Supreme Court dismisses appeal in debt restructuring case, ruling facts were clearly established by lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment in a voluntary jurisdiction debt restructuring case. The appellant argued the lower court erred in finding she was not permanently insolvent, but the court rejected this as an attack on the unreviewable factual assessment. The court held that the lower court's clear finding of fact was not challenged by admissible legal grounds, leading to the rejection of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if it attacks the unreviewable factual assessment of the court of first instance regarding the existence of permanent insolvency.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 81 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 81/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ξ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Καλτσά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Κωφός (ΑΜ ΔΣΑ 27279), ο οποίος αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί την ασκούσα πρόσθετη παρέμβαση εταιρεία με την επωνυμία "..." και δ.τ. "..." (πρώην "..."), που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Κ. Χ. του Ρ., κάτοικο ..., 2) Ν. Ν. του Κ. και 3) Σ. Ν. του Β., ..., που δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα και διά των προτάσεών τους πρόσθετη παρέμβαση των 2ου και 3ης προς κοινοποίηση η αναίρεση, Ν. Ν. του Κ. και Σ. Ν. του Β., αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-2-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 16-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. ... τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων").
Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, η εδρεύουσα στο Μοσχάτο Αττικής ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", με προφορική της δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις, από 1-11-2024, προτάσεις της, άσκησε, το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...
Α.Ε.", επικαλούμενη έννομο προς τούτο συμφέρον ενόψει του ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων, των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρο 325 του ΚΠολΔ, ΑΠ 1851/2024, ΑΠ 1102/2022).
Ειδικότερα, όπως από τα έγγραφα που προσκομίζει η προσθέτως παρεμβαίνουσα, προκύπτει, η τελευταία η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση ... της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από τη τράπεζα, η οποία, στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων, δυνάμει της από 17-12-2021 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ...(στο τόμο ...), έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "..." ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού που έχει νομίμως συσταθεί και λειτουργεί με έδρα το Δουβλίνο της Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις στη προσθέτως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003, δυνάμει της από 8-11-2022 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων.
Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων και οι απαιτήσεις της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από τη σύμβαση που συνήψε με την αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, η προσθέτως παρεμβαίνουσα, ως διαχειρίστρια της ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης, στα δικαιώματα της τελευταίας, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει και μάλιστα αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της αρχικής διαδίκου αναιρεσίβλητης, προς απόρριψη της αναίρεσης, καθόσον η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, καταλαμβάνει και αυτήν, ως ειδική διάδοχο της απαίτησης που απορρέει από την επίδικη έννομη σχέση.
Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ` άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κυρίας διαδίκου(αναιρεσίβλητης) και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας, και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 του ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 1/2023, ΑΠ 1851/2024, ΑΠ 561/2024).
Όπως προκύπτει από την με αριθ. ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στη περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, Ά.-Μ. Α., αντίγραφο της από 16-2-2023 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη παρούσα δικάσιμο (1-11-2024) και κλήση για να παρασταθεί στη δικάσιμο αυτή, έχει επιδοθεί, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, που επισπεύδει τη συζήτηση, νόμιμα και εμπρόθεσμα στην υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε." (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ). Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ορισθείσα δικάσιμο της υπόθεσης, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο η αναιρεσίβλητη εταιρεία, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη.
Επομένως, κατ` εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η τελευταία, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα (ΑΠ 561/2024, ΑΠ 1851/2024, ΑΠ 1102/2022, ΑΠ 368/2019) και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."),όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ.5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 31-12-2015, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 του ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α`143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στη προκείμενη υπόθεση, ορίζεται ότι: "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".
Ακολούθως, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 17 του άρθρου 1 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 550/2023, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 1169/2022).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, έλλειψης δηλαδή όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη είναι η περιουσία η οποία είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απόληψης ανάλογου ανταλλάγματος, όταν δηλαδή μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.
Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης, δηλαδή το δικαστήριο θα κρίνει αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών. Για το προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, κατ` αρχάς, το εισόδημα του οφειλέτη.
Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται, αφενός τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και αφετέρου οι βιοτικές (και όχι απλώς οι στοιχειώδεις) ανάγκες του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 103/2024, 1482/2022, ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 545/2021, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 71/2020).
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών, λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται, σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας (ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544/2022, ΑΠ 1035/2021, ΑΠ 311/2021). Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κλπ (ΑΠ 691/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 1482/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 544//2022) Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 103/2024, ΑΠ 1036/2024, 656/2021).
Όπως δε προαναφέρθηκε, η αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του (ΑΠ 1098/2024, ΑΠ 1054/2023, ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 1050/2021, Α.Π. 933/2021, ΑΠ 834/2021).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α`του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή τη παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 549/2022). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1032/2024).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.
Ως αιτιολογίες κατά την διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1222/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 509/2020). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1101/2023).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχόμενου, τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 εδ. α' και 6 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου τη ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, δεχόμενη ότι αυτή δεν περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της προς την πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία-καθής η από 28-12-2015 αίτησή της και ήδη αναιρεσίβλητη, καθόσον περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κατά μήνα καθαρό εισόδημα της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης και ως προς το ύψος του χρηματικού ποσού που απαιτείται για εξυπηρέτηση των οφειλών της, ώστε το δικαστήριο συγκρίνοντας την μηνιαία δόση που θα έπρεπε να καταβάλλει η αιτούσα προς αυτή (πιστώτρια) με τα εισοδήματά της και το ποσό των βιοτικών της αναγκών να καταλήξει με πλήρη αιτιολογία στο συμπέρασμα κατά πόσο τα εισοδήματα αυτά ήταν ή όχι επαρκή για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεών της και, έτσι, παραβιάστηκε η ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010.
Σχετικά με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους, από τη προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρ. 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα αυτό δηλ. αναφορικά με τη μη περιέλευση της αιτούσας-αναιρεσείουσας σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών της, στη συνέχεια δε για την ουσιαστική απόρριψη της με αριθ.
έκθ. κατάθεσης 42882/1732/2019 έφεσής της, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...... η εκκαλούσα γεννήθηκε στις 25-2-1970, είναι διαζευγμένη από το 2012 και από τον γάμο της με τον Κ. Χ. έχει αποκτήσει δύο τέκνα που γεννήθηκαν στις 25-9-2002 και 7-6-2006, αντίστοιχα, κατοικούσε δε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τα ως άνω τέκνα της σε διαμέρισμα που βρίσκεται στο Αιγάλεω Αττικής, το οποίο ανήκει κατά 50% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας σε καθένα από τα ανήλικα τέκνα της (μετά από μεταβίβαση της ιδίας προς αυτά) και κατά επικαρπία στους γονείς της.
Η εκκαλούσα εργαζόταν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως ιδιωτική υπάλληλος στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", με μηνιαίες απολαβές ύψους 1.539,73 ευρώ. Από την παράθεση των εκκαθαριστικών σημειωμάτων που προσκομίζει προκύπτει ότι το ετήσιο ατομικό της εισόδημα από κάθε πηγή είχε ανέλθει σε 26.328,92 ευρώ το οικονομικό έτος 2008 (χρήση 2007), 28.193.79 ευρώ το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008), 34.162,74 ευρώ το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009), 28.529,81 ευρώ το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010), 28.060, 75 ευρώ το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011), 26.149,92 ευρώ το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012), 26.149,92 ευρώ το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013), 26.737,28 ευρώ το φορολογικό έτος 2014, (26.901,20+147,84=) 27.049,04 ευρώ το φορολογικό έτος 2015 (έτος κατάθεσης της αίτησης), 27.075,38 ευρώ το φορολογικό έτος 2016, 26.920,12 ευρώ το φορολογικό έτος 2017 και 27.735 ευρώ το φορολογικό έτος 2018 (έτος συζήτησης της αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο).
Διαθέτει ακίνητη περιουσία και δη είναι κύρια μίας μονοκατοικίας, επιφανείας 114, 56 τ.μ. κυρίων χώρων και 41.60 τ.μ. βοηθητικών χώρων, ευρισκόμενης στο Δήμο Σικυωνίων του Νομού Κορίνθου, αντικειμενικής αξίας 72.403,80 ευρώ (...) Εξάλλου, στο πρόσωπο της εκκαλούσας υφίσταντο, κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο οι παρακάτω ήδη ληξιπρόθεσμες χρηματικές οφειλές προς την καθής:
α) 2.732,17 ευρώ από σύμβαση στεγαστικής πίστης συναφθείσα το 2004, β) 199.982,84 CHF από σύμβαση στεγαστικής πίστης στην οποία έχει συμβληθεί ως (εγγυήτρια με πρωτοφειλέτη τον πρώην σύζυγό της, συναφθείσα το έτος 2008 και γ) 336.651,36 CHF από σύμβαση στεγαστικής πίστης που συνεβλήθη το 2007 ως πρωτοφειλέτρια. για να ανεγείρει την ως άνω αναφερόμενη μονοκατοικία της.
Περαιτέρω, όπως συνομολογείται με την έφεση (σελ. 46), κατά το τέλος του έτους 2015 όταν και κατέθεσε την αίτηση, η μηνιαία συνολική δόση που έπρεπε να καταβάλλει η εκκαλούσα για την αποπληρωμή όλων των ως άνω δανειακών προϊόντων της - με δεδομένο ότι όπως η ίδια ομολογεί ο πρώην σύζυγός της συνέχιζε να εξυπηρετεί τη δική του δανειακή σύμβαση - ανερχόταν σε ποσό περί τα 500 ευρώ, κατόπιν ρυθμίσεως στην οποία είχε προβεί με την εφεσίβλητη για καταβολή μικρότερης δόσης.
Το γεγονός δε ότι στην ως άνω ρύθμιση προέβη κατόπιν υπέρμετρης, όπως υποστηρίζει, αύξησης του τοκοχρεολυσίου των δανειακών συμβάσεων σε ελβετικό φράγκο αποτελεί πιθανόν αντικείμενο διαφορετικής αγωγής και δεν επηρεάζει την υπό κρίση υπόθεση, στο μέτρο που αντικείμενο έρευνας εν προκειμένω αποτελεί το αν η εκκαλούσα είχε τελικώς τα χρήματα που απαιτούνταν για να μπορεί, αφού ληφθούν υπόψη οι οικογενειακές της ανάγκες να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη της, έστω κι αν αυτά ήταν ρυθμισμένα.
Η εκκαλούσα, κατά το ως άνω έτος, όταν και κατέθεσε την αίτηση υπαγωγής στο ν. 3869/2010, δήλωσε ατομικό εισόδημα 27.049,04 ευρώ και δη μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου ύψους 4.660,56 ευρώ, φέρεται να είχε διαθέσιμο οικογενειακό εισόδημα (27.049,04 - 4 660,56, 12 μήνες =) κατά μέσο όρο 1.865,70 ευρώ το μήνα, ποσό δηλαδή που, μετά την αφαίρεση του ποσού των 500 ευρώ που όφειλε να καταβάλει για τις ως άνω οφειλές της, θεωρείται επαρκές για τη συντήρηση και την αξιοπρεπή διαβίωση της οικογένειάς της, καθώς της απέμενε ποσό 1.365,70 ευρώ μηνιαίως για την κάλυψη των αναγκών της, τις οποίες το Δικαστήριο προσδιορίζει στο ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως.
Προς τούτο εξάλλου η ίδια ήταν συνεπής προς τις υποχρεώσεις της, έστω και ρυθμισμένες, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση οφειλών της εφεσίβλητης τράπεζας όπου στην υπό ανωτέρω στ. 1 οφειλή της εκκαλούσας στις 11-11-2015, οι τόκοι είναι μηδενικοί, ενώ στην υπό στ. 3 οφειλή της οι τόκοι είναι μικροί και δη 335,57 CHF επί οφειλόμενου κεφαλαίου 336.293,79 ευρώ.
Εξάλλου, από το ίδιο έγγραφο διαφαίνεται και ότι η οφειλή του συζύγου της, στην οποία αυτή συνεβλήθη ως εγγυήτρια είχε τοκοφορία μόλις 52,70 CHF σε σύνολο οφειλής 199.930,14 CHF. Ισχυρίζεται η εκκαλούσα ότι η ως άνω μειωμένη εξαιτίας της ρύθμισης δόση επρόκειτο να λήξει στις 31-12-2015 και ότι από τις 1-1-2016 η μηνιαία δόση που θα όφειλε να καταβάλλει θα ανερχόταν στο ποσό των 1.200 έως 1.300 ευρώ, καθώς η εφεσίβλητη απέρριψε σχετικές εκκλήσεις της για παράταση της ρύθμισης.
Ωστόσο ουδόλως προσκομίζει στο Δικαστήριο τυχόν σχετική αλληλογραφία που είχε με την τράπεζα αναφέροντας το αίτημά της και τυχόν απορριπτική απάντηση αυτής. Σε κάθε δε περίπτωση όπως προκύπτει από το από 31-5-2016 έγγραφο που προσκομίζει η καθ' ής και αφορά χρονικό διάστημα μετά την 31-12-2015 και δη στις 15-1-2016, η συνολική δόση που θα όφειλε να καταβάλλει μηνιαίως η εκκαλούσα για την αποπληρωμή των οφειλών της, δεν ξεπερνούσε τα 700 ευρώ (...), με αποτέλεσμα και πάλι να της απομένει ποσό άνω των 1.100 ευρώ μηνιαίως για την αξιοπρεπή διαβίωση της οικογένειάς της.
Μάλιστα η επιμέρους μηνιαία δόση των 303 ευρώ αφορούσε το δάνειο σε ευρώ, με υπόλοιπο μόλις 2.428,60 ευρώ και άρα η εν λόγω μηνιαία καταβολή θα επέφερε εξόφληση αυτού σε λίγους μόνο μήνες, η δε εκκαλούσα εξοικονομώντας μετά την εν λόγω εξόφληση το ως άνω ποσό θα είχε ακόμη μεγαλύτερο εισόδημα για την αποπληρωμή του δάνειου σε ελβετικό φράγκο.
Είναι χαρακτηριστικό πάντως ότι μετά την κατάθεση της αίτησης, η πορεία των εισοδημάτων της εκκαλούσας έβαινε κατά κανόνα ανοδικώς, με αποτέλεσμα, κατά τη συζήτηση αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έλαβε χώρα το έτος 2018, αυτή να δηλώνει εισοδήματα ύψους 27.735 ευρώ και δη μετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου ύψους 4.720,48 ευρώ φέρεται να είχε διαθέσιμο εισόδημα (27.735-4.720,48, 12 μήνες =) 1.917,87 ευρώ το μήνα όντας τα μεγαλύτερα εισοδήματά της από το 2010, ποσό που της επέτρεπε να αποπληρώσει το σύνολο των δόσεών της και παράλληλα να έχει αυτή και τα τέκνα της μία αξιοπρεπή διαβίωση.
Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι ακόμη και αν υπήρχε η γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών που επικαλέστηκε κατά την κατάθεση της αίτησής της - κάτι πάντως που δεν απέδειξε όπως προεκτέθηκε - η εν λόγω κατάσταση ουδόλως διατηρήθηκε μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αντιθέτως η ανοδική πορεία των οικογενειακών εισοδημάτων της συνηγορούσε περί της αναμενόμενης δυνατότητας αυτής να αποπληρώνει κανονικά στο μέλλον τις οφειλές της.
Ήδη δε, μετά και τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα οικογενειακά εισοδήματα της εκκαλούσας αυξήθηκαν ακόμη περαιτέρω και πλέον ανέρχονται στο ποσό των 28.637,79 ευρώ (...). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα έχει περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της και μετά ταύτα απέρριψε την αίτησή της, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, ορθώς κατ' αποτέλεσμα, εκτίμησε το προσκομιζόμενο ενώπιον του αποδεικτικό υλικό και δεν έσφαλε.
Κατ' ακολουθία, ο σχετικός με το ανωτέρω κεφάλαιο της απόφασης πρώτος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος .......''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 (μη περιέλευσή της σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της) και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την προαναφερθείσα έφεση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας κατά της ..., πρωτόδικης, οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως (απορρίπτοντας την αίτηση).
Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αναιρεσείουσας-αιτούσας στις διατάξεις του ν. 3869/2010, λόγω έλλειψης μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς την πιστώτρια αναιρεσίβλητη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ως άνω νόμου, στην οποία ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και τα οποία δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.
Εξ άλλου, το δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της έλλειψης μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους της αναιρεσείουσας των χρηματικών της οφειλών.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο προσδιορίζει αναλυτικά: α)το ύψος κάθε μίας των τριών δανειακών συμβάσεων που ανέλαβε η αιτούσα με την καθής (ως πρωτοφειλέτρια και εγγυήτρια), καθώς και το χρόνο σύναψης της κάθε μίας (2007, 2008), β) την ηλικία της (γεννηθείσα το έτος 1970), την οικογενειακή της κατάσταση(διαζευγμένη από το έτος 2012, με δύο τέκνα που γεννήθηκαν το έτος 2002 και 2006, αντίστοιχα), γ) το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας, ως ιδιωτικής υπαλλήλου στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕ", το οποίο ανέρχονταν στα ποσά των 26.328,92 ευρώ το οικονομικό έτος 2008 (χρήση 2007), σε 28.193,79 ευρώ το οικονομικό έτος 2009 (χρήση 2008), σε 34.162,74 ευρώ το οικονομικό έτος 2010 (χρήση 2009), σε 28.529,81 ευρώ το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010), σε 28.060,75 ευρώ, το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011), σε 26.149,92 ευρώ το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012), σε 26.149,92 ευρώ το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013), σε 26.737,28 ευρώ το φορολογικό έτος 2014, σε 27.049,04 ευρώ το φορολογικό έτος 2015 (έτος κατάθεσης της αίτησης), σε 27.075,38 ευρώ το φορολογικό έτος 2016, σε 26.920,12 ευρώ το φορολογικό έτος 2017 και σε 27.735 ευρώ το φορολογικό έτσι 2018 (έτος συζήτησης της αίτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), δ) την κατά μήνα δόση (όλων) των δανειακών της υποχρεώσεων η οποία ανέρχονταν στο ποσό των 500,00 ευρώ, μετά από ρύθμιση, ενώ για το χρονικό διάστημα από 15-1-2016, η συνολική δόση που θα όφειλε να καταβάλλει κατά μήνα για την αποπληρωμή (όλων) των οφειλών της, δεν ξεπερνούσε το ποσό των 700,00 ευρώ και ε) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης της οικογενείας της, το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των 1.000 ευρώ, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων της (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και της οικογενείας της, δηλ.
για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών, με τις (μηνιαίες) δαπάνες της για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, παράλληλα με την ικανοποίηση της απαίτησης της δανείστριάς της, η οποία ανέρχεται στο προαναφερόμενο ποσό, το Εφετείο έκρινε ότι η αιτούσα-οφειλέτρια, μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά και δεν τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως δεν πρέπει να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010.
Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν ώστε να καταγνωστεί ότι η αναιρεσείουσα δεν τελεί σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, αφού, στη προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρονται και τα μηνιαία εισοδήματά της και το ύψος της μηνιαίας δόσης που οφείλει να καταβάλει προς τη πιστώτρια για τη κάλυψη των προς αυτή δανειακών της υποχρεώσεων, καθώς και οι, βασικές τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες της ίδιας και των ανήλικων τέκνων της, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων της (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες της για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών και την ικανοποίηση των απαιτήσεων της πιστώτριας, καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ύπαρξης της δυνατότητας να ικανοποιήσει όλα αυτά και, συνεπώς, δεν δικαιούται να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη προεκτεθείσα νομική σκέψη.
Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας (δεν επικαλείται έλλειψη παντελούς αιτιολογίας) και περί αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το κατά μήνα καθαρό εισόδημα της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης και ως προς το ύψος του χρηματικού ποσού που απαιτείται για εξυπηρέτηση των οφειλών της, πέραν τις ουσιαστικής τους, κατά τα προαναφερόμενα, αβασιμότητας, πρέπει να απορριφθούν και ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτής προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτή εκδοχής περί της περιέλευσής της (αναιρεσείουσας) σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών της, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό (ΑΠ 624/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022).
Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές, καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς, ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις, που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και εδώ πρέπει να επισημανθεί, ότι το διατακτικό δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου (μείζονα πρόταση), αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 14/2021), απορριπτομένου του εμπεριεχόμενου στο δεύτερο αναιρετικό λόγο ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί αντίφασης (αντίθεσης) της ελάσσονος πρότασης προς τη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συνεπώς οι σχετικοί από τους αριθ. 1 εδ. α' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις ως άνω διακρίσεις. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1713/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 16-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. ... απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ