοματίτιδα και οισοφαγίτιδα, εξ αιτίας των οποίων δεν μπορούσε να δεχθεί τροφές και υγρά.

Μάλιστα, στις 14-7-2005 εισήχθη στο νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ, όπου νοσηλεύθηκε για μία εβδομάδα για την αντιμετώπιση της οισοφαγίτιδας. Στις αρχές Ιουνίου 2006 άρχισε να εμφανίζει σωματική αδυναμία στην αριστερή πλευρά του σώματος και καταβολή συνοδευόμενη με ανικανότητα αυτοεξυπηρέτησης. Εισήχθη δε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ με διάγνωση τετραπληγία και ακολούθησε θεραπεία 25 ημερών με χρήση κορτιζόνης.

Στις 19-8-2006 εξήλθε από το ως άνω νοσοκομείο με διάγνωση "νευρική τετραπάρεση - τετραπληγία - οφθαλμοπληγία - διαταραχή κατάποσης και δυσφωνία μετακτινικής αιτιολογίας". Εντέλει δε,... ο καρκίνος από τον οποίο έπασχε ιάθηκε πλήρως, πλην όμως κατέστη ανάπηρη κατά τα ανωτέρω με ποσοστό αναπηρίας 90%. Όπως αποδείχθηκε, η βλάβη που προκλήθηκε στην ως άνω εκκαλούσα περιλαμβάνεται στις σπάνιες παρενέργειες της απώτερης τοξικότητας της εφαρμοσθείσας θεραπείας.

Συγκεκριμένα, πρόκειται για νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους, το οποίο είναι διαφορετικό όργανο από το μυελό των οστών (πρόκειται για την προέκταση του μυελού των οστών εντός του εγκεφάλου), με διαφορετική δομή και ευαισθησία στην ακτινοβολία. Ειδικότερα, όπως προεκτέθηκε, η πιθανότητα για την ως άνω παρενέργεια που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε θάνατο του ασθενούς, ανερχόταν στο 2%, που όμως αυξανόταν σημαντικά στο 3 έως 4% στις περιπτώσεις ασθενών με διαβήτη (αναλόγως της αντιδράσεως του κάθε οργανισμού).

Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη εκκαλούσα (αναιρεσείουσα), όπως προαναφέρθηκε, έπασχε ήδη από δεκαπενταετίας από νεανικό διαβήτη, ινσουλινοεξαρτώμενο, που ήταν παραμελημένος. Εξαιτίας αυτού, τα αγγεία της είχαν υποστεί σημαντικές βλάβες, η έκταση των οποίων δεν μπορούσε να διαγνωσθεί από τους θεράποντες ιατρούς της.

Όμως, ανεξαρτήτως αυτού,... η ως άνω εκκαλούσα στη συγκεκριμένη ηλικία που βρισκόταν των 28 ετών και με τη συγκεκριμένη πάθηση του νεανικού διαβήτη, με βάση τα διεθνή πρωτόκολλα, που προαναφέρθηκαν, τα οποία εφάρμοζε και το νοσοκομείο Παπαγεωργίου, έπρεπε να υποβληθεί στο ίδιο θεραπευτικό σχήμα με τους λοιπούς ενήλικους ασθενείς, που δεν έπασχαν από σακχαρώδη διαβήτη.

Δηλαδή, η ασθένεια αυτή αποτελεί απλώς έναν επιβαρυντικό παράγοντα (όπως συμβαίνει και με τους άλλους παράγοντες, που προεκτέθηκαν) ο οποίος αυξάνει τις πιθανότητες για την εμφάνιση παρενεργειών. Το γεγονός αυτό δεν έχει ακόμη ερμηνευθεί πλήρως στην ιατρική επιστήμη, πλην όμως φαίνεται ότι πρόκειται για μία σύνθετη και δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ των νευρικών κυττάρων της περιοχής των νευρικών ινών και του μικροπεριβάλλοντος, ιδίως των αγγείων της περιοχής.

Συγκεκριμένα, τα αγγεία όπως γενικότερα οι υγιείς ιστοί πέριξ του όγκου, που πλήττονται αναγκαίως σε κάποιο βαθμό από τη χημειοθεραπεία και ιδίως την ακτινοβολία, συνήθως έχουν τη δυνατότητα να επανορθώνουν φυσιολογικά τις βλάβες τους. Όμως, σπανίως, εφόσον ήδη τα μικροαγγεία έχουν σοβαρές βλάβες με τις άνω θεραπείες, μπορεί να προκληθεί οίδημα, ραδιονέκρωση, αγγειοπάθεια, νέκρωση των ριζών, νέκρωση της εγκεφαλικής ουσίας και ρήξη του αιματο- εγκεφαλικού φραγμού, εντέλει δε νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους, που οδηγεί είτε στο θάνατο είτε σε σοβαρές παθήσεις (παραπληγία, τετραπληγία).

Επισημαίνεται ότι την όμοια μεταχείριση από πλευράς θεραπευτικής μεθόδου και ποσότητας χορηγούμενης ακτινοβολίας των διαβητικών ατόμων σε σχέση με τα μη διαβητικά, βάσει των ως άνω εφαρμοζομένων ιατρικών πρωτοκόλλων, επιβεβαίωσαν αμφότεροι οι μάρτυρες, που κατέθεσαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εξάλλου,...

οι ποσότητες ακτινοβολίας, που χορηγήθηκαν στην ασθενή, τόσο στην πρώτη φάση (48 Gy) όσο και συνολικά (70 Gy), καθώς επίσης και οι επιμέρους δόσεις (2 Gy) είναι οι ενδεικνυόμενες συμφώνα με τα ως άνω ιατρικά πρωτόκολλα.... Είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της ως άνω εκκαλούσας ότι η βλάβη προκλήθηκε επειδή χορηγήθηκε στο νωτιαίο μυελό της μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη δόση άκτινοβολίας και συγκεκριμένα 48 Gy αντί για 45 Gy, προεχόντως διότι βλάβη δεν υπήρξε στο νωτιαίο μυελό αλλά στο εγκεφαλικό στέλεχος.

Σε κάθε περίπτωση,... βάσει του ιατρικού πρωτοκόλλου που εφαρμόσθηκε, δεν υπήρξε υπέρβαση των επιτρεπομένων ορίων ακτινοβολίας τόσο του νωτιαίου μυελού όσο και του εγκεφαλικού στελέχους. Συγκεκριμένα, η προστασία των πέριξ του όγκου υγιών ιστών έγινε με την προβλεπόμενη εφαρμογή πολύφυλλων μολύβδινων διαφραγμάτων (ΜLC), τα οποία μπλοκάρουν την ακτινοβόληση αυτών.

Δηλαδή, τόσο η εφεσίβλητη (πρώτη αναιρεσίβλητη) όσο και οι υπόλοιποι συνάδελφοί της, που συμμετείχαν στη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου της πρώτης εκκαλούσας, ενήργησαν με βάση τους αποδεκτούς κανόνες επί του θέματος της ιατρικής επιστήμης (LEGE ARTIS). Επίσης,... πριν την υποβολή της πρώτης εκκαλούσας (αναιρεσείουσας) στη θεραπευτική αγωγή, ρυθμίσθηκε ο σακχαρώδης διαβήτης της από τον αρμόδιο ιατρό - διαβητολόγο του νοσοκομείου.

Ωστόσο,... το ιδιαιτέρως επιβαρυντικό γεγονός για την περίπτωσή της ήταν η μικροαγγειοπάθεια, που είχε προκληθεί σ' αυτήν από το μη ρυθμισμένο επί σειρά ετών σακχαρώδη διαβήτη, από τον οποίο έπασχε. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, κατά το χρόνο υποβολής της πρώτης εκκαλούσας στις ως άνω θεραπείες, το εφεσίβλητο νοσοκομείο (δεύτερο αναιρεσίβλητο) διέθετε το προαναφερόμενο σύστημα τρισδιάστατης σύμμορφης ακτινοθεραπείας (3D conformal radiotherapy) με σχεδιασμό της ακτινοθεραπείας με τη χρήση τομών αξονικής τομογραφίας, το οποίο ήταν ό,τι πιο σύγχρονο υπήρχε στην Ελλάδα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.

Στο εξωτερικό ήδη χρησιμοποιούνταν σε κάποιες περιπτώσεις ένα ακόμη πιο προηγμένο σύστημα το IMRT (ακτινοθεραπεία με διαμορφούμενη ένταση δέσμης), το οποίο έχει δυνατότητα να ακτινοβολεί με μεγαλύτερες ποσότητες ακτινοβολίας τον όγκο εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη ασφάλεια στους υγιείς ιστούς. Ωστόσο και με το σύστημα αυτό δεν εξαφανίζονται οι?προαναφερόμενες παρενέργειες, αλλά μειώνονται σημαντικά.

Ενημέρωση στην πρώτη εκκαλούσα για την ύπαρξη του συστήματος αυτού στο εξωτερικό δεν προκύπτει ότι έγινε από τους θεράποντες ιατρούς της. Όμως κρίνεται ότι αυτό δεν ήταν ούτε αναγκαίο ούτε εύλογο να συμβεί, αφού σχεδόν πάντα υπάρχει κάτι πιο σύγχρονο και αποτελεσματικότερο στο εξωτερικό είτε σε πειραματικό στάδιο είτε σε πρακτική εφαρμογή, που ο κάθε ασθενής μπορεί να ερευνήσει και να πληροφορηθεί την ύπαρξη του.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ως άνω εκκαλούσα, εάν είχε την πληροφόρηση για την ύπαρξη και λειτουργία του συστήματος αυτού στο εξωτερικό, προκειμένου να μειώσει κατ' ολίγον τις πιθανότητες παρενεργειών, ενόψει μάλιστα του επείγοντος προς υποβολή της σε θεραπεία, θα το επέλεγε και ιδίως δεν αποδείχθηκε ότι θα είχε την οικονομική δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις απαιτούμενες τεράστιες δαπάνες για τη νοσηλεία και θεραπεία της στο εξωτερικό....

Εξάλλου, ο ισχυρισμός της πρώτης εκκαλούσας ότι η εφεσίβλητη παρέλειψε να της παράσχει οδηγίες τακτικής διενέργειας αξονικών τομογραφιών, μετά τις ως άνω θεραπείες της, είναι προεχόντως αβάσιμος, διότι, όπως αποδείχθηκε, εφόσον συντρέξουν οι?προϋποθέσεις για την εμφάνιση αυτής της παρενέργειας απώτερης τοξικότητας, δηλαδή της νέκρωσης του εγκεφαλικού στελέχους, δεν μπορεί να αποφευχθεί η βλάβη, όποιες διαγνωστικές και απεικονιστικές εξετάσεις και αν γίνουν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή τους ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 330 Α.Κ., 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", 8 του ν. 2251/1994 "για την προστασία των καταναλωτών" και 5 του ν. 2619/1998 για τη σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική, καθόσον υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της πρώτης αναιρεσίβλητης, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην (πρώτη) αναιρεσείουσα βλάβη της υγείας της, ώστε να θεμελιώνει εντεύθεν την ένδικη αξίωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η σωματική βλάβη της πρώτης αναιρεσείουσας δεν οφείλεται σε αμέλεια της πρώτης αναιρεσίβλητης και, συνακόλουθα, δεν υφίσταται αδικοπρακτική ευθύνη αυτής προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της (πρώτης) αναιρεσείουσας, δεν ήταν δε αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης η αναφορά και άλλων περιστατικών για τη διατύπωση του πορίσματος αυτού.

Ειδικότερα, την κρίση αυτή του Εφετείου στηρίζουν επαρκώς οι παρακάτω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι: α) ότι η διεθνώς αποδεκτή θεραπεία, που περιλαμβανόταν και στο κλινικό πρωτόκολλο της Ογκολογικής Κλινικής του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Νοσοκομείου, για την περίπτωσης της πρώτης αναιρεσείουσας, η οποία διαγνώστηκε ότι έπασχε από αδιαφοροποίητο καρκίνωμα ρινοφάρυγγα, που βρισκόταν σε προχωρημένη μορφή και γι' αυτό έχρηζε άμεσης θεραπείας, ήταν η συνδυασμένη εφαρμογή χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας, β) ότι μεταξύ των παρενεργειών, που μπορεί να εμφανίσει η συγκεκριμένη θεραπεία, είναι η απώτερη τοξικότητα, η οποία θεωρείται μεν ασυνήθης, αλλά περιλαμβάνει ακόμη και βλάβη του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (ΚΝΣ), όπως νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους, με πιθανότητα εμφάνισης 2%, η οποία, όμως, αυξάνεται σημαντικά σε 3 έως 4% στις περιπτώσεις ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη, μπορεί δε να οδηγήσει και στο θάνατο του ασθενούς, γ) ότι η αύξηση αυτή της πιθανότητας εμφάνισης της ως άνω παρενέργειας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη οφείλεται στο γεγονός ότι, εφόσον ήδη τα μικροαγγεία έχουν υποστεί σοβαρές βλάβες, με τις άνω θεραπείες, μπορεί να προκληθεί οίδημα, ραδιονέκρωση, αγγειοπάθεια, νέκρωση των ριζών, νέκρωση της εγκεφαλικής ουσίας και ρήξη του αιματο - εγκεφαλικού φραγμού, εντέλει δε νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους, που οδηγεί είτε στο θάνατο είτε σε σοβαρές παθήσεις (παραπληγία, τετραπληγία), δ) ότι η πρώτη αναιρεσείουσα έπασχε ήδη από δεκαπενταετίας από νεανικό διαβήτη, ινσουλινοεξαρτώμενο, που ήταν παραμελημένος και εξ αιτίας αυτού τα αγγεία της είχαν υποστεί σημαντικές βλάβες, αλλά, παρ' όλα αυτά, ενόψει και της ηλικίας της (28 ετών) έπρεπε να υποβληθεί στο ίδιο θεραπευτικό σχήμα με τους λοιπούς ενήλικους ασθενείς, που δεν έπασχαν από σακχαρώδη διαβήτη, ε) ότι αυτή ενημερώθηκε για την ως άνω ενδεδειγμένη θεραπεία αλλά και για τις ως άνω παρενέργειές της από την πρώτη αναιρεσίβλητη και το Γ.

Φ., καθηγητή της παθολογίας - ογκολογίας στην Ιατρική Σχολή του Α.Π.Θ, ο οποίος ήταν και διευθυντής της Πανεπιστημιακής Κλινικής Παθολογικής Ογκολογίας στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου, και συμφώνησε να υποβληθεί στη θεραπεία αυτή, στ) ότι, αφού ρυθμίσθηκε ο σακχαρώδης διαβήτης της από τον αρμόδιο ιατρό - διαβητολόγο του νοσοκομείου, η πρώτη αναιρεσείουσα υποβλήθηκε, πράγματι, από 26-5-2005 έως 18-7-2005 υποβλήθηκε, πράγματι, στην πιο πάνω θεραπεία, με βάση την οποία ο καρκίνος από τον οποίο έπασχε ιάθηκε πλήρως, πλην, όμως, διαγνώστηκε αργότερα ότι έπασχε από "νευρική τετραπάρεση - τετραπληγία - οφθαλμοπληγία - διαταραχή κατάποσης και δυσφωνία μετακτινικής αιτιολογίας", με αποτέλεσμα να καταστεί ανάπηρη με ποσοστό αναπηρίας 90%, ζ) ότι η βλάβη αυτή περιλαμβάνεται στις σπάνιες παρενέργειες της απώτερης τοξικότητας της εφαρμοσθείσας θεραπείας και συγκεκριμένα οφείλεται στη νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους, με ιδιαιτέρως επιβαρυντικό γεγονός, για την περίπτωση της πρώτης αναιρεσείουσας, την μικροαγγειοπάθεια, που είχε προκληθεί σ' αυτήν από το μη ρυθμισμένο επί σειρά ετών σακχαρώδη διαβήτη, από τον οποίο έπασχε, η) ότι οι ποσότητες ακτινοβολίας, που χορηγήθηκαν στην ασθενή, τόσο στην πρώτη φάση (48 Gy) όσο και συνολικά (70 Gy), καθώς επίσης και οι επιμέρους δόσεις (2 Gy) είναι οι ενδεικνυόμενες συμφώνα με τα ακολουθούμενα ιατρικά πρωτόκολλα, στ) ότι η βλάβη δεν προκλήθηκε λόγω χορήγησης στο νωτιαίο μυελό της παθούσας δόσης ακτινοβολίας μεγαλύτερης από την επιτρεπόμενη και συγκεκριμένα 48 Gy αντί για 45 Gy, αφού δεν υπήρξε βλάβη στο νωτιαίο μυελό αλλά στο εγκεφαλικό στέλεχος, σε κάθε δε περίπτωση, δεν υπήρξε υπέρβαση των επιτρεπομένων ορίων ακτινοβολίας τόσο του νωτιαίου μυελού όσο και του εγκεφαλικού στελέχους, θ) ότι η ακτινοβολία έγινε ηλεκτρονικά βάσει προγραμματισμού, με το μηχάνημα να στοχεύει σε προκαθορισμένα σημεία με προκαθορισμένες δόσεις, που είναι ικανές να καταστρέψουν το καρκίνωμα, με τη μέγιστη δυνατή προστασία των παρακείμενων υγιών ιστών, έγινε δε προστασία των πέριξ του όγκου υγιών ιστών με την προβλεπόμενη εφαρμογή πολύφυλλων μολύβδινων διαφραγμάτων (ΜLC), τα οποία μπλοκάρουν την ακτινοβόληση αυτών και ι) ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως και οι υπόλοιποι ιατροί, που συμμετείχαν στη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου της πρώτης αναιρεσείουσας, ενήργησαν με βάση τους αποδεκτούς κανόνες επί του θέματος της ιατρικής επιστήμης (lege artis), ενώ, το δεύτερο αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο διέθετε, κατά το χρόνο υποβολής της παθούσας στις ως άνω θεραπείες, σύστημα τρισδιάστατης σύμμορφης ακτινοθεραπείας (3D conformal radiotherapy) με σχεδιασμό της ακτινοθεραπείας με τη χρήση τομών αξονικής τομογραφίας, το οποίο ήταν ό,τι πιο σύγχρονο υπήρχε στην Ελλάδα τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.

Κατά συνέπεια, τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, κατά τα οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη τήρησε όλους τους κανόνες επιμέλειας του ιατρικού επαγγέλματος και συγκεκριμένα του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητάς της, δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν ως αμελή τη συμπεριφορά της και να τη συνδέσουν αιτιωδώς με τη σωματική βλάβη της πρώτης αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα δε, σαφώς αναφέρεται ότι υπήρξε ενημέρωση της πρώτης αναιρεσείουσας, από την πρώτη αναιρεσίβλητη και τον καθηγητή Γ. Φ., τόσο για την ως άνω ενδεδειγμένη θεραπεία, στην οποία ήταν αναγκαίο να υποβληθεί, όσο και για τις πιθανότητες εμφάνισης των προαναφερόμενων παρενεργειών αυτής συνεπεία του νεανικού διαβήτη, από τον οποίο αυτή έπασχε και, επίσης, ότι η πρώτη αναιρεσείουσα συμφώνησε να υποβληθεί στη συγκεκριμένη θεραπεία.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος, από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντίστοιχες αιτιάσεις για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων και ιδιαίτερα αυτών του ν. 2619/1998, που καθορίζουν τους όρους έγκυρης συναίνεσης του ασθενούς ως προϋπόθεση για τη διενέργεια της ακολουθητέας θεραπείας, καθώς και για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα σχετικά με την ενημέρωση της πρώτης αναιρεσείουσας περί του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης παρενεργειών από την θεραπεία της, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 32/2017). Εξάλλου, ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης.

Η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις ή με την έφεση για πρώτη φορά στο εφετείο νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 43/2011).

Κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος θεμελιώνεται σε ισχυρισμό, που δεν περιέχεται στην ιστορική βάση της αγωγής, αλλά προβλήθηκε για πρώτη φορά φορά απαραδέκτως με την προσθήκη των προτάσεων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο εφετείο με την έφεση του ενάγοντος, εφόσον με αυτόν τροποποιείται η ιστορική βάση της αγωγής ή προστίθεται σ' αυτή νέα ιστορική βάση (ΑΠ 128/2012, ΑΠ 1852/2006).

Περαιτέρω, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικώς με ειδικό λόγο αναιρέσεως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας εκ των δύο αιτιολογιών, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικώς αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως.

Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας (κύριας και επικουρικής), χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 853/2019, ΑΠ 1207/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω, δεύτερο, λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης, ευθέως και εκ πλαγίου, των πιο πάνω διατάξεων, καθόσον, ενώ δέχεται ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν ενημέρωσε την πρώτη αναιρεσείουσα, ότι στο εξωτερικό, κατά τον κρίσιμο χρόνο, χρησιμοποιείτο σε κάποιες περιπτώσεις ένα ακόμη πιο προηγμένο σύστημα θεραπείας, μέθοδος IMRT (ακτινοθεραπεία με διαμορφούμενη ένταση δέσμης), το οποίο έχει δυνατότητα να ακτινοβολεί με μεγαλύτερες ποσότητες ακτινοβολίας τον όγκο, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη ασφάλεια στους υγιείς ιστούς, και με το οποίο μειώνονται σημαντικά οι?επικίνδυνες παρενέργειες, με αποτέλεσμα να καθίσταται μη νόμιμη η διενέργεια της θεραπευτικής μεθόδου που ακολουθήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού η ως άνω αναιρεσείουσα, εφόσον είχε ενημερωθεί για την ως άνω εναλλακτική μέθοδο, πιθανότατα θα είχε αποτραπεί να υποβληθεί σ' αυτή, παρ' όλα αυτά, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή τους, με την ασαφή και αντιφατική αιτιολογία, ότι η ενημέρωση για την ύπαρξη εναλλακτικής μεθόδου στο εξωτερικό "δεν ήταν ούτε αναγκαίο ούτε εύλογο να συμβεί, αφού σχεδόν πάντα υπάρχει κάτι πιο σύγχρονο και αποτελεσματικότερο στο εξωτερικό είτε σε πειραματικό στάδιο είτε σε πρακτική εφαρμογή, που ο κάθε ασθενής μπορεί να ερευνήσει και να πληροφορηθεί την ύπαρξη του".

Ωστόσο, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και ειδικότερα της αγωγής και των προτάσεων των αναιρεσειόντων (εναγόντων) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και της έφεσής τους, προκύπτει ότι αυτοί δεν θεμελίωσαν την αγωγή τους και στο γεγονός της παράλειψης της πρώτης αναιρεσίβλητης να ενημερώσει την πρώτη αναιρεσείουσα για την ύπαρξη εναλλακτικής μεθόδου θεραπείας, είτε σε ιδιωτικές κλινικές είτε στο εξωτερικό (καθόσον τη θεμελίωναν μόνον σε πλημμελή εκτέλεση της θεραπευτικής μεθόδου και σε μη ενημέρωση για την έκταση των παρενεργειών της μεθόδου αυτής), αλλά προέβαλαν απαραδέκτως τον ως άνω, µη περιλαμβανόμενο στην ιστορική βάση της αγωγής, ισχυρισμό, µε τον οποίο προστέθηκε σ' αυτή νέα ιστορική βάση, το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεών τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στη συνέχεια στο εφετείο, με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους (βλ.

ΑΠ 423/2009, ΑΠ 128/2012). Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το εξεταζόμενο μέρος, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος κατ' άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, αφού δεν προβλήθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (πρβλ. ΑΠ 7/2018). Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω λόγος, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την κύρια αιτιολογία της, με την οποία κρίθηκε, ότι δεν ήταν αναγκαία η ενημέρωση της πρώτης αναιρεσείουσας περί της δυνατότητας εναλλακτικής θεραπείας στο εξωτερικό, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού δεν πλήττεται με την αναίρεση η απόφαση και ως προς την επικουρική της αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, "εάν είχε την πληροφόρηση για την ύπαρξη και λειτουργία του συστήματος αυτού στο εξωτερικό, προκειμένου να μειώσει κατ' ολίγον τις πιθανότητες παρενεργειών, ενόψει μάλιστα του επείγοντος προς υποβολή της σε θεραπεία, θα το επέλεγε και ιδίως δεν αποδείχθηκε ότι θα είχε την οικονομική δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις απαιτούμενες τεράστιες δαπάνες για τη νοσηλεία και θεραπεία της στο εξωτερικό", και η οποία (επικουρική αιτιολογία), περί έλλειψης δηλαδή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης ενημέρωσης της πρώτης αναιρεσείουσας για την ύπαρξη εναλλακτικής θεραπείας στο εξωτερικό και της επελθούσας βλάβης της υγείας της, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης, το οποίο, ως εκ τούτου, δεν επηρεάζεται από την τυχόν παραδοχή του ως άνω προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 798/2010).

Για την πληρότητα του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1405/2019, ΑΠ 466/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' (και όχι αρ. 8) Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο, και ειδικότερα την από 11/03/2013 ιατροδικαστική γνωμοδότηση της Μ.

Γ. - ειδικού ιατροδικαστού, η οποία επισημαίνει σ' αυτή τα ακόλουθα: "...στην πρώτη φάση της ακτινοθεραπείας, έπρεπε να χορηγηθεί, με 2 αντίθετα πλάγια πεδία, δόση όγκου έως 45 Gy, η οποία είναι η οριακή δόση ανοχής του νωτιαίου μυελού, ο οποίος βρίσκεται εντός του πεδίου ακτινοβόλησης. Η εν λόγω ασθενής κατά την πρώτη φάση της ακτινοβόλησης έλαβε δόση όγκου 48 Gy, δόση μεγαλύτερη από την ανοχή του νωτιαίου μυελού.

Η ανωτέρω αυξημένη δόση ακτινοβολίας, συνετέλεσε στην πρόκληση της νευρολογικής της σημειολογίας, εικόνα τετραπάρεσης... Άρα, σύμφωνα με τα ανωτέρω στοιχεία, η εν λόγω ασθενής έλαβε συνολικό αλλά και ημερήσιο κλάσμα ακτινοβολίας μεγαλύτερο από το ενδεικυόμενο για την ηλικία της, λαμβανομένης υπόψη και της παθήσεώς της....

Οι θεράποντες ιατροί, όφειλαν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στην επιλογή της θεραπείας της και να λάβουν σοβαρά υπόψη, τον σακχαρώδη διαβήτη, ώστε να μην ξεπεράσουν και ίσως να μην πλησιάσουν τα ανώτερα επιτρεπόμενα όρια", και έτσι, λόγω μη αξιολογήσεως και του ως άνω αποδεικτικού μέσου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δόση ακτινοβολίας που έλαβε η πρώτη αναιρεσείουσα ήταν η επιτρεπόμενη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στην απόφαση γίνεται ειδική μνεία και αντίκρουση του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι η βλάβη στην πρώτη αναιρεσείουσα προκλήθηκε επειδή χορηγήθηκε στο νωτιαίο μυελό μεγαλύτερη ποσότητα από την επιτρεπόμενη δόση ακτινοβολίας, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν ως άνω αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, καθό μέρος με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση, ότι από το παραπάνω έγγραφο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας του εν λόγω μέσου και επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση αυτού κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη, από 2-4-2018, αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, καθόσον αφορά την δευτέρα (από 7-12-2017) συνεκδικαζομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να λεχθούν τα εξής:

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1, 118 εδ. 4 και 577 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι λόγοι αναιρέσεως, είτε του κυρίως δικογράφου είτε των προσθέτων λόγων, πρέπει να αναφέρονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, στην αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια, που συνιστά λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1622/201, ΑΠ 2206/2009).

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης (ΑΠ 778/2009).

Κατά συνέπεια, προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, του οποίου το περιεχόμενο ουδόλως άπτεται του αναιρετικού ελέγχου, είναι απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης ως άνω από 7-12-2017 αίτησης ορίστηκε η δικάσιμος της 10-12-2018. Οι αιτούντες άσκησαν πρόσθετο λόγο, με το από 27-8-2018 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 4-9-2018, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.

Από την υπ' αριθμ. .../10-9-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ι. Χ., την οποία μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου του ως άνω πρόσθετου λόγου επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο στις 10-9-2018, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Επομένως, ο πρόσθετος αυτός λόγος ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Προβάλλουν δε με αυτόν οι αναιρεσείοντες (προσεπικαλούντες - παρεμπιπτόντως ενάγοντες) ότι έχουν έννομο συμφέρον προς άσκηση της αίτησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, προκειμένου, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η από 2-4-2018 αίτηση των κυρίως εναγόντων και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την έφεση αυτών, με την οποία διώκεται η εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και η παραδοχή της αγωγής τους, να αναιρεθεί αυτή και ως προς τη δική τους έφεση κατά του προσεπικαλουμένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου (Ελληνικού Δημοσίου), προκειμένου να γίνει δεκτή η κατ' αυτού παρεμπίπτουσα αγωγή τους.

Με αυτό το περιεχόμενο ο πρόσθετος αυτός λόγος, με τον οποίο, αποκλειστικά, γίνεται επίκληση του επικουρικού χαρακτήρα του κυρίως δικογράφου της αναίρεσης, δεν άπτεται, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα σκέψη, του αναιρετικού ελέγχου και, συνεπώς, είναι απαράδεκτος.

Σύμφωνα με το άρθρο 88 Κ.Πολ.Δ. "Ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στην δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας". Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή να σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία να ζητείται η καταβολή στον προσεπικαλούντα από τον προσεπικαλούμενο (α) όλου ή μέρους εκείνου, το οποίο σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατά του εναγομένου κύριας αγωγής θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο ή (β) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα.

Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι κατά την έννοια του άρθρου 88 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή πρέπει ο προσεπικαλών να ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του προσεπικαλουμένου υπάρχει, σύμφωνα με το νόμο ή σύμβαση, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 777/2016, ΑΠ 1372/2015).

Απαιτείται, δηλαδή, στην περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκουμένη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι μόνον εάν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη, κύρια δίκη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης, με βάση τη δεύτερη έννομη σχέση, κατά του προσεπικαλουμένου.

Επομένως, βάση της κατά το άρθρο 88 ΚΠολΔ ασκούμενης από τον εναγόμενο προσεπίκλησης και της ενωμένης σ' αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του προσεπικαλούμενου τρίτου, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η τυχόν συνδέουσα τον προσεπικαλούντα και τον προσεπικαλούμενο ειδική έννομη σχέση, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου (προσεπικαλουμένου) να καταβάλει στον πρώτο (προσεπικαλούντα) την αποζημίωση που αξιώνει απ' αυτόν (προσεπικαλούντα) ο κυρίως ενάγων.

Αντιθέτως, σε περίπτωση που η ιστορική βάση αυτής (προσεπίκλησης) περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος, και γενικότερα υπόχρεος έναντι αυτού από την επίδικη έννομη σχέση, υπήρξε ο προσεπικαλούμενος τρίτος, τότε η προσεπίκληση (με την παρεμπίπτουσα αγωγή) είναι νομικά αβάσιμη, αφού η αλήθεια αυτού του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού που συνεπάγεται την απόρριψή της, αίρει ταυτόχρονα και τον νομικό λόγο της κατά το άρθρο 88 Κ.Πολ.Δ προσεπίκλησης και της ενωμένης σ' αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μία και την αυτή δίκη, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 934/2013, 2077/2013, 415/2010).

Εξάλλου, εφόσον η δίκη επί της προσεπικλήσεως εξαρτάται από την κύρια δίκη, είναι προφανές ότι η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή έχει επικουρικό χαρακτήρα και εξετάζεται μόνον όταν η κύρια αγωγή κριθεί σε βάρος του προσεπικαλούντος (πρβλ. ΑΠ 1131/2012). Ειδικότερα, μετά την παραδοχή της κύριας αγωγής, το δικαστήριο, αν δεν έχει σωρευθεί αγωγή αποζημιώσεως, δεν θα ασχοληθεί καθόλου με την προσεπίκληση ούτε και με την τυχόν ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του προσεπικληθέντος, ενώ η απόρριψη της κύριας αγωγής έχει ως άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της προσεπίκλησης και της παρεμπίπτουσας αγωγής (ΑΠ 1357/2018, ΑΠ 1037/2010, ΑΠ 1206/1989), οι οποίες και απορρίπτονται για το συγκεκριμένο αυτό λόγο.

Σε περίπτωση, όμως, που ερευνηθεί η προσεπίκληση δημιουργείται δεδικασμένο για την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος του προσεπικαλούντος στις σχέσεις μεταξύ προσεπικαλούντος και προσεπικαλουμένου. Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης προσδιορίζεται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, κατά το οποίο και μεταβιβάζεται η υπόθεση στο επιλαμβανόμενο της έφεσης δικαστήριο.

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 88, 89, 277 αρ. 4 και 517 ΚΠολΔ συνάγεται ότι αν ο εναγόμενος προσεπικαλέσει στη δίκη το δικονομικό εγγυητή του και συγχρόνως ενώσει μαζί με την προσεπίκληση και αγωγή αποζημιώσεως, ο δε προσεπικληθείς και με την παρεμπίπτουσα αγωγή εναγόμενος προσήλθε στη δίκη, αλλά δεν άσκησε παρέμβαση, περιορισθείς μόνο στην απόκρουση της προσεπικλήσεως και την άρνηση της υποχρεώσεώς του για αποζημίωση, δεν καθίσταται διάδικος στην κύρια δίκη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, ούτε δημιουργείται ομοδικία μεταξύ αυτού (προσεπικληθέντος) και του προσεπικαλέσαντος αυτόν εναγομένου.

Από αυτά παρέπεται ότι, αν απορριφθεί η αγωγή και, ως εκ τούτου, και η προσεπίκληση και η ενωμένη με αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, ως αλυσιτελής λόγω ελλείψεως αντικειμένου, ο ενάγων στην κύρια δίκη, ασκώντας έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε την αγωγή του, δεν δικαιούται να την απευθύνει και κατά του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναχθέντος, διότι ο τελευταίος, εφόσον δεν παρενέβη, δεν κατέστη διάδικος στην κύρια δίκη (ΑΠ 1430/2007).

Ο εναγόμενος, όμως, στην κύρια δίκη, του οποίου απορρίφθηκε η προσεπίκληση και η ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, δικαιούται να ασκήσει έφεση εναντίον του προσεπικληθέντος και παρεμπιπτόντως εναγομένου, προκειμένου να καταστούν και αυτές (προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή) αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης.

Η έφεση αυτή, κατ' ανάγκη, είναι επικουρική, τελεί δηλαδή υπό την αίρεση ευδοκιμήσεως της εφέσεως του κυρίως ενάγοντος, γιατί αλλιώς ο προσεπικαλέσας δεν έχει, κατ' αρχήν, έννομο συμφέρον να προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση. Το έννομο αυτό συμφέρον δημιουργείται το πρώτον με την παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος, ανατρέχει όμως κατά τη φύση και το σκοπό της αιρέσεως, υπό την οποία τελεί η έφεση του εναγομένου, στο χρόνο ασκήσεως του ένδικου αυτού μέσου (ΑΠ 1357/2018, ΑΠ 1010/2017, ΑΠ 1601/2014, ΑΠ 1037/2010).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 παρ.1 και 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).

Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Ως διάδικοι, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., νοούνται αυτοί που μετέσχον στην αναιρετική δίκη μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.

Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι, οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στο πλαίσιο άλλης συνεκδικασθείσας έφεσης (ΑΠ 81/2012). Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναίρεσης προθεσμία του νόμου (ΑΠ 1717/2002).

Επομένως, στην προαναφερόμενη περίπτωση, αν η έφεση του κυρίως ενάγοντος καθώς και η επικουρική έφεση του εναγομένου - προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος απορριφθούν κατ' ουσίαν και κατά της εφετειακής απόφασης ασκήσει αναίρεση μόνο ο εκκαλών της κύριας έφεσης ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η κύρια αγωγή, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση παραδοχής της, να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναίρεσης περιορίζονται μόνο στους διαδίκους της αναιρετικής δίκης, μεταξύ των οποίων θα διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.

Η αναίρεση, δηλαδή, δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης που αφορά την απορριφθείσα επικουρική έφεση του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής (προσεπικαλέσαντος), αφού ο ενάγων της κύριας δίκης δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας κατά το μέρος αυτής που αφορά στην δίκη μεταξύ του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος και του προσεπικληθέντος - παρεμπιπτόντως εναγομένου (ΑΠ 387/2018).

Ενόψει αυτού, ο προσεπικαλών - παρεμπιπτόντως ενάγων μπορεί να προστατευθεί, ασκώντας από την πλευρά του επικουρική αναίρεση πλήττοντας την εφετειακή απόφαση, κατά το αντίστοιχο κεφάλαιο, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής. Στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές, ότι μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως του κυρίως ενάγοντος, παρέλκει ως άνευ αντικειμένου η έρευνα της επικουρικής αναίρεσης του προσεπικαλούντος - παρεμπιπτόντως ενάγοντος (ΑΠ 1131/2012, ΑΠ 1368/2010).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης είναι και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, η έλλειψη του οποίου ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (577 παρ. 2 ΚΠολΔ). Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται βλάβη από αυτά.

Επομένως, σε περίπτωση τελεσίδικης απόρριψης της προσεπίκλησης και της ενωμένης σ' αυτή παρεμπίπτουσας αγωγής, όχι λόγω του επικουρικού της χαρακτήρα, ήτοι ως άνευ αντικειμένου λόγω απορρίψεως της κύριας αγωγής, αλλά για άλλο λόγο, εφόσον από την απόφαση αναπτύσσονται δυσμενείς συνέπειες για τον προσεπικαλούντα, πράγμα που συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης, και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, τότε ο προσεπικαλών - παρεμπιπτόντως ενάγων δικαιούται να ασκήσει αυτοτελώς αναίρεση κατά της ανωτέρω απόφασης μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (πρβλ ΑΠ 1130/2015), ανεξαρτήτως αν απορριφθεί η κατ' αυτού αναίρεση και συνακόλουθα η αγωγή του κυρίως ενάγοντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το αναλυτικά εκτιθέμενο στην αρχή της παρούσας διαδικαστικό ιστορικό, με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, απορρίφθηκε τελεσιδίκως, εκτός από την αγωγή των κυρίως εναγόντων, και η ασκηθείσα από τους δύο εναγομένους προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, όχι λόγω του επικουρικού της χαρακτήρα, αλλά ως μη νόμιμη, με την παρακάτω αναλυτικά εκτιθέμενη αιτιολογία.

Ενόψει αυτού, οι προσεπικαλούντες, επικαλούμενοι ότι βλάπτονται από την αιτιολογία της απόφασης, καθόσον δημιουργείται από αυτή δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος τους, παραδεκτά, σύμφωνα με τις προηγηθείσες σκέψεις, και ανεξάρτητα από τον προφανή επικουρικό της χαρακτήρα, ασκούν την υπό κρίση από 7-12-2017 αίτηση για αναίρεση της ανωτέρω προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις διαλαμβανόμενες σ' αυτή αιτιολογίες, "έστω και με την επικουρική μορφή της αντικατάστασης" αυτών, όπως αναφέρεται στο αιτητικό της, και πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Εσφαλμένο αιτιολογικό υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, νοείται εδώ η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης που ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 32/2002).

Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, υπάρχει όμως σφάλμα στις αιτιολογίες, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 8/1993, ΑΠ 1624/2008). Έτσι η ευδοκίμηση των λόγων αναίρεσης που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ), εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 690/2019).

Εφόσον, όμως, υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της, οπότε ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 736/2019).

Έτσι, ο Άρειος Πάγος εκτιμά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος προς αποτροπή δυσμενούς γι' αυτόν δεδικασμένου από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, αν αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ο Άρειος Πάγος πρέπει να αναιρέσει την απόφαση μόνον ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Το ίδιο συμβαίνει και επί προσεπικλήσεως με την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αποζημιώσεως στην περίπτωση που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να απορριφθεί ως αλυσιτελής ως άνευ αντικειμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, στη δίκη επί της 16-4-2010 αγωγής των τεσσάρων (κυρίως) εναγόντων (αναιρεσειόντων στην πρώτη αναίρεση) οι δύο εναγόμενοι στην κύρια αυτή αγωγή (αναιρεσείοντες στην υπό κρίση δεύτερη αναίρεση), με το από 27-4-2011 δικόγραφο προσεπίκλησης σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσας αγωγής, προσεπικάλεσαν στη δίκη ως δικονομικό τους εγγυητή το Ελληνικό Δημόσιο, ισχυριζόμενοι α) ότι η πρώτη από αυτούς είναι ιατρός, υπάλληλος του Θεαγενείου Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο κατείχε τη θέση της διευθύντριας του ακτινοθεραπευτικού τμήματος, έχοντας δηλαδή τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα, και ότι δυνάμει της Αια/12291/11-11-1999 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας Πρόνοιας, ολόκληρο το ως άνω Τμήμα του Θεαγενείου Νοσοκομείου εγκαταστάθηκε στο δεύτερο εξ αυτών ν.π.ι.δ. (Νοσοκομείο Παπαγεωργίου), β) ότι η επικαλούμενη στην κύρια αγωγή βλάβη της υγείας και ζημία της πρώτης ενάγουσας επήλθε ενόσω η πρώτη προσεπικαλούσα ασκούσε δημόσια υπηρεσία, προσφέροντας τις ιατρικές της υπηρεσίες εντός του πλαισίου των ανατεθέντων σ' αυτήν καθηκόντων, προς όφελος του εν λόγω Νοσοκομείου Παπαγεωργίου και όχι προς ίδιο όφελος και γ) ότι ενόψει αυτών και σύμφωνα με το άρθρο 38 του Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων, λόγω της πιο πάνω ιδιότητάς της, η πρώτη προσεπικαλούσα δεν ευθύνεται έναντι τρίτων για τις προκληθείσες σ' αυτούς ζημίες εξ αιτίας πράξεων ή παραλείψεων, αλλά ευθύνεται μόνον το Ελληνικό Δημόσιο.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, οι αναιρεσείοντες προσεπικάλεσαν το τελευταίο να παρέμβει στην επί της κύριας αγωγής εκκρεμή δίκη, ενώνοντας παράλληλα και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι αυτό οφείλει να τους καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθούν να καταβάλουν στους κυρίως ενάγοντες.

Επί των εφέσεων που άσκησαν οι κυρίως ενάγοντες και οι εναγόμενοι - προσεπικαλούντες κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκαν η μεν κύρια αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και η προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως ως μη νόμιμη, το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, όσον αφορά την έφεση των κυρίως εναγόντων, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια αγωγή ως προς τους δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των εναγόντων, αντικαθιστώντας (σιωπηρά), κατά το μέρος αυτό, την αιτιολογία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που την είχε απορρίψει και ως προς αυτούς ως ουσιαστικά αβάσιμη, στη συνέχεια, απέρριψε την έφεση και ως προς την πρώτη κυρίως ενάγουσα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Έτσι, απορρίφθηκε τελεσίδικα η αγωγή των κυρίως εναγόντων, με άμεση δικονομική συνέπεια, κατά τα προεκτεθέντα, να καταστεί άνευ αντικειμένου η έρευνα της προσεπίκλησης μετά της παρεμπίπτουσας αγωγής, η οποία έπρεπε για το λόγο αυτό να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Το Εφετείο, ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε ως μη νόμιμη την προσεπίκληση και την ενωμένη σ' αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή, με την εξής αιτιολογία: "Σύμφωνα με το ιστορικό της ως άνω προσεπίκλησης - παρεμπίπτουσας αγωγής, η προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα (πρώτη αναιρεσείουσα), κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών στην ως άνω (ενν.

πρώτη) ενάγουσα της κύριας αγωγής, που, κατά τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν (αγωγή), προκλήθηκε βαριά σωματική βλάβη στην παθούσα, δεν ασκούσε δημόσια υπηρεσία, ούτε εκτελούσε υπηρεσιακά καθήκοντα ανατεθέντα σ' αυτήν από το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Θεαγένειο Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης", στο οποίο διατηρούσε την οργανική της θέση ως ιατρός του ΕΣΥ, μισθοδοτούμενη από αυτό, ώστε να μην ευθύνεται ατομικά έναντι της ως άνω ζημιωθείσας ενάγουσας, καθόσον το ανεύθυνο των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου έναντι τρίτων για τις πράξεις ή παραλείψεις τους, κατά τα άρθρα 2 παρ. 2 και 38 παρ. 1 του ν. 3528/2007 (και των ομοίων διατάξεων 2 παρ. 2, 38 παρ. 1 του προϊσχύσαντος δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα ν. 2683/1999) προϋποθέτει, ότι η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των υπαλλήλων έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους ή επ' ευκαιρία ασκήσεως αυτών, προϋπόθεση, όμως που....

δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Πέραν αυτού, όμως, εφόσον η προσεπικαλούσα - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, βάσει του νόμου, δεν ευθύνεται για τις ζημιογόνες πράξεις που της αποδίδονται και ότι, εάν ήταν βάσιμο το ιστορικό της κύριας αγωγής, αποκλειστικώς υπεύθυνο έναντι των εναγόντων (ενν.

της κύριας αγωγής) είναι το Ελληνικό Δημόσιο μη νομίμως ασκείται από αυτήν η προσεπίκληση και η παρεμπίπτουσα αγωγή. Εξάλλου, όσον αφορά στο προσεπικαλούν - παρεμπιπτόντως ενάγον (ενν. Νοσοκομείο), ουδόλως εκτίθεται κάποια έννομη σχέση (βάσει νόμου, σύμβασης ή αδικοπραξίας), δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, να του παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης έναντι του προσεπικαλουμένου - παρεμπιπτόντως εναγομένου.

Σε κάθε περίπτωση, από τα οριζόμενα στον ιδρυτικό νόμο του ως άνω νοσοκομείου (ν. 1964/1991) δεν συνάγεται ότι υπάρχει κάποια τέτοια έννομη σχέση". Ενόψει όλων αυτών, το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την απόρριψη της προσεπίκλησης, κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της είναι ορθό και, συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος, από τον αρ. 1 και 19, λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Όμως, οι αναιρεσείοντες έχουν έννομο συμφέρον, το οποίο και επικαλούνται, στην αντικατάσταση της προαναφερόμενης εσφαλμένης αιτιολογίας, διότι από αυτήν, και ειδικότερα από την πρώτη επάλληλη αιτιολογία όσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα, δημιουργείται δυσμενές σε βάρος τους δεδικασμένο, συνιστάμενο στην ανυπαρξία της αναφερόμενης στην προσεπίκληση ειδικής έννομης σχέσης μεταξύ προσεπικαλούντων και προσεπικαλουμένου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία, σε περίπτωση ήττας τους στην κύρια δίκη, που έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω πρόκλησης βλάβης σε τρίτον, συνεπεία ιατρικού σφάλματος της πρώτης αναιρεσείουσας κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών της στο δεύτερο αναιρεσείον Νοσοκομείο, παρέχει σε αυτούς δικαίωμα αποζημίωσης κατά του προσεπικαλουμένου Ελληνικού Δημοσίου.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και εφόσον απορρίφθηκε, όπως ήδη εκτέθηκε, η αίτηση αναιρέσεως και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι των κυρίως εναγόντων, με αποτέλεσμα να παρέλκει, κατά τα λοιπά, η έρευνα της υπό κρίση αναίρεσης και κατά τον επικουρικό της χαρακτήρα, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, α) να απορριφθεί η εν λόγω αναίρεση και ο επ' αυτής από 27-8-2018 πρόσθετος λόγος των προσεπικαλούντων και β) να αντικατασταθεί το προαναφερόμενο εσφαλμένο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ως προς το οποίο και μόνον αυτή αναιρείται, με το πιο πάνω ορθό αιτιολογικό της παρούσας.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν.3693/1957, το οποίο εφαρμόζεται, εφόσον η νομική του υπηρεσία διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2018 αίτηση των 1) Ζ. Ζ., 2) Ε. χήρας Γ. Ζ., 3) Ν. Ζ. και 4) Χ. Ζ. για αναίρεση της 1286/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Απορρίπτει την από 7-12-2017 αίτηση και τον επ' αυτής από 27-8-2018 πρόσθετο λόγο των 1) Δ. Μ. και 2) του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ", για αναίρεση της 1286/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19-6-2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ