Legislator Case Law & Legislation
506/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on car insurance damages due to lack of substantive legal error.

Case Number 506/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a former insured against a final judgment regarding car insurance damages. The lower court had partially awarded the plaintiff's claim and ordered the defendant to pay court costs, rendering that specific portion unreviewable. Since no substantive legal error was found in the lower court's reasoning, the appeal was rejected in its entirety along with the request for restoration of the status quo.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only upon proof of a substantive legal error, and if none exists, the appeal must be dismissed.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive legal error car insurance damages court costs award restoration of status quo

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556, 558, 564(3) and 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 506 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 506/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Α., κατοίκου ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." (πρώην "... Ανώνυμος Ασφαλιστική Εταιρεία") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τσονάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1502/2016 μη οριστική και ...2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2949/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 15-12-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. ...2021) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2949/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 και 614 αριθ. 1,6 Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ.1β,556, 558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) . Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α'του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1208/2023).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1208/2023).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023).

Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 1230/2023). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 1138/2021).

Κατά τα άρθρα 298 και 914 Α.Κ., όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή - ζημιωθέντος (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Ως θετική ζημία νοείται η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, η οποία μπορεί να συνίσταται σε μείωση του ενεργητικού ή σε αύξηση του παθητικού του (ΑΠ 12/2020).

Ως διαφυγόν κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 929 παρ. 1 εδάφ. α' του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.

Ως νοσήλια νοούνται οι δαπάνες που είναι αναγκαίες για τη σωτηρία και την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος (φάρμακα, αμοιβή ιατρού, νοσοκομείου κ.α.) και έτσι, με κριτήριο την αναγκαιότητα ή όχι πραγματοποίησης της δαπάνης, θα υποχρεωθεί ή όχι ο υπόχρεος σε αποζημίωση να καταβάλει τη συγκεκριμένη δαπάνη ως οφειλόμενη ζημία (ΑΠ 1330/2023, ΑΠ 1439/2022, ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1543/2017).

Ως διαφυγόν κέρδος από αδικοπραξία από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι αποκαθίστανται και οι τακτικές - πάγιες παροχές που δίνονται στους αθλητές για έξοδα εξασφάλισης της άθλησής τους (ΑΠ 921/1998), οι οποίες δεν εξαρτώνται από την πραγματοποίηση της αντίστοιχης δαπάνης και ο δικαιούχος δεν είναι υποχρεωμένος να αποδίδει λογαριασμό (ΑΠ 604/2018, ΑΠ 1182/2017, ΑΠ 1104/2017, ΑΠ 274/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 Α.Κ., η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι στην περίπτωση που, εξαιτίας του είδους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του τελευταίου, αυτός αδυνατεί να αυτοεξυπηρετηθεί και έχει ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου - οικιακής βοηθού, για τη φροντίδα και την εξυπηρέτησή του, έργο το οποίο αναλαμβάνει, με εντατικοποίηση των δυνάμεών του, συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, το οποίο, με τις προς τον παθόντα υπηρεσίες του, καλύπτει την πιο πάνω ανάγκη πρόσληψης νοσοκόμου - οικιακής βοηθού, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης του παθόντος κατά του υπόχρεου.

Και τούτο διότι, η μη καταβολή ανταλλάγματος, στην περίπτωση αυτή, δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος του ζημιώσαντος. Τέτοια συγγενικά πρόσωπα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, μπορεί να είναι και η σύζυγος, οι γονείς, τα πεθερικά ή άλλα στενά συγγενικά, αλλά και φιλικά πρόσωπα.

Συνεπώς, ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις, αναγκαίως, αυξημένες περιποιήσεις και φροντίδες αυτών, προς αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει, από τον υπόχρεο προς αποζημίωση, τουλάχιστον το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, που θα το προσλάβανε για το σκοπό αυτό, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν κατέβαλε κανένα τέτοιο ποσό στους παραπάνω οικείους του, οι οποίοι, με υπερένταση μερικές φορές των δυνάμεών τους και σε βάρος άλλων ενασχολήσεών τους, ασχολούνται με τη φροντίδα για την αποκατάσταση της υγείας του παθόντος συγγενούς ή φίλου τους (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1492/2022, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 132/2010, ΑΠ 1545/2009.). Σημειώνεται ότι για τη θεμελίωση του ως άνω δικαιώματος αποζημίωσης δεν είναι απαραίτητη η επίκληση ιατρικής βεβαίωσης για την ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 1545/2009). Έτι περαιτέρω, άλλος, κατά την έννοια της άνω διάταξης, μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος (δημόσιο, ασφαλιστικοί οργανισμοί, ασφαλιστικές εταιρείες, ιδιώτης, εργοδότης κλπ).

Συνεπώς, κατ' εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 930 του Α.Κ., ο παθών από αδικοπραξία δικαιούται σε σωρευτική απόληψη πέραν των παροχών του τρίτου και της οφειλόμενης από τον αδικοπραγήσαντα αποζημίωσης (ΑΠ 216/2021, ΑΠ 91/2019, ΑΠ 152/2017, ΑΠ 1488/2014). Τέτοια δυνατότητα για πρόσκτηση από τον παθόντα αθροιστικά της αποζημίωσης από τον υπόχρεο και της παροχής του τρίτου δεν υφίσταται όταν ο νομοθέτης ορίζει διαφορετικά, όπως συμβαίνει κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, σύμφωνα με την οποία η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται εκ του νόμου στο ΙΚΑ, το οποίο είτε κατέβαλε είτε υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα την οικεία κοινωνικοασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του (ΑΠ 216/2021, ΑΠ 91/2019). Η ρύθμιση αυτή επεκτάθηκε από 11-7-2014, δυνάμει του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4272/2014, και στον Εθνικό Οργανισμό Παροχών Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ο οποίος συνεστήθη με το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 3819/2011 και αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, λόγους αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 11γ, 19 και 20 (αληθώς από τους αριθμούς 1 και 19) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 914, 930 παρ.3, 1507, 929 εδαφ.α' και 298 του Α.Κ.

καθώς και με ελλιπείς αιτιολογίες επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο: α) πλασματική δαπάνη απασχόλησης της μητέρας του ως οικιακής βοηθού - περιποιήτριας για χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών και β) δαπάνες πρόσληψης βελτιωμένης τροφής. Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, όσον αφορά τις δαπάνες αντιμετωπίσεως του τραυματισμού του αναιρεσίβλητου συνεπεία του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "...αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος ) εξετάσθηκε εκ νέου λόγω επιληπτικών κρίσεων:

α) στις 05.02.2015 και στις 18.11.2015 αντίστοιχα στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΝΙΜΙΤΣ), όπου: α) κατά την πρώτη εξέτασή του διαπιστώθηκε ότι πάσχει από επιληπτικές κρίσεις υπό αγωγή συνεπεία τροχαίου ατυχήματος προ 4ετίας και βεβαιώθηκε ότι παρακολουθείται τακτικά στα εξωτερικά ιατρεία και β) κατά την δεύτερη επιβεβαιώθηκε ότι έχει νοσηλευθεί στο παρελθόν λόγω status epilepticus, παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία της κλινικής και λαμβάνει αντιεπιληπτική αγωγή με Tbs Keppra των 1.000 επί 2 φορές την ημέρα (βλ.

τις ομόχρονες ιατρικές γνωματεύσεις του άνω Νοσηλευτικού Ιδρύματος). Την 01η.07.2016 ο ενάγων εξετάσθηκε στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών (ΓΣΝΑ), όπου με διάγνωση "ιστορικό επιληπτικών κρίσεων στην παρούσα υπό αγωγή 2000 MG ημερησίως σε έδαφος κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης με θλάσεις εγκεφαλικού παρεγχύματος το 1010, νοσηλεία 2012 στο Αιγινήτειο λόγω status epilepticus χωρίς εστιακή σημειολογία", του συστήθηκε "αγωγή ως έχει" με τη μνεία ότι "χρήζει τακτικής νευρολογικής παρακολούθησης" (βλ.

το ομόχρονο έγγραφο του άνω νοσοκομείου - συνολικές κινήσεις περιστατικού). Λίγο αργότερα, στις 05.07.2016, επισκέφθηκε την Μονάδα Υγείας Πειραιά όπου εξετάσθηκε από τον ψυχίατρο Ν. Σ., ο οποίος διαπίστωσε, όπως καταγράφεται στην ομόχρονη ιατρική γνωμάτευση, ότι ο ενάγων πάσχει από υποτροπιάζουσα, χρονίζουσα καταθλιπτική διαταραχή με συνοδό αγχώδη συμπτώματα σωματοποίησης δυσχεραίνοντα την λειτουργικότητά του, η οποία άρχεται από του έτους 2012 ύστερα από ψυχοτραυματικά συμβάντα και έκτοτε τελεί υπό φαρμακευτική αγωγή και παρακολούθηση, εκτιμώντας ότι το ποσοστό αναπηρίας του από την πάθηση αυτή ανέρχεται σε 50%.

Ήδη, από την αριθμόν επιτροπής ...2019, Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Διεύθυνσης ιατρικής Αξιολόγησης και του Κέντρου Πιστοποιήσεως Αναπηρίας (ΚΕ.ΠΑ.) του Γ' Τοπικού Υποκαταστήματος Μισθωτών του Κεντρικού Τομέα Αθηνών, αλλά και την υπ' αριθμόν επιτροπής ...

Γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Β/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής της Διεύθυνσης ιατρικής Αξιολόγησης και του Κέντρου Πιστοποιήσεως Αναπηρίας (ΚΕ.ΠΑ) του ιδίου Υποκαταστήματος, την οποία παραδεκτώς στην προκειμένη - κατ' έφεση - δίκη προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων κατά το άρθρο 529 παρ.1 εδ.α' του ΚΠολΔ, αλλά και κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό του, προκύπτει ότι αυτός, με βάση το εκ του ατυχήματος ιατρικό ιστορικό του και των βλαβών που υπέστη κατά το ατύχημα αυτό, κρίθηκε ανάπηρος με συνολικό ποσοστό αναπηρίας 60% για το χρονικό διάστημα από τις 14.03.2019 έως τις 31.03.2021, από το οποίο, όπως αναφέρεται στη Γνωστοποίηση της Β/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής, ποσοστό 20% οφείλεται σε ψυχιατρική πάθηση και ποσοστό 60% οφείλεται στο ατύχημα της 6ης.06.2010, καθώς διαπιστώθηκαν οι παθήσεις κατά την μεν αξιολόγηση της Α/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής "μετατραυματική επιληψία συνεπεία βαρέως ΚΕΚ (2010) υπό Φ.Α, ελεύθερος κρίσεων σήμερα και χωρίς εστιακή νευρολογική υπολειμματική σημειολογία, μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα μεικτού τύπου δεξιά με φυσιολογική ακοή αριστερά, κρίσεις καλοήθους σκληγκον θέσεως, αγχώδεις καταθλιπτικές εκδηλώσεις", κατά δε την αξιολόγηση της Β/βάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής "μεγάλου βαθμού μικτού τύπου βαρηκοΐα δεξιά, φυσιολογική ακοή αριστερά, παροξυσμικός ίλιγγος θέσεως, μετατραυματική επιληψία υπό μονοθεραπεία καλώς ελεγχόμενη, αγχώδεις καταθλιπτικές εκδηλώσεις", χωρίς η χρονική αυτή πιστοποίηση της αναπηρίας του ενάγοντος από τις άνω Επιτροπές να αναιρεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τη μονιμότητά της δοθέντος ότι η σχετική διαδικασία συνάπτεται με αντίστοιχη πρακτική των εν λόγω Επιτροπών Πιστοποιήσεως Αναπηρίας (...).

Ο ενάγων: α) για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών μετά την έξοδό του από το Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", αλλά και β) για χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών μετά την έξοδό του από το "Αιγινήτειο Νοσοκομείο", κατά την οίκοι παραμονή, νοσηλεία και ανάρρωσή του και συνολικά για χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών βρισκόταν σε αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως κατά την διάρκεια της ημέρας λόγω των καταγμάτων του και της δεύτερης μείζονος επιληπτικής κρίσης που υπέστη, η οποία οδήγησε στη νοσηλεία του στο τελευταίο πιο πάνω νοσοκομείο, στη διασωλήνωσή του και στη διακομιδή του στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου "ΣΩΤΗΡΙΑ" (...) και της εν γένει καταστάσεις της υγείας του με μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις και, μεταξύ άλλων, με ίλιγγο και διαταραχή ισορροπίας, η οποία δεν του επέτρεπε να φροντίζει και να εκτελεί ο ίδιος τις καθημερινές του ανάγκες στον ίδιο βαθμό όπως έπραττε πριν από το ατύχημα και τον ένδικο τραυματισμό του, ή όπως θα έπραττε ένα άλλο άτομο της ίδιας με αυτόν ηλικίας που δεν έχει υποστεί τις παραπάνω σωματικές βλάβες.

Για τούτο, είχε την ανάγκη παροχής ιδιαίτερων φροντίδων, περιποιήσεως, καθαριότητας και υπηρεσιών τρίτου προσώπου κοντά του να τον βοηθά και να τον περιποιείται στην καθαριότητα, στην ατομική υγιεινή και στον ευπρεπισμό του, στις σωματικές του ανάγκες, στην ένδυσή του, αλλά και στην συνοδεία του στους ιατρούς και στα νοσοκομεία.

Οι αναγκαίες αυτές φροντίδες και υπηρεσίες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και η επίβλεψη και η ψυχική του συμπαράσταση, καλύφθηκαν χωρίς την πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης (ήτοι, αποκλειστικής ειδικευμένης αδελφής νοσοκόμας) και συγκεκριμένα με την προσφορά υπηρεσιών χωρίς αντάλλαγμα εκ μέρους της μητέρας του, η οποία τον φρόντιζε καθημερινώς με εντατικοποίηση των προσπαθειών της και των προσωπικών της δυνάμεων, περιορισμό των δικών της αναγκών και των αναγκών ακόμη των λοιπών μελών της οικογένειάς της και καθ' υπέρβαση της συνήθους ηθικής υποχρεώσεως που είχε απέναντι στο γιό της στο πλαίσιο της σχέσεως γονέων-τέκνων (άρθρο 1507 του ΑΚ), εγκαταλείποντας κάθε άλλη ασχολία της και αποβλέποντας στην αμοιβή που εκείνος θα εισέπραττε μελλοντικώς ως αποζημίωση από τους υπόχρεους και θα την κατέβαλε στην ίδια έναντι της πιο πάνω απασχολήσεώς της.

Οι υπηρεσίες της αυτές, οι οποίες αν παρεχόταν από άλλο -εξειδικευμένο- πρόσωπο θα ήταν αμειβόμενες, αποτιμώνται, κατά την κοινή ανθρώπινη πείρα και την συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο εύλογο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως για την απαιτούμενη στην προκειμένη περίπτωση απασχόλησή της, δοθέντος ότι: α) οι προσφερθείσες από την μητέρα του και αναγκαίες προς τον ενάγοντα υπηρεσίες καθ' όλο το παραπάνω και επίδικο εν προκειμένω χρονικό διάστημα, εκτιμώντας τις προαναφερθείσες συνθήκες και περιστάσεις, αντιστοιχούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση στις υπηρεσίες της οικιακής βοηθού-περιποιήτριας και όχι στις υπηρεσίες εξειδικευμένης αποκλειστικής, ή ακόμη πρακτικής νοσοκόμας με ειδικές γνώσεις και εμπειρία, τις οποίες εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι είχε η μητέρα του ενάγοντος και β) το παραπάνω ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως για τις υπηρεσίες της μητέρας του ως πλασματική αμοιβή είναι εύλογο ενόψει και του ότι όταν οι υπηρεσίες προς τον παθόντα προσφέρονται από τους γονείς ή και άλλους οικείους του επιδικάζεται εύλογη αποζημίωση και όχι το ποσό που πράγματι θα κατέβαλε ο παθών σε μία υποκατάστατη δύναμη.

Έτσι, για την άνω αιτία την χρησιμοποίηση δηλαδή χωρίς αντάλλαγμα των υπηρεσιών της μητέρας του ως οικιακής βοηθού-συμπαραστάτιδος κατά την διάρκεια της κατ' οίκον νοσηλείας του ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των (600 ευρώ μηνιαίως X 5 μήνες =) 3.000 ευρώ, κατά το οποίο πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, το οποίο ο ενάγων το αξιώνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (...).

Επομένως, η σχετική ένσταση περί αοριστίας του εν λόγω κονδυλίου, η οποία παραδεκτώς προβλήθηκε (...) στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρεται νόμιμα ...και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (...) πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη. Το πιο πάνω συνολικό ποσό των 3.000 ευρώ δικαιούται να το αξιώνει ο ενάγων, κατά τις διατάξεις των άρθρων 929 και 930 παρ.3 του ΑΚ, για τις περιποιήσεις και τις φροντίδες που του προσέφερε η μητέρα του στην οικία του κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, διότι ο τραυματισθείς από αδικοπραξία τρίτου, ο οποίος δέχεται τις αναγκαίως αυξημένες περιποιήσεις των γονέων, των συγγενών, του/της συζύγου, των οικείων, ή και άλλων ακόμη προσώπων, για την αποκατάσταση της υγείας του, δικαιούται να απαιτήσει από τον υπόχρεο, ως αποζημίωση, το ποσό εκείνο που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο, τον οποίο θα προσλάμβανε για το σκοπό αυτό, έστω και αν στην συγκεκριμένη περίπτωση ουδέν ποσό κατέβαλε στα πρόσωπα αυτά (...) και δεν υφίσταται αντίθετος νόμιμος λόγος με βάση τον οποίο να δικαιολογείται να αποβαίνει η εκ μέρους των οικείων του παθόντος προσφορά των υπηρεσιών αυτών εις όφελος των υπόχρεων σε αποζημίωση εναγομένων ούτε ερευνάται αν το ποσό που επιδικάζεται στο δικαιούχο θα δαπανηθεί για άλλο σκοπό (...).

Και ναι μεν οι γονείς και εν προκειμένω η μητέρα του ενάγοντος βαρύνεται με την υποχρέωση, νομικά και ηθικά, να συμπαρίσταται στο τέκνο της παρέχοντας σε αυτό την ανάλογη βοήθεια, στοργή και συμπαράσταση, πλην, όμως, οι προαναφερθείσες υπηρεσίες, τις οποίες αναγκάσθηκε η μητέρα του ενάγοντος να του παράσχει εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα έχοντας προς τούτο πραγματική δυνατότητα, δεν μπορεί και πάλι να δικαιολογήσει την μετακύλιση της ζημίας στον ίδιο τον παθόντα, αφού εξάλλου η παροχή των υπηρεσιών της μητέρας προς το γιό της στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχε, όπως αποδείχθηκε, ως κίνητρο μόνο την ανακούφιση και συμπαράσταση του ενάγοντος από τον ένδικο τραυματισμό του και όχι την απαλλαγή των υπόχρεων εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων).

Αβασίμως, επομένως, ισχυρίζονται οι τελευταίοι ότι ο ενάγων δεν δικαιούται αποζημιώσεως για την άνω αιτία, επικαλούμενοι ειδικότερα ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες, που περιγράφει ο ενάγων, από την μητέρα του " είναι συνυφασμένες με τον συγγενικό δεσμό του παθόντος με τη μητέρα του και υπαγορεύονται από ηθική υποχρέωση που αυτή έχει προς τον ενάγοντα και δεν έγιναν με την πρόθεση αναπλήρωσης υπηρεσιών που θα έπρεπε να παρασχεθούν από τρίτα πρόσωπα", καθώς και ότι ο ενάγων "δεν δέχθηκε τις υπηρεσίες αυτές σαν ικανοποίηση της σχετικής του ανάγκης, αλλά με την μορφή της ένδειξης συμπαράστασης προς αυτόν, η οποία θα δινόταν είτε αυτός είχε ανάγκη από κάποιες υπηρεσίες είτε όχι και άρα είναι άσχετη με την ανάγκη πρόσληψης οικιακής βοηθού-περιποιήτριας" και αυτοί οι ισχυρισμοί τους είναι μη νόμιμοι και πρέπει να απορριφθούν, δοθέντος ότι, πέρα των παραπάνω, η γονική φροντίδα ενός υγιούς τέκνου, ακόμη και ενηλίκου 23 ετών όπως ήταν ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος, είναι εντελώς διαφορετική από τις υπηρεσίες που πρέπει να παρασχεθούν σε ένα τέκνο της αυτής μεν ηλικίας που υπέστη όμως τις παραπάνω σωματικές βλάβες, όπως αυτές ήδη αναφέρθηκαν και επομένως έχει ειδικές ανάγκες, αφού οι υπηρεσίες αυτές και αυξημένες είναι και ειδικότερες (...) το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο (...) έκρινε ορισμένη και άρα παραδεκτή την αγωγή ως προς το παραπάνω μερικότερο κονδύλιό της, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση περί αοριστίας του δικογράφου της ως προς το κονδύλιο αυτό και ...με την υπ' αριθμόν ...2020 από τις εκκαλούμενες δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε την ανάγκη των υπηρεσιών τρίτου προσώπου κοντά του για ...χρονικό διάστημα ...πέντε (5) μηνών μετά τον τραυματισμό του, τις οποίες του πρόσφερε χωρίς αντάλλαγμα η μητέρα του, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις.

Επομένως, ο συναφής πρώτος, κατά το έκτο σκέλος του, λόγος της εφέσεως των εναγομένων, όπως και ο έβδομος λόγος της αυτής εφέσεως κατά το οικείο σκέλος του, με τους οποίους αποδίδονται στις εκκαλούμενες οι πλημμέλειες αυτές, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Κατά το μέρος, όμως, που με την υπ' αριθμόν ...2020 από τις εκκαλούμενες αποφάσεις του καθόρισε το ύψος της πλασματικής αμοιβής της μητέρας του ενάγοντος για το παραπάνω χρονικό διάστημα των πέντε (5) μηνών στο μικρότερο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως και συνολικώς σε 2.500 ευρώ, το οποίο (...) επιδίκασε σε αυτόν για την άνω αιτία, αντί του πιο πάνω ορθού μεγαλύτερου ποσού των 600 ευρώ μηνιαίως και συνολικώς σε 3.000 ευρώ, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο συναφής τέταρτος λόγος της εφέσεως του ενάγοντος, με τον οποίο αποδίδεται στην πιο πάνω εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το προαναφερόμενο ποσό, ενώ, αντιθέτως, ο ίδιος πιο πάνω έβδομος λόγος της εφέσεως των εναγομένων, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ένεκα της πιο πάνω καταστάσεως της υγείας του και ιδία των καταγμάτων του, της απώλειας σωματικού βάρους και της μυϊκής μάζας λόγω της δίμηνης κατάκλισης εξαιτίας των ορθοπεδικών του προβλημάτων μετά την έξοδό του από το Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "ΚΑΤ", της συνεχούς λήψεως φαρμακευτικής αγωγής και της απίσχνασης της τροφικότητας των μυών λόγω της συνεχούς νοσηλείας του και στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας μετά την έξοδό του από το "Αιγινήτειο νοσοκομείο", ο ενάγων για χρονικό διάστημα τριακοσίων (300) ημερών συνολικά μετά τις δύο εξόδους του από τα πιο πάνω νοσοκομεία, αφαιρουμένων δηλαδή των ημερών της νοσηλείας του σε αυτά (στα οποία εξάλλου παρεχόταν η ενδεδειγμένη ποιοτικώς και ποσοτικώς διατροφή), είχε ανάγκη λήψεως βελτιωμένης τροφής (πέρα της συνήθους κανονικής από εκείνη που ελάμβανε προηγουμένως) φτωχής σε λίπη αλλά πλούσιας σε σίδηρο, πρωτεΐνες και ασβέστιο και αυξημένη σε μέταλλα, ιχνοστοιχεία και βιταμίνες, ήτοι, γαλακτοκομικών, κόκκινου άπαχου κρέατος, ψαριών, φρέσκων φρούτων, φυσικών χυμών κλπ, δηλαδή με τροφές πλούσιες σε θρεπτικά συστατικά, η αναγκαιότητα της οποίας κατά το διάστημα αυτό, ως μέρος της θεραπείας και της αναρρώσεώς του, δικαιολογείται πειστικά κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (...) από τη φύση, την βαρύτητα και την έκταση των τραυμάτων του, την ταχύτερη πώρωση των καταγμάτων του, την απώλεια μυϊκής μάζας, την κατάκλιση, την τόνωση του οργανισμού του από την ακινησία και την συνεχή λήψη φαρμακευτικής αγωγής (...), αφού εξάλλου, κατά τους γενικώς γνωστούς και αποδεκτούς ιατρικούς κανόνες και τα διδάγματα της κοινής πείρας αναγνωρίζεται αναγκαιότητα για πρόσληψη ειδικής διατροφής στις ειδικότερες περιπτώσεις κακώσεων (καταγμάτων) και των συνεπειών τους, όπως αυτές που υπέστη ο ενάγων (...).

Η διατροφή, όμως, αυτή, συμπίπτει εν μέρει με τη συνηθισμένη διατροφή του ενάγοντος και η επιπλέον δαπάνη για λήψη βελτιωμένης εκτιμάται στο ποσό των πέντε (5) ευρώ ημερησίως, σύμφωνα με τις τιμές των αγαθών κατά τους παραπάνω χρόνους και δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δαπάνησε για την αιτία αυτή το αιτούμενο μεγαλύτερο ποσό των επτά (7) ευρώ ημερησίως.

Συνεπώς, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα των 300 ημερών ο ενάγων δαπάνησε αναγκαίως για την άνω αιτία το συνολικό ποσό των 1.500 ευρώ (ήτοι, 300 ημέρες X 5 ευρώ ημερησίως), κατά το οποίο πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, το οποίο ο ενάγων το αξιώνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με αναφορά της βελτιωμένης τροφής, ήτοι πρωτεΐνες, λευκώματα, βιταμίνες, και της απαιτούμενης δαπάνης πέρα της συνήθους αλλά και των αναγκών του για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα με ενδυνάμωση του οργανισμού του λόγω βαρείας νοσηλείας και σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, χωρίς να απαιτείται και η αναφορά άλλων επιπλέον στοιχείων, αφού για το ορισμένο του εν λόγω κονδυλίου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην αγωγή "τα ονόματα των γιατρών που συνέστησαν τη λήψη βελτιωμένης διατροφής και για πόσο χρονικό διάστημα, σε τι συνίστατο η διατροφή του ενάγοντος και ποιο ποσό δαπανούσε πριν από το ατύχημα, πόσο στοίχιζε το κάθε είδος βελτιωμένης διατροφής που έλαβε μετά το ατύχημα και ποια ήταν η ποσότητα και η αξία κάθε μίας τροφής" ούτε, εξάλλου, ήταν αναγκαίο να προκύπτει η ανάγκη αυτή του ενάγοντος από ιατρικά πιστοποιητικά, βεβαιώσεις και γνωματεύσεις ή να αναφέρεται σε αυτά ότι η λήψη της έγινε κατόπιν ιατρικής συστάσεως, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενοι, αφού τα στοιχεία αυτά μπορεί να προκύψουν με πληρότητα από τις αποδείξεις(...).

Επομένως, η σχετική ένσταση περί αοριστίας του εν λόγω κονδυλίου, η οποία παραδεκτώς προβλήθηκε (...) στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρεται νόμιμα ...και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (...) πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο (...) έκρινε ορισμένη και άρα παραδεκτή την αγωγή ως προς το παραπάνω μερικότερο κονδύλιό της, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση περί αοριστίας του εν λόγω κονδυλίου και (...) με την υπ' αριθμόν ...2020 από τις εκκαλούμενες αποφάσεις του δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε λόγω του τραυματισμού του ανάγκη λήψεως βελτιωμένης διατροφής πέρα της συνήθους προς αποκατάσταση των βλαβών (καταγμάτων) και λόγω απώλειας μυϊκής μάζας, που υπέστη από το ατύχημα και στη συνέχεια καθόρισε το ύψος της επιπλέον δαπάνης για λήψη βελτιωμένης διατροφής στο ίδιο πιο πάνω ποσό των πέντε (5) ευρώ ημερησίως, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις.

Επομένως, ο συναφής πρώτος, κατά το τέταρτο σκέλος του, λόγος της εφέσεως των εναγομένων, όπως και ο πέμπτος λόγος της αυτής εφέσεως κατά το οικείο σκέλος του και ο αντίστοιχος με αυτόν τρίτος λόγος της εφέσεως του ενάγοντος κατά το οικείο σκέλος του, με τους οποίους αποδίδονται στις εκκαλούμενες οι πλημμέλειες αυτές, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Κατά το μέρος, όμως, που με την υπ' αριθμόν ...2020 από τις εκκαλούμενες αποφάσεις του δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε λόγω του τραυματισμού του ανάγκη λήψεως βελτιωμένης διατροφής για το μικρότερο χρονικό διάστημα των 240 ημερών (ήτοι οκτώ μηνών) από το ένδικο ατύχημα, αντί του πιο πάνω ορθού χρονικού διαστήματος των τριακοσίων (300) ημερών συνολικά μετά τις εξόδους του από τα δύο πιο πάνω νοσοκομεία, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ο ίδιος πιο πάνω -τρίτος- κατά το οικείο σκέλος του- λόγος της εφέσεως του ενάγοντος, με τον οποίο αποδίδεται στην πιο πάνω εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ενώ, αντιθέτως, ο ίδιος πιο πάνω -πέμπτος- λόγος της εφέσεως των εναγομένων, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος... ".Το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, όσον αφορά τα ανωτέρω αγωγικά κονδύλια, τα οποία δέχθηκε ως νόμιμα και ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 914, 929 εδαφ.

α' και 1507 Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με τις άνω αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσίβλητου, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθά εφαρμόσθηκαν, επιπλέον δε το Εφετείο διέλαβε, όσον αφορά τις εν λόγω αξιώσεις, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων (αιτιολογιών) για να καταλήξει στο προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή αυτών (αγωγικών κονδυλίων).

Τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από τους αναιρεσείοντες με τους ανωτέρω πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης και ειδικότερα 1) όσον αφορά την επιδίκαση δαπάνης απασχόλησης αποκλειστικής νοσοκόμας α) ότι η μετατραυματική επιληψία, οι αγχώδεις καταθλιπτικές εκδηλώσεις και η βαρηκοϊα είναι παθήσεις που δεν συνεπάγονται την ανάγκη πραγματοποίησης πλασματικής δαπάνης συγγενούς λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως και β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει επί πόσες ώρες ασχολούνταν η μητέρα του αναιρεσίβλητου με την φροντίδα αυτού, καθώς και ότι οι περιγραφόμενες στην εν λόγω απόφαση υπηρεσίες που προσέφερε στον αναιρεσίβλητο, είναι οι προσφερόμενες σε κάθε ανάλογη περίπτωση και όχι ειδικώς στην περίπτωση του αναιρεσίβλητου, καθώς και 2) όσον αφορά την επιδίκαση δαπάνης βελτιωμένης διατροφής, ότι το Εφετείο δεν αναφέρει πόσο χρόνο παρέμεινε ο αναιρεσίβλητος στα Νοσοκομεία "ΚΑΤ" και "Αιγινίτειο", ώστε να κριθεί αν ήταν αναγκαία και επί πόσο χρόνο η λήψη βελτιωμένης τροφής, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.

Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω αιτιάσεις που εμπεριέχονται στους ως άνω αναιρετικούς λόγους, είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα, ανεξάρτητα αν οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για δήθεν μη απάντηση σε ισχυρισμούς τους ή ανεπάρκεια αιτιολογίας και, ως εκ τούτου, οι ανωτέρω προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης, που αφορούν την κρίση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή συνιστούν προβολή ανεπίτρεπτου λόγου αναίρεσης, κατ'άρθρο 561 του Κ.Πολ.Δ.

και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι (ΑΠ 1950/2022, ΑΠ1492/2022, ΑΠ1439/2022).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1,11γ,19 και 20 (αληθώς από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 εδ. 3 Α.Κ., αποζημίωση ίση με τα νοσήλια που απαιτήθηκαν για την περίθαλψή του, παρότι καλύφθηκε αυτή η δαπάνη, από τον ασφαλιστικό του φορέα και, συνεπώς, αυτός ουδεμία υπέστη ζημία, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την παραπάνω διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ..

Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα, κρίσιμα περιστατικά: "...Για τα νοσήλια του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου) λόγω του ένδικου τραυματισμού του δαπανήθηκαν τα ακόλουθα ποσά: α) το ποσό των 1.431,40 ευρώ ως νοσήλια στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΚΑΤ" κατά το χρονικό διάστημα από τις 06.06.2010 έως τις 20.06.2010 (βλ.

την υπ' αριθμόν ...2015 πρωτότυπη απόδειξη του άνω νοσοκομείου), β) το ποσό των 599,81 ευρώ ως νοσήλια στο στρατιωτικό νοσοκομείο "ΝΙΜΙΤΣ" κατά το χρονικό διάστημα από τις 04.01.2011 έως τις 07.01.2011 (βλ. την από 20.11.2015 πρωτότυπη βεβαίωση παροχής υπηρεσιών), γ) το ποσό των 5.856,62 ευρώ ως νοσήλια στο Γενικό Νοσοκομείο "ΣΩΤΗΡΙΑ" κατά το χρονικό διάστημα από τις 25.08.2012 έως τις 10.09.2012 (βλ.

την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ...2012 πρωτότυπη βεβαίωση εξόδων νοσηλείας), δ) το ποσό των 1.606 ευρώ ως νοσήλια στο "Αιγινήτειο Νοσοκομείο" κατά το χρονικό διάστημα από τις 10.09.2012 έως τις 21.09.2012 (βλ. την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ...2015 βεβαίωση εξόδων νοσηλείας), ε) το ποσό των 573 ευρώ ως νοσήλια στο στρατιωτικό νοσοκομείο "ΝΙΜΙΤΣ" κατά το χρονικό διάστημα από τις 13.10.2012 έως τις 17.10.2012 (βλ.

την από 01.10.2015 πρωτότυπη βεβαίωση) και στ) το ποσό των 1.040 ευρώ ως νοσήλια στο στρατιωτικό νοσοκομείο "ΝΙΜΙΤΣ" κατά το χρονικό διάστημα από τις 31.10.2012 έως τις 05.11.2012 (βλ. την από 01.10.2015 πρωτότυπη βεβαίωση παροχής υπηρεσιών). Ήτοι, για τις άνω αιτίες δαπανήθηκε αναγκαίως το συνολικό ποσό των 11.106,43 ευρώ, το οποίο συνιστά θετική αποκαταστατέα ζημία του ενάγοντος, αιτιατώς συνδεόμενη με τον ένδικο τραυματισμό του και για τούτο πρέπει να γίνουν δεκτά και ως κατ' ουσίαν βάσιμα το σχετικά κονδύλια της αγωγής, τα οποία ο ενάγων τα αξιώνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αφού ειδικότερα ως προς την παραπάνω αξίωσή του προσδιορίζονται με επάρκεια οι επιμέρους δαπάνες των εν λόγω κονδυλίων κατ' είδος, έκταση και ποσό (...).

Το παραπάνω συνολικό ποσό 11.106,43 ευρώ καλύφθηκε από τον ασφαλιστικό φορέα του Δημοσίου, στον οποίο ό ενάγων ήταν εμμέσως ασφαλισμένος κατά τον χρόνο του ατυχήματος. Πλην, όμως, το ποσό αυτό, αν και καλύφθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, δικαιούται να το αξιώνει ο ενάγων κατά την διάταξη του άρθρου 930 παρ.3 του ΑΚ, αφού, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες πρωτότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και βεβαιώσεις εξόδων νοσηλείας των άνω νοσοκομείων, τις οποίες προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων, τα επιμέρους ποσά που αναφέρονται σε αυτές καταβλήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από τις 06.06.2010 έως και τις 05.11.2012, ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4272/ 2014 (ΦΕΚ Α 145/11.07.2014) με το άρθρο 29 παρ.2 του οποίου προστέθηκε παράγραφος 5 στο άρθρο 29 του ν. 3918/2011 και ορίζει ότι "οι διατάξεις της παρ.5 του άρθρου 10 του νδ/τος 4104/1960, καθώς και οι διατάξεις του βδ/τος 226/23.2-21.3.1973 έχουν ανάλογη εφαρμογή στον ΕΟΠΥΥ, όσον αφορά την υγειονομική περίθαλψη σε είδος, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του ΕΟΠΥΥ".

Επομένως, παρά όσα για το αντίθετο ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ο ενάγων είναι δικαιούχος του πιο πάνω συνολικού ποσού των 11.106,43 ευρώ, διότι η αξίωσή του ως προς αυτό δεν μεταβιβάστηκε στο Δημόσιο ως ασφαλιστικό φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης, αφού η άνω διάταξη του άρθρου 29 παρ.2 του ν. 4272/2014 άρχισε να ισχύει στις 11.07.2014 χωρίς να έχει αναδρομική ισχύ και στην ένδικη υπόθεση, ισχύει το σύστημα της σωρευτικής απόληψης της αποζημιώσεως από τους υπόχρεους εναγομένους και από το Δημόσιο ως ασφαλιστικό φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (...).

Συνακόλουθα η σχετική ένσταση περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος να ζητήσει τα παραπάνω επιμέρους ποσά για νοσήλια, η οποία παραδεκτώς προβλήθηκε ...στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ... και επαναφέρεται νόμιμα ...και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την έφεσή τους πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (...).

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την υπ' αριθμόν ...2020 από τις εκκαλούμενες αποφάσεις του δέχθηκε με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται εν μέρει με την προαναφερθείσα ότι ο ενάγων δικαιούται να αξιώνει το παραπάνω συνολικό ποσό των 11.106, 43 ευρώ για δαπάνες νοσηλίων που καταβλήθηκε για λογαριασμό του από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο στη συνέχεια το επιδίκασε σε αυτόν για την άνω αιτία, απορρίπτοντας σιωπηρά τις ενστάσεις περί αοριστίας του εν λόγω κονδυλίου και περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος να ζητήσει το ποσό αυτό (...) δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, ορθώς δε κατ' αποτέλεσμα απέρριψε τις πιο πάνω ενστάσεις(...) και ο συναφής έκτος λόγος της εφέσεως των εναγομένων, με τον οποίο αποδίδονται στις εκκαλούμενες οι πλημμέλειες αυτές, είναι αβάσιμος και απορριπτέος...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, όσον αφορά την επιδίκαση του ανωτέρω κονδυλίου νοσηλίων του αναιρεσίβλητου σε διάφορα Νοσοκομεία, ύψους 11.106,43 ευρώ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του Α.Κ., τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες κρίνονται αβάσιμα, καθόσον, υπό τις παραδοχές του, ότι τα νοσήλια του αναιρεσιβλήτου τα οποία καλύφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο ήταν εμμέσως ασφαλισμένος, αφορούν το χρονικό διάστημα από τις 6-6-2010 έως και τις 5-11-2012 , ήτοι πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 4272/2014 (ΦΕΚ Α 145/11-7-2014), κατά το οποίο δεν υπήρχε νομοθετική ρύθμιση που να αποκλείει τη σωρευτική απόληψη από τον παθόντα και των δύο παροχών, ήτοι της αποζημίωσης που υποχρεούνται να του καταβάλουν οι αναιρεσείοντες ως υπόχρεοι προς αποζημίωση και της παροχής του Δημοσίου ως ασφαλιστικού φορέα κοινωνικής Ασφάλισης.

Τέτοια πρόβλεψη σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν υπάρχει για τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., για ατυχήματα που συμβαίνουν από 11-7-2014 και εφεξής. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ακόμη, το Εφετείο, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, και τα εξής: "...Κατά τον χρόνο του ατυχήματος, όπως εξάλλου κρίθηκε αμετακλήτως με την προαναφερθείσα απόφαση, ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε κατά το έτος 1987 και άρα κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 23 ετών, φοιτούσε στο Τμήμα Επιστήμης φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού της Σχολής Επιστήμης φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (ΤΕΦΑ- Α) του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία είχε εισαχθεί το έτος 2009 και ήδη από το έτος 2002 ήταν αθλητής στίβου του ...

Συλλόγου Αθηνών έχοντας πολλές διακρίσεις στο ενεργητικό του και συμμετοχές στην Εθνική Ομάδα. Από τον παραπάνω σύλλογο αμειβόταν, κατόπιν συμφωνίας του με αυτόν, με το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, το οποίο όμως έπαυσε να λαμβάνει μετά το ένδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του διότι κυρίως η κατάσταση της υγείας του δεν του επέτρεπε να συμμετέχει σε προπονήσεις προκειμένου να ανταπεξέλθει στις υψηλές αγωνιστικές του υποχρεώσεις, κατά τα προεκτεθέντα.

Το ποσό αυτό θα συνέχιζε μετά πιθανότητος να το λαμβάνει ο ενάγων κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και για το επόμενο χρονικό διάστημα από την 01η.07.2012 έως τις 31.08.2014, οπότε και θα αποφοιτούσε από τη σχολή του και έτσι απώλεσε έκτοτε, αφαιρουμένου του ποσού των 20 ευρώ για την κάρτα μηνιαίων διαδρομών, το ποσό των 480 ευρώ μηνιαίως και συνολικώς για το πιο πάνω χρονικό διάστημα των είκοσι έξι (26) μηνών το ποσό των 12.480 ευρώ (ήτοι, 26 μήνες X 480 ευρώ μηνιαίως).

Το εν λόγω ποσό των 480 ευρώ μηνιαίως το ελάμβανε ο ενάγων ως αποζημίωση από τον ... Σύλλογο προκειμένου να καλύψει όχι μόνο τα έξοδα της προετοιμασίας του για τη συμμετοχή του στις προπονήσεις, στους αγώνες και τα οδοιπορικά του, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκαν και αύθις ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αλλά και για να καλύψει τις μηνιαίες ανάγκες του και έτσι συνιστά την θετική ζημία του από την άνω αιτία, δοθέντος ότι κατά τις διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 929 παρ.1 εδ.α' του ΑΚ αποκαθίσταται ως διαφυγόν κέρδος από αδικοπραξία και οι τακτικές- πάγιες παροχές που δίδονται στους αθλητές για έξοδα εξασφάλισης της άθλησή τους, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα - υπ' αριθμόν 604/2018 - απόφαση του Αρείου πάγου...".

Το Εφετείο το οποίο με τις πραναφερθείσες παραδοχές του, έκρινε νόμιμο και κατ'ουσίαν βάσιμο το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298,914 και 929 παρ.1 εδ. α'του Α.Κ. τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη.

Επομένως, ο πέμπτος από το άρθρο 559 αριθμ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,11γ,19 και 20 (αληθώς από τους αριθμούς 1 και 19 ) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 64.000 ευρώ, και ειδικότερα ποσό 1.000 ευρώ μηνιαίως, για απώλεια εισοδημάτων για το χρονικό διάστημα από 1-9-2014 μέχρι 31-12-2021, δεχόμενο ότι κατά το εν λόγω διάστημα ο τελευταίος ήταν ανίκανος ένεκα του τραυματισμού του για εργασία αθλητικού τύπου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929 του Α.Κ..

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αγωγικό κεφάλαιο απώλειας εισοδημάτων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξ αιτίας της ανικανότητάς του προς εργασία, λόγω του τραυματισμού του κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής: "...Μετά την αποφοίτηση από την σχολή του, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο ένδικος τραυματισμός του και η συνεπεία τούτου βλάβη της υγείας του, ο ενάγων θα εργαζόταν με την ειδικότητα του γυμναστή - αποφοίτου του ΤΕΦΑΑ σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο κατά τις πρωινές ώρες, ή ως γυμναστής-προπονητής σε ιδιωτικό γυμναστήριο, ή ακόμη σε κάποιο αθλητικό σωματείο κατά τις απογευματινές ώρες, ήτοι σε εργασίες και δραστηριότητες για τις οποίες σπούδαζε και επιθυμούσε να εξασκήσει ως επάγγελμα μετά την λήψη του πτυχίου του στο μέλλον.

Ο τραυματισμός, όμως, του ενάγοντος και οι απορρέουσες, κατά τα άνω, δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες, λόγω κυρίως της βλάβης στο σύστημα ισορροπίας, με μεγάλου βαθμού μείωση της ακοής του, ιλίγγους, μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις και αστάθεια κατά την βάδιση στέρησαν από αυτόν τη δυνατότητα να ασχοληθεί με εργασία αθλητικού τύπου εν γένει και συνεπώς με το πιο πάνω επάγγελμά του στους τομείς αυτούς.

Λαμβανομένων υπόψη της νεαρής του ηλικίας, της άριστης πριν από το ατύχημα καταστάσεως της υγείας του, της προηγούμενης επιτυχούς ενασχολήσεώς του με αθλητικές μόνο δραστηριότητες και της σοβαρής επιθυμίας του να εργασθεί στην ειδικότητά του αποδεικνύεται ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει ο ένδικος τραυματισμός του θα εργαζόταν μετά πιθανότητας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων με την πιο πάνω ειδικότητα από την 01η .09.2014 και μετά και θα αποκόμιζε από την εργασία του αυτή το συνολικό ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως (βλ.

και τις υπ' αριθμούς ...2015 ένορκες βεβαιώσεις), καθώς το επικαλούμενο από τον ενάγοντα μεγαλύτερο ποσό των 1.600 ευρώ μηνιαίως από τις πιο πάνω ενασχολήσεις του (πρωινή και απογευματινή) κρίνεται υπερβολικό κατά το επιπλέον σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας περί των υφιστάμενων κατά τον παραπάνω χρόνο οικονομικών συνθηκών προσφοράς, ζήτησης και αμοιβής της εν λόγω εργασίας.

Έτσι, λόγω της προαναφερθείσας ανικανότητάς του προς εργασία ο ενάγων απώλεσε για το χρονικό διάστημα από την 01η.09. 2014 και μετά, κατά το οποίο πιθανολογείται βάσιμα ότι θα μετερχόταν το πιο πάνω επάγγελμά του, να είναι δε ανίκανος προς εργασία λόγω των πιο πάνω παθήσεών του, τα μηνιαία (διαφυγόντα) εισοδήματά του κατά τα άρθρα 297 και 914 του ΑΚ, ήτοι το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, το οποίο συνιστά ζημία του από την άνω αιτία και πρέπει να του επιδικασθεί για το χρονικό διάστημα από την 1η.09.2014 και εντεύθεν και συγκεκριμένα όχι μόνο έως το χρόνο συζητήσεως της υπό κρίσιν - δεύτερης - αγωγής του στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Δεκέμβριος του 2019), όπως έκρινε η υπ' αριθμόν ...2020 από τις εκκαλούμενες, αλλά έως και τις 31.12. 2021, αφού έως τότε πιθανολογείται βάσιμα με βάση τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν ότι θα είναι - κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων - παντελώς ανίκανος προς εργασία (...).

Επομένως, για την άνω αιτία ο ενάγων δικαιούται: α) εφάπαξ το ποσό των 64.000 ευρώ (ήτοι 1.000 ευρώ μηνιαίως X 64 μήνες) για την ζημία του που αφορά το χρονικό διάστημα από την 01η.09.2014 έως τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής του στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τον Δεκέμβριο του έτους 2019, με τη σημείωση πάντως ότι το Δικαστήριο τούτο δεν έχει τη δυνατότητα να επιδικάσει το αντίστοιχο ποσό του χρονικού διαστήματος μετά την άσκηση της αγωγής έως την συζήτησή της σε περιοδικές δόσεις κατά μήνα, διότι έτσι θα καταστήσει χειρότερη την θέση του εκκαλούντος-ενάγοντος, αφού δεν υπάρχει αντίστοιχος λόγος εφέσεως των εναγομένων που να πλήττει την υπ' αριθμόν ...2020 από τις εκκαλούμενες κατά το κεφάλαιο αυτό και β) σε περιοδικές δόσεις κατά μήνα, καταβλητέες στο τέλος εκάστου ημερολογιακού μηνός, το ποσό των 1.000 ευρώ για την περιουσιακή ζημία του που αφορά το χρονικό διάστημα από την01η.01.2020 έως τις 31.12.2021.

Τα παραπάνω ποσά αποζημιώσεως για απώλεια εισοδήματος τα αξιώνει ο ενάγων κατά τρόπο σαφή και ορισμένο διότι η αγωγή του διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 929 του ΑΚ και δικαιολογούν την ουσιαστική άσκησή της κατά των εναγομένων, αφού, ειδικότερα, ως προς τις αξιώσεις του αυτές εκτίθενται στο δικόγραφό της τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που πιθανολογούν την αποθετική ζημία του ενάγοντος από την 01η.07.2012 και μετά, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών εκτιθέμενων περιστάσεων, όπως η προηγούμενη ενασχόλησή του στο πιο πάνω αθλητικό σύλλογο και η αποζημίωση που ελάμβανε από αυτόν για την κάλυψη των μηνιαίων αναγκών του, η νεαρή του ηλικία, η αποφοίτηση και η λήψη του πτυχίου του με τις εξετάσεις του μηνός Ιουνίου του έτους 2013 συνυπολογίζοντας και κάποιες τυχόν καθυστερήσεις από αστοχίες και αστάθμητους παράγοντες τον Ιούνιο του έτους 2014, η άριστη έως το ατύχημα κατάσταση της υγείας του, οι ειδικότητες του γυμναστή-προπονητή που αναφέρει στις οποίες θα μπορούσε να εργασθεί στο αντικείμενο των σπουδών του ως απόφοιτος του ΤΕΦΑΑ, που, κατά τα εκτιθέμενα, θα του επέτρεπαν, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο ένδικος τραυματισμός του από την αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου, να απασχοληθεί σε κάποιο από τα παραπάνω αντικείμενα και να αποκομίσει μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μηνιαίο εισόδημα, το οποίο και προσδιορίζει στο αιτούμενο ποσό των 1.600 ευρώ μηνιαίως (...).Επομένως, η σχετική ένσταση των εναγομένων περί αοριστίας των εν λόγω κονδυλίων, η οποία παραδεκτώς προβλήθηκε (...) στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρεται νόμιμα ...και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (...) πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη...".Το Εφετείο το οποίο με τις πραναφερθείσες παραδοχές του, έκρινε νόμιμο και κατ'ουσίαν βάσιμο το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 929 εδαφ.

α' Α.Κ., τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την εν λόγω αγωγική αξίωση του αναιρεσίβλητου, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που ορθά εφαρμόσθηκαν, ενώ το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, όσον αφορά την αξίωση αυτή, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να καταλήξει στο προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή του ανωτέρω αγωγικού κονδυλίου.

Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες με τον ανωτέρω τέταρτο λόγο αναίρεσης, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που αναφέρονται στον ίδιο ως άνω λόγο, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους επί των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, καθόσον οι προβαλλόμενες πλημμέλειες συνίστανται σε αντίθετες απόψεις και εκτιμήσεις των αναιρεσειόντων προς το άνω σαφές και πλήρες αποδεικτικό πόρισμα, που συνήγαγε η προσβαλλομένη απόφαση και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό αυτό πόρισμά του.

Τέλος, αναφορικά με την αιτίαση του ιδίου λόγου, ότι το Εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο το ανωτέρω ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως και για το χρονικό διάστημα από 7-11-2020 μέχρι 31-5-2021, κατά το οποίο τα Γυμναστήρια ήταν κλειστά, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, πέραν των ανωτέρω αναφερομένων (ότι πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων), δεν αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο (άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του Α.Κ., που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του (ΑΠ 254/2023, AΠ 1330/2023, ΑΠ 1563/2022, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 12/2020).

Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής παροχής-αποζημίωσης κατ` άρθρο 931 του Α.Κ. : "...Ένεκα του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), υπέστη τις προαναφερόμενες σωματικές βλάβες εξαιτίας των οποίων εμφανίζει σήμερα μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις υπό συνεχή μονοθεραπεία με αντιεπιληπτική αγωγή, με ιλίγγους, αστάθεια και διαταραχή ισορροπίας, με πλήρη ανοσμία (απώλεια της αίσθησης της όσφρησης) και μερική αγευσία (υπογευσία) και μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα μεικτού τύπου στο δεξιό αυτί, εμφανίζοντας έτσι βιολογική ζημία αφού απώλεσε, έστω και μερικά, τις παραπάνω από τις αισθήσεις του, ενώ εμφανίζει, επίσης, χρονίζουσα καταθλιπτική διαταραχή με αγχώδεις καταθλιπτικές διαταραχές και συνοδό αγχώδη συμπτώματα σωματοποίησης που δυσχεραίνουν την λειτουργικότητα και την καθημερινότητά του και όλα τα παραπάνω τον έχουν καταστήσει σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους υγιείς συνομηλίκους του, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν υγιής, αρτιμελής, καθ' όλα ενεργός αθλητής με άριστες αγωνιστικές επιδόσεις και παραλλήλως φοιτούσε στο Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού της Σχολής Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού (ΤΕΦΑΑ) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με άριστες προοπτικές επαγγελματικής προόδου και οικονομικής ανέλιξης στην ειδικότητα και στον κλάδο του.

Ήδη, αντιμετωπίζει σήμερα και θα αντιμετωπίσει και στο μέλλον δυσκολίες και ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες στις παραπάνω δραστηριότητες σε όλους τους τομείς λόγω των πιο πάνω παθήσεών του, οι οποίες αναιρούν την ικανότητά του να εργασθεί ιδίως σε επαγγέλματα αθλητικού τύπου εν γένει όπως εκείνο του γυμναστή-προπονητή για το οποίο σπούδαζε και επιθυμούσε να ασκήσει μετά τη λήψη του πτυχίου του προς πορισμό εισοδήματος.

Το ατύχημα, επομένως, και συνακόλουθα ο ένδικος τραυματισμός του κατέλειπε στον ενάγοντα μόνιμη μερική αναπηρία με τις πιο πάνω επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική του ακεραιότητα για τις οποίες ήδη κρίθηκε ανάπηρος σε ποσοστό 60% συνολικά από την αρμόδια επιτροπή αξιολόγησης αναπηρίας, οι οποίες δεν είναι αναστρέψιμες λόγω και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από το ατύχημα, τον επηρέασαν ήδη και θα τον επηρεάσουν όχι μόνο στην σωματική και ψυχική υγεία του (αφού η βλάβη της υγείας του, ως ηθική βλάβη καλύπτεται από τη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 του ΑΚ), αλλά επιδρούν ήδη και θα επιδράσουν δυσμενώς στην προσωπική ζωή του, στην κοινωνική του παράσταση και στο κοινωνικό του μέλλον, έχοντας απωλέσει εξαιτίας των παραπάνω τις προ του ατυχήματος ικανότητές του, ενώ εντείνει -ψυχολογικά- αισθήματα μειονεξίας και του στερεί την δυνατότητα να αναπτύξει τις κοινωνικές του επαφές και δραστηριότητες και έτσι περιορίζεται η προσωπική του αυτονομία και θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην δυνατότητα επίτευξης στο μέλλον προσωπικής και επαγγελματικής εξελίξεως και κοινωνικής προόδου.

Με βάση, επομένως, τις παραπάνω, δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες στην προσωπική, κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη από τον ένδικο τραυματισμό του, ο ενάγων δικαιούται πρόσθετης αυτοτελούς χρηματικής παροχής κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ προς αποκατάσταση της μειωμένης από την παραπάνω αναπηρία προσωπικότητάς του, το επιβεβλημένο ύψος της οποίας πρέπει να καθορισθεί, συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω λόγους και περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην πρόκληση του ατυχήματος και του τραυματισμού του, την νεαρή του ηλικία, των άρτιων έως τότε σωματικών και ψυχικών του δυνάμεων και το είδος, τις συνέπειες και τις επιδράσεις της παραπάνω μερικής αναπηρίας στο προσωπικό, κοινωνικό, επαγγελματικό και οικονομικό του μέλλον στο ποσό των 30.000 ευρώ, το ύψος του οποίου κρίνεται εύλογο με βάση τις κατ' ιδίαν συνθήκες της εις βάρος του αδικοπραξίας και σύμφωνα με την συνταγματικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας, ως γενικής νομικής αρχής και για τούτο πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το σχετικό κονδύλιο της αγωγής.

Το ποσό αυτό ο ενάγων το αξιώνει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο αφού ως προς την αξίωση αυτή γίνεται στην αγωγή λεπτομερής αναφορά των σωματικών βλαβών, τις οποίες υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα και με σαφήνεια εκτίθεται το είδος της σωματικής αναπηρίας, για την οποία αναφέρεται ότι είναι δυνατόν να μην εξαλειφθεί στο μέλλον, καθώς και η επίδραση αυτής, ενόψει της άριστης πριν από το ατύχημα καταστάσεως της υγείας του, της επιτυχούς αθλητικής του δραστηριότητας και της ηλικίας του, στην προσωπική και οικογενειακή ζωή του, την επαγγελματική και κοινωνική του ανέλιξη, ενώ προσδιορίζεται και το ανάλογο για την αποκατάσταση της ζημίας ποσό εύλογης αποζημιώσεως, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της εν λόγω αξιώσεως (...).

Επομένως, η σχετική ένσταση περί αοριστίας του εν λόγω κονδυλίου, η οποία παραδεκτώς προβλήθηκε από τους εναγομένους με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρεται νόμιμα από αυτούς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την έφεσή τους, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Εξάλλου, η αξίωση του άρθρου 931 του ΑΚ δεν αποτελεί αποζημίωση που συνδέεται - κατ' ανάγκη - με την απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, όπως αβασίμως ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και αύθις ισχυρίζονται οι εναγόμενοι και, συνεπώς, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημιώσεως των άρθρων 914 και 929 του ΑΚ.

Αντιθέτως, το Δικαστήριο επιδικάζει ένα εύλογο ποσό κατά την διακριτική περί τούτου ευχέρειά του, με βάση το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της παραμορφώσεως και αναπηρίας, η δυσμενής επίδραση της οποίας είναι δεδομένη στο κοινωνικό, προσωπικό, επαγγελματικό και οικονομικό μέλλον του παθόντος, ανάλογα με την ηλικία του, την προσωπική του κατάσταση, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος αφενός και με την συνεκτίμηση του ποσοστού της τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ (...) και χωρίς σύνδεση πάντως με κάποια συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να προσδιορισθεί λόγω της αναπηρίας (...), ενώ και για την θεμελίωση της σχετικής αξιώσεως του άρθρου 931 του ΑΚ ο νόμος αρκείται και στην απλή ακόμη δυνατότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του παθόντος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων...".

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο ποσό 30.000 ευρώ για χρηματική παροχή από το άρθρο 931 του Α.Κ., ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική αυτή διάταξη, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του αρκούσαν για την εφαρμογή αυτής και τη παραδοχή του σχετικού αιτήματος, ενώ δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον το ως άνω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής παροχής από το άρθρο 931 του Α.Κ., με το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών που αυτός υπέστη.

Διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω εφαρμοσθείσας ουσιαστικού δικαίου διάταξης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Ειδικότερα, στην απόφαση, εκτός από την αναφορά των, κατά το χρόνο του ατυχήματος, προσωπικών περιστάσεων του παθόντος-αναιρεσίβλητου (ηλικία, προσωπική κατάσταση), επισημαίνεται, η μερική ισόβια αναπηρία του, ως απότοκος του είδους και της έκτασης του τραυματισμού που υπέστη από το ένδικο ατύχημα και ότι αυτή θα επιδράσει οπωσδήποτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρνητικά στο επαγγελματικό ιδίως, αλλά και στο οικονομικό και κοινωνικό του μέλλον και ότι συνεπώς δικαιούται να αξιώσει πρόσθετη ιδιαίτερη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 του Α.Κ..

Επιπλέον το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι σαφές, επαρκές και χωρίς αντιφάσεις, δεν ήταν δε αναγκαία, για τη πληρότητα της αιτιολογίας η παράθεση, στην προσβαλλόμενη, πρόσθετων αιτιολογιών. Επομένως, ο έκτος από τους αριθμούς 1, 11γ και 19 (αληθώς από τους αριθμούς 1 και 19 ) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις παραπάνω διακρίσεις. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία, υπό ευρεία έννοια, αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπ` όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολ.

ΑΠ 10/2017, Ολ. ΑΠ 19/2011, ΑΠ44/2024, ΑΠ 980/2023, ΑΠ 254/2023, ΑΠ 1330/2023, ΑΠ 736/2021), πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 44/2024, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως.

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του ευλόγου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ` όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

ΑΠ 10/2017, Ολ. ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1547/2021, ΑΠ 931/2021, ΑΠ 736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ( ΑΠ 44/2024, ΑΠ 1043/2021, ΑΠ 736/2021, ΑΠ 929/2020, ΑΠ 265/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 747/2017).

Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης: "... Σε σχέση με το αιτούμενο εν προκειμένω κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω περαιτέρω ηθικής βλάβης από την υπ' αριθμόν 4771/2019 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ένεκα του τραυματισμού του.

Για το λόγο αυτό του επιδικάσθηκε με την απόφαση αυτή, κατά την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, το ποσό των 42.000 ευρώ, το οποίο κρίθηκε εύλογο και δίκαιο, αφού, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της, λήφθηκαν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην επέλευσή της και η έλλειψη υπαιτιότητας του ενάγοντος στη φύση και την έκταση του τραυματισμού του, όπως εκτέθηκε στην άνω απόφαση, οι πόνοι που δοκίμασε, η βλάβη που επήλθε, το μόνιμο και μη αναστρέψιμο της βλάβης αυτής, όπως προεκτέθηκε, η καθυστέρηση στις σπουδές του εκ της βλάβης αυτής και η διακοπή της αθλητικής του δραστηριότητας, το διάστημα που απαιτήθηκε για τη νοσηλεία του και την ανάρρωσή του, το σωματικό και ψυχικό άλγος που δοκίμασε, η εξελικτική πορεία της καταστάσεως της υγείας του σύμφωνα με τις (...) ιατρικές πραγματογνωμοσύνες και ιατρικές βεβαιώσεις, όπως εκτέθηκαν στην απόφαση αυτή, και οι λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις και δη οι συνέπειες του τραυματισμού του σε όλο το φάσμα της ζωής, η ηλικία του και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων.

Στη συνέχεια, όμως, επήλθε, όπως αποδείχθηκε, απρόβλεπτη δυσμενής εξέλιξη στην κατάσταση της υγείας του ενάγοντος, σε χρόνο μεταγενέστερο των αρχικών συνεπειών της αδικοπραξίας, η οποία ήταν απότοκος των σωματικών βλαβών του από το ένδικο ατύχημα αφού και η μετατραυματική του εξέλιξη δεν ήταν η αναμενόμενη, δοθέντος ότι η διαγνωσθείσα τότε μετατραυματική επιληψία εξελίχθηκε μόνιμα σε status epileptikus που τελεί υπό συνεχή και μόνιμη αντιεπιληπτική αγωγή με σκευάσματα Keppra 1000 επί δύο φορές την ημέρα (βλ.

και την από 18.11.2015 ιατρική γνωμάτευση του ΝΙΜΙΤΣ), η βαρηκοΐα του εξελίχθηκε σε μεγάλου βαθμού μεικτού τύπου και σήμερα έχει επιδεινωθεί βαρύτατα η ψυχική του υγεία με συνοδές σωματικές εκδηλώσεις και εξαιτίας των παραπάνω αυξήθηκε το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του σε 60% κατά τα προεκτεθέντα, γεγονός που μαρτυρεί ότι οι έως τότε φαρμακευτικές και θεραπευτικές τεχνικές με τις παραπάνω νοσηλείες δεν βελτίωσαν την ήδη βεβαρυμμένη από το ατύχημα κατάστασή του.

Τούτο δεν ήταν αντικειμενικώς διαγνωστό και η επέλευσή του δεν μπορούσε να προβλεφθεί εξ αρχής ότι θα επέλθει κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το χρόνο που ασκήθηκε η πρώτη αγωγή του και εκδόθηκε η παραπάνω απόφαση ούτε εξάλλου λήφθηκε υπόψη από το προηγούμενο δικαστήριο για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα.

Με βάση τα παραπάνω ο ενάγων δικαιούται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω περαιτέρω ηθικής βλάβης, η οποία, παρά όσα για το αντίθετο ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, δεν καλύπτεται από το ουσιαστικό δεδικασμένο που παρήχθη από την προγενέστερη πιο πάνω αμετάκλητη δικαστική απόφαση και, επομένως, ο αντίστοιχος, παραδεκτώς προβαλλόμενος πρωτοδίκως, αυτοτελής ισχυρισμός τους περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς την πιο πάνω αξίωση του ενάγοντος, ο οποίος επαναφέρεται νόμιμα και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τις έγγραφες προτάσεις τους προς αντίκρουση της εφέσεως του ενάγοντος, πρέπει, κατόπιν τούτων, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Η έκταση της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως, συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω λόγους και περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου στην επέλευσή της, την βλάβη που επήλθε και την έκτασή της από τη νέα μη προβλεπτή δυσμενή εξέλιξη της καταστάσεως της υγείας του ενάγοντος, καθώς και το είδος και τις ηθικές συνέπειες της αύξησης της πιο πάνω μόνιμης αναπηρίας του στο προσωπικό, κοινωνικό, επαγγελματικό και οικονομικό του μέλλον, συνεκτιμώντας και την έλλειψη οποιοσδήποτε υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση της περαιτέρω αύξησης της αναπηρίας του αυτής, το νεαρό της ηλικίας του και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου (...) από τους διαδίκους [α) αθλητής και φοιτητής χωρίς ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία ο ενάγων, άγαμος, κάτοικος ...

Αττικής και β) μηχανολόγος μηχανικός με εμπορική δραστηριότητα ο πρώτος εναγόμενος και ακίνητη περιουσία το ισόγειο διαμέρισμα που αποτελεί την κατοικία του στην ... Αττικής), ενώ η ευθύνη της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι μόνον εγγυητική (...), πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής που υπαγορεύουν την ύπαρξη κάποιας αναλογίας μεταξύ των πιο πάνω στοιχείων και της χρηματικής ικανοποιήσεως, στο ποσό των 10.000 ευρώ, το ύψος του οποίου κρίνεται εύλογο, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, δηλαδή ανάλογο με τις κατ' ιδίαν περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, αλλά και σύμφωνα με την συνταγματικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας, ως γενικής νομικής αρχής, και τις καθιερούσες αυτήν συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1 και 25 παρ.1 εδ.

α', όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως και κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις (...).

Η αγωγή ήταν, κατά το παραπάνω αίτημά της περί της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω περαιτέρω ηθικής βλάβης, αρκούντως ορισμένη διότι διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4 και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ, για την θεμελίωση του δικαιώματος του ενάγοντος στις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ και δη εκτίθεται ειδικότερα στο δικόγραφό της η τέλεση της αδικοπραξίας από τον πρώτο εναγόμενο και πλέον συγκεκριμένα η παράνομη και υπαίτια (αμελή) πράξη του τελευταίου εκ της οποίας προκλήθηκε ο σοβαρός τραυματισμός του, που εξακολούθησε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες μετά την άσκηση της πρώτης αγωγής του οι οποίες δεν είχαν προβληθεί ούτε είχαν καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά το χρόνο που κρίθηκε εκείνη, που στηρίζει το αίτημά του για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω περαιτέρω ηθικής βλάβης, ενώ, επίσης, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα η απρόβλεπτη, δυσμενής εξέλιξη της υγείας του παθόντος (ήτοι μεταγενέστερες μόνιμες και μεγαλύτερου μεγέθους δυσμενείς συνέπειες και όχι μόνο πιθανές), τις οποίες το δικαστήριο, κατά το χρόνο έκδοσης της προηγούμενης αποφάσεώς του δεν έλαβε υπόψη του, καθώς και η πρόκληση στον ενάγοντα περαιτέρω ηθικής βλάβης, το είδος, η ένταση και οι συνέπειες της περαιτέρω προσβολής στον ψυχικό του κόσμο, η ηλικία του, η κατάσταση της υγείας του έως το χρόνο ασκήσεως της πρώτης αγωγής του, ήτοι πρόσφορα στοιχεία προσδιοριστικά του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω περαιτέρω ηθικής βλάβης, ενώ ζητείται και ορισμένο χρηματικό ποσό.

Επομένως, η σχετική ένσταση περί αοριστίας του εν λόγω κονδυλίου, η οποία παραδεκτώς προβλήθηκε από τους εναγομένους με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρεται νόμιμα από αυτούς και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την έφεσή τους, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο (...) έκρινε ορισμένη και άρα παραδεκτή την αγωγή ως προς το παραπάνω μερικότερο κονδύλιό της, απορρίπτοντας τη σχετική ένσταση των εναγομένων περί αοριστίας του δικογράφου της ως προς το κονδύλιο αυτό, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και, επομένως, ο συναφής πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του-λόγος της εφέσεως των εναγομένων, με τον οποίο αποδίδεται στις εκκαλούμενες η πλημμέλεια αυτή είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά το μέρος, όμως, που με την υπ' αριθμόν ...2020 από τις εκκαλούμενες έκρινε ότι η παραπάνω αξίωση του ενάγοντος καλύπτεται από το ουσιαστικό δεδικασμένο της προγενέστερης υπ' αριθμόν 4771/2019-αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε μετά από άσκηση αναιρέσεως εκ μέρους των εναγομένων κατά της υπ' αριθμόν 181/2016 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, και με την παραδοχή αυτή δέχθηκε τον οικείο αυτοτελή ισχυρισμό/ένσταση των εναγομένων περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το αιτούμενο κονδύλιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω περαιτέρω ηθικής βλάβης, το οποίο στη συνέχεια το απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένου, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις.

Επομένως, ο συναφής πέμπτος λόγος της εφέσεως του ενάγοντος, με τον οποίο αποδίδεται στην πιο πάνω εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το προαναφερόμενο ποσό...". Το Εφετείο, με την κρίση του αυτή, δεχόμενο ανελέγκτως ότι υπήρξε απρόβλεπτη δυσμενής εξέλιξη, κατά τα ιατρικά δεδομένα στην κατάσταση της υγείας του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), σε χρόνο μεταγενέστερο των αρχικών συνεπειών της αδικοπραξίας, η οποία ήταν απότοκος των σωματικών βλαβών του, από το ένδικο ατύχημα, αφού και η μετατραυματική του εξέλιξη δεν ήταν η αναμενόμενη και, στη συνέχεια, καθορίζοντας τη συμπληρωματική, λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από το σοβαρό τραυματισμό του, χρηματική ικανοποίησή του στο πιο πάνω ποσό των 10.000 ευρώ, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, όπως και το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, ο έβδομος, αληθώς από τον αριθμό 1 εδ.α'του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 346 του Α.Κ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).

Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.

Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με την προαναφερόμενη ρύθμιση, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.

Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.

ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά όταν το δικαστήριο, κατ' εξαίρεση, επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.

Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, ο τόκος υπερημερίας πρέπει να επιδικάζεται κατ' εξαίρεση μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1059/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει τα ως άνω ποσά αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης στον αναιρεσίβλητο με το νόμιμο τόκο επιδικίας, απορρίπτοντας το νομίμως υποβληθέν αίτημά τους περί εξαίρεσης από αυτό, αν και η αντιδικία τους ήταν εύλογη, καθόσον η έφεσή τους έγινε δεκτή και μειώθηκαν τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα ποσά, ενώ η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται κατ' εύλογη κρίση του Δικαστηρίου, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 346 εδ.

δ'και ε' του Α.Κ., αλλά και εκ πλαγίου, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, τα εξής: "...Με βάση τα προαναφερθέντα η αποκαταστατέα ζημία του ενάγοντος (ήδη αναιρεσίβλητου), για όλες τις πιο πάνω αιτίες ανέρχεται: α) στο συνολικό ποσό των 132.086,43 ευρώ, το οποίο πρέπει να του επιδικασθεί εφάπαξ (...) και β) στο ποσό των 1.000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την 01.01.2020 έως τις 31.12.2021, το οποίο πρέπει να του επιδικασθεί σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.

Τα παραπάνω ποσά οφείλουν να τα καταβάλουν σε αυτόν οι εναγόμενοι με το νόμιμο (αυξημένο) τόκο επιδικίας και δη το μεν ποσό των 132.086,43 ευρώ από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής του, το δε ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως από την καθυστέρηση καταβολής κάθε μηνιαίας παροχής και έως την εξόφληση, κατά το (νέο) άρθρο 346 του ΑΚ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012 που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από τις 02.04.2012) και όχι με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας κατά το άρθρο 345 του ΑΚ, όπως αιτούνται οι εναγόμενοι, το αίτημα των οποίων πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο διότι δεν αποδείχθηκε η συνδρομή εύλογης αντιδικίας και αμφίβολης έκβασης της δίκης.

Σε κάθε, πάντως, περίπτωση δεν αποδείχθηκε η συνδρομή εξαιρετικής περίπτωσης για την καταβολή εκ μέρους των εναγομένων τόκων υπολογιστέων με το χαμηλότερο επιτόκιο υπερημερίας, αφού, επίσης, δεν αποδείχθηκαν ειδικές προς τούτο περιστάσεις που να δικαιολογούν την δυνητική εφαρμογή των εδ. δ' και ε' του άρθρου 346 του ΑΚ (...), όπως ισχυρίσθηκαν πρωτοδίκως και αύθις ισχυρίζονται οι εναγόμενοι προβάλλοντας παραδεκτώς στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το σχετικό περί τούτου αίτημά τους, το οποίο άλλωστε επαναφέρουν νόμιμα και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως λόγο εφέσεως.

Αντιθέτως, αν και τα αιτούμενα κονδύλια συνδέονται με τις προκληθείσες ζημίες του ενάγοντος και συνέχονται αιτιατώς με αυτές, οι εναγόμενοι ουδέποτε αναγνώρισαν εγγράφως την οφειλή τους, ούτε τερμάτισαν, ως πρωτοδίκως ηττηθέντες, την αντιδικία με την αποδοχή της υπ' αριθμόν ... 2020 από τις εκκαλούμενες έτσι ώστε να επιβραβευθούν ως οφειλέτες με την στάση τους και ο νόμιμος τόκος των επιδικασθέντων χρηματικών απαιτήσεων του ενάγοντος να είναι ο και σήμερα αιτούμενος από αυτούς τόκος υπερημερίας, για δε την εξαίρεση από τον (αυξημένο) τόκο επιδικίας σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 346 του ΑΚ δεν αρκεί πάντως μόνο το γεγονός ότι μέρος των αιτουμένων κονδυλίων επιδικάζεται κατ' εύλογη κρίση, αφού ναι μεν η εξαίρεση ισχύει -ιδίως- για τις κατ' εύλογη κρίση του Δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις αλλά όχι αναγκαίως και υποχρεωτικώς σε κάθε περίπτωση για αυτές.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την υπ' αριθμόν ...2020 από τις εκκαλούμενες αποφάσεις του δέχθηκε τα ίδια και με συνοπτικότερη έστω αιτιολογία η οποία συμπληρώνεται με την προαναφερθείσα επιδίκασε στον ενάγοντα αποζημίωση, απορρίπτοντας το αίτημα των εναγομένων για εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και ο συναφής όγδοος λόγος της εφέσεως των εναγομένων, με τον οποίο αποδίδεται στην πιο πάνω εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος...".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 346 του Α.Κ. και με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα των ήδη αναιρεσειόντων περί εξαφανίσεως της εκκαλουμένης αποφάσεως, ως προς την παραδοχή του σχετικού αιτήματος των εναγομένων, περί επιδικάσεως τόκων υπερημερίας.

Επομένως, ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 176 του Κ.Πολ.Δ., ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, κατά δε το άρθρο 178 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση μερικής νίκης ή μερικής ήττας κάθε διαδίκου το δικαστήριο επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας, ενώ κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και πριν την προσθήκη εδαφίου β' με το άρθρο 8 του ν. 4842/2021, το δικαστήριο μπορεί να συμψηφίσει όλα τα έξοδα ή μέρος τους μόνο αν πρόκειται για διαφορές ανάμεσα σε συζύγους ή συγγενείς εξ αίματος έως και το δεύτερο βαθμό ή όταν η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας αλλά είναι συνέπεια της αρχής της ήττας και ανάγεται σε εκτίμηση πραγμάτων, ενώ ο συμψηφισμός εν όλω ή εν μέρει της δικαστικής δαπάνης, κατά τα άρθρα 178 παρ. 1 και 179 του Κ.Πολ.Δ., απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 162/2023, ΑΠ 652/2022, ΑΠ 1358/2018, ΑΠ 1195/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο και τελευταίο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., την πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 179 και 183 (αντί του 181 που αναφέρεται αριθμητικά από προφανή παραδρομή στο αναιρετήριο) του Κ.Πολ.Δ., καταδίκασε τους ίδιους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ενώ η δικαστική δαπάνη έπρεπε να συμψηφιστεί, λόγω των δυσχερών νομικών ζητημάτων που ανέκυψαν, άλλως να οριστεί σε χαμηλότερο ύψος, αφού η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει και να επιδικαστεί μόνον το αναφερόμενο στο γραμμάτιο προείσπραξης της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου ποσό, καθόσον δεν προσκομίστηκε κάποιο άλλο στοιχείο, όπως εργολαβικό δίκης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εν προκειμένω, δεχόμενο εν μέρει την αγωγή και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 178 και 183 του Κ.Πολ.Δ., καταδίκασε τους αναιρεσείοντες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατόπιν αυτών, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 579 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο 'Αρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκούσιας εκτέλεσης βάσει τελεσίδικης αναγνωριστικής απόφασης (ΑΠ 162/2023, ΑΠ 1258/2021, ΑΠ 1116/2021, ΑΠ 1654/2018). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με την αίτηση αναίρεσης και τις νομίμως κατατεθείσες πριν τη συζήτηση, στις 31-10-2023, προτάσεις τους υπέβαλαν παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας, σε περίπτωση αναίρεσης της προσβαλλομένης απόφασης, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε επιστροφή των ποσών που αυτοί εκουσίως του κατέβαλαν σε εκτέλεσή της, όπως τα ίδια ποσά εξειδικεύονται στις προτάσεις τους.

Μετά όμως την απόρριψη της αναίρεσης στο σύνολό της ως προς τον αναιρεσιβλήτο, δεν συντρέχει λόγος έρευνας της αίτησης επαναφοράς ως προς αυτόν και, συνεπώς, η τελευταία κρίνεται απορριπτέα ως άνευ αντικειμένου (ΑΠ 162/2023, ΑΠ 821/2022, ΑΠ 698/2021). Πρέπει, τέλος, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183,189 παρ.1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-12-2021 (αριθμ. εκθ. κατ. ...2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2949/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ