Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence regarding employee's superior performance and refusal to sign termination letter.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment in an employment dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider his superior performance and refusal to sign a termination letter as evidence of the employer's bad faith. The court ruled that these arguments constituted the evaluation of evidence rather than 'facts' requiring reconsideration, thereby upholding the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 no. 5 of the Code of Civil Procedure; Appeals based on the non-consideration of arguments or conclusions drawn from the evaluation of evidence are inadmissible as they do not constitute 'facts' under the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 517 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 517/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Πέτρου Τσαντίλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Ζωητού, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών με αριθμό 582/12-4-2013. Εκδόθηκαν η 1452/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 6552/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 20/5-2-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσίβλητης στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 10 του β.δ. 748/1966, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ.3 του ν. 4504/1966 και 904 ΑΚ, συνάγεται ότι ο μισθωτός, που απασχολήθηκε νόμιμα ή παράνομα κατά την ημέρα της Κυριακής ή άλλης κατά νόμο εξαιρέσιμης αργίας και με την προϋπόθεση ότι η απασχόλησή του αυτή υπερέβη τις πέντε (5) ώρες, δικαιούται αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) σε άλλη ημέρα της εβδομάδας και εντεύθεν έχει δικαίωμα, εκτός της προσαύξησης του 75% επί του νομίμου ημερομισθίου του, σύμφωνα με τις 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, να αξιώσει και αποζημίωση για την προσφορά της εργασίας του κατά την ημέρα της Κυριακής, χωρίς να του δοθεί άλλη ημέρα ανάπαυσης, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή να αξιώσει την απόδοση της ωφέλειας που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εργοδότης από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, αποφεύγοντας έτσι ισόποση αμοιβή, που θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου κατά την ημέρα αυτή (ΑΠ 930/2013).
Για την εργασία του, όμως, αυτή την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα) στις περιπτώσεις εφαρμογής του συστήματος της πενθήμερης εργασίας, ο μισθωτός δεν δικαιούται αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), διότι η έκτη ημέρα της εβδομάδας δεν έχει το χαρακτήρα υποχρεωτικής αργίας, όπως η εβδόμη ημέρα της εβδομάδας και, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν, ούτε και αναλόγως, τα όσα ισχύουν για απασχόληση κατά τη διάρκεια των Κυριακών (ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 925/2008).
2.Εξάλλου, για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 ΑΚ, η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση αμοιβής για τη μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ρεπό), πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφό της, εκτός από την κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και τους όρους αυτής, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι αξιώσεις, η χρονική διάρκεια της εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος με αναφορά στις ημέρες απασχόλησης αυτού, από όπου προκύπτει ο αριθμός των ημερών αναπληρωματικής ανάπαυσης, καθώς και το αξιούμενο για την αιτία αυτή ποσό (ΑΠ 1004/2017).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής (ΚΠολΔ 216 παρ.1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, διάταξη προς την οποία εννοιολογικώς ταυτίζεται εκείνη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ ή την ταυτόσημη του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά το ν. 4335/2015) λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής.
Η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ δεν προβλέπεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ ως λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και με την έννοια αυτή, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής (ΑΠ 167/2011).
3.Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι με την ένδικη, από 10-4-2013 και με αριθμό κατάθεσης 582/12-4-2013, αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι, την 15-5-2000, είχε προσληφθεί από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως σερβιτόρος, στο ευρισκόμενο στο ...
ξενοδοχείο της, επί πενθήμερο και επί 40 ώρες εβδομαδιαίως. Ότι η εναγομένη του επέβαλε να εργάζεται επί 8,50 ώρες ημερησίως (ήτοι από 18:00 έως 2:30), πραγματοποιώντας έτσι 42,50 ώρες (8,50 ώρες Χ 5 ημέρες) εβδομαδιαίως και από το έτος 2007 μέχρι την 4-11-2011, οπότε απελύθη, εργάσθηκε ως captain, ο δε βασικός μισθός του είχε διαμορφωθεί στα εκεί αναφερόμενα ποσά.
Ότι κατά το έτος 2007 εργάσθηκε 18 "ρεπό", ανά δύο κατά τους μήνες Ιανουάριο, Απρίλιο, Οκτώβριο και Νοέμβριο, ανά τρία κατά τους μήνες Μάρτιο, Μάιο και Δεκέμβριο και ένα τον Ιούλιο, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2008 εργάσθηκε 12 "ρεπό", τρία τον Ιανουάριο, ένα το Φεβρουάριο και ανά δύο τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο, κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2008 εργάσθηκε 9 "ρεπό", ανά δύο τους μήνες Ιούλιο, Οκτώβριο και Νοέμβριο και τρία το Σεπτέμβριο, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2009 εργάσθηκε 10 "ρεπό", ένα τον Ιανουάριο, ένα το Φεβρουάριο, δύο το Μάρτιο και ανά τρία κατά τους μήνες Απρίλιο και Ιούνιο, κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2009 εργάσθηκε 6 "ρεπό", δύο τον Ιούλιο, τρία το Σεπτέμβριο και ένα το Νοέμβριο, κατά το έτος 2010 εργάσθηκε 18 "ρεπό", ανά τρία κατά τους μήνες Ιανουάριο, Μάρτιο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, δύο το Φεβρουάριο και ανά ένα κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο και κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 4-11-2011 εργάσθηκε 14 "ρεπό", ανά δύο κατά τους μήνες Ιανουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο, Ιούνιο και Οκτώβριο και ανά ένα κατά τους μήνες Φεβρουάριο, Μάιο, Ιούλιο και Σεπτέμβριο, για τα οποία δικαιούται αμοιβής ίσης με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του, προσαυξημένο κατά 25% για κάθε ώρα πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι των 45 ωρών και κατά 100% για κάθε ώρα πέραν των 45 ωρών, προσαυξημένες οι νυκτερινές ώρες με επιπλέον προσαύξηση 25%, επικαλούμενος ότι εργαζόταν συνολικά 51 ώρες εβδομαδιαίως (ήτοι 8,50 ώρες Χ 6 ημέρες = 51 ώρες), εκ των οποίων 5 ώρες υπερεργασία και 6 ώρες υπερωριακή απασχόληση.
Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε, εκτός των άλλων, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 7.411,80 ευρώ, λόγω αποζημίωσης για την απασχόλησή του κατά τη διάρκεια των "ρεπό", αλλά και με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 6552/2017 απόφαση του δικάσαντος κατ' έφεση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (ΚΠολΔ 522), που είχε ασκήσει ο ενάγων κατά της 1452/2013 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη κατά το ανωτέρω κονδύλιο, έκρινε την αγωγή ως αόριστη κατά το μέρος αυτό, με το εξής σκεπτικό: "Η ένδικη αγωγή ως προς το κονδύλιο για αποζημίωση, λόγω μη χορήγησης εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) και διαφορά ημερομισθίου κατά την εβδομαδιαία ανάπαυση (ρεπό), τυγχάνει απορριπτέα ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, δεδομένου ότι, ενώ γίνεται επίκληση περί εργασίας του ενάγοντος επί πενθημέρου και αιτείται αποζημίωση λόγω μη χορήγησης εβδομαδιαίας ανάπαυσής του και διαφορά ημερομισθίου κατά την εβδομαδιαία ανάπαυσή του, δεν προσδιορίζει εάν οι ημέρες ανάπαυσής του, κατά τις οποίες εργάσθηκε, ήταν Σάββατα ή Κυριακές, αλλά όλως αορίστως αναφέρει μόνο τον αριθμό των ημερών που εργάσθηκε δίχως να λάβει ρεπό, ενώ επιπλέον για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, που αξιώνει, προσαυξάνει όλως εσφαλμένως το ημερομίσθιό του με ποσοστό 25% λόγω υπερεργασίας και 100% λόγω υπερωριακής απασχόλησης, συνυπολογίζοντας, δίχως τούτο να επιτρέπεται [...], για τον προσδιορισμό της υπερεργασίας και της υπερωρίας, στην εβδομαδιαία απασχόληση που είναι πενθήμερη και την απασχόληση κατά την ημέρα της ανάπαυσης, καθώς πολλαπλασιάζει την ημερήσια απασχόλησή του επί έξι (6) ημέρες, ενώ η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία.
Ειδικότερα, η υπερεργασία περιορίζεται στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και δεν επεκτείνεται και στις ημέρες ανάπαυσης (Κυριακή ή άλλη ημέρα ανάπαυσης, ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα λόγω πενθημέρου), κατά τις οποίες τυχόν εργάσθηκε ο μισθωτός, αφού η εργασία κατά τις ημέρες αυτές ρυθμίζεται αυτοτελώς [...], γεγονός που ισχύει και για την υπερωριακή απασχόληση [...].
Περαιτέρω, ενόψει του ότι δεν προσδιορίζεται εάν οι ημέρες ανάπαυσης, κατά τις οποίες εργάσθηκε, αντιστοιχούν σε Σάββατα ή Κυριακές, δεν δύναται να κριθεί ο νόμιμος υπολογισμός της αμοιβής του και να υπολογισθεί αυτή ή η τυχόν διαφορά σε σχέση με την ήδη καταβληθείσα, που αφαιρείται, καθόσον μέρος της αιτούμενης αμοιβής του αφορά στην πραγματικότητα αμοιβή εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (Σάββατο), πλέον προσαύξησης έναντι νυκτερινής εργασίας και υπερωρίας και μέρος αυτής αφορά αποζημίωση για απασχόληση τις Κυριακές μετά προσαύξησης νυκτερινής και υπερωρίας, δεδομένου και του γεγονότος ότι διαφέρει ο υπολογισμός και δη κατά το Σάββατο δεν οφείλεται προσαύξηση 75%, ούτε οφείλεται αναπληρωματική ανάπαυση σε άλλη ημέρα της επόμενης εβδομάδας και αντίθετη συμφωνία δεν επιτρέπεται, ενώ από 11-5-2010 η εργασία κατά την έκτη ημέρα (Σάββατο) αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% [...].
Συνακόλουθα, αφού ελλείπουν τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, στοιχεία, η αγωγή ως προς το ως άνω κονδύλιο έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη".
4.Η κρίση αυτή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, δεν αναφέρεται στη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ως παραβίαση από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, που επικαλείται ο αναιρεσείων), αλλά αναφέρεται στη λεγόμενη πραγματική αοριστία, αφού δεν διευκρινίζεται στο δικόγραφο της αγωγής με επάρκεια και σαφήνεια σε ποίες αξιώσεις αναφέρεται ο ενάγων και συγκεκριμένα, εάν αναφέρεται σε αξιώσεις αμοιβής για εργασία κατά τη διάρκεια Σαββάτων, για τα οποία όμως δεν δικαιούται αμοιβής για τη μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης ("ρεπό"), ή σε αξιώσεις για μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (που συνιστά την στις συναλλαγές έννοια του "ρεπό"), οι οποίες προϋποθέτουν όμως απασχόληση αυτού κατά τη διάρκεια Κυριακών ή εξαιρετέων αργιών, περί της οποίας ουδέν διαλαμβάνεται στην αγωγή.
Δηλαδή το δικαστήριο εξέφρασε κρίση δυνάμενη να ελεγχθεί μόνο κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, η οποία, ως πλημμέλεια, δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, δικαζόντων ως δευτεροβάθμιων δικαστηρίων. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το πρώτο μέρος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (αντί του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ), προβάλλεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ ήταν επαρκώς ορισμένη, είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή στην πραγματικότητα συνιστά την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, η οποία όμως δεν ελέγχεται σε αποφάσεις των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων.
5.Περαιτέρω, ως χρόνος εργασίας νοείται ο χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου ο εργαζόμενος μπορεί αλλά και οφείλει να παράσχει την εργασία του. Το π.δ. 88/1999, το οποίο εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 93/104/ΕΚ, ορίζει ως χρόνο εργασίας "κάθε περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις, για κάθε κατηγορία εργαζομένων" (άρθρο 2).
Στο άρθρο 14 παρ. 1 του π.δ. της 27-6/4-7-1932 (ΦΕΚ Α' 212/4-7-1932) "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οκταώρου εργασίας διατάξεων", ορίζεται ότι ως ώρες εργασίας θεωρούνται οι πραγματικές, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι διακοπές ή τα διαλείμματα εργασίας. Έτσι ο χρόνος του διαλείμματος κατά τη διάρκεια της εργασίας δεν αποτελεί, κατά κανόνα, χρόνο εργασίας, δηλαδή της εκπλήρωσης από αυτόν της συμβατικής του υποχρέωσης έναντι του εργοδότη του, κατά την έννοια του άρθρου 652 ΑΚ, αλλά χρόνο διατιθέμενο από τον εργαζόμενο, εκτός αν υπάρχει ειδική αντίθετη διάταξη ή σχετική συμφωνία.
Δεν μπορεί, επομένως, χωρίς συμφωνία, να τεθεί ζήτημα υπερεργασίας ή υπερωριακής απασχόλησης, στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1087/2008). Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 ΑΚ, 5 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, εάν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση (ΑΠ 868/2018, ΑΠ 22/2014).
6.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ακόμη, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 765/2014).
7.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 561 παρ.2), το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, σε σχέση με τα αγωγικά αιτήματα για υπερεργασιακή απασχόληση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως προς τα οποία ερευνάται η υπόθεση, τα εξής ουσιώδη:
Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος διέθετε βιβλιάριο υγείας, προσελήφθη την 15-5-2000 από την εναγομένη, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εκμετάλλευση των ξενοδοχείων "...", με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί στο ξενοδοχείο της με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στο ..., με την ειδικότητα του σερβιτόρου.
Ότι συμφωνήθηκε πενθήμερη εργασία, με ωράριο οκτώ (8) ωρών ημερησίως, αντί των νομίμων αποδοχών που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) για τους ξενοδοχοϋπαλλήλους. Ότι από το έτος 2007 έως την 4-11-2011, οπότε η εναγομένη του κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και τον απέλυσε, ο ενάγων απασχολήθηκε με την ειδικότητα του "υπομαίτρ" (κάπταιν Α' κατηγορίας), αντί μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες τελευταία διαμορφώθηκαν στο ποσό των 1.155,91 ευρώ.
Ότι κατά την ένδικη χρονική περίοδο, ο ενάγων εργάσθηκε σε πενθήμερη βάση επί οκτώ ώρες ημερησίως και ναι μεν εργαζόταν από ώρα 18:00 ως 2:30 πρωινή, πλην όμως η παράταση της εργασίας του κατά μισή ώρα οφειλόταν στο διάλειμμα μισής ώρας, που πραγματοποιούσε κατά την ως άνω διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησής του.
Ότι ως χρόνος εργασίας του θεωρείται αποκλειστικά και μόνο ο χρόνος, κατά τον οποίο απασχολείτο πραγματικά στη διεξαγωγή της εργασίας, που του είχε ανατεθεί, δηλαδή περιλαμβάνονται μόνο οι ώρες της πραγματικής απασχόλησης και δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτές τα διαλείμματα. Ότι η ισόχρονη προς τις διακοπές αυτές παράταση της εργασίας μέχρι να συμπληρωθεί το κανονικό ωράριο, δεν γεννά αξίωση υπέρ των μισθωτών για λήψη αμοιβής.
Ότι, επιπλέον, δεν προέκυψε αντίθετη συμφωνία με την εναγομένη, ούτε σχετική πρόβλεψη στην οικεία ΣΣΕ, ώστε το διάλειμμα να αποτελεί χρόνο εργασίας. Ότι, ενόψει αυτών, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πραγματοποίησε, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, υπερεργασία και το σχετικό κονδύλιο είναι απορριπτέο ως αβάσιμο.
Περαιτέρω, δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ότι η εναγομένη, την 30-6-2011, γνωστοποίησε στον ενάγοντα έγγραφο- έκθεση, το περιεχόμενο του οποίου ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι είναι προσβλητικό της τιμής και της επαγγελματικής του υπόληψης και έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Σύμφωνα με τον τελευταίο ποιοτικό έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στο ξενοδοχείο από τον οργανισμό Leading Hotels of the World, διαπιστώθηκε ότι δεν τηρήσατε τις διαδικασίες που έχουν καθορισθεί και οι υπηρεσίες που παρείχατε, με τα εφόδια που έχετε, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των ποιοτικών υπηρεσιών που απαιτούνται.
Όπως γνωρίζετε, η μη τήρηση των ανωτέρω αποτελεί σημαντική παραβίαση των όρων της σύμβασης εργασίας, που έχετε υπογράψει με την επιχείρηση κατά την πρόσληψή σας. Σας επισημαίνουμε ότι το ανωτέρω παράπτωμα κρίνεται ως πολύ σοβαρό και μπορεί να επιφέρει μέχρι και τη λύση της μεταξύ μας σύμβασης εργασίας".
Ότι αποδείχθηκε ότι ευρισκόμενο στο ... ξενοδοχείο της εναγομένης είναι κατηγορίας πολυτελείας και μέλος του οργανισμού Leading Hotels of the World. Ότι στο πλαίσιο συμμετοχής της στην ως άνω αλυσίδα, διενεργούνται ποιοτικοί έλεγχοι απροειδοποίητα ανά τακτά χρονικά διαστήματα από αρμόδια όργανα- επιθεωρητές της πιο πάνω αλυσίδας, που βαθμολογούν τις παρεχόμενες υπηρεσίες της εναγομένης, που πρέπει να τηρεί ορισμένα στάνταρτ και να συγκεντρώνει ένα ορισμένο ποσοστό βαθμολόγησης, προκειμένου να παραμείνει μέλος αυτής.
Ότι την 12-6-2011, επιθεωρητές της ως άνω αλυσίδας προέβησαν απροειδοποίητα σε ποιοτικό έλεγχο των υπηρεσιών του υποκαταστήματος της εναγομένης στο …., τα αποτελέσματα του οποίου, με αναλυτικούς πίνακες βαθμολόγησης και κάλυψης ή μη των απαιτούμενων κριτηρίων, κοινοποίησαν στην εναγομένη. Ότι, σύμφωνα με τον ανωτέρω έλεγχο, το τμήμα που απασχολείτο ο ενάγων, αλλά και ο ίδιος (ενάγων), βαθμολογήθηκε με 67%, ενώ το ελάχιστο αποδεκτό ποσοστό βαθμολογίας για τη συμμετοχή ενός ξενοδοχείου στην ως άνω αλυσίδα είναι συνολικά 80%.
Ότι η εναγομένη κοινοποίησε το εν λόγω έγγραφο όχι μόνο στον ενάγοντα, αλλά και στα υπόλοιπα άτομα του προσωπικού της, με το οποίο τους ενημέρωνε σχετικά και τους εφιστούσε την προσοχή. Ότι η εναγομένη, στο πλαίσιο άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος προς εποπτεία για την τήρηση των όρων υπό τους οποίους τελεί η προσφορά υπηρεσιών των εργαζομένων της, κοινοποίησε στον ενάγοντα το πιο πάνω έγγραφο, από το περιεχόμενο του οποίου δεν προκύπτει ότι η εναγομένη υπερέβαλε στις εκφράσεις της ως προς το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο ή ότι κινήθηκε κακόβουλα και κακόπιστα, με σκοπό να βλάψει την τιμή και την επαγγελματική υπόληψη του ενάγοντος, ούτε προέκυψε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, στο πλαίσιο άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος, τυγχάνει καταχρηστική.
Ότι επιπλέον ο ενάγων δεν επικαλείται, ούτε αποδείχθηκαν, άλλα περιστατικά σχετικά με τη συμπεριφορά της εναγομένης απέναντί του, που να προσβάλουν την προσωπικότητά του και, συνεπώς, το σχετικό κονδύλιο περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τυγχάνει απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο. Κατόπιν αυτών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή της έφεσης, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.
8.Έτσι που έκρινε το δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο απέρριψε τα αιτήματα της αγωγής περί επιδίκασης αμοιβής για υπερεργασία και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 14 του π.δ. 27-6/4-7-1932 και 4 του π.δ. 88/1999, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης από το άρθρο 560 αρ.1 και αρ.6 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (και όχι από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, που επικαλείται ο αναιρεσείων), με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω διατάξεων, ως προς την απόρριψη των εν λόγω αιτημάτων, είναι αβάσιμοι.
9.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την εν λόγω διάταξη, η οποία είναι ταυτόσημη με αυτή του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι "πράγματα" που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδείξεων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 576/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αρ.5 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ) πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι αυτός ήταν ο μοναδικός που έλαβε την υψηλότερη βαθμολογία από όλους τους ελεγχόμενους και ο μοναδικός που αρνήθηκε την υπογραφή του εγγράφου της εναγομένης, διότι θεώρησε ότι αυτό ήταν προσχηματικό και δεν είχε καμία σχέση με την ποιότητα των προσφερόμενων εργασιών του, ότι και ο μάρτυρας της εναγομένης, διευθυντής του εστιατορίου όπου εργαζόταν, κατέθεσε ότι επί 11 χρόνια, που ήταν μαζί, δεν είχε πρόβλημα συνεργασίας και οι σχέσεις τους ήταν άριστες και ότι τα περιστατικά αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, μολονότι ήταν ουσιώδη και δηλωτικά της σε βάρος του απαξιωτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η οποία με τρόπο προσχηματικό μεθόδευσε την απόλυσή του, προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητά του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ, αλλά αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η περιεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα όσα κρίσιμα και ουσιώδη ανέπτυξε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του στην κατ' έφεση δίκη, σε σχέση με την αξίωσή του για αμοιβή υπερεργασίας, τα οποία αν λάμβανε υπόψη, θα είχε οδηγηθεί στο ορθό συμπέρασμα ότι το διάλειμμα περιλαμβανόταν στο οκτάωρο της εργασίας του και, ως εκ τούτου, εργαζόμενος 8,5 ώρες καθημερινά, πραγματοποιούσε υπερεργασία, είναι απαράδεκτη, διότι, υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας της ανωτέρω διάταξης, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ. 1).
10.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-1-2018 και με αριθμό κατάθεσης 20/5-2-2018 αίτηση για αναίρεση της 6552/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Μαρτίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8η Μαΐου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ