Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding contradictory reasoning in land expropriation compensation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's decision regarding land expropriation compensation. The appellants argued the lower court contradicted itself by rejecting claims for unauthorized structures while citing laws that should have protected them. The court ruled the appeal inadmissible because the cited contradiction concerned factual premises rather than the legal reasoning that formed the judgment's basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577(1), 577(3), 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on contradictory reasoning is inadmissible if it targets factual premises rather than the legal reasoning forming the judgment's basis.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 510 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 510/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Β. και 2) Κ. Δ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Χατζηκώστα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικήτα Χολόγκιτα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2020 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης.
Εκδόθηκε η 335/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-12-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 7-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2022) αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 335/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων από απαλλοτρίωση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), οι οποίοι αφορούν, αποκλειστικά, στην απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων για τη διόρθωση του οικείου κτηματολογικού πίνακα, με τη συμπλήρωση των ελλείψεων και αποκατάσταση των αναφερόμενων στην από 21-2-2020 αίτησή τους σφαλμάτων και όχι στην αναγνώρισή τους ως δικαιούχων αποζημίωσης, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσίβλητη.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημιώσεως λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξ αιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη.
Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει μετά το ν. 2985/2002, που εφαρμόζεται από 1-1-2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου" (παρ.1 εδάφιο τελευταίο) και "ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.
Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Έτσι, κατά το άρθρο 13 παρ. 2 του ν. 2882/2001 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", που αφορά τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου, ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη.
Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής (Ολ.ΑΠ 14/2011). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για το προσδιορισμό της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, υπολογίζεται και η αξία των κατασκευών και εγκαταστάσεων που έγιναν σ` αυτό από τον ιδιοκτήτη μόνο καλόπιστα, λόγω άγνοιας της απαλλοτρίωσης, μετά τη δημοσίευση της απαλλοτριωτικής απόφασης και μέχρι τη πρώτη συζήτηση της αίτησης για το καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, αν δεν έχει γίνει προσωρινός καθορισμός αυτής, όχι όμως και όσων (κατασκευών, εγκαταστάσεων) έγιναν μετά την ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).
Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).
Ειδικότερα, στη περίπτωση της κατ` ουσία έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 578 του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.
η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 109/2020). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης, με τη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον παρακάτω αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ''.....Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 2 του Ν. 2882/2001, "Δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο, που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής" και, συνεπώς, όποιες φυσικές (προσθήκη συστατικών ή παραρτημάτων) ή νομικές (αλλαγή χρήσης) μεταβολές έλαβαν χώρα στα επίδικα ακίνητα μετά την ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης (υπ' αριθμ.
Πρωτ. ...2009 ανακοίνωση της ΔΕΗ), θεωρούνται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι αποσκοπούν προδήλως στην ανατίμηση της αξίας των ακινήτων αυτών που έγιναν μόνο εξαιτίας της απαλλοτρίωσης και δε λαμβάνονται υπόψη, κατά τα προδιαληφθέντα. Ενόψει των ανωτέρω, αναφορικά με τα με αριθμούς ... και ... ακίνητα της Τ.Κ. ..., οι αιτούμενες διορθώσεις του κτηματολογικού πίνακα με την προσθήκη των αναφερόμενων στην υπό κρίση αίτηση κτισμάτων και δέντρων θα πρέπει να απορριφθούν, καθώς τα κτίσματα με τα συστατικά τους και τα δέντρα ανεγέρθησαν και φυτεύτηκαν αντίστοιχα μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της απαλλοτρίωσης (30-09-2009) και την τοιχοκόλληση αυτής (12-11-2009) και εξαιτίας αυτής, με μοναδικό σκοπό την ανατίμηση της αξίας των παραπάνω ακινήτων, ως αποδείχθηκε ιδίως από τις προσκομιζόμενες από την καθ' ης φωτογραφίες σε συνδυασμό με την από 24-09-2020 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Κ.
Σ. και την από 12-09-2020 τεχνική έκθεση της γεωπόνου Φ. Π., που επικαλείται και νομίμως προσκομίζει η καθ' ης, σημειωμένου αφενός μεν ότι ο 6ος και η 2η των αιτούντων, ιδιοκτήτες αντίστοιχα των ανωτέρω αγρών (... και ...), ουδόλως απέδειξαν ότι τα ανεγερθέντα επ' αυτών κτίσματα προϋφίσταντο της ανακοίνωσης και της τοιχοκόλλησης της απαλλοτρίωσης, αφετέρου δε ότι στους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης αμφοτέρων (το με αριθμό ...2009 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Κοζάνης Ε.
Π. για τον 6° των αιτούντων και το με αριθμό ...2009 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της ίδιας συμβολαιογράφου για τη 2η εξ αυτών), οι οποίοι συντάχθηκαν την 23-12-2009, ήτοι μετά την ανακοίνωση κατά τα ανωτέρω της απαλλοτρίωσης, ουδεμία αναφορά γίνεται σε υφιστάμενα επί των μεταβιβαζόμενων κατά τα ανωτέρω αγρών κτίσματα....''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος της διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα. Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 13 παρ. 2 του ν. 2882/2001, καθόσον εσφαλμένα κρίθηκε ότι "..οι αιτούμενες διορθώσεις του κτηματολογικού πίνακα για τα με αριθ. ...
και ... ακίνητα, με την προσθήκη των αναφερομένων στην αίτηση κτισμάτων και δέντρων θα πρέπει να απορριφθούν, καθώς τα κτίσματα με τα συστατικά τους και τα δέντρα ανεγέρθησαν και φυτεύτηκαν αντίστοιχα μετά τη δημοσίευση την ανακοίνωσης της απαλλοτρίωσης (30-09-2009) και την τοιχοκόλληση αυτής (12-11-2009) και εξ' αιτίας αυτής, με μοναδικό σκοπό την ανατίμηση της αξίας των παραπάνω ακινήτων, καθώς η εφαρμογή της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 13 ν. 2882/2001, ορθά ερμηνευόμενη, προϋποθέτει ανακοίνωση απαλλοτρίωσης της οποίας ακολουθεί εντός εύλογου και σύμφωνα με την αρχή της καλής πίστης και την κρατούσα αντίληψη, χρονικού διαστήματος, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ξεπερνά τον οριζόμενο για την ανάκληση κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης του άρθρου 11 παρ. 2 ν. 2882/2001 (4ετία)".
Ο λόγος αυτός, από τον αριθ. 1α'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωση και του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί του ως άνω ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την απόρριψη του ως άνω αιτήματος των αναιρεσειόντων, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, παρά μόνο απόσπασμα αυτής, το οποίο επέλεξαν, κατά το δοκούν, οι αναιρεσείοντες, αλλά με βάση αυτό και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, αφού παραθέτουν, στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο, τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ν. 2882/2001 που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, περιορίζονται στο να παραθέσουν τους λόγους για τους οποίους, κατ`αυτούς, εσφαλμένα το δικαστήριο έκρινε, η παράθεση δε πραγματικών ισχυρισμών περιορίζεται στο να διαλάβουν στον ως άνω αναιρετικό λόγο μόνο το συμπέρασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε ως κατ` ουσία αβάσιμο το αίτημά τους, το οποίο αιτιώνται ως εσφαλμένο (ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 22/2020).
Και αυτό πλέον και της ουσιαστικής αβασιμότητας του λόγου αναίρεσης, καθόσον με την ως άνω κρίση του, το δικαστήριο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την παρατεθείσα στην αρχή της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ν. 2882/2001 εφ' όσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι επικαλούμενες φυσικές (προσθήκη συστατικών ή παραρτημάτων) ή νομικές (αλλαγή χρήσης) μεταβολές, έγιναν στα ακίνητα των αναιρεσειόντων μετά την ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και θεωρούνται ότι αποσκοπούν πρόδηλα στην ανατίμηση της αξίας των ακινήτων που έγινε μόνο εξαιτίας της απαλλοτρίωσης, κατέληξε δε στο ως άνω πόρισμά του από την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, η επίκληση δε από τους αναιρεσείοντες της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 2882/2001 (ανάκληση και άρση μη συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης), δεν είναι εφαρμοστέα εν προκειμένω (ούτε και εφαρμόστηκε).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 79/2025, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1034/2024).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 989/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 79/2025, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 806/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 805/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 163/2022), έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή του, κατέληξε σε εσφαλμένη για τα πράγματα κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 554/2020).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. α` και β` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το δικαστήριο, 1) αφενός μεν, δεν έλαβε υπόψη την με αριθ. 148/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος και για συστατικά παραρτήματα και επικείμενα, που παραλείφθηκαν ή αναγράφηκαν εσφαλμένα στον κτηματολογικό πίνακα, τις δύο τεχνικές εκθέσεις του Σ.
Χ., πολιτικού μηχανικού και την φωτοληψία 2014 του Κτηματολογίου και 2) αφετέρου δε, έλαβε υπόψη την ανακοίνωση της ως άνω απαλλοτρίωσης (30-9-2009) και την τοιχοκόλληση αυτής (12-11-2009), που δεν προτάθηκαν από την καθής η αίτηση- αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αιτίαση αφορά έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του ΚΠολΔ και διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό-πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, όπως αυτός αναλύθηκε παραπάνω, δηλαδή θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά, όχι όμως και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι`αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 605/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 18/2021).
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα αυτό στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021, ΑΠ 799/2020). Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι "δέχθηκε παρά το νόμο, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε την ανακοίνωση της υπερής η απαλλοτρίωση και την τοιχοκόλληση αυτής χωρίς απόδειξη....".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προεκτέθηκε, τα αποδεικτικά μέσα, άρα και τα ως άνω επικαλούμενα έγγραφα, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθ. 10 (όπως και του αριθ. 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 786/2019), πλέον και της ουσιαστικής του αβασιμότητας, καθόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση του συνόλου των εγγράφων, όπως ρητά αναφέρει στη τέταρτη σελίδα της απόφασής του, ενώ δεν είχε υποχρέωση εκ του νόμου να αξιολογήσει χωριστά κάθε αποδεικτικό μέσο, από εκείνα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση ενώπιόν του, εφόσον αρκεί η γενική μνεία κατ` είδος των αποδεικτικών μέσων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκομίστηκαν με επίκληση.
Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αναφοράς και χωριστής αξιολόγησης του καθενός από αυτά, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Δεν συνάγεται, ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στη πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, AΠ 1912/2024, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 83/2021).
Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1912/2024, ΑΠ 25/2023, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1252/2022, ΑΠ 342/2020, ΑΠ 388/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 687/2024, AΠ 1912/2024, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).
Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες, προβάλλουν την, κατ` άρθρ. 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το ως άνω δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, την ως άνω με αριθ. 148/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την οποία επικαλέστηκαν.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στη προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 4η αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ("... από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική εκτίμηση της κρινόμενης υπόθεσης..... ''), σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το δικαστήριο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το παραπάνω φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο, πέραν βεβαίως του γεγονότος ότι, αφενός επίκληση αυτού (ως άνω απόφασης) ρητά γίνεται στη προσβαλλόμενη απόφαση (σελ. 5η αυτής), ενώ επιπρόσθετα το ως άνω έγγραφο δεν προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες (ούτε γίνεται επίκληση στις από 21-1-2025 προτάσεις τους, όπως επίκληση αυτού δεν γίνεται ούτε στις από 23-9-2020 προτάσεις αυτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, οι οποίες παραδεκτά επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για τις ανάγκες των αναιρετικών λόγων), προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενό του, ώστε να ελεγχθεί και η τυχόν μη λήψη του υπόψη από το δικαστήριο.
Επομένως, το δικαστήριο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ`του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο προβλεπόμενος από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στην διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με την συνδρομή ή μη γεγονότων, που στην συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικά.
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του ως άνω λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο τη προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο των άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, δηλ. η παντελής παράλειψη ή ατελής ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων, στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Αυτό δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης και "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Ως αιτιολογίες όμως κατά την διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ή μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1222/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 10/2022, ΑΠ 351/2021, ΑΠ 461/2019, ΑΠ 455/2017).
Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί αυτό να διατυπώνεται σαφώς. Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα, αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στη προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1912/2024, ΑΠ 1222/2024, ΑΠ 455/2017, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 328/2008, ΑΠ .../2008).
Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την επίκληση της παράθεσης αντιφατικών αιτιολογιών μεταξύ της μείζονος και ελάσσονος πρότασης και ειδικότερα ότι "το Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε το αίτημά μας για διόρθωση -συμπλήρωση του κτηματολογικού πίνακα των ακινήτων μας, δεχόμενο αφενός μεν ότι '' ....η αποζημίωση περιλαμβάνει και την αξία των αυθαιρέτων κτισμάτων που κτίσθηκαν προτού κηρυχθεί η απαλλοτρίωση, άσχετα από το αν έχουν νομιμοποιηθεί ή όχι μεταγενέστερα'', αφετέρου αμέσως μετά επικαλούμενο τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, απορρίπτει τις αιτούμενες διορθώσεις του κτηματολογικού πίνακα, που, κατά κύριο λόγο αφορούν αυθαίρετες κατασκευές που κτίστηκαν πριν την απαλλοτρίωση, με το αιτιολογικό ότι ανεγέρθησαν μετά τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της απαλλοτρίωσης και τη τοιχοκόλληση αυτής".
Ο λόγος αυτός είναι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη προηγηθείσα νομική σκέψη, απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλ. στις ουσιαστικές παραδοχές και όχι στη μείζονα πρόταση αυτού, καθόσον το διατακτικό δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου (μείζονα πρόταση), αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 81/2025, ΑΠ 1912/2024, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 455/2017), όπου εν προκειμένω εκτίθεται σαφώς και ύστερα από προηγηθείσα ανάλυση των αποδείξεων, το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε για απόρριψη κατ' ουσία του αιτήματος των αναιρεσειόντων.
Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 7-12-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 335/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ