Supreme Court dismisses appeal on inadmissible evidence grounds, ruling expert report valid despite authenticity disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Athens Court of Appeal's decision of 6217/2004. The appellants argued that the court improperly considered an expert report and private documents whose authenticity they had contested. The court held that an expert's written opinion is a valid evidence type evaluated freely, and the manner of its formation does not affect its validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 34, 35 of the Civil Code; Articles 62, 73, 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure; Articles 286 et seq. of the same Code; Article 573(1) of the same Code; Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure: An expert's written opinion constitutes valid evidence evaluated freely by the court, and the manner of its formation or the contestation of underlying documents does not render it inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 507 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 507/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ... . Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Λάλα και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Μουσείο Μπενάκη", που εδρεύει στην ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιος δικηγόρους του: 1. Αθανάσιο Νιάνιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 2. Μαρία Βενιέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2, 2. Ψ2, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρου, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., 4. Ψ4, κατοίκου ..., 5. Ψ5, κατοίκου ..., 6. Ψ6, κατοίκου ..., 7. Ψ7, κατοίκου ..., 8. Ψ8, κατοίκου ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων (6η, 7η, 8ος) του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου ΨΨ στις 7-8-2004, οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, 9. Ψ9, κατοίκου ... και 10. Ψ10, κατοίκου ... . Η 3η αναιρεσίβλητη (Ψ3) και ο 5ος αναιρεσίβλητος (Ψ5) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Μιχαλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Οι 2ος, 4ος, 6η, 7η, 8ος, 9ος και 10ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δερβίση, ο οποίος ως δεύτερος αναιρεσίβλητος παραστάθηκε και για τον εαυτό του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του αρχικού διαδίκου ΧΧ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3034/2001 μη οριστική, 6214/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6217/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-11-2005 αίτησή τους και με τους από 25-7-2007 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 18/9/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των πρόσθετων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο 2ος αναιρεσίβλητος ατομικά και ως πληρεξούσιος των 4ου,6ης, 7ης,8ου, 9ου και 10ου αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ιδίου Κώδικα που, κατ` άρθρο 573 παρ.1, εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, προκύπτει, ότι, σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατός του επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναιρέσεως πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεώς του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987).
Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 8-11-2005 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε στις 10-11-2005 με σύνταξη της 1376/10-11-2005 πράξεως καταθέσεως του οικείου γραμματέα, καθώς και οι από 25-7-2007 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, απευθύνονται και κατά του έκτου αναιρεσιβλήτου ΨΨ, ως αντιδίκου κατά τη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 6217/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ο οποίος όμως αποβίωσε στις 7 Αυγούστου 2004, όπως προκύπτει από την ...
ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δημάρχου ..., ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 19-9-2007 η συζήτηση ματαιώθηκε, λόγω της διενέργειας των βουλευτικών εκλογών. Ο αποβιώσας ΨΨ, με την από 10-4-2004 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 20-4-2007 με αριθμό πρακτικού 2384/2007 και καταχωρήθηκε στο γενικό βιβλίο διαθηκών του ως άνω Πρωτοδικείου στον τόμο 2898 και με αύξοντα αριθμό 109, άφησε ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και κληρονόμους του τη σύζυγό του Ψ6, την θυγατέρα του Ψ7 και τον υιό του Ψ8.
Οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος με την από 25-9-2007 κλήση, που άσκησαν μαζί με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, δήλωσαν, ότι επιδιώκουν τη συνέχιση της δίκης υπό την ιδιότητα των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος. Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει δε και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παριστάμενων ήδη ως κληρονόμων του αποβιώσαντος ως άνω τρίτου αναιρεσιβλήτου περί γνωστοποίησης στους αναιρεσείοντες του θανάτου αυτού κατά το πριν την άσκηση της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου πριν την άσκηση της αναιρέσεως.
Επομένως, είναι έγκυρη και ισχυρή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, μολονότι στρέφονται και κατά του ήδη αποβιώσαντος έκτου αναιρεσιβλήτου, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτών με τους εμφανιζόμενους ως άνω και υπερασπιζόμενους στην ουσία την υπόθεση κληρονόμους του αποβιώσαντος, που δηλώνουν ότι συνεχίζουν τη δίκη, ενώ την κληρονομική τους ιδιότητα δεν αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόµιµη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτηµα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόµιµης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισµού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγµατικά περιστατικά, τα οποία, σύµφωνα µε το νόµο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριµένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρµόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρµογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δηµιουργούνται αµφιβολίες για το αν εφαρµόσθηκε ορθώς ή όχι ορισµένη ουσιαστική διάταξη νόµου. Αναφέρεται σε πληµµέλειες αναγόµενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσµατος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίµηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθµιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσµατος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, µε τον πρώτο λόγο της κρινόµενης αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόµενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόµενοι ότι το Εφετείο, που έκρινε αβάσιµη την αγωγή τους περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας, λόγω µη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής της από το διαθέτη, της από 26-12- 1996 ιδιόγραφης διαθήκης του εκ πατρός θείου τους ΑΑ, δικηγόρου, µε την οποία εγκαταστάθηκαν το πρώτο εναγόµενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο "Μουσείο Μπενάκη" ως κληρονόµος σε όλη την ακίνητη και κινητή περιουσία του αποβιώσαντος, οι δε λοιποί εναγόµενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι ως κληροδόχοι, διέλαβε στην προσβαλλόµενη απόφασή του ελλιπείς, αόριστες και αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιµο ζήτηµα της γνησιότητας της γραφής και υπογραφής του διαθέτη, γιατί, ενώ δέχεται ότι "η διαθήκη αυτή είναι γραµµένη ολόκληρη µε το χέρι του διαθέτη και έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από τον ίδιο, ότι οι υπάρχουσες προσθήκες στο περιθώριο µε παραποµπές από το κείµενο βρίσκονται σε συνοχή µε το κύριο σώµα του κειµένου, ανάγονται στην ενότητα της τελευταίας βούλησης του διαθέτη, έχουν γραφεί µε το χέρι αυτού και υπογραφεί από τον ίδιο, η δε χρονολογία τους καλύπτεται από τη χρονολογία της διαθήκης", δεν αναφέρει τίποτε για τη διαφορετικότητα της υπογραφής του κληρονοµουµένου που τέθηκε στη διαθήκη σε σχέση µε τις αναµφισβήτητα γνήσιες υπογραφές αυτού που υπάρχουν σε προσκοµισθέντα από τους αναιρεσείοντες δηµόσια έγγραφα, ούτε αιτιολογεί γιατί ο πραγµατογνώµονας αποφάνθηκε συµπερασµατικά και όχι µετά από σύγκριση µε τις ίδιες γνήσιες υπογραφές του κληρονοµουµένου ότι η υπογραφή αυτού στη διαθήκη είναι γνήσια, ούτε µνηµονεύει συγκριτικά στοιχεία που έλαβαν υπόψη οι πραγµατογνώµονες προκειµένου να καταλήξουν στο ως άνω συµπέρασµά τους, αλλ' ούτε και περιέχει σκέψη προς αντίκρουση των συγκριτικών πινάκων που παρατίθενται στην τεχνική έκθεση της τεχνικής συµβούλου των αναιρεσειόντων ... .
Όµως οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίµηση, στάθµιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσµατος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισµα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή η επίµαχη διαθήκη είναι γραµµένη ολόκληρη µε το χέρι του διαθέτη και έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από τον ίδιο, διατυπώνεται µε πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόµενη απόφαση.
Εποµένως ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά µέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόµισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κύριας αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για αιτίαση από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά µέσα που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόµισαν προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισµού τους, ότι η υπάρχουσα στην επίµαχη ιδιόγραφη διαθήκη υπογραφή δεν έχει τεθεί από τον κληρονοµούµενο διαθέτη ΑΑ και ειδικότερα τα εξής έγγραφα, στα οποία υπάρχουν γνήσιες υπογραφές αυτού, α) τα ..., ..., ..., ...
και ... συµβόλαια των συµβολαιογράφων Βασιλικής Βλάχου, Ιωάννας Κλικίζου και Γεωργίου Στεφάνου, β) το ... δικαστικό πληρεξούσιο της συµβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Καραλή γ) τις από 17-7-1996 και 31-12-1996 αποδείξεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. και δ) αντίγραφο της από 9-1-1994 Δήλωσης Φόρου Δωρεάς προς την ...
Οικονοµική Εφορία Αθηνών, είναι απορριπτέοι ως αβάσιµοι, αφούμ από την υπάρχουσα στην προσβαλλόµενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκοµίζουν", αλλά και από τη ρητή µνεία σ' αυτήν των ως άνω συµβολαιογραφικών και λοιπών εγγράφων, σε συνδυασµό µε τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσµατος, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, ως προς τον προαναφερόμενο κρίσιμο ισχυρισμό, ότι η υπάρχουσα στην επίµαχη ιδιόγραφη διαθήκη υπογραφή δεν έχει τεθεί από τον κληρονοµούµενο διαθέτη, και συνεκτίµησε µε τις υπόλοιπες αποδείξεις και όλα τα παραπάνω αναφερόµενα έγγραφα, ενόψει και του ότι η ως άνω αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση αναφέρεται και στο ότι το Εφετείο έλαβε και το ίδιο υπόψη τα έγγραφα αυτά, τα οποία δεν έλαβε υπόψη μόνο ο πραγματογνώμονας.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.10 περίπτ. β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του µε το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόµο δέχθηκε πράγµατα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη. Ως πράγµατα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισµοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και εποµένως στηρίζουν το αίτηµα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισµοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήµατα, νοµικά ή πραγµατικά, τα οποία αντλούνται από το νόµο ή από την εκτίµηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, µε τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόµενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ισχυριζόµενοι ότι το Εφετείο, δέχθηκε ως αληθές, ότι οι υπάρχουσες στο περιθώριο της επίµαχης διαθήκης προσθήκες, µε παραποµπές από το κείµενο αυτής, έχουν γραφεί µε το χέρι του διαθέτη και υπογραφεί από τον ίδιο, χωρίς να διατάξει απόδειξη επί του ισχυρισµού τους, τον οποίο και πρόβαλαν µε λόγο της έφεσής τους, ότι οι εν λόγω παραποµπές και προσθήκες, καθώς και οι υπογραφές κάτω από αυτές, δεν έχουν τεθεί από το διαθέτη, αλλά από τρίτο πρόσωπο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω πραγµατικός ισχυρισµός αποτελεί αιτιολογηµένη άρνηση της επικαλούµενης από τους αναιρεσιβλήτους γνησιότητας της επίµαχης διαθήκης, στην οποία στηρίζονται τα προβαλλόµενα από αυτούς κληρονοµικά δικαιώµατα, και εποµένως για τον ισχυρισµό αυτό, δεν ήταν υποχρεωµένο, σύµφωνα µε το νόµο, το δικαστήριο της ουσίας να διατάξει µε παρεµπίπτουσα απόφασή του απόδειξη.
Επειδή, κατά μεν το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες και τα δικαστικά τεκμήρια, κατά δε το άρθρο 390 του ίδιου Κώδικα το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 390 ΚΠολΔ δεν συνιστούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά συνιστούν έγγραφα που τυγχάνουν ιδίας ρυθμίσεως στο νόμο και εκτιμώνται ελευθέρως από το δικαστήριο, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να τα μνημονεύει ειδικώς και κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του (Ολ.ΑΠ 848/1981).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη και εκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την προσκομισθείσα από τους αναιρεσίβλητους από 15-12-2001 γνωμοδότηση των δικαστικών γραφολόγων ... και ..., που διορίστηκαν πραγματογνώμονες με την 2817/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε άλλη δίκη με αντικείμενο πάλι τη γνησιότητα της επίμαχης διαθήκης, δηλαδή έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας.
Έτσι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο, ιδία εκ του λόγου ότι η ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης (γνωμοδότηση) συνετάγη ενόψει άλλης δίκης, στην οποία δεν ήταν διάδικοι οι αναιρεσείοντες με αντικείμενο όμως πάλι τη γνησιότητα της επίμαχης διαθήκης και εκ του ότι συνετάγη προ της ενάρξεως της ήδη εκκρεμούς δίκης, καθώς και εκ του ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν προσκόμισαν τα έγγραφα με την υπογραφή του διαθέτη, που χρησιμοποίησαν ως συγκριτικά στοιχεία οι άνω πραγματογνώμονες για να καταλήξουν στο κατατεθέν πόρισμά τους και τα οποία αναφέρονται σ' αυτή, αφού δεν εξετάζεται αν προσκομίστηκαν ή όχι τα έγγραφα αυτά, καθόσον η περί τούτου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι κρίση περί πραγμάτων.
Ως προς δε την αποδεικτική βαρύτητα της προσκομιζόμενης γνωμοδότησης κρίνει ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας με ελεύθερη απόδειξη, βάσει του περιεχόμενου αυτής και του συνόλου των λοιπών προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχείων. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ.
α' ΚΠολΔ και ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε σε αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, το οποίο ο νόμος δεν επιτρέπει, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και το παραδεκτό της προσκομιδής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 654/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, ότι το Εφετείο παρά το νόμο, αφενός μεν, έλαβε υπόψη την από 10-10-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία, κατ' επιταγή της προδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συνέταξε ο ορισθείς πραγματογνώμονας ... και, αφετέρου, έλαβε επίσης υπόψη τα ιδιωτικά έγγραφα με την υπογραφή του διαθέτη, που είχαν προσκομίσει οι αναιρεσίβλητοι στον πραγματογνώμονα ως συγκριτικά στοιχεία, παρά το γεγονός ότι των ιδιωτικών αυτών εγγράφων στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες είχαν αμφισβητήσει τη γνησιότητα.
Το γεγονός όμως αυτό δεν καθιστά την γνωμοδότηση αυτή άκυρη ή ανυπόστατη, ώστε να θεωρηθεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. α' ΚΠολΔ ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, εναπόκειται δε στο δικαστήριο να της αποδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα κατά την ελεύθερη εκτίμησή του, καθόσον από τα άρθρα 368 και 387 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η έγγραφη γνωμοδότηση του διορισμένου από το δικαστήριο πραγματογνώμονα αποτελεί έγκυρο αποδεικτικό μέσο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ανεξάρτητα από την πληρότητα ή μη του περιεχομένου της και τις τυχόν πλημμέλειες που εμφανίζει.
Ο δε τρόπος κατά τον οποίο ο πραγματογνώμονας σχημάτισε την κρίση του, δηλαδή τα στοιχεία, τα οποία έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη, δεν επιδρούν στο κύρος της, όπως επίσης δεν επιδρούν στο κύρος της λάθη, σφάλματα ή ανακρίβειες, οι οποίες ενδεχομένως περιέχονται στην έκθεση που συνέταξε ο πραγματογνώμονας. Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 'Οσον αφορά δε τη λήψη υπόψη των ιδιωτικών εγγράφων, των οποίων αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, ο ήδη εξεταζόμενος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, αφού ουδόλως αναφέρονται ορισμένως τα ιδιωτικά αυτά έγγραφα κατά τρόπο, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-11-2005 αίτηση και τους από 25-7-2007 προσθέτους λόγους των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 6217/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2009.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ