Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to improper timing and failure to raise arguments before lower courts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the request inadmissible. The bank argued the lower court failed to consider specific evidence and witness testimony, but the court found these arguments were not properly raised during the initial proceedings. Consequently, the appeal was rejected because the legal grounds were not validly presented to the courts of first and second instance.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553(1) para. a, Art. 554, Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds were not properly raised before the lower courts, unless they concern public order or stem from the judgment itself.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 654 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 654/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" ως καθολική διάδοχο λόγω συγχωνεύσεως της Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Θρασύβουλος Κάρλος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1..... και 2. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ζαχόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-1996 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:672/1999 προδικαστική, 2656/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 4083/2005 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας από την ήδη αναιρεσείουσα και εκδόθηκε η 3506/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2006 αίτησή της η οποία κατατέθηκε α) στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 956/2006 και β) στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 87/2006, και με τους από 4-7-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 231-10-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 553 ( 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ 44/05).
Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή.
Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. 'Ετσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή.
Το ανασταλτικό όμως αυτό αποτέλεσμα δεν έχει και η ανακοπή που ασκείται εκπροθέσμως, αφού, η πάροδος της προθεσμίας αυτής καθιστά τελεσίδικη την ερήμην απόφαση, έκτοτε δε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία της αναιρέσεως (Ολομ. Α.Π. 11/1998, ΑΠ 1600/03 Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4.083/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε ερήμην της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως ανυποστήρικτη έφεση αυτής κατά της υπ' αριθμ. 2656/2004 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, και με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Κατά της ερήμην αυτής απόφασης του Εφετείου η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε εμπροθέσμως ανακοπή ερημοδικίας η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.3.502/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθόσον με αυτή ζητείται η αναίρεση της άνω υπ' αριθμ.3.502/2006 απορριπτικής της ανακοπής απόφασης του Εφετείου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι κατ' αυτής δεν προβάλλεται κανένας από τους αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ούτε με το κύριο ούτε με το δικόγραφο προσθέτων λόγων.
Επειδή, κατά το άρθρο 531 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζεται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους και επομένως στην περίπτωση αυτή αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.
Έτσι τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, που ως προς τα κεφάλαια που μεταβιβάστηκαν παραδεκτώς στο Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προσβαλλόμενους (Ολ. ΑΠ 16/90, ΑΠ 44/05). Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση ζητείται και η αναίρεση της υπ' αριθμ.2.656/2004 οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, η κατά της οποίας έφεση της ήδη αναιρεσείουσας απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ.4.083/2005 απόφαση του Εφετείου, ως αβάσιμη, λόγω ερημοδικίας της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση καθόσον με αυτή ζητείται η αναίρεση και της συμπροσβαλλόμενης ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, με την κατ' ουσία απόρριψη της ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα έφεσης, ενσωματώθηκε στην υπ' αριθμ.4.083/2005 απόφαση του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4 ,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αρ.1) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που κατά τον αναιρεσείοντα παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην πληττομένη νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ελ άλλου για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αρ.19 λόγος αναίρεσης εξ αιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών πρέπει στο αναιρετήριο, πλήν των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι ασάφειες.
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, 'ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα, ούτε με αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 466/99).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση παραβιάσεων από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αποδίδει στο εφετείο τις εξής αιτιάσεις α)ότι το εφετείο που απέρριψε την έφεση της ως ανυποστήρικτη, επικυρώνοτας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων εν μέρει, δεχόμενο τον αγωγικό ισχυρισμό των εναγόντων, ότι ο Γ1 συνεβλήθη με τους ενάγοντες ως αντιπρόσωπος της, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61, 65, 68 , 70 ΑΚ και των άρθρων 18 παρ.1 και 2, 22 παρ.1 και 3 του ΚΝ 2190/1920 Περί Ανωνύμων Εταιριών και 211 επ.
ΑΚ (1ος λόγος του κυρίου δικογράφου) και β)ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξ αιτίας αντιφατικών αιτιολογιών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, διότι δέχεται ότι ο άνω Γ1 "ήδη από το έτος 1994 ήταν εξουσιοδοτημένης συνεργάτης της "ΑΣΠΙΣ ΑΕΦΑ" στην Τρίπολη της Αρκαδίας και ανέπτυξε επαγγελματική δραστηριότητα ως ασφαλιστής.
Μάλιστα μίσθωσε γραφείο... στο οποίο είχε αναρτήσει πινακίδες με το παρακάτω περιεχόμενο "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΟΜΙΛΟΣ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ"...Μάλιστα στα εγκαίνια του γραφείου παρευρέθηκαν και στελέχη του ομίλου "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ"...Ο όμιλος στον οποίο ανήκει και η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση συνεργασία των εταιριών που την αποτελούν με αυτόν" (4ος λόγος του κυρίου δικογράφου) Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει με πληρότητα, αλλά εντελώς αποσπασματικά κατ' επιλογή, τις παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι ως άνω προβαλλόμενες παραβιάσεις .
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚπολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 3/1997) και όχι η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων(ολΑΠ469/84 ΑΠ 509/04) Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο δικαστήριο της ουσίας την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί ότι δεν αμφισβήτησε ειδικώς τον ισχυρισμό των εναγόντων, ότι ότι ουδεμία σχέση συνέδεε αυτή με τον Γ1, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο άνω φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ'ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και ο παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την υπ' αριθμ. 2.656/2004 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία ενσωματώθηκε στην απορριπτική της έφεσης υπ' αριθμ.4.083/2005 απόφαση του Εφετείου, αδιστάκτως προκύπτει, το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του και την παραδοχή της αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όπως και στην απόφαση αυτή βεβαιώνεται, μεταξύ των οποίων και η από 20.5.1996 βεβαίωση του ορκωτού λογιστή της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ......., την οποία η εναγόμενη προσκόμισε μετ' επικλήσεως με τις προτάσεις της που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η άνω οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Επομένως ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου με τον οποίο αποδίδεται στο Πολυμελές Πρωτοδικείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την άνω βεβαίωση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τη πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να υπάρχει κατά το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί και επαναφερθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωκε την προσβαλλομένη απόφαση (Ολομ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 244/2004 ΑΠ 347/06) Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο του προσθέτου δικογράφου η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη και την ενώπιον του εισηγητή δικαστή ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ......., κατά την οποία όμως αυτή δεν είχε κληθεί νομίμως να παραστεί.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει στο από 04.07.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης , ότι τον ισχυρισμό αυτό, περί ακυρότητας της ενώπιον του εισηγητή κατάθεσης του άνω μάρτυρα, προέβαλε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο νομίμως κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης και επανέφερε αυτόν στο εφετείο με την έφεσή της η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη λόγω της ερημοδικίας της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06.07.2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία " ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" καθολικής διαδόχους λόγω συγχωνεύσεως της Ανώνυμης Χρηματιστηριακής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ." για αναίρεση των υπ' αριθμ.3.502/2006 και 4.083/2005 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών και της το' αριθμ.2.656/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ΚΑΙ
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800)
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20-12-07.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 1-4-2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ