Legislator Case Law & Legislation
516/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding contradictory provisions in labor contract dispute judgment.

Case Number 516/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against a labor court judgment regarding marriage benefits and clerk allowances. The appellant argued the judgment contained contradictory provisions, but the court held that contradictions in the reasoning section do not constitute grounds for appeal unless they create ambiguity in the operative part. Consequently, the appeal was rejected, and the company was ordered to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 559 of the Code of Civil Procedure; Contradictions in the reasoning section of a judgment do not constitute grounds for appeal unless they create ambiguity in the operative part that hinders enforceability.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal contradictory provisions operative part ambiguity labor dispute legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 17 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 516 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 516/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Πάσχο, o οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Β. Γ. του Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σταυρίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/4/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17781/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1408/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 8/8/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας εταιρείας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β υποπερ. δ του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και, όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016) με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθ. 45 αυτού), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.1.2017 στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση, διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 8.8.2019 και με αριθ. κατάθ. 2333/268/8.8.2019 αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθ. 1408/12.6.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αφορώσας διαφορές από συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, ως οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του με αριθμό 290987192959 1007 0005 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά όμως ως εργατική απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014).

Με την από 8 Αυγούστου 2019 και με αριθ. κατάθ. 2333/268/8.8.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1408/12.6.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η με αριθ.

κατάθ. 2100/25.5.2017 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και εξαφανίσθηκε η εκδοθείσα κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 1778/30.12.2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει εαυτό κατά τόπο αναρμόδιο προς εκδίκαση της από 16.4.2015 και με αριθ. κατάθ. 10502/14.5.2015 αγωγής αυτών, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης κατά τόπο αναρμοδιότητας που είχε προβάλλει η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, και είχε παραπέμψει την ως άνω αγωγή προς εκδίκαση στο κατά τόπο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι κατά τόπο αρμόδιο προς εκδίκαση της αγωγής ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και επιδίκασε α) το συνολικό ποσό των 6.248,48 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, ως αμοιβή αυτού για την παροχή υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας, αμοιβή για εργασία κατά τη διάρκεια Σαββάτων και επίδομα χειρισμού ανυψωτικού μέσου (κλαρκ) και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.3.2014, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση και β) το συνολικό ποσό των 4.884,19 ευρώ στον δεύτερο ενάγοντα, ως αμοιβή αυτού για την παροχή υπερεργασίας, κατ' εξαίρεση υπερωρίας και νυχτερινής απασχόλησης, αμοιβή για εργασία κατά τη διάρκεια Σαββάτων και επίδομα χειρισμού ανυψωτικού μέσου (κλαρκ) και για το διάστημα από 1.1.2010 έως 11.2.2015, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση, με τους νόμιμους τόκους.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευση της τελευταίας (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Στη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ απαριθμούνται κατά τρόπο περιοριστικό, όπως προκύπτει από τη χρήση της λέξης "μόνο", οι εκεί διαλαμβανόμενοι είκοσι (1 - 20) λόγοι αναίρεσης. Ειδικότερα ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 5 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων που καθορίζουν την καθ` ύλη αρμοδιότητα [και μάλιστα του ιδίου του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και όχι όταν το τελευταίο αποφάνθηκε εσφαλμένως ότι το πρωτοβάθμιο ήταν ή όχι καθ' ύλην αρμόδιο προς εκδίκαση της διαφοράς (ΟλΑΠ 5/2003, ΟλΑΠ 30/1995, ΟλΑΠ 3/1991)], όχι δε και όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων που καθορίζουν την κατά τόπο αρμοδιότητα, για την εσφαλμένη κήρυξη της οποίας το παραπάνω άρθρο 559 του ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνει σχετικό λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1330/2011, ΑΠ 661/2004, ΑΠ 1529/1991).

Τέλος λόγοι, όπου οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις δεν είναι κατά νόμο ικανές να επιφέρουν αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης υπό τα στοιχεία 1, 2 και 3 και υπό την επίκληση των αριθμών 8, 10, 11, 12 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες:

α) ότι με το να μην λάβει υπόψη της ως αποδεικτικά στοιχεία τις με επίκληση προσκομισθείσες από αυτήν από 1.1.2014 έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτής και εκάστου των αναιρεσίβλητων, όπου υπήρχε ρητός όρος καθορισμού των δικαστηρίων της Βέροιας ως αρμοδίων δικαστηρίων για την επίλυση κάθε διαφοράς που θα προέκυπτε από την εφαρμογή αυτών, με το σκεπτικό (μετά την ορθή, κατά την αναιρεσείουσα, απόρριψη ως απαράδεκτου του προβληθέντος με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσίβλητων ισχυρισμού αυτών περί πλαστότητας της υπογραφής αυτών) ότι δεν αποδείχθηκε η γνησιότητα της υπογραφής αυτών στις ως άνω συμβάσεις, το μεν έλαβε υπόψη της πράγματα που δεν είχαν προταθεί από τους αναιρεσίβλητους, το δε έσφαλε παραβιάζοντας το άρθρο 457 παρ.2 του ΚΠολΔ, καθότι οι αναιρεσίβλητοι δεν αμφισβήτησαν αμέσως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τη γνησιότητα της υπογραφής τους επί των εν λόγω εγγράφων, με συνέπεια οι ως άνω συμβάσεις να τεκμαίρονται γνήσιες, ενώ παράλληλα παρέλειψε να ελέγξει τη γνησιότητα των πιο πάνω υπογραφών σε αντιπαραβολή με τα άλλα (γνήσια) έγγραφα (14 τον αριθμό) που οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι προσκόμισαν στο δικαστήριο, β) εφόσον οι επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας και δη η τελευταία που περιείχε ρήτρα με την οποία κατά τόπο αρμόδια ήταν τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης έπαυσε να ισχύει, λόγω παρόδου του χρόνου ισχύος αυτής και της μετενέργειας, η κατά τόπο αρμοδιότητα έπρεπε να καθορισθεί από το δικαστήριο της ουσίας κατά τις γενικές διατάξεις (έδρα εργοδότη, έδρα εργαζομένου, τόπος παροχής εργασίας), βάσει των οποίων τοπική αρμοδιότητα είχαν μόνο τα δικαστήρια της Βέροιας, γ) έλαβε υπόψη της μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα την με επίκληση προσκομισθείσα το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου από τους αναιρεσίβλητους από Φεβρουάριος του 2016 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, αν και αυτή από βαρεία αμέλεια των αναιρεσίβλητων προσκομίσθηκε βραδέως, ενώ παράλληλα δεν διέταξε απόδειξη για τη γνησιότητα των πιο πάνω συμβάσεων, επί πλέον δε δεν έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την κατάθεση του μάρτυρα αυτής και δεν απήντησε σε σχετικούς ισχυρισμούς αυτής ότι και το λοιπό από 100 άτομα προσωπικό της είχε υπογράψει αντίστοιχες συμβάσεις.

Βάσει των ανωτέρω πλημμελειών το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε εσφαλμένα ότι κατά τόπον αρμόδια ήταν τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης και εξαφάνισε την περί παραπομπής, λόγω κατά τόπο αναρμοδιότητας, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει ορθά, ενώ εάν δεν υπέπιπτε στις ως άνω πλημμέλειες, θα έκρινε ότι κατά τόπον αρμόδια προς εκδίκαση της διαφοράς ήταν τα δικαστήρια της Βέροιας.

Με το περιεχόμενο αυτό ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, καθόλα αυτού τα ανωτέρω σκέλη, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αλυσιτελής, διότι ακόμη και εάν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτοντας στις επικαλούμενες πλημμέλειες, έκρινε εσφαλμένα ότι κατά τόπο αρμόδια προς εκδίκαση της διαφοράς ήταν τα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης, ενώ έπρεπε με βάση την περιεχομένη ρήτρα για παρέκταση αρμοδιότητας στις ως άνω από 1.4.2014 έγγραφες συμβάσεις (άρθ. 42 του ΚΠολΔ) να κρίνει ότι κατά τόπο αρμόδια προς εκδίκαση της διαφοράς ήταν τα δικαστήρια της Βέροιας, για την εσφαλμένη αυτού ως άνω κρίση δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά τη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος για την προβολή του, καθόσον η αναιρεσείουσα ρητώς αναφέρει στο αναιρετήριο (βλ. σελ. 13 αυτού) ότι "για την εταιρεία καμία διαφορά δεν είχε αν η αγωγή συζητείτο στη Βέροια ή τη Θεσσαλονίκη".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση: α) ότι εσφαλμένως υπολόγισε από 10.5.2010 τις αξιώσεις των αναιρεσίβλητων για παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα με βάση τις καταβαλλόμενες σε αυτούς αποδοχές, ενώ έπρεπε να υπολογίσει αυτές με βάση τις νόμιμες αποδοχές οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου Γ' κατηγορίας, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές ιδιότητες προϋπηρεσίας, μόρφωσης και οικογενειακής κατάστασης των αναιρεσίβλητων και β) ότι εσφαλμένως υπολόγισε τις αμοιβές αυτών για υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρία, καθότι αυτοί απασχολήθηκαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα πέραν του νομίμου ωραρίου τους των εννέα ωρών ημερησίως ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας (και όχι όλες), με συνέπεια οι πρώτες πέντε ώρες εργασίας πέραν του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας των 40 ωρών να αμείβονται πάντοτε ως υπερεργασία, ανεξαρτήτως του αν η (υπερ) απασχόληση αυτή έλαβε χώρα την ίδια ημέρα [επί παραδείγματι, εάν ο μισθωτός που απασχολείτο με πενθήμερη απασχόληση εργασθεί 10 ώρες τη συγκεκριμένη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδος, δικαιούται αμοιβής για δύο ώρες υπερεργασίας και όχι μία ώρα υπερεργασίας και μία ώρα κατ' εξαίρεση υπερωρίας, ως εσφαλμένως έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ενδεικτικά για το διάστημα από 4.1.2019 έως 10.1.2019].

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος κατ' αμφότερα τα σκέλη του είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο για την επιδίκαση στους αναιρεσίβλητους αμοιβής για την παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα και αμοιβής για την παροχή υπερεργασιακής και παράνομης (κατ' εξαίρεση) υπερωριακής απασχόλησης.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατ' αμφότερα τα σκέλη του ως αβάσιμος, καθότι: α) μετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 8 του Ν. 3846/2010 (11.5.2010), με την οποία ρυθμίσθηκε για πρώτη φορά νομοθετικά ο τρόπος αμοιβής των μισθωτών για απασχόλησή τους κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας (συνήθως τα Σάββατα) σε επιχειρήσεις όπου εφαρμόζεται το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, η αμοιβή αυτών υπολογίζεται έκτοτε (σε αντίθεση με το πριν την ημερομηνία αυτή νομοθετικό καθεστώς, όπου η αμοιβή υπολογιζόταν με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις) με βάση το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%, σύμφωνα με την πρόβλεψη του νόμου.

Επομένως, μετά την ημερομηνία αυτή συνυπολογίζονται και οι επί πλέον παροχές που προσιδιάζουν στις προσωπικές ιδιότητες του μισθωτού, ως τμήμα των "καταβαλλομένων" αποδοχών αυτού (ΑΠ 65/2020, ΑΠ 315/2017, ΑΠ 671/2016). Κατά συνέπεια, ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπολόγισε για το διάστημα μετά την ημερομηνία αυτή τις αμοιβές των αναιρεσίβλητων για την προς την αναιρεσείουσα παροχή της εργασίας κατά τα Σάββατα, με βάση το καταβαλλόμενο σε αυτούς ωρομίσθιο (για τις ώρες που απασχολήθηκαν), όπου είχαν περιληφθεί όλες οι καταβαλλόμενες σε αυτούς προσαυξήσεις και επιδόματα, προσαυξημένο κατά 30%, β) από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του Ν. 435/1976, 6 της από 14.2.1984 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθ. 11770/20.3.1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β 81), 9 της υπ' αριθ. 1/1982 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ.1 του Ν. 1346/1983 προκύπτει ότι ως υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη (κατ' εξαίρεση), στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του Ν. 435/1976 και ήδη του άρθρου 1 παρ. 1 - 5 του Ν. 3385/2005 ισχύοντος από 1.10.2005, όπως οι προσαυξήσεις στην αμοιβή αυτής (και της υπερεργασίας) διαμορφώθηκαν (περιορίσθηκαν) από 16.7.2010, μετά την αντικατάσταση των παρ.1, 3 και 5 του άρθρου 1 του Ν. 3385/1985 με το άρθρο 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010, θεωρείται η απασχόληση πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως για τους απασχολούμενους έξι ημέρες την εβδομάδα ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως για τους απασχολούμενους πέντε ημέρες της εβδομάδας, κατά τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, που δημοσιεύθηκε με την με αριθ. 11400/1710/4.3.1975 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του συμβατικού εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας των 40 ωρών ή του από το νόμο οριζομένου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας απασχόλησης των 45 ωρών (9 ώρες ημερησίως επί 5 ημέρες) σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται το πενθήμερο ή των 48 ωρών (8 ώρες ημερησίως επί 6 ημέρες) σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται απασχόληση έξι ημερών την εβδομάδα, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις τυχόν ολιγότερες ώρες εργασίας σε άλλη (άλλες) ημέρα της ιδίας εβδομάδας (ΑΠ 65/2020, ΑΠ 232/2018, ΑΠ 67/2015, ΑΠ 1409/2014 Συνακόλουθα, εάν ο μισθωτός απασχοληθεί δέκα (10) ώρες σε συγκεκριμένη ημέρα της εβδομάδας, έχει πραγματοποιήσει σε κάθε περίπτωση μία ώρα [νόμιμης ή κατ' εξαίρεση (παράνομης) αναλόγως των συνθηκών πραγματοποίησής της] υπερωρίας (10 ώρες απασχόλησης μείον 9 ώρες εργασίας το νόμιμο ημερήσιο ωράριο), έστω και εάν δεν έχει πραγματοποιήσει καμία ή έχει πραγματοποιήσει ολιγότερες των πέντε (ή οκτώ) ώρες υπερεργασίας εβδομαδιαίως, για το λόγο ότι για κάποιες ή όλες τις λοιπές εργάσιμες ημέρες της ίδιας εβδομάδας απασχολήθηκε ολιγότερες ώρες, με συνέπεια να συμπληρώνει ολιγότερες των 45 ώρες συνολικά (ή των 48 για όσους απασχολούνται έξι ημέρες την εβδομάδα) τη συγκεκριμένη εβδομάδα.

Τα ίδια προκύπτουν ειδικότερα και για τους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων των επιχειρήσεων πάσης φύσεως ή λοιπών ανωνύμων εταιρειών (Γ' κατηγορίας) με βάση (και) τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 και 2 περ. γ του Β. Δ/τος της 28.1/14.2.1938 "περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων", του άρθρου μόνου του Β.Δ/τος 882/1961 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της με αριθ. 12/1984 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων πάσης φύσεως" που κηρύχθηκε εκτελεστή με την με αριθ. 12430/1984 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ Β 182), με την οποία καθιερώθηκε ως συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο των εν λόγω μισθωτών εκείνο των 40 ωρών, και με το άρθρο 6 της 40/1985 όμοιας απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ.

Αθηνών που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29.11.1985) με την με αριθ. 19533/1985 (ΦΕΚ Β 720) υπουργική απόφαση, με την οποία καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε συνεχόμενων ημερών εργασίας για τους ως άνω απασχολούμενους και με τις διατάξεις του Κανονισμού 561/2006 (άρθ. 6 παρ. 1 και 2 και σημείο 5 του προοιμίου), από τις οποίες προκύπτει ότι ο οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου ανώνυμης ως εν προκειμένω εταιρείας εργάζεται υπερωριακά, όταν η ημερήσια απασχόλησή του υπερβαίνει τη συγκεκριμένη εργάσιμη ημέρα τις εβδομάδας (εκτός Κυριακής και Σαββάτου) τις εννέα (9) ώρες ημερησίως και τις Κυριακές ή τα Σάββατα τις οκτώ (8) ώρες ημερησίως (ΑΠ 132/2015).

Συνακόλουθα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς χαρακτήρισε ως (κατ' εξαίρεση) υπερωριακή απασχόληση την υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου των εννέα (9) ωρών εργασίας κατά τις συγκεκριμένες εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (Δευτέρα έως Παρασκευή), κατά τις οποίες απασχολήθηκε ο κάθε αναιρεσείων και επιδίκασε την ανάλογη αμοιβή για υπερωρία (και όχι για υπερεργασία) στους αναιρεσίβλητους, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ωρών υπερεργασίας που αυτοί πραγματοποίησαν την ίδια εβδομάδα.

Επομένως πρέπει ν' απορριφθούν και ως αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Περαιτέρω εάν το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του λάβει υπόψη του αυτοτελή ισχυρισμό του εναγομένου που κατά νόμο άγει στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, όπως είναι η ένσταση εξόφλησης (άρθ. 416 του ΑΚ), και απορρίψει αυτόν (εν όλω ή εν μέρει) ως αόριστο, δεν ιδρύεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε, έστω για λόγο τυπικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991).

Όμως οι σχετικές πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης ως προς την κατά τα άνω απόρριψη λόγω αοριστίας, ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο με βάση τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (επί νομικής αοριστίας) ή τον από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου αναιρετικό λόγο (επί ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας).

Για το ορισμένο δε της προβολής του σχετικού αναιρετικού λόγου πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται το περιεχόμενο της ανωτέρω ενστάσεως, όπως αυτή προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κριθεί το ορισμένο ή μη αυτής (ΑΠ 1963/2017, ΑΠ 161/2017, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 253/2011), ο τρόπος προβολής αυτής ή επαναφοράς της στο Εφετείο και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα ως προς την άνω απόρριψη, με βάση τα όσα αυτό δέχθηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 887/2019, ΑΠ 933/2018, ΑΠ 495/2010).

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, που ορίζει ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για όλες τις αξιώσεις του από την παρασχεθείσα εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να αναφέρονται και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθ. 3, 174, 679 ΑΚ, 8 του Ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959).

Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, με το άρθ. 18 παρ. 1 του Ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θ` απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ' αυτών κρατήσεις (ΑΠ 1241/2020, ΑΠ 123/2020, ΑΠ 953/2018, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1069/2014).

Εξ άλλου δεν συνιστούν "πράγματα", τα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που προκύπτουν από τις αποδείξεις (ΑΠ 1586/2008) ή η αιτιολογημένη ή μη άρνηση της αγωγής (ΟλΑΠ 469/1984). Επίσης δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια της διάταξης αυτής, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 598/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 2019/2007).

Συνεπώς η μη λήψη υπόψη αυτών δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο υπό στοιχείο 4 λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση των αριθμών 8, 10, 11, 12 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ακόλουθες πλημμέλειες: α) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την επιδίκαση πρόσθετης αμοιβής στους αναιρεσίβλητους για την υπερεργασιακή και υπερωριακή τους απασχόληση δεν αξιολόγησε τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας για τους χρόνους πραγματικής απασχόλησης των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατά το χρόνο έναρξης και λήξης της εργασίας των ενημέρωναν το δελτίο παρουσίας προσωπικού στο ειδικό προς τούτο ρολόι, όπως οι χρόνοι αυτοί προέκυπταν από τα παραρτήματα που είχε επισυνάψει στις προτάσεις της και τα περί αυτών αποδεικτικά μέσα, β) ότι με το ν' απορρίψει (κατά ένα μέρος) την ένσταση εξόφλησης των οφειλών της από την παροχή υπερεργασίας, υπερωρίας και εργασίας κατά τα Σάββατα ως αόριστη παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 416 και 422 του ΑΚ, καθότι η ένσταση αυτή ήταν επαρκώς ορισμένη.

Με το ως άνω περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος, κατά το υπό στοιχείο (α) σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης. Ούτε εξ άλλου η επικαλούμενη πλημμέλεια ιδρύει τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, αφού οι σχετικές αιτιάσεις αναφέρονται σε πραγματικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και σε αποδεικτικά αυτών μέσα.

Αλλά ούτε και στον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μπορεί να υπαχθεί η επικαλούμενη πλημμέλεια, αφού δεν προσδιορίζονται κατά τρόπο συγκεκριμένο εάν και ποία αποδεικτικά μέσα δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά τον προσδιορισμό της χρονικής διάρκειας εργασίας εκάστου των αναιρεσίβλητων.

Μάλιστα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), για τον υπολογισμό της διάρκειας της υπερωριακής και υπερεργασιακής απασχόλησης των αναιρεσίβλητων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την επί της ουσίας κρίση του κυρίως στα προσκομισθέντα δελτία παρουσίας προσωπικού που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς των αναιρεσίβλητων ότι είχαν απασχοληθεί για μεγαλύτερο χρόνο (σελ. 23 και 24 προσβαλλομένης), υπολόγισε δε τη διάρκεια της υπερεργασιακής και υπερωριακής απασχόλησης για κάθε αναιρεσίβλητο ανά συγκεκριμένη εβδομάδα και ανά συγκεκριμένη ημέρα αντίστοιχα, καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα (σελ. 25 - 48 προσβαλλομένης) και όχι κατά μέσο όρο.

Κατά δε το υπό στοιχείο (β) σκέλος του ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της ανωτέρω ένστασης (για τις χρονικές περιόδους που κρίθηκε αόριστη η προβολή της με την προσβαλλόμενη απόφαση), όπως αυτή είχε προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κριθεί το ορισμένο ή μη του περιεχομένου της, τι δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου ν' αχθεί στην περί αοριστίας κρίση και ποίο ήταν το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα ως προς την άνω απόρριψη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται όπως η επικαλούμενη αντίφαση των διατάξεων εντοπίζεται στο διατακτικό της απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων στο αιτιολογικό ή αντιφάσεων μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού.

Η ύπαρξη αντιφάσεων στο διατακτικό της απόφασης ιδρύει τον λόγο αυτό, όταν από τις αντιφάσεις δημιουργείται αοριστία του διατακτικού, ώστε να εμποδίζεται η εκτελεστότητα της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης (ΑΠ 570/2010, ΑΠ 1206/2018). Επομένως δεν επιτρέπεται αναίρεση αν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή αν η αντίφαση υπάρχει ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό, εκτός αν η αντίφαση έχει τη μορφή ανεπαρκών αιτιολογιών, οπότε όμως ο λόγος αναίρεσης στηρίζεται στο άρθρο 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 407/2019, ΑΠ 1406/2018, ΑΠ 1124/2008, ΑΠ 502/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, καθότι έκρινε επί αξιώσεων των αναιρεσίβλητων για την καταβολή σε αυτούς επιδόματος γάμου και επιδόματος χειριστή κλάρκ, που συνεχίσθηκαν να καταβάλλονται ως "οικειοθελείς παροχές" από την αναιρεσείουσα στο προσωπικό της κατά το έτος 2014 (μετά την λήξη στις 31.3.2014 της μετενέργειας της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας) προκειμένου να μην μειωθούν οι αποδοχές τους, δεχόμενη έτσι εμμέσως πλην σαφώς την ύπαρξη και δεσμευτικότητα για την αναιρεσείουσα των πιο πάνω από 1.1.2014 εγγράφων συμβάσεων, τις οποίες όμως είχε προηγουμένως είχε θεωρήσει ως μη γνήσιες.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, γιατί περιέχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της, είναι κατά τα προεκτεθέντα απαράδεκτος και ως τέτοιος πρέπει να απορριφθεί. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, λόγω της ήττας αυτής (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στην αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει την από 8.8.2019 και με αριθ. κατάθ. 2333/268/8.8.2019 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1408/12.6.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2022.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου