Supreme Court dismisses appeal for admitting unproven facts and ordering retrial in contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment and order a retrial. The appellant argued the appellate court accepted unproven facts regarding the defendant's conduct and the validity of the contract's price terms. The court ruled these were merely conclusions drawn from admitted evidence, not independent facts requiring proof, and thus fell outside the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(10), 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal ground based on the admission of 'facts' without evidence is inadmissible if those 'facts' are merely the court's conclusions derived from the admitted evidence or if they constitute a denial of the plaintiff's claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 576 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 576/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστείδη Μόκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Σκαργιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3207/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4045/2013 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης καθώς και την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση κατ’ άρθρο 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-5-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 4-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και του προβαλλόμενου μ’ αυτήν αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, "επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 513, 516, 288 και 343 εδ. α’ ΑΚ συνάγεται ότι ο αγοραστής που δεν παραλαμβάνει το πράγμα, το οποίο προσφέρεται προσηκόντως από τον πωλητή, περιέρχεται σε υπερημερία οφειλέτη, οπότε ο πωλητής μπορεί να ασκήσει τα κατά το άρθρο 383 ΑΚ δικαιώματα. Κατά τα άρθρα δε 383 και 385 ΑΚ, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, ο δανειστής έχει, πλην άλλων, το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση, δεν απαιτείται δε να τάξει προηγουμένως εύλογη προθεσμία για εκπλήρωση της παροχής, κατά την πρώτη των διατάξεων αυτών, αν από την όλη στάση του οφειλέτη προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο, ή αν ο δανειστής εξαιτίας της υπερημερίας δεν έχει συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης.
Πότε συμβαίνει τούτο κρίνεται κατά τους όρους της συναλλακτικής καλής πίστης και κατά τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Το ποσό, εξάλλου, της πιο πάνω αποζημίωσης (διαφέρον μη εκπληρώσεως) μπορεί να συνίσταται, κατά τα άρθρα 297, 298 ΑΚ, στη διαφορά μεταξύ του τιμήματος που επιτεύχθηκε με την εκ νέου πώληση του πράγματος και εκείνου, στο οποίο ο πωλητής είχε πωλήσει αρχικώς το πράγμα (ΑΠ 1265/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, στην από 22-01-2009 αγωγή της εκθέτει, ότι κατόπιν τηλεφωνικής προτάσεως της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας, η οποία παράγει βιοντίζελ, και μετά από τηλεφωνικές διαπραγματεύσεις που είχε μαζί της αποδέχθηκε την 15-07-2008 την πώληση προς αυτήν 300 τόνων ημιραφινέ σογιέλαιου για τις ανάγκες της επιχείρησής της.
Ότι προς επιβεβαίωση της ανωτέρω συμφωνίας καταρτίστηκε στην Αθήνα το από 15-07-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο αφού υπογράφηκε από την ίδια την ενάγουσα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ως πωλήτρια, εστάλη την επομένη ημέρα, 16-07-2008, διά τηλεομοιοτυπικού μηνύματος στην εναγομένη (αγοράστρια), η οποία αφού το υπέγραψε της το επέστρεψε με τον ίδιο τρόπο αυθημερόν.
Ότι δυνάμει του ως άνω συμφωνητικού, το οποίο ενσωματώνεται στην αγωγή και αποτελεί περιεχόμενο αυτής, επιβεβαιώθηκε η πώληση στην εναγομένη 300 τόνων ημιραφινέ σογιέλαιου αντί τιμήματος 1.060 ευρώ ανά τόνο (πλέον ΦΠΑ), πληρωτέο με επιταγή είκοσι (20) ημερών, με χρόνο παράδοσης από 25-8-2008 έως 30-9-2008 στο εργοστάσιο της πωλήτριας (ενάγουσας) στα Ψαχνά της Εύβοιας.
Ότι η αντισυμβαλλόμενή της (εναγομένη), η οποία δεν αμφισβητεί την προαναφερόμενη κατάρτιση της σύμβασης πώλησης, κατέστη υπερήμερη ως προς τις αναληφθείσες συμβατικές υποχρεώσεις της, καθόσον δεν προσήλθε στον συμφωνηθέντα τόπο και κατά τον ορισθέντα χρόνο για να παραλάβει το εμπόρευμα που είχε παραγγείλει στην ίδια (ενάγουσα), ενώ δεν της κατέβαλε και το συμφωνηθέν τίμημα.
Ότι την 14-11-2008 αναγκάστηκε να κοινοποιήσει στην εναγομένη εξώδικη δήλωση - πρόσκληση- διαμαρτυρία, δυνάμει της οποίας της έταξε προθεσμία 5 ημερών προς εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων, υπενθυμίζοντας την προερχόμενη ζημία της. Ακολούθως εκθέτει στην αγωγή της η ενάγουσα, ότι την 15-12-2008 επέδωσε στην εναγομένη δεύτερο εξώδικο, δυνάμει του οποίου την κάλεσε για μια ακόμη φορά να εκτελέσει τις υποχρεώσεις της τάσσοντας νέα προθεσμία 10 ημερών προς συμμόρφωσή της, διαφορετικά σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας θα διέθετε το εμπόρευμα στην αγορά.
Ότι από το χρόνο της υπογραφής της επίδικης σύμβασης πώλησης έως τον ορισθέντα χρόνο παραλαβής του πωληθέντος εμπορεύματος από την εναγομένη η τιμή της σόγιας σημείωσε πτωτική πορεία στη διεθνή αγορά, με αποτέλεσμα η ενάγουσα, βλέποντας ότι η εναγομένη δεν προτίθεται να εκπληρώσει τις αναληφθείσες υποχρεώσεις της, προς αποφυγή περαιτέρω ζημίας της, αναγκάστηκε να πωλήσει το ίδιο εμπόρευμα στην εταιρεία "...
ΕΠΕ" σε κατώτερη τιμή και συγκεκριμένα στο ποσό των 660 ευρώ ανά τόνο (πλέον ΦΠΑ), με συνέπεια από την πώληση αυτή να υποστεί ζημία ύψους 120.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του τιμήματος που επιτεύχθηκε με την εκ νέου πώληση του εμπορεύματος (660 ευρώ/τόνο Χ 300 τόνους = 198.000 ευρώ) και εκείνου, στο οποίο η ενάγουσα είχε πωλήσει αρχικώς το εμπόρευμα (1060 ευρώ/τόνο Χ 300 τόνους = 318.000 ευρώ), ζημία την οποία η εναγομένη αρνείται ν’ αποκαταστήσει, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της προς τούτο.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως ως αποζημίωση για την παραπάνω αιτία το ποσό των 120.000 ευρώ. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημά της η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια σ’ αυτήν όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 110 αριθ. 4, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 513, 516, 288, 343, 383 και 385 ΑΚ, δεδομένου ότι προσδιορίζεται σ’ αυτήν η υπερημερία της εναγομένης αγοράστριας στην παραλαβή των πωληθέντων στην τελευταία εμπορευμάτων, η κοινοποίηση προς αυτήν από την αγοράστρια εξωδίκου προκειμένου να τα παραλάβει εντός της τασσομένης προθεσμίας, η οποία παρήλθε άπρακτη, η εκ νέου πώληση μετά ταύτα των άνω εμπορευμάτων και το χαμηλότερο συμφωνηθέν τίμημα της νέας πώλησης, η διαφορά του οποίου από το συμφωνηθέν με την εναγομένη συνιστά τη ζημία της, ενώ δεν ήταν αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για τον προσδιορισμό της ζημίας της ενάγουσας η αναγραφή του προσδιορισμού του χρόνου πώλησης των άνω εμπορευμάτων στην νέα αγοράστρια και η αναφορά για την πώληση αυτή των σχετικών τιμολογίων, αν και τούτο επαρκώς προσδιορίζεται ότι έγινε αμέσως μετά την επίδοση του δεύτερου εξωδίκου στην εναγομένη (15-12-2008), προκειμένου να συμμορφωθεί στις ανειλημμένες υποχρεώσεις της από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την αγωγή ως προς την επάρκεια των αναγκαίων στοιχείων που θεμελίωναν το αίτημά της στις προπαρατεθείσες διατάξεις, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και ο αντίθετος, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, αληθώς μόνον από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης τούτου προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 885/1994 ΕλλΔ 37. 607). Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσας ενώπιον του με τον τέταρτο λόγο της έφεσης της εναγομένης (αναιρεσείουσας) ένσταση αυτής, περί ακύρωσης της ένδικης σύμβασης πωλήσεως λόγω καταχρηστικής ασκήσεως του επιδιωκομένου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος εξαιτίας της κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) ο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου δεν έχει νόμιμη βάση, διότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή ή η ένσταση επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.
Στην περίπτωση αυτή υπάρχει ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν τα περιστατικά που επικαλέσθηκε ο ενάγων στην αγωγή ή την ένστασή του, για την στήριξη συγκεκριμένου αιτήματος παροχής έννομης προστασίας θεμελίωναν νομικά την αγωγή ή την ένσταση ως προς το αίτημα αυτό σε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με την μη εφαρμογή του οποίου απορρίφθηκε η αγωγή ή η ένσταση ως προς το αίτημά της αυτό ως μη νόμιμη.
Εξάλλου, η ακύρωση μιας σύμβασης και ειδικότερα και της σύμβασης πωλήσεως (άρθρο 513 ΑΚ) που ενδιαφέρει εν προκειμένω, επέρχεται μόνο με διαπλαστική δικαστική απόφαση, που μπορεί να ζητηθεί με αγωγή, ανταγωγή ή ένσταση, στις περιοριστικά απαριθμούμενες στο νόμο περιπτώσεις, ήτοι λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής (άρθρα 140 επ., 154, 155 ΑΚ), όχι δε και στην περίπτωση της παράνομης και καταχρηστικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου στην σύμβαση, ο οποίος προέβη στην κατάρτισή της, με εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης του και της οικονομικής εξάρτησης απ’ αυτόν του άλλου συμβαλλόμενου μέρους στην κατάρτιση αυτής (άρθρα 281 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 2α του Ν. 703/1977).
Η παράβαση των τελευταίων αυτών διατάξεων, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, συνιστά απλώς και μόνο παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διατάξεως αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται έχει αξίωση για αποζημίωση. Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της και με την έφεσή της, ότι η ενάγουσα εταιρεία, η οποία κατείχε δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά διανομής πρώτων υλών για την παραγωγή και επεξεργασία βιοκαυσίμων, με μερίδιο άνω του 65%, προχώρησε παράνομα και καταχρηστικά στην κατάρτιση της επίδικης σύμβασης πωλήσεως επιβάλλοντας ως τίμημα το ποσό των 1060 ευρώ ανά τόνο σογιέλαιου, εκμεταλλευόμενη τη δεσπόζουσα θέση της και την οικονομική εξάρτηση αυτής (εναγομένης), δεδομένου ότι τον Ιούλιο του 2008 ήταν αποκλειστική προμηθεύτριά της, ενώ είχε τη δυνατότητα πώλησης σε χαμηλότερη τιμή (980 ευρώ/τόνο) με αποτέλεσμα να ζημιωθεί αυτή (εναγομένη).
Με βάση δε τα ανωτέρω ζήτησε η εναγομένη την ακύρωση της επίδικης σύμβασης πωλήσεως και συνακόλουθα την απόρριψη της ένδικης αγωγής. Ενόψει όμως των όσων προεκτέθηκαν, ορθώς το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη με την προσβαλλόμενη απόφασή του την άνω ένσταση της εναγομένης για ακύρωση της ένδικης σύμβασης πωλήσεως, χωρίς να παραβιάσει τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 2 και 2α του Ν. 703/1977, στις οποίες στήριξε την ένστασή της αυτή, εφόσον, κι αν ακόμη συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των τελευταίων, δεν είχαν ως συνέπεια την ακυρότητα της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως, αλλά μόνο την επιδίωξη αποζημιώσεως, εφόσον συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 140, 141, 142 και 154 επ. του ΑΚ προκύπτει ότι αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας η δήλωση δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Είναι δε ουσιώδης η πλάνη όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.
Κατά το άρθρο 143 ΑΚ η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως δεν είναι ουσιώδης. Αν όμως τα παραγωγικά αυτά αίτια ετέθησαν ως αίρεση ή αν συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν βάση ή προϋπόθεση αυτής, κατά τη θέληση των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κατά τα άρθρα 200, 281 και 288 του ΑΚ, η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης, άρα δικαιολογεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όπως όταν τα περιστατικά επί των οποίων τα μέρη κυρίως στήριξαν τη σύναψη της σύμβασης, ως δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, δεν συνέτρεχαν ή ανετράπησαν ύστερα (ΟλΑΠ 35/1998, 5/1990).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ που εφαρμόζεται για ενοχή αποζημίωσης από το νόμο, αδικοπραξία και σύμβαση, "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία ή δεν επέστησε την προσοχή του οφειλέτη στον κίνδυνο ασυνήθιστα μεγάλης ζημίας, τον οποίο ο οφειλέτης ούτε γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για το πταίσμα των προσώπων για τα οποία ευθύνεται εκείνος που ζημιώθηκε". Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης της παρ. 1 εδ. α’ απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) υποχρέωση, κατ’ αρχήν, προς αποζημίωση, β) συμβολή του ζημιωθέντος στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας του και γ) αιτιώδης συνάφεια της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος προς την επέλευση ή την έκταση της ζημίας.
Το πταίσμα του ζημιωθέντος, δηλαδή η υπαίτια πράξη ή παράλειψή του, δύναται να εκδηλωθεί είτε πριν, είτε κατά, είτε μετά τη γένεση της ζημίας, καθόσον δεν οριοθετείται χρονικά από το νόμο. Η συμβολή του ζημιωθέντος θεωρείται ότι υπάρχει και κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. β ΑΚ, όταν αυτός προέβλεψε ή μπορούσε να προβλέψει ότι η παράλειψη της αποτροπής ή της μείωσης της ζημίας ασκούσε επιρροή και, έτσι, με τη συμπεριφορά του αυτή συντέλεσε στην επέλευση ή την επέκταση της ζημίας.
Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ΑΚ 300, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα είτε να απαλλάξει το ζημιώσαντα είτε να μειώσει την ευθύνη του είτε, τέλος, και να κρίνει ότι, παρά το συντρέχον πταίσμα, αυτός θα πρέπει να φέρει πλήρη ευθύνη. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 4045/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
« Η ενάγουσα είναι ανώνυμη εταιρία με αντικείμενο εργασιών, πλην άλλων, την επεξεργασία και βιομηχανοποίηση ελαιωδών και σπόρων. Η εναγομένη είναι επίσης εταιρία με αντικείμενο εργασιών την παραγωγή και διάθεση βιοκαυσίμων στην ελληνική αγορά. Οι διάδικες εταιρίες διατηρούσαν εμπορική συνεργασία από τις αρχές του 2007 και ειδικότερα η εναγομένη προμηθεύονταν από την ενάγουσα ημιραφινέ σογιέλαιο για την παραγωγή βιοκαυσίμων.
Η κατάρτιση συμβάσεων βάσει των οποίων πραγματοποιούνταν οι συναλλαγές των διαδίκων εταιριών γίνονταν κυρίως με τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των εκπροσώπων τους αναφορικά με την τρέχουσα αξία του σογιέλαιου στη διεθνή αγορά, τις ποσότητες σογιέλαιου που χρειάζονταν να προμηθευτεί η εναγομένη και κυρίως το τίμημα των πωλήσεων, καθώς επίσης και ο προσδιορισμός του τόπου παράδοσης των ποσοτήτων σογιελαίου και ο χρόνος παράδοσης αυτών.
Επειδή η τιμή πωλήσεως του σογιελαίου παρουσίαζε διακυμάνσεις είχε επικρατήσει κατά την πραγματοποίηση των προαναφερόμενων συναλλαγών το ύψος του συμβατικού τιμήματος της πωλήσεώς του, να καθορίζεται με βάση την τιμή που είχε το σογιέλαιο στη διεθνή αγορά κατά το χρόνο καταρτίσεως εκάστης συμβάσεως πωλήσεως σε συνδυασμό βεβαίως και με την ποσότητα που θα αγόραζε η εναγομένη.
Ακολούθως, όσα είχαν συμφωνηθεί προφορικά μεταξύ των εκπροσώπων των διαδίκων, περιλαμβάνονταν σε έγγραφο το οποίο αφού υπέγραφε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας-πωλήτριας, απέστελλε ακολούθως μέσω τηλεομοιοτυπικού μηνύματος (fax) στην εναγομένη, το οποίο αφού υπεγράφετο και αυτό με τη σειρά του από το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής (εναγομένης), επιστρεφόταν με τον ίδιο τρόπο (fax) στην ενάγουσα.
Στις 15-7-2008 και αφού προηγήθηκαν τηλεφωνικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων, συμφωνήθηκε η πώληση από την ενάγουσα στην εναγομένη τριακοσίων (300) τόνων σογιέλαιου ημιραφινέ το οποίο εκείνη θα χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς της. Προς επιβεβαίωση της παραπάνω συμφωνίας καταρτίστηκε από την ενάγουσα στην Αθήνα το από 15-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο αφού υπογράφτηκε αυθημερόν από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ως πωλήτριας, εστάλη την επομένη 16-7-2008 διά τηλεομοιοτυπικού μηνύματος (fax) στην εναγομένη, το οποίο αφού υπογράφτηκε από τον εκπρόσωπό της, επιστράφηκε κατά τον ίδιο τρόπο στην ενάγουσα στις 16-7-2008.
Με το παραπάνω έγγραφο συμφωνήθηκε η πώληση από την ενάγουσα στην εναγομένη τριακοσίων (300) τόνων ημιραφινέ σογιελαίου αντί τιμήματος 1.060 ευρώ ανά τόνο (πλέον ΦΠΑ) πληρωτέο με μεταχρονολογημένη επιταγή είκοσι (20) ημερών και χρόνο παράδοσης το διάστημα από 15-8-2008 έως 30-9-2008 στο εργοστάσιο της ενάγουσας στα Ψαχνά Ευβοίας.
Όμως, μέχρι 30-9-2008 (τελευταία δήλη ημέρα παράδοσης των πωληθέντων πραγμάτων) η εναγομένη δεν προσήλθε στο εργοστάσιο της ενάγουσας στα Ψαχνά Ευβοίας να παραλάβει τα πωληθέντα, μολονότι αυτά ήταν έτοιμα προς παράδοση και έτσι κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ακολούθως η ενάγουσα προχώρησε σε προφορικές και έγγραφες οχλήσεις προς την εναγομένη προσκαλώντας την να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις.
Συγκεκριμένα, με εξώδικη πρόσκληση της ενάγουσας προς την εναγομένη από 12-11-2008, που επιδόθηκε σ’ αυτήν στις 14-11-2008, της ετάχθη προθεσμία πέντε ημερών προκειμένου να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και να παραλάβει τα πωληθέντα εμπορεύματα. Η εναγομένη για πρώτη φορά με την από 24-11-2008 εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 2-12-2008, αρνήθηκε ρητά την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ισχυριζόμενη περαιτέρω α) ότι δεν καταρτίσθηκε η επικαλούμενη από την ενάγουσα από 15-7-2008 σύμβαση πωλήσεως γιατί δεν υπήρξε συμφωνία της ως προς το τίμημα της πώλησης και ότι το έγγραφο αυτό καταδείκνυε διάθεση προμήθειας απ’ αυτή της συγκεκριμένης ποσότητας σογιελαίου, β) ότι μετά την υπογραφή του παραπάνω εγγράφου διαπίστωσε ότι η ενάγουσα είχε πωλήσει κατά τον ίδιο χρόνο σογιέλαιο σε άλλες εταιρίες με τίμημα πωλήσεως χαμηλότερο των 1.060 ευρώ ανά τόνο και γ) επειδή η ενάγουσα αρνήθηκε να της πωλήσει σε χαμηλότερη τιμή και επίσης να της πωλήσει αντί σογιελαίου, ηλιέλαιο περιέχον ορυκτέλαιο, δεν επιθυμούσε πλέον την αγορά του σογιελαίου.
Όπως προαναφέρθηκε οι συναλλαγές των διαδίκων εταιριών γίνονταν κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, ο οποίος αποτελούσε συνήθη πρακτική για την πραγματοποίηση πωλήσεων μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, στο από 15-7-2008 έγγραφο το οποίο έχει υπογραφεί από τους εκπροσώπους αμφοτέρων των διαδίκων εταιριών γίνεται σαφής μνεία για την πώληση τριακοσίων (300) τόνων σογιελαίου, ενώ το τίμημα της πωλήσεως αυτής προσδιορίζεται στο ποσό των 1.060 ευρώ ανά τόνο.
Οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι το έγγραφο αυτό αποτελούσε ενδεικτικό έγγραφο της ποσότητας σογιελαίου που θα χρειάζονταν να προμηθευτεί η ίδια από την ενάγουσα κατά το έτος 2008 κρίνονται αβάσιμοι. Εάν υπήρχε τέτοια πρόθεση των διαδίκων θα καταρτίζονταν αντίστοιχο έγγραφο στο οποίο δεν θα περιείχετο ο όρος περί του τιμήματος του πωλουμένου σογιελαίου και δη αυτός των 1.060 ευρώ ανά τόνο, αλλά θα περιλαμβάνονταν όρος ότι η τιμή της πωλήσεως του σογιελαίου θα καθορίζονταν από την τρέχουσα τιμή που είχε το σογιέλαιο στη διεθνή αγορά.
Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση είχαμε κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως, η οποία περιλάμβανε, όπως προαναφέρθηκε, την πωληθείσα ποσότητα (300 τόνοι), το τίμημα της πωλήσεως (1.060 ευρώ/τόνο), τον τρόπο πληρωμής (επιταγή είκοσι ημερών) και τον χρόνο παράδοσης (από 25-8-2008 έως 30-9-2008). Είναι γεγονός, ότι την περίοδο εκείνη άρχισε να σημειώνεται πτωτική πορεία στις διεθνείς τιμές πώλησης σογιελαίου και αυτός είναι κυρίως, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ο λόγος για τον οποίο η εναγομένη υπαναχώρησε της συμβάσεως.
Όμως, στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση που είχε σημειωθεί αύξηση της τρέχουσας τιμής σογιελαίου στις διεθνείς αγορές, θα είχε την αξίωση να προμηθευτεί την ποσότητα σογιελαίου που παρήγγειλε στη συμφωνηθείσα τιμή. Εξάλλου, η διακύμανση των τιμών πωλήσεως ήταν κατά την κρίση του δικαστηρίου ο λόγος για τον οποίο η εναγομένη προχώρησε στην παραγγελία τόσο μεγάλης ποσότητας σογιελαίου, δηλαδή για να επωφεληθεί η ίδια από την ενδεχόμενη αύξηση της τρέχουσας τιμής σύμφωνα με τις διεθνείς αγορές.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα στο ίδιο διάστημα επώλησε ποσότητες σογιέλαιου σε άλλες εταιρίες με τίμημα πωλήσεως χαμηλότερο του τιμήματος που συμφωνήθηκε με εκείνη. Αντιθέτως, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα η ενάγουσα προχώρησε σε συμφωνίες πώλησης με άλλες εταιρίες σε παρεμφερείς σχεδόν τιμές με την ένδικη πώληση, όπως α) πώληση 500 τόνων ημιραφινέ σογιέλαιου στις 11-7-2008 προς την εταρία "...
A.B.E.E." με τίμημα 1.079 ευρώ ανά τόνο και χρόνο παράδοσης από 25-8-2008 έως 30-9-2008 και β) πώληση 500 τόνων σογιέλαιου στις 15-7-2008 προς την εταιρία ... ΑΕ" με τίμημα πώλησης 1.027 ευρώ ανά τόνο. Οι παραπάνω συμβάσεις καταρτίστηκαν την ίδια περίοδο με την ένδικη και ήταν με τίμημα η μια ελαφρώς υψηλότερο και η άλλη ελαφρώς χαμηλότερο, του τιμήματος της ενδίκου συμβάσεως πωλήσεως, ενώ προέκυψε επίσης ότι οι συμβάσεις αυτές εκτελέστηκαν κανονικά παρότι είχε αρχίσει, όπως προαναφέρθηκε, μεταγενέστερη πτωτική πορεία της διεθνούς τιμής σογιελαίου η οποία είναι, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ο λόγος υπαναχώρησης της εναγομένης από τη συμφωνία.
Στις 15-12-2008 η ενάγουσα επέδωσε την από 5-12-2008 δεύτερη εξώδικη δήλωσή της, με την οποία την καλούσε όπως εντός δέκα ημερών τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και προσέλθει στο εργοστάσιό της στα Ψαχνά της Εύβοιας για την παραλαβή της πωληθείσας ποσότητας σογιέλαιου. Η εναγομένη και πάλι αρνήθηκε, με συνέπεια η ενάγουσα να αναγκασθεί να πωλήσει εκ νέου την ήδη πωληθείσα ποσότητα σογιέλαιου στην εταιρία "...
ΕΠΕ" σε τιμή κατώτερη της συμφωνηθείσης με την εναγομένη στις 15-7-2008 και συγκεκριμένα στην τιμή των 660 ευρώ ανά τόνο, πλέον ΦΠΑ, με σύμβαση πωλήσεως που καταρτίσθηκε στις 17-12-2008 και χρόνο παράδοσης από 5-1-2009 έως 28-3-2009. Όπως προκύπτει η ενάγουσα προχώρησε στην εκ νέου πώληση της πωληθείσας ποσότητας σογιέλαιου πριν εκπνεύσει η ταχθείσα δεκαήμερη προθεσμία και τούτο διότι, όπως προέκυψε από τη διαδικασία, η εναγομένη είχε εκδηλώσει συμπεριφορά να μην τηρήσει τη συμφωνία, η δε ενάγουσα προχώρησε στην κατάρτιση της νέας συμφωνίας για να περιορίσει την προκληθείσα ζημιά, δεδομένου ότι έληγε το έτος 2008.
Από την προαναφερθείσα συμπεριφορά της εναγομένης, η ενάγουσα υπέστη ζημία που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του τιμήματος που είχε συμφωνηθεί να πωληθεί αρχικώς το εμπόρευμα στην εναγομένη (1.060 ευρώ / τόνο Χ 300 τόνους =) 318.000 ευρώ και του τιμήματος που επιτεύχθηκε με την εκ νέου πώληση αυτού των (660 ευρώ / τόνο Χ 300 τόνους =) 198.000 ευρώ, δηλαδή (318.000 μείον 198.000 =) 120.000 ευρώ.
Άλλωστε , και εντός του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη από τη σύμβαση πωλήσεως που είχε καταρτίσει με την ενάγουσα, να παραλάβει την πωληθείσα ποσότητα σογιελαίου, εκείνη προχώρησε εντός του Σεπτεμβρίου του 2008 σε σύμβαση πωλήσεως με την εταιρία "... AEBE", δυνάμει της οποίας αγόρασε σογιέλαιο με συμφωνηθέν τίμημα αυτό των 880 ευρώ ανά τόνο.
Το γεγονός αυτό παρέλειψε να γνωστοποιήσει στην ενάγουσα, αλλά αντιθέτως τόσο στις προφορικές απαντήσεις όσον και στην έγγραφη απάντησή της στην εξώδικη πρόσκληση της ενάγουσας, επέμενε στην άρνηση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Είναι επομένως πρόδηλο ότι θα υπήρχε περαιτέρω περιορισμός της προκληθείσας ζημίας εάν εγκαίρως η εναγομένη γνωστοποιούσε στην ενάγουσα την πρόθεσή της να αποστεί των συμβατικών της υποχρεώσεων και να μην παραλάβει την πωληθείσα ποσότητα σογιέλαιου.
Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι συμβαλλόμενες εταιρίες θεμελίωσαν την κατάρτιση της σύμβασης πωλήσεως στην επικρατούσα κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως ανοδική πορεία των διεθνών τιμών σογιελαίου, η οποία ανατράπηκε εκ των υστέρων με θεαματική πτωτική πορεία. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η βάση για τη σύναψη της ένδικης συμβάσεως και τον προσδιορισμό του τιμήματος πωλήσεως στηρίχθηκε στην τρέχουσα κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως διεθνή τιμή και από το λόγο αυτό προσδιορίσθηκε και η ποσότητα του πωληθέντος σογιελαίου.
Η επακολουθήσασα πτωτική τάση της τιμής του σογιελαίου ήταν ο λόγος της επιδειχθείσης συμπεριφοράς της εναγομένης αναφορικά με την καταρτισθείσα σύμβαση πωλήσεως. Εξάλλου, η τήρηση της συμφωνίας ήταν συμβατή με τις αρχές της καλής πίστης και τα συναλλακτικά ήθη, δεδομένου ότι η μείωση της τιμής από Ιούλιο μέχρι Σεπτέμβριο του 2008, λαμβανομένης υπόψη και της τιμής που προμηθεύτηκε την ποσότητα σογιέλαιου που χρειαζόταν η εναγομένη δεν ήταν δυσανάλογη, αφού όπως προαναφέρθηκε σημειώνονταν αυξομοιώσεις στις διεθνείς τιμές του σογιελαίου.
Επομένως, οι ισχυρισμοί της εναγομένης (από παραδρομή αναγράφεται της ενάγουσας) ότι δικαιοπρακτικό θεμέλιο της ένδικης συμφωνίας ήταν οι διεθνείς τιμές σογιελαίου, οι οποίες απροσδοκήτως μετά την κατάρτιση της ενδίκου συμβάσεως σημείωσαν θεαματική πτώση, με αποτέλεσμα η εκτέλεση της συμβάσεως να είναι αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από τα ίδια στοιχεία προέκυψε ότι η ενάγουσα αφού ανέμενε επί αρκετό χρονικό διάστημα (πέραν του διμήνου) την εναγομένη να προσέλθει για την παραλαβή της πωληθείσας ποσότητας σογιελαίου, ακολούθως για τον περιορισμό της οικονομικής ζημίας που επήρχετο λόγω της διαφαινόμενης ματαιώσεως της καταρτισθείσης συμβάσεως, προχώρησε στα μέσα Δεκεμβρίου 2008 στην εκ νέου πώληση της ήδη πωληθείσας ποσότητας προς την εταιρία "...
ΕΠΕ" με τίμημα το ποσό των 660 ευρώ ανά τόνο. Άλλωστε, η εναγομένη, η οποία ας σημειωθεί είχε από το τέλος του Σεπτεμβρίου 2008 εν αγνοία της ενάγουσας προχωρήσει στην προμήθεια της απαιτούμενης ποσότητας σογιελαίου, δεν μπορεί να αιτιάται την ενάγουσα ότι δηλαδή δεν φρόντισε να πωλήσει την επίμαχη ποσότητα σε τιμή ανώτερη αυτής των 880 ευρώ ανά τόνο, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης ήταν η χρηματιστηριακή τιμή του σογιέλαιου το Δεκέμβριο του 2008, δεδομένου ότι η ενάγουσα το ίδιο διάστημα (22-12-2008) πώλησε σογιέλαιο στην εταιρία "...
A.B.E.E." με τίμημα 670 ευρώ ανά τόνο....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ως βάσιμη την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 516. 288, 343 εδ.
α’ , 383, 385, 160,167,185,189,192 του ΑΚ, ως προς την παραδοχή της ένδικης αγωγής, ούτε και εκείνες των άρθρων 140 επ., 154, 155, 300, 330, 200, 288 του ίδιου Κώδικα, με το να απορρίψει τους προβληθέντες από την εναγομένη ισχυρισμούς της, αφενός μεν, περί ακυρότητος της ένδικης σύμβασης πωλήσεως λόγω πλάνης περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια εξαιτίας μη συνδρομής, άλλως μετέπειτα ανατροπής του γεγονότος στο οποίο στήριξαν τα συμβαλλόμενα μέρη την κατάρτισή της, δηλαδή στην τρέχουσα τιμή των σπορέλαιων και της αντίθεσης αυτής στη συναλλακτική καλή πίστη, αφετέρου δε τον ισχυρισμό της, περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας στην επέλευση και έκταση της ζημίας της, ενώ δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν ως προς το νόμιμο χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι αποδείχθηκε η κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων ένδικης σύμβασης πωλήσεως των προαναφερομένων εμπορευμάτων, αντί του πιο πάνω τιμήματος, που ήταν παραδοτέα εντός του καθορισθέντος χρονικού διαστήματος, ότι η εναγομένη αρνήθηκε την παραλαβή τους εντός του χρόνου αυτού, γεγονός που την κατέστησε υπερήμερη στην εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσής της και ότι αυτή (εναγομένη) αρνήθηκε να τα παραλάβει και μετά τις εξώδικες προσκλήσεις της ενάγουσας προς την εναγομένη εντός των ταχθεισών προθεσμιών, οι οποίες παρήλθαν άπρακτες, με συνέπεια να υποχρεωθεί η τελευταία να προβεί στην εκ νέου πώλησή τους αντί του ως άνω χαμηλότερου του συμφωνηθέντος με την εναγομένη τιμήματος με αποτέλεσμα την ανωτέρω ζημία της.
Αναφορικά δε με την απόρριψη των άνω ισχυρισμών της εναγομένης, αρκούσαν οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ότι δεν αποδείχθηκε, πως δικαιοπρακτικό θεμέλιο της ένδικης συμφωνίας ήταν οι διεθνείς τιμές σογιελαίου, οι οποίες απροσδοκήτως μετά την κατάρτιση της ενδίκου συμβάσεως σημείωσαν θεαματική πτώση, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι το τίμημα των άνω εμπορευμάτων καθορίσθηκε χωρίς την ως άνω αίρεση, βάσει της διεθνούς τιμής σογιελαίου που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτιση της σύμβασης, ώστε να μην ανακύπτει ζήτημα ακυρώσεως της ένδικης δικαιοπραξίας λόγω πλάνης της εναγομένης ως προς τα παραγωγικά της βουλήσεώς της αίτια, με αποτέλεσμα η εκτέλεση της συμβάσεως να μην είναι αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ούτε όμως αποδείχθηκε συντρέχον πταίσμα της ενάγουσας στην επέκταση της άνω ζημίας της, αφού η εναγομένη δεν την είχε ενημερώσει ότι προμηθεύτηκε ποσότητα σογιελαίου εντός του μηνός Σεπτεμβρίου του 2008, αντί χαμηλότερου τιμήματος, αλλά απλώς και μόνο αρνείτο την παραλαβή της πωληθείσας σ’ αυτήν ποσότητας, ζητώντας την μείωση του συμφωνηθέντος τιμήματος, γεγονός που δεν επέτρεψε στην ενάγουσα να αντιληφθεί την πρόθεσή της στην μη παραλαβή του πωληθέντος εμπορεύματος, αφού ήδη είχε προμηθευτεί από τρίτο όμοια ποσότητα και να μην προβεί στην εκ νέου πώληση αυτού ενωρίτερα επιτυγχάνοντας υψηλότερο τίμημα.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο και ενδέκατο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Εξάλλου, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως, κατά τις σ’ αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενες αιτιάσεις από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των αναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και "αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρα το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει εκτός των άλλων, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο που ο νόμος δεν επιτρέπει (περ.
α’ ), ποιες είναι οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο χωρίς να προσκομισθούν (περ. β’ ) και ποιες είναι οι αποδείξεις που το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη παρά την νόμιμη επίκληση και προσκόμισή τους στο δικαστήριο (περ. γ’ ).
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του με αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως, προβάλει την αιτίαση με τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους του αναιρετηρίου, κατά το οικείο μέρος τους, ότι το Εφετείο, προς απόδειξη των ισχυρισμών της και ανταπόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, αφενός μεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία που δεν προσκομίσθηκαν, αφετέρου δε, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία που νομίμως προσκόμισε με επίκληση, χωρίς να κατονομάζονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά αυτά μέσα. Επομένως, κατά τα προεκτεθέντα, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, οι οποίοι αποκρούονται ή γίνονται δεκτοί με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, κατά την προεκτεθείσα έννοια, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 10 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μετά την επίδοση της από 15-12-2008 εξώδικης δήλωσης προς την εναγομένη για την παραλαβή των εμπορευμάτων, η τελευταία επέδειξε αρνητική συμπεριφορά προς τούτο, ενώ την άρνησή της την είχε εκδηλώσει από την επίδοση του πρώτου εξωδίκου στις 14-11-2008, και ενόψει της άρνησής της αυτής, προέβη προς περιορισμό της ζημίας, στην εκ νέου πώληση των εμπορευμάτων, το ανωτέρω δε συμπέρασμα δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά, δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών και συμπεράσματα του δικαστηρίου που προέκυψαν από την συνεκτίμηση των αναφερομένων στην αναιρεσιβαλλομένη αποδεικτικών μέσων και δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ομοίως, για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ο δέκατος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 9 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμοι "οι ισχυρισμοί της εναγομένης (από παραδρομή αναγράφεται της ενάγουσας) ότι δικαιοπρακτικό θεμέλιο της συμφωνίας ως προς τον καθορισμό του τιμήματος ήταν οι εκάστοτε διεθνείς τιμές του σογιελαίου, οι οποίες απροσδοκήτως μετά την κατάρτιση της επιδίκου συμβάσεως σημείωσαν θεαματική πτώση με αποτέλεσμα η εκτέλεση της συμβάσεως να είναι αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη".
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της, καταθέσασας προτάσεις, αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Ενόψει δε των ανωτέρω, το προβαλλόμενο με το αναιρετήριο αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, κατ’ άρθρο 579 αρ. 2 ΚΠολΔ, καθίσταται άνευ αντικειμένου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Μαΐου 2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "..." για αναίρεση της υπ’ αριθ. 4045/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Ιανουαρίου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ