Legislator Case Law & Legislation
821/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on lawyer fee contract validity and costs.

Case Number 821/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of First Instance's decision regarding a fee contract dispute. The court found the lower court correctly applied the Code of Lawyers to classify the agreement as a fixed-fee mandate with a law firm, rejecting the claim that the contract was invalid due to the counterparty being a firm rather than an individual lawyer. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 677 to 681 of the Code of Civil Procedure; Articles 92 and 94 of the Code of Lawyers: A contract for a fixed-fee mandate between a law firm and a client is valid even if the counterparty is a legal entity rather than a natural person, provided the firm does not intend to provide services personally through a specific lawyer.

Keywords

AI generated
law firm mandate fee contract validity Code of Lawyers appellate review legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 677 to 681 of the Code of Civil Procedure
Articles 92 and 94 of the Code of Lawyers
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 821 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 821/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείοντες: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο …….και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάσθηκε η δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "Σ.Α. ...", που εδρεύει στην …..και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο και διαχειριστή της Σ. Φ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/2/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4934/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 9/5/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 09-05-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 4582/415/13-05-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 572/14-09-2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως και 681 του ΚΠολΔ), με αριθμό 4934/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε:

α) την από 17-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7653/17-11-2014 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και β) την αντίθετη από 18-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7701/18-11-2014 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου, κατόπιν συγχωνεύσεως δι απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....".

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 18-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7701/18-11-2014 έφεση, καθώς και το αίτημα της εκκαλούσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ενώ έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν η από 17-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7653/17-11-2014 έφεση, κατά της με αριθμό 220/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 01-02-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 16443/68/01-02-2013 αγωγή, που είχε ως αντικείμενο την καταβολή στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία της αποζημίωσης του άρθρου 94 του Κώδικα περί δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), με βάση το χρόνο διάρκειας της σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία και της προβλεπόμενης στο ως άνω άρθρο ποινής, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης αυτής.

Στη συνέχεια, δε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, αυτήν και, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε αυτήν κατ' ουσίαν και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό αίτημά της, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) επί του ποσού των ογδόντα πέντε χιλιάδων (85.000,00) ευρώ, το οποίο είχε υποχρεωθεί με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να καταβάλει η εναγομένη στην ενάγουσα για πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 13-05-2019 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 31-10-2017 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 63, 92Α, 94 του "Κώδικα περί δικηγόρων", που κυρώθηκε με το ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυαν και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή ως εκ του χρόνου, κατά τον οποίο δημιουργήθηκε και εξελίχθηκε η ένδικη σχέση, ήτοι πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με τον ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Σ'208/27-09-2013), προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου - ο οποίος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός και έχει ως έργο να αντιπροσωπεύει και να υπερασπίζεται ελεύθερα και ανεμπόδιστα τον εντολέα του, ενώπιον παντός Δικαστηρίου και πάσης αρχής, ενεργώντας όλες τις απαιτούμενες προς τούτο πράξεις, μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης - η άσκηση επιστήμης τέχνης ή εμπορίας και γενικώς κάθε εργασίας, υπηρεσίας ή απασχολήσεως, που δεν αρμόζει στην αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία του, καθώς επίσης η άσκηση εκ μέρους του οιασδήποτε έμμισθης υπηρεσίας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.

Κατ' εξαίρεση, ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (άρθρα 63 παρ. 1-4 του κώδικα περί δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο (άρθρο 63 παρ. 5 του ανωτέρω κώδικα), δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του άνω νομοθετικού διατάγματος και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού λειτουργήματος, ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) και συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής και συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Ολ.

Α.Π. 45/2002). Επομένως, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου και β) η σύμβαση έργου καθώς και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο, αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται από την κατάρτισή τους ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλαδή ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο (Α.Π. 540/2017, Α.Π. 1636/2012).

Εξάλλου, τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του (άρθρο 92 του άνω κώδικα). Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες μόνο με πάγια μηνιαία ή περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο (Α.Π. 308/2017, Α.Π. 813/2014 Α.Π. 1065/2011).

Περαιτέρω, η προαναφερόμενη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή, λύεται, εκτός των άλλων, και με καταγγελία από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο, η οποία πρέπει με ποινή ακυρότητας να είναι έγγραφη και να κοινοποιείται στο άλλο μέρος ή με οικειοθελή αποχώρηση του εντολοδόχου για οποιονδήποτε λόγο.

Με τη λύση της συμβάσεως με καταγγελία, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την οριζόμενη από το άρθρο 94 του κώδικα περί δικηγόρων αποζημίωση, το ύψος της οποίας εξαρτάται από το χρόνο παροχής των δικηγορικών υπηρεσιών στον εντολέα του, μη δυνάμενη να υπερβεί τις τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες αμοιβές κατ' ανώτατο όριο (Ολ.

Α.Π. 56/1987) οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές, που καταβάλλονται σ' αυτόν σταθερώς με οποιαδήποτε μορφή, κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση μήνα. Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός (πάγια αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών (Α.Π. 1692/2018, Α.Π. 308/2017, Α.Π. 249/2012).

Εξάλλου, ως προς τον υπολογισμό της ως άνω αποζημιώσεως, ήδη με την παρ. 1 του άρθρου 39 του Ν. 4111/2013 - ΦΕΚ Α' 18/25-01-2013 (διόρθωση σφαλμάτων - ΦΕΚ Α' 33/07-02-2013) ορίζεται ότι: "1. α. Από 19-11-2012, οι περιπτώσεις που υπάγονται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 94 του ν.δ. 3026/1954 (ΦΕΚ Α' 235), όπως ισχύει, διέπονται, ως προς τον υπολογισμό της αποζημίωσης από τα οριζόμενα στους πίνακες των περιπτώσεων 2 και 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.

Ειδικότερα, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης του προηγούμενου εδαφίου, που εμπίπτει στον Πίνακα Υπολογισμού Αποζημίωσης της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ισχύουν οι ειδικότερες προϋποθέσεις υπό i) και ii) της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.

β. Κάθε διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης, αντίθετη με τα οριζόμενα στην παρούσα παράγραφο καταργείται". Έτσι, από 19-11-2012, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εντολέα, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αποζημίωση, η οποία ισούται: α) με δύο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία, γ) με τέσσερις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει εξαετή υπηρεσία, δ) με πέντε μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει οκταετή υπηρεσία, ε) με έξι μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαετή υπηρεσία, στ) με επτά μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ενδεκαετή υπηρεσία, ζ) με οκτώ μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δωδεκαετή υπηρεσία, η) με εννέα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατρία έτη υπηρεσίας, θ) με δέκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκατέσσερα έτη υπηρεσίας, ι) με ένδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαπέντε έτη υπηρεσίας και ια) με δώδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαέξι έτη υπηρεσίας.

Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής, λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), του ήδη καταργηθέντος με το άρθρο 166 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), αλλά εφαρμοστέου στην προκειμένη περίπτωση, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 3790/1957: "Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του, μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".

Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και, επομένως, η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως.

Πρόκειται, δηλαδή, για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 του Α.Κ., εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως, τούτο, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της πλήρους αποζημιώσεως.

Γίνεται, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως, κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής. Μπορεί, όμως, ο εντολέας να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ.

Α.Π. 570/1986, Α.Π. 1017/2019, Α.Π. 1101/2017, Α.Π. 308/2017, Α.Π. 411/2016, Α.Π. 1239/2014, Α.Π. 813/2014, Α.Π. 249/2012, Α.Π. 1250/2009). Εξάλλου, σε περίπτωση καταγγελίας από τον εντολέα της συμβάσεως έμμισθης εντολής παροχής δικηγορικών και νομικών υπηρεσιών, που έχει καταρτισθεί με δικηγορική εταιρεία, η τελευταία δικαιούται και νομιμοποιείται να ζητεί την καταβολή της αποζημιώσεως του άρθρου 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων, την οποία έχει υποχρέωση να καταβάλει ο καταγγέλων τη σύμβαση αυτή εντολέας (Α.Π. 417/2021, Α.Π. 308/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 1388/2019).

Ούτε εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008 Α.Π. 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Δικηγορική Εταιρεία με την επωνυμία "Σ. Α. ...", στην από 01-02-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 16443/68/01-02-2013 αγωγή της, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στρεφομένη κατά της αρχικά εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", της οποίας καθολικός διάδοχος, κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση κατέστη η ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία "... ...", εξέθετε ότι ο, εκ των ιδρυτών της, Δικηγόρος Αθηνών, ..., συνήψε με την εναγομένη εταιρεία, (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ήδη η εταιρεία με την επωνυμία "..." ...), στις 10-06-1998, σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αντιμισθία, με βάση την οποία παρείχε στην εναγομένη τις νομικές και δικηγορικές του υπηρεσίες, συνεπικουρούμενος από τους δικηγόρους - συνεργάτες του, στο οργανωμένο δικηγορικό γραφείο, το οποίο τότε διατηρούσε.

Ότι, από τις 02-01-2003 ο ... δημιούργησε, ως ιδρυτής, μαζί με άλλους δικηγόρους, με τους οποίους είχε ήδη επαγγελματική συνεργασία, την ενάγουσα δικηγορική εταιρεία και στις 28-01-2003, ως διαχειριστής της εταιρείας αυτής, συμφώνησε εγγράφως με την εναγομένη ότι συνεχίζεται η σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία του δικηγορικού γραφείου "...", που διατηρούσε πριν με τη μορφή πλέον της, κατά τα άνω, δικηγορικής εταιρείας.

Ότι, κατά τη συμφωνία αυτή, η νομική σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αδιάλειπτη συνέχεια της με αφετηρία την 10-06-1998 σύμβασης παροχής νομικών υπηρεσιών επί παγία μηνιαία αντιμισθία. Ότι η πάγια αντιμισθία αυτή αναπροσαρμόστηκε από 01-01-2003 στο ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ μηνιαίως, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος φόρου.

Στη συνέχεια υποστήριξε ότι, στις 04-12-2012 η εναγομένη έλυσε με καταγγελία, χωρίς υπαιτιότητά της (ενάγουσας), την προπεριγραφείσα σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και από τότε δεν της προσφέρει ούτε την οφειλόμενη νόμιμη πλήρη αποζημίωση, που ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000,00) ευρώ, ούτε και καταβάλει τη μηνιαία αντιμισθία των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ, που της οφείλει ως αστική ποινή, λόγω της καταγγελίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει α) το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000,00) ευρώ, πλέον των επ' αυτής νομίμων επιβαρύνσεων, ως αποζημίωση για την καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση και β) το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων (85.000,00) ευρώ πλέον των επ' αυτού νομίμων επιβαρύνσεων (Φ.Π.Α., κ.λπ.), για οφειλόμενες πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες, για το χρονικό διάστημα από 01-01-2013 μέχρι 31-05-2014, λόγω του ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε την πλήρη νόμιμη αποζημίωση, με το νόμιμο τόκο για κάθε μηνιαία αντιμισθία από το τέλος κάθε αντίστοιχου μήνα μέχρι την εξόφληση.

Εξάλλου, με προφορική δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, η οποία περιελήφθηκε και στις από 11-02-2014 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, νόμιμα εκπροσωπούμενος, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας, ζητώντας να γίνει δεκτή η αγωγή.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως και 681 του ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την με αριθμό 220/2014 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση, ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβαίνοντος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή ήταν νόμιμη, πλην του αιτήματος για καταβολή του Φ.Π.Α., που αντιστοιχεί στις αιτούμενες πάγιες αντιμισθίες, το οποίο απέρριψε ως αόριστο και, στη συνέχεια, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα:

α) το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και β) το ποσό των ογδόντα πέντε χιλιάδων (85.000,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο για την αντιμισθία εκάστου μηνός από την έκτη ημέρα του επόμενου μήνα μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων, από τα διάδικα μέρη, ήτοι:

α) της από 17-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7653/17-11-2014 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Δικηγορικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και β) της από 18-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7701/18-11-2014 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου, κατόπιν συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 4934/2017 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 18-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7701/18-11-2014 έφεση, καθώς και το αίτημα της εκκαλούσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 17-11-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 7653/17-11-2014 έφεση, με το ίδιο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, αλλά με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, την οποία συμπλήρωσε και αντικατέστησε, κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ, εξαφάνισε, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της ένδικης έφεσης, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά αυτήν και, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε αυτήν κατ' ουσίαν και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό αίτημά της, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) επί του ποσού των ογδόντα πέντε χιλιάδων (85.000,00) ευρώ, το οποίο είχε υποχρεωθεί με την εκκληθείσα απόφαση να καταβάλει η εναγομένη στην ενάγουσα για πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες.

Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη, είναι δικηγορική εταιρεία, η σύσταση της οποίας έλαβε χώρα στις 02-01-2003, με σκοπό τη νομική υποστήριξη τρίτων (πελατών), με την παροχή νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών προς αυτούς.

Διαχειριστής της ενάγουσας είναι ο δικηγόρος Αθηνών ..., ο οποίος ίδρυσε την ενάγουσα μαζί με άλλους δικηγόρους, με τους οποίους είχε ήδη επαγγελματική συνεργασία. Ειδικότερα, πριν τη σύσταση της ενάγουσας, ο άνω δικηγόρος Αθηνών ... διατηρούσε οργανωμένο Δικηγορικό Γραφείο, που έφερε το διακριτικό τίτλο "..." και παρείχε νομικές και δικηγορικές υπηρεσίες, συνεπικουρούμενος από τους συνεργαζόμενους με αυτόν, στο άνω Δικηγορικό Γραφείο του, δικηγόρους.

Με την από 10-06-1998 έγγραφη "σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών", η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης εταιρείας (στη θέση της οποίας, μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής και ειδικότερα από τις 25-07-2013, υπεισήλθε νόμιμα ως καθολική διάδοχος, κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση, η ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ..." και το διακριτικό τίτλο "...", η οποία από τότε υποκαταστάθηκε στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της άνω συγχωνευθείσας αρχικής εναγομένης) και του άνω δικηγόρου Σ.

Φ., που ενεργούσε και ως εκπρόσωπος του προαναφερομένου Δικηγορικού Γραφείου "...", συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "1. Η Εταιρεία πρότεινε στο Γραφείο επαγγελματική συνεργασία για παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία και οι δικηγόροι του Γραφείου απεδέχθησαν. 2. Το Γραφείο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του διαθέτει προς την Εταιρεία τις υπηρεσίες των δικηγόρων Σ.

Φέλιου και Ε. Β. 3. Η μηνιαία αμοιβή του Γραφείου ανέρχεται στο ποσό των …..δραχμών και αποδίδονται 14 (δεκατέσσερις) αντιμισθίες σε ετήσια βάση. 4. Είναι στη διακριτική ευχέρεια του Γραφείου το ποιος δικηγόρος θα δίδει το σχετικό Δ.Α.Π.Υ. προς την εταιρεία. 5. Η ισχύς της παρούσας σύμβασης ορίζεται από 01-07-1999. 6.

Η Εταιρεία έχει τη δυνατότητα να λύσει οποτεδήποτε την παρούσα σύμβαση με σχετική έγγραφη ειδοποίησή της προς το Γραφείο". Με βάση την ανωτέρω έγγραφη "σύμβαση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών" [που κατατέθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ΦΑΒΕ Αθηνών στις 16-06-1999], καταρτίστηκε σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια μηνιαία αντιμισθία, η οποία άρχισε να ισχύει και να λειτουργεί από την 01-07-1999, δυνάμει της οποίας η εναγομένη - εντολέας ανέθεσε στον συμβληθέντα με αυτή δικηγόρο και εκπρόσωπο του άνω Δικηγορικού Γραφείου, Σ.

Φ., την παροχή των νομικών και δικηγορικών του υπηρεσιών στις εταιρικές της υποθέσεις, συνεπικουρούμενο από τον ρητά αναφερόμενο δικηγόρο - συνεργάτη του Ε. Βούζα, ή και άλλους συνεργάτες - δικηγόρους του εν λόγω Γραφείου του, έναντι πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας, ποσού 500.000 δραχμών, η οποία καταβαλλόταν από την εναγομένη, με βάση το εκδιδόμενο κάθε φορά Δελτίο Απόδειξης Παροχής Υπηρεσιών (Δ.Α.Π.Υ.), κατά τη διακριτική ευχέρεια των άνω δικηγόρων και η οποία (πάγια μηνιαία αντιμισθία) από 01-01-2002 αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 2.950 ευρώ μηνιαίως.

Η σύμβαση αυτή έμμισθης εντολής ίσχυσε έως την 01-01-2003, οπότε έληξε, καθόσον έπαυσε να υφίσταται το άνω "Δικηγορικό Γραφείο", καθώς και η νομική δυνατότητα του άνω εντολοδόχου δικηγόρου Σ. Φ., όπως και των λοιπών δικηγόρων που τον συνεπικουρούσαν στην εκπλήρωση της άνω έμμισθης εντολής και μετείχαν στο Δικηγορικό αυτό Γραφείο, να ασκούν ατομική δικηγορία, σύμφωνα με το ισχύον τότε άρθρο 12 του Π.Δ. 518/1989 και τούτο διότι κατέστησαν δικηγόροι - εταίροι της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας που ιδρύθηκε, όπως προαναφέρθηκε, την 02-01-2003.

Ακολούθως, μετά τη σύσταση της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, η οποία είχε πλέον αυτοτελή νομική προσωπικότητα (την οποία δεν διέθετε το άνω "Δικηγορικό Γραφείο") καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων από τις 02-01-2003 νέα σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια μηνιαία αντιμισθία. Ειδικότερα, μετά τη σύσταση της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, ο διαχειριστής αυτής ...

απέστειλε προς την εναγομένη την από 28-01-2003 επιστολή του, στην οποία, εκτός των άλλων, ανέφερε ότι: "Στα πλαίσια της έως σήμερα επικοινωνίας και συνεργασίας μας, σας γνωστοποιώ με την παρούσα και εγγράφως ότι από 02-01-2003 το δικηγορικό γραφείο Σ. Φ. και Συνεργάτες, λειτουργεί πλέον με τη μορφή της Εταιρείας Δικηγόρων με την επωνυμία "..." (...).

Περαιτέρω θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω ότι συνάδελφοί μου και εγώ προσωπικώς με μεγάλη χαρά θα συνεχίσουμε να παρέχουμε τη νομική κάλυψη και παρακολούθηση όλων των ζητημάτων που προκύπτουν από τη συνήθη λειτουργία και άσκηση των δραστηριοτήτων της ...., συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής μας για την παράσταση στο Δ.Σ.

της εταιρείας, καθώς και τυχόν δικαστηρίων με πάγια αντιμισθία, η οποία αναπροσαρμόζεται από την 01-01-2003 και ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος φόρου, διευκρινίζεται δε ότι στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνονται έξοδα (...) για τα οποία θα γίνεται ξεχωριστή χρέωση κατά περίπτωση ".

Η εναγομένη αποδέχθηκε την ως άνω πρόταση της ενάγουσας, που ήταν νέο νομικό πρόσωπο, μη συμβληθέν ως εντολοδόχος στην άλλη ανωτέρω προηγουμένη από 10-06-1998 σύμβαση και έτσι καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και του νέου αυτού νομικού προσώπου, ήτοι της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια μηνιαία αντιμισθία, με ισχύ από τη σύσταση της τελευταίας, ήτοι από τις 02-01-2003, δυνάμει της οποίας η εναγομένη ανέθεσε σε άλλο πλέον πρόσωπο - εντολοδόχο, την παροχή των νομικών και δικηγορικών υπηρεσιών και ειδικότερα στο νομικό πρόσωπο της ενάγουσας ως εντολοδόχου, που ήταν δηλαδή διαφορετικό, κατά τα προεκτεθέντα, αυτού της προηγουμένης συμβάσεως, ενώ επιπροσθέτως και οι λοιποί όροι της νέας αυτής συμβάσεως είναι διαφορετικοί, καθόσον ειδικότερα συμφωνήθηκε η πάγια μηνιαία αντιμισθία να ανέρχεται στο μεγαλύτερο ποσό των 5.000 ευρώ μηνιαίως και να καταβάλλεται σε 12μηνη βάση ετησίως και όχι σε 14μηνη βάση ετησίως, όπως ίσχυε με την άλλη προηγούμενη σύμβαση, ενώ και τα σχετικά παραστατικά της αμοιβής αυτής εκδίδονταν πλέον από την ενάγουσα δικηγορική εταιρεία και όχι από τους δικηγόρους αυτής ατομικά, όπως γινόταν με την προηγούμενη συμφωνία.

Έτσι, η από 02-01-2003 σύμβαση έμμισθης εντολής δεν αποτελεί συνέχεια της από 10-06-1998 σύμβασης παροχής νομικών υπηρεσιών (που ίσχυσε από 01-07-1999 έως 01-01-2003), αφού συμβαλλόμενος - εντολοδόχος και παρέχων τις νομικές υπηρεσίες στην πρώτη ως άνω σύμβαση είναι το νομικό πρόσωπο της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, ενώ στη δεύτερη ως άνω και χρονικά προηγουμένη από 10-06-1998 σύμβαση, συμβαλλόμενος εντολοδόχος και παρέχων τις νομικές του υπηρεσίες ήταν διαφορετικό πρόσωπο, ήτοι ο δικηγόρος ..., με δυνατότητα να συνεπικουρείται και από άλλους συνεργάτες του - δικηγόρους του άνω δικηγορικού γραφείου και επιπλέον οι όροι σχετικά με την πάγια αντιμισθία των δύο συμβάσεων είναι, κατά τα προεκτιθέμενα, διαφορετικοί.

Τα αναφερόμενα στην ανωτέρω από 28-01-2003 επιστολή ότι "συνάδελφοί μου και εγώ προσωπικώς με μεγάλη χαρά θα συνεχίσουμε να παρέχουμε τη νομική κάλυψη και παρακολούθηση όλων των ζητημάτων που προκύπτουν από τη συνήθη λειτουργία και άσκηση των δραστηριοτήτων της ....", δεν αναιρούν τα ανωτέρω και ειδικότερα ότι από τις 02-01-2003 καταρτίστηκε νέα σύμβαση και δεν συνεχίστηκε η προηγούμενη, αφού, από την ίδια αυτή επιστολή, σαφώς συνάγεται ότι ο εντολοδόχος δικηγόρος του άνω "Δικηγορικού Γραφείου" ...

και οι δικηγόροι - συνεργάτες του στο Γραφείο αυτό, που τον συνεπικουρούσαν και παρείχαν τις υπηρεσίες τους, δυνάμει της ως άνω από 10-06-1998 προηγουμένης σύμβασης, λειτουργούσαν πλέον στα πλαίσια της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, μετά την από 02-01-2003 σύστασή της, με νομικό επακόλουθο, κατά το ισχύον τότε άρθρο 12 του Π.Δ. 518/1989 να μην μπορούν να ασκήσουν ατομική δικηγορία και, ως εκ τούτου, να μη μπορεί να συνεχιστεί με αυτούς ατομικά ως εντολοδόχους (και δεδομένου ότι το ως άνω Δικηγορικό Γραφείο, δεν είχε αυτοτελή νομική προσωπικότητα) η προηγούμενη από 10-06-1998 έγγραφη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών, αλλά δημιουργήθηκε πλέον από τις 02-01-2003 νέα έννομη σχέση έμμισθης εντολής, με διαφορετικό συμβληθέν πλέον πρόσωπο, ως εντολοδόχο και δη την ενάγουσα.

Επίσης, το αναφερόμενο στην ως άνω από 28-01-2003 επιστολή ότι η πάγια αντιμισθία αναπροσαρμόζεται "από την 01-01-2003" και ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ, ομοίως δεν αναιρεί τα ανωτέρω, αφού, με την αναφορά αυτή, επιδίωξη ήταν να καταβληθεί ολόκληρο το ποσό της αντιμισθίας των 5.000 ευρώ για το μήνα Ιανουάριο του έτους 2003, χωρίς καμία περικοπή από πλευράς της εναγομένης, εξαιτίας του γεγονότος της μεταγενέστερης, ήτοι από την επομένη 02-01-2003, ενάρξεως της επίμαχης συμβάσεως έμμισθης εντολής, που καταρτίστηκε από την ημέρα αυτή (02-01-2003) με την ενάγουσα και ουδόλως μπορεί να συναχθεί από την αναφορά αυτή ότι η επίμαχη από 02-01-2003 νέα σύμβαση έμμισθης εντολής με την ενάγουσα συνιστά συνέχεια της προηγούμενης από 10-06-1998 σύμβασης, η οποία είχε, κατά τα προεκτιθέμενα, άλλο πρόσωπο, ως αντισυμβαλλόμενο εντολοδόχο δικηγόρο και δη τον ασκούντα τότε ατομική δικηγορία Σ.

Φ., συνεπικουρούμενο από τους ομοίως ασκούντες τότε ατομική δικηγορία συνεργάτες του. Με τα δεδομένα αυτά, η από 02-01-2003 σύμβαση έμμισθης εντολής, δεν αποτελεί συνέχεια της από 10-06-1998 σύμβασης παροχής νομικών υπηρεσιών, αλλά πρόκειται για νέα έννομη σχέση έμμισθης εντολής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, της αιτιολογίας του συμπληρουμένης και αντικαθιστούμενης [όσον αφορά το χρόνο συνάψεως των ως άνω συμβάσεων] από αυτή της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και, επομένως, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα - ενάγουσα με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της, κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.

Σε εκτέλεση της ανωτέρω από 02-01-2003 συμβάσεως έμμισθης εντολής η ενάγουσα προσέφερε τις συμφωνημένες νομικές και δικηγορικές υπηρεσίες της στην εναγομένη, η οποία κατέβαλε τη συμφωνημένη πάγια μηνιαία αντιμισθία μέχρι την 04-12-2012. Καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων - εταίρων της, παρείχε νομική κάλυψη στην εναγομένη και διεκπεραίωνε τις νομικές και δικηγορικές υποθέσεις, που η τελευταία της ανέθετε (και αφορούσαν ιδίως σε νομικά και δικαστικά θέματα εταιρικού, εμπορικού, εργατικού δικαίου και δικαίου τηλεπικοινωνιών και μισθώσεων) απασχολούμενη σχεδόν σε καθημερινή βάση με το χειρισμό των υποθέσεων της εναγομένης αυτών, καθώς και ενώπιον των δικαστηρίων, όπου απαιτείτο, για τις οποίες αμειβόταν όχι ανά υπόθεση, ούτε ανά νομική, δικαστική ή εξώδικη, ενέργεια, στην οποία προέβαιναν οι δικηγόροι της, αλλά με την προαναφερόμενη πάγια μηνιαία αμοιβή - αντιμισθία, ανεξάρτητα του αριθμού των υποθέσεων που της ανέθετε η εναγομένη.

Τις νομικές αυτές υπηρεσίες τους προσέφεραν οι δικηγόροι της ενάγουσας από τα γραφεία της τελευταίας, αλλά και με τη μετάβασή τους στα γραφεία της εναγομένης, όταν αυτό ήταν αναγκαίο. Η εναγομένη κατέβαλε, όπως προαναφέρθηκε, για τις υπηρεσίες αυτές στην ενάγουσα, τη συμφωνημένη πάγια μηνιαία αντιμισθία, ποσού 5.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος φόρου και επιπλέον Φ.Π.Α., χωρίς στην πάγια καταβαλλόμενη αυτή αντιμισθία να περιλαμβάνονται τα έξοδα της ενάγουσας, για τα οποία γινόταν ξεχωριστή χρέωση.

Με τα δεδομένα αυτά, η ένδικη έννομη σχέση μεταξύ της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας και της εναγομένης, με βάση αυτά που συμφωνήθηκαν, αλλά και με βάση τον τρόπο που πραγματικά λειτούργησε η σχέση αυτή, καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, έχει το χαρακτήρα και συνιστά αναμφισβήτητα σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου (εκ του νόμου) χρόνου με πάγια μηνιαία αντιμισθία, μη αναιρουμένου του χαρακτήρα αυτού της επίμαχης συμβάσεως, ως συμβάσεως έμμισθης εντολής, από το γεγονός ότι αντισυμβαλλόμενος της εναγομένης στη σύμβαση αυτή δεν ήταν φυσικό πρόσωπο - δικηγόρος, αλλά δικηγορική εταιρεία, δεδομένου άλλωστε ότι ούτε από το νόμο είναι ανεπίτρεπτη η σύναψη συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία με δικηγορική εταιρεία (βλ.

και Α.Π. 308/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ), ούτε στην ένδικη περίπτωση η εναγομένη απέβλεπε στην παροχή των νομικών υπηρεσιών προσωπικά συγκεκριμένου δικηγόρου της άνω δικηγορικής εταιρείας, όπως και η ίδια παραδέχεται στις έγγραφες προτάσεις της. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, δεν έσφαλε και, επομένως, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα - εναγομένη με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της, κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα Η εν λόγω σύμβαση έμμισθης εντολής μεταξύ των διαδίκων είχε διάρκεια, όπως προαναφέρθηκε, μέχρι τις 04-12-2012, οπότε η εναγομένη με σχετική με ίδια ημερομηνία (04-12-2012) έγγραφη επιστολή της προς την ενάγουσα, κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή, χωρίς να της καταβάλει, ούτε να της προσφέρει την οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση.

Η ενάγουσα ακολούθως, με την από 05-12-2012 επιστολή της προς την εναγομένη επισήμανε στην τελευταία την υποχρέωσή της για καταβολή της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημιώσεως, πλην, όμως, η εναγομένη, με την από 19-12-2012 επιστολή της, προς την ενάγουσα, αρνήθηκε να της καταβάλει τη νόμιμη αυτή αποζημίωση, που της όφειλε.

Με βάση τα ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη του χρόνου διάρκειας της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής (02-01-2003 έως 04-12-2012), η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση λόγω της ανωτέρω καταγγελίας, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, το ποσό των 25.000 ευρώ (ήτοι 5.000 ευρώ Χ 5 μηνιαίες αντιμισθίες, αφού είχε συμπληρωθεί εννεαετής διάρκεια της σύμβασης όχι όμως και δεκαετής) Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στην ενάγουσα για αποζημίωση, λόγω της προαναφερόμενης καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης, το ανωτέρω ποσό των 25.000 ευρώ, δεν έσφαλε και, επομένως, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα - ενάγουσα, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της, κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα".

Με βάση αυτές τις παραδοχές και, αφού απέρριψε ως απαράδεκτο ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί συγγνωστής νομικής πλάνης και εύλογης αμφιβολίας της σχετικά με την υποχρέωσή της να καταβάλει την από το άρθρο 94 παρ. 1 εδ. τελ. ex lege ποινή το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 18-11-2014 έφεση της εναγομένης εταιρείας, καθώς και το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 17-11-2014 έφεση της ενάγουσας Δικηγορικής Εταιρείας, με το ίδιο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, αλλά με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, την οποία συμπλήρωσε και αντικατέστησε, κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ, εξαφάνισε, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της ένδικης έφεσης, την εκκληθείσα απόφαση, μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, ήτοι κατά το μέρος που αφορούσε την υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή στην ενάγουσα του αναλογούντος Φ.Π.Α., επί των οφειλόμενων μηνιαίων πάγιων αντιμισθιών της και για το αιτούμενο από 01-01-2013 έως 31-05-2014 χρονικό διάστημα, συνολικού ποσού ογδόντα πέντε χιλιάδων (85.000,00) ευρώ, κεφάλαιο το οποίο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει ως αόριστο και το οποίο δεν προσβάλλεται με τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, επικυρώνοντας, κατά τα λοιπά, την εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε αυτήν κατ' ουσίαν και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό αίτημά της, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα τον αναλογούντα φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) επί του ποσού των ογδόντα πέντε χιλιάδων (85.000,00) ευρώ, το οποίο είχε υποχρεωθεί με την εκκληθείσα απόφαση να καταβάλει η εναγομένη στην ενάγουσα για πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες.

Με την κρίση του αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ορθώς δε εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.

Ειδικότερα, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι τις ένδικες αξιώσεις δικαιούνται μόνο φυσικά πρόσωπα και όχι δικηγορικές εταιρείες, καθόσον στην περίπτωση δικηγορικής εταιρείας δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 92Α και 94 του Ν.Δ. 3026/1954 "Περί Κώδικος Δικηγόρων", οι οποίες αφορούν στους δικηγόρους ατομικώς, αλλά η επίδικη σχέση διεπόταν από τις διατάξεις του π.δ/τος 518/1989 "Για τις δικηγορικές εταιρείες" (ΦΕΚ 220 Α'/05-10-1989) και στη συνέχεια του π.δ/τος 81/2005 "Δικηγορικές εταιρείες" (ΦΕΚ 120 Α'/23-05-2005), τα οποία, όμως, δεν περιέχουν προβλέψεις για τη λήξη των συναπτόμενων διαρκών σχέσεων παροχής δικηγορικής υποστήριξης, αφήνοντας τα μέρη να διαχειριστούν τα ζητήματα αυτά, με βάση την ελευθερία των συμβάσεων και τα ειδικώς συμφωνηθέντα, είναι αβάσιμη, διότι, στην ένδικη περίπτωση η εντολή για τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών, έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ από 27-09-2013 του νέου Κώδικα των Δικηγόρων, με το Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α'208/27-09-2013), ο δε νομοθέτης που θέσπισε τη δικηγορική εταιρεία, εάν ήθελε να μην εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, σε περίπτωση καταγγελίας από τον εντολέα της έμμισθης εντολής με δικηγορική εταιρεία, θα έπρεπε να περιλάβει σχετική διάταξη και να προβλέψει τυχόν άλλες συνέπειες της καταγγελίας αυτής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερομένης ουσιαστικής διάταξης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, με το ως άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός άλλων και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει, περιέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους της καταρτισθείσης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, ήτοι ότι επρόκειτο για σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, που δικαιολογούν στην προκείμενη περίπτωση την υπαγωγή του αποδεικτικού υλικού στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 92 και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που εφάρμοσε, μη αναιρουμένου του χαρακτήρα αυτού, από το γεγονός ότι αντισυμβαλλόμενος της εναγομένης στη σύμβαση αυτή δεν ήταν φυσικό πρόσωπο - δικηγόρος, αλλά δικηγορική εταιρεία, δεδομένου ότι, όπως ορθώς ειδικότερα διαλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση " ...

ούτε από το νόμο είναι ανεπίτρεπτη η σύναψη συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία με δικηγορική εταιρεία .... ούτε στην ένδικη περίπτωση η εναγομένη απέβλεπε στην παροχή των νομικών υπηρεσιών προσωπικά συγκεκριμένου δικηγόρου της άνω δικηγορικής εταιρείας ...".

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, επί του αμέσως πιο πάνω ζητήματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της, καθισταμένου πλέον άνευ αντικειμένου του αιτήματος της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, κατ' άρθρα 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 09-05-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου 4582/415/13-05-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 572/2020 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 4934/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

Απορρίπτει την υποβληθείσα, αίτηση της αναιρεσείουσας, για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ