Legislator Case Law & Legislation
506/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on failure to consider evidence regarding public space status.

Case Number 506/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Court of Appeal's decision rejecting their claim for personality rights protection. The appellants argued that the lower court failed to consider specific evidence proving the disputed area functioned as a public square, while the respondent contended the appellate court had already weighed all submitted documents. The court ruled that the appeal was unfounded because the appellate decision explicitly stated it had taken into account all evidence presented by both parties, including the disputed items, thereby rendering the claim of non-consideration baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging failure to consider evidence is inadmissible if the appellate decision explicitly confirms that all submitted evidence was weighed, as this eliminates the possibility that the evidence was ignored.

Keywords

AI generated
failure to consider evidence appeal admissibility public space status personality rights appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 276 paragraph 1 and 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 506 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 506/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Ε. του Σ., 2) Θ. Ε. του Σ., του Σ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παναγιώτου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: 1) Ν.Π.Δ.Δ. Ο.Τ.Α. με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... 2), με Α.Φ.Μ.: ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαμεντζελόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σικυώνος.

Εκδόθηκε η 159/2015 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία, αφού κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της σωρευομένης στο ως άνω δικόγραφο αγωγής διατάραξης της νομής, κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της σωρευόμενης στο ίδιο δικόγραφο αγωγής προστασίας του δικαιώματος της προσωπικότητας, και παρέπεμψε την υπόθεση, κατά το μέρος της τούτο, για εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2018 του τελευταίου Δικαστηρίου, 18/2020 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-12-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η από 30-12-2021 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 18/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε δεκτή η, από 30-05-2018, έφεση του αναιρεσιβλήτου-εναγόμενου και απορρίφθηκε η, από 30-05-2018 έφεση των αναιρεσειόντων-εναγόντων, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 18/2018, απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε απορριφθεί η, από 30-12-2008, αγωγή του αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, λόγω διάφορου δεδικασμένου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. [1] Οι δημοτικές και κοινοτικές οδοί, πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό τους ως οδών ή πλατειών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης και τη νομότυπη καταβολή του δικαστικώς καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης στους δικαιούχους ή την παρακατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΑΠ 46/2018, ΑΠ 571/2015, ΑΠ 559/2013), β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη (vetustas), οι οποίες έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 51/2023, ΑΠ 954/2017).

Μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 αυτού, αν δηλαδή ο κύριος άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση "ανεχόμενος ή πολύ περισσότερο επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως". Τούτο, ειδικότερα, μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία ή ακόμη και την από το ίδιο άρθρο (ΑΚ 281) ένσταση του γενικού δόλου (exception doli generalis) κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια, όμως, ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο ΟΤΑ με χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ.2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 1577/1985) κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο.

Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινόχρηστου δεν αποκτάται η νομή ή οιονεί νομή και κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προσπορίζεται άμεση εξουσία επί αυτού, αλλά αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί (ΑΠ 1728/2022, ΑΠ 855/2021, ΑΠ 222/2019, ΑΠ 954/2017). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 57 εδ α ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης, με αυτήν, προστασίας είναι συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της, τέτοια δε προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση κοινόχρηστου πράγματος (ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 1226/2019, ΑΠ 158/2019). [2] Σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρ. 178, του ν. 3463/2006, η περιουσία των δήμων διακρίνεται κυρίως σε ακίνητη, κινητή και σε αξίες (Ν.3463/06).

Στην ακίνητη περιουσία υπάγεται κάθε εδαφική έκταση, οικόπεδο, γήπεδο, κτίριο ή τεχνικό έργο που κατασκευάστηκε από αυτούς ή περιήλθε στην περιουσία τους με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, ενώ στην κινητή ανήκουν τα οχήματα, μηχανήματα, έπιπλα και σκεύη, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, λοιπός ηλεκτρονικός εξοπλισμός κλπ.

Περαιτέρω, η ακίνητη περιουσία των δήμων κατατάσσεται περαιτέρω, σε δύο κατηγορίες: Α. στη δημόσια περιουσία, η οποία διακρίνεται: α) Στην κοινόχρηστη, η οποία είναι στην άμεση διάθεση όλων των πολιτών. Σύμφωνα με το άρθρ. 967 του Αστικού Κώδικα, πράγματα κοινής χρήσης είναι κυρίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους.

β) Στην ιδιόχρηστη (ή κοινωφελή), η οποία προορίζεται για την εξυπηρέτηση δημοτικών και κοινοτικών σκοπών (π.χ. ιδιόκτητο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα, δημοτική ή κοινοτική αγορά, βιβλιοθήκη, μουσείο, θέατρο κλπ.). Το κριτήριο εδώ είναι ότι η κοινόχρηστη περιουσία είναι στην άμεση διάθεση όλων των ατόμων, ενώ η ιδιόχρηστη είναι στη διάθεση των πολιτών που θέλουν να κάνουν χρήση των υπηρεσιών που παρέχονται σε αυτά.

Β. Στην ιδιωτική περιουσία, η οποία περιλαμβάνει όσα ακίνητα δεν είναι κοινόχρηστα ή προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημοτικών ή κοινοτικών σκοπών, ήτοι τα ιδιόκτητα ακίνητα όπως είναι τα διαμερίσματα (κατοικίες), τα αγροκτήματα, τα κληροδοτηθέντα ακίνητα, τα ακίνητα όπου ασκείται δημοτική ή κοινοτική επιχειρηματική δραστηριότητα κλπ. [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020).

ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εφεσίβλητοι της α' έφεσης, εκκαλούντες της β' έφεσης και ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες έχουν την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή δύο ακινήτων, ευρισκόμενων στην θέση ...

εντός του κάτω των 2.000 κατοίκων οικισμού της Τοπικής Κοινότητας ... Την κυριότητα των ως άνω ακινήτων την απέκτησαν οι ενάγοντες δυνάμει του υπ' αρ. ...2.1.2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Σ. (Κ.) Δ. Π., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...) στο τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό … σε συνδυασμό με την εκ διαθήκης κληρονομιά του πατρός τους Σ.

Ε. του Θ., ο οποίος κατέλιπε την από 28.7.2007 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμ. .../19.9.2008 πρακτικά δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, στην 1η των εφεσίβλητων της α' έφεσης, εκκαλούντων της β' έφεσης και εναγόντων, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, περιήλθε το με αριθμό (2) ακίνητο το οποίο εμφαίνεται στο από Φεβρουάριου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Π.

Κ. με τους αραβικούς αριθμούς ..., έχει έκταση 645 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με κοινοτικό χώρο, βορειοανατολικά με κοινοτικό χώρο, νότια-νοτιοανατολικά με υδραύλακα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία Σ. Ε. και δυτικά εν μέρει με το υπ' αριθμ. … του διαγράμματος οικόπεδο και εν μέρει με πρώην ιδιοκτησία Β. Π. και ήδη ιδιοκτησία Σ.

Ε.. Στον 2° των εφεσίβλητων της α' έφεσης, εκκαλούντων της β' έφεσης και εναγόντων, ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, περιήλθε το υπ' αριθμ. … ακίνητο, το οποίο εμφαίνεται στο από Φεβρουάριου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Π. Κ. με τους αραβικούς αριθμούς ... έχει έκταση 603 τ.μ. και συνορεύει βόρεια βορειανατολικά με κοινοτικό χώρο, ανατολικά με το υπ' αριθμ.

… του διαγράμματος οικόπεδο, νότια με ιδιοκτησία Β. Π. και ήδη ιδιοκτησία Σ. Ε. και δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Β. Π. και ήδη ιδιοκτησία Σ. Ε.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι βόρεια-βορειοανατολικά των ως άνω οικοπέδων υφίσταται κοινοτικός χώρος (γήπεδο), ο οποίος έχει υψομετρική διαφορά από τα ως άνω οικόπεδα, ήτοι βρίσκεται 4-5 μέτρα χαμηλότερα από αυτά.

Ο επίδικος αδιαμόρφωτος κοινοτικός χώρος παραδόθηκε το έτος 1960 κατά νομή και κατοχή, κατά το άρθρο 976 εδ. α' Α.Κ., από τους κατοίκους της τότε ... στην τελευταία, ήτοι στην τότε ..., η οποία είναι δικαιοπάροχος του εκκαλούντος της α' έφεσης, εφεσίβλητου της β' έφεσης και εναγόμενου Δήμου ..., ήδη αναιρεσίβλητου, προκειμένου να χρησιμοποιείται ως γήπεδο ποδοσφαίρου για τους κατοίκους.

Έκτοτε, ήτοι από το 1960, μέχρι και το έτος 1980, δηλαδή επί είκοσι συναπτά έτη και πλέον, η ... νεμόταν πλήρως και αποκλειστικώς το παραπάνω επίδικο ακίνητο (τον παραπάνω χώρο), το κατείχε δηλαδή με διάνοια αποκλειστικής κυρίας, σεβόμενη πάντα τον ανωτέρω σκοπό των κατοίκων για τη χρήση του χώρου ως ποδοσφαιρικού γηπέδου.

Ειδικότερα καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα και τουλάχιστον κατά την έναρξη και λήξη του επιχειρούσε πάνω στο εν λόγω ακίνητο τις ακόλουθες υλικές και εμφανείς διακατοχικές πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες εκδήλωνε τη βούλησή της να το εξουσιάζει σαν δικό της αποκλειστικά, σεβόμενη πάντα τον ανωτέρω σκοπό των κατοίκων για την χρήση του χώρου ως ποδοσφαιρικού γηπέδου.

Συγκεκριμένα, επόπτευε το παραπάνω επίδικο ακίνητο, προστάτευε τα όριά του, τοποθέτησε δοκάρια που χρησιμοποιούνταν ως τέρματα και περιέφραξε τον χώρο, για να προστατεύονται τα παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο από τα διερχόμενα αυτοκίνητα, καθώς και για να μην φεύγει η μπάλα από το πρανές μέρος δυτικά, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από τρίτον.

Την χρήση του επίδικου χώρου ως ποδοσφαιρικού γηπέδου και την τοποθέτηση των τερμάτων την επιβεβαιώνει τόσο ο μάρτυρας απόδειξης Γ. Σ., όσο και ο μάρτυρας ανταπόδειξης Γ. Γ., ενώ αντίθετα η κατάθεση του ενόρκως βεβαιούντος Κ. Β. που αναφέρει ότι τα δοκάρια τοποθετήθηκαν το έτος 1990 δεν κρίνεται πειστική, γιατί τούτος δεν είναι κάτοικος της περιοχής για να γνωρίζει τη διαμόρφωση του χώρου.

Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω επίδικος χώρος ήταν κοινόχρηστος με την έννοια των άρθρων 967 και 968 ΑΚ και ότι είχε και άλλες χρήσεις πέραν εκείνης του ποδοσφαιρικού γηπέδου. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε κάποιος νόμιμος τρόπος κτήσεως της ιδιότητας του κοινόχρηστου από το επίδικο ακίνητο. Συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίστηκε ως κοινόχρηστο από ισχύον ρυμοτομικό σχέδιο, αφού δεν υπάρχει τέτοιο στην Τοπική ..., όπου υπάρχει απλώς οικισμός κάτω των 2.000 κατοίκων του Π.Δ.

της 24.4.1985 (ΦΕΚτ. Δ'181/1985). Ούτε αποδείχθηκε ότι ο επίδικος χώρος κατέστη κοινόχρηστος με την βούληση των προηγουμένων ιδιοκτητών του με νομότυπη δικαιοπραξία τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά) ή με παραίτησή τους από την κυριότητα του ως άνω ακινήτου με σκοπό να καταστεί αυτό κοινόχρηστο με μονομερή δικαιοπραξία τους που να περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να μεταγράφηκε.

Ούτε αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο κατέστη κοινόχρηστο με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δηλαδή με την κοινή χρήση αυτού από δύο κατά συνέχεια γενεές, που δεν γνώριζαν διαφορετική κατάσταση, επί συνεχές συνολικό χρονικό διάστημα 80 ετών που να είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο εισαγωγής του ΑΚ, ήτοι κατά τις 23.2.1946....

Η ζυγοπλάστιγγα που αναφέρουν οι εφεσίβλητοι της α' έφεσης, εκκαλούντες της β' έφεσης και ενάγοντες ότι υπήρχε στον χώρο του γηπέδου αποδείχθηκε ότι δεν ήταν κοντά σε αυτόν, αλλά βρισκόταν πιο μακριά, ενώ ο χώρος του γηπέδου είχε περιφραχθεί για να προστατεύονται τα παιδιά και για να μην φεύγει η μπάλα, όπως προαναφέρθηκε.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται ιδίως α) από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Γ. Γ., για την αξιοπιστία του οποίου δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει ούτε το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ο οποίος έχει προσωπική γνώση της περιοχής, καθώς είναι μόνιμος κάτοικος αυτής και είχε διατελέσει πρόεδρος της ... και β) από το υπ' αρ. .../28.2.2008 έγγραφο της Δ/νσης τεχνικών υπηρεσιών και περιβάλλοντος του Δήμου …., που αναφέρει ότι στο πρωτότυπο τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω τοπογράφου μηχανικού Χ.

Κ. ο ως άνω χώρος δεν χαρακτηρίζεται κοινόχρηστος, αλλά απλώς κοινοτικός. Κοινοτικός, όμως, είναι ένας χώρος όχι μόνον όταν είναι κοινόχρηστος αλλά και όταν ανήκει στην ιδιωτική περιουσία της Κοινότητας και την τελευταία αυτή περίπτωση είχε προφανώς υπόψιν του ο συντάξας το πρωτότυπο διάγραμμα μηχανικός, ειδάλλως θα χαρακτήριζε ευθέως τον χώρο ως κοινοτικό-κοινόχρηστο.

Επομένως, από το 1960 έως το 1980 συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της ... εικοσαετία συνεχούς, πλήρους και αποκλειστικής νομής επί του επίδικου ακινήτου, ήτοι επί του προαναφερόμενου χώρου και, επομένως, τούτη απέκτησε πρωτότυπα με έκτακτη χρησικτησία την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα επί του παραπάνω ακινήτου, ήτοι επί του προαναφερόμενου χώρου, κατά τα άρθρα 1045 σε συνδ. 974 ΑΚ.

Δηλαδή, ο προαναφερόμενος χώρος ανήκε στην ιδιωτική περιουσία της τότε ..., αφού τούτη απέκτησε την κυριότητα επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα προαναφερόμενα άρθρα 1045 συνδ. 974 Α.Κ., και δεν ήταν κοινόχρηστος, ούτε ανήκε στην κυριότητα της ως άνω Κοινότητας ως τέτοιος (άρθρο 968 ΑΚ). Κατόπιν της καταργήσεως της ...

και της συνενώσεώς της με τον Δήμο … και, κατόπιν, με τον εκκαλούντα της α' έφεσης, εφεσίβλητο της β' έφεσης και εναγόμενο Δήμο ..., η κυριότητα επί του ως άνω χώρου, όπως και όλα τα υπόλοιπα δικαιώματα και υποχρεώσεις της ... μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, με οιονεί καθολική διαδοχή στον Δήμο … και, κατόπιν, στον εναγόμενο Δήμο ....

Επομένως, το παραπάνω ακίνητο, ήτοι ο προαναφερόμενος χώρος που βρίσκεται βόρεια-βορειοανατολικά των δύο παραπάνω ακινήτων των εναγόντων, ανήκει στην κυριότητα του εναγόμενου Δήμου ... και δη στην ιδιωτική του περιουσία και δεν είναι κοινόχρηστος. Επομένως, η σωρευόμενη στο υπ' αρ. εκθ. καταθ. ...1.2009 δικόγραφο και ήδη ένδικη αγωγή προστασίας του δικαιώματος της προσωπικότητας έπρεπε να απορριφθεί εν όλω ως ουσιαστικά αβάσιμη, πρωτίστως επειδή το ακίνητο (ο χώρος), στο οποίο έχουν πρόσωπο τα δύο ακίνητα των εναγόντων, είναι ιδιωτική περιουσία του εναγόμενου Δήμου ...

και όχι κοινόχρηστο και, άρα, επειδή ουδέποτε υπήρξε το αγωγικό δικαίωμα των εναγόντων για χρήση του ως άνω χώρου, ως κοινόχρηστου, νοούμενο ως δικαίωμα στην προσωπικότητα αυτών κατά τα άρθρα 57 παρ. 1 εδ. α', 966 και 967 ΑΚ. Ως εκ περισσού, λοιπόν να αναφερθεί πως αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι δυνάμει της υπ' αρ. 351/2007 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του τότε Δήμου …, οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι από 1.1.2011 ο εναγόμενος Δήμος ...

κατά τα άρθρα 283 παρ. 1 και 286 του Ν. 3852/2010, σε συνδυασμό με την υπ' αρ. ….2007 μελέτη της τεχνικής υπηρεσίας του τότε Δήμου …. αποφασίσθηκε ομόφωνα η κατασκευή γηπέδου στον ως άνω κοινοτικό χώρο, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αρ. 8.253/1.8.2007 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πελοποννήσου. Σε εφαρμογή της ως άνω αποφάσεως ο Δήμος …, οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι από 1.1.2011 ο εναγόμενος Δήμος ..., τον Φεβρουάριο του 2008, ξεκίνησε εργασίες κατασκευής ποδοσφαιρικού γηπέδου, η κατασκευή του οποίου αποσκοπεί στην πλήρη αναμόρφωση του χώρου προς τον προορισμό του ως ποδοσφαιρικού γηπέδου.

Η κατασκευή του ως άνω γηπέδου δεν αναιρεί ούτε εμποδίζει την πρόσβαση των κατοίκων εντός του χώρου, ο προορισμός του οποίου ήταν εξαρχής η διεξαγωγή αθλοπαιδιών και όχι κάποια άλλη χρήση. Ως εκ περισσού (αφού η αγωγή διατάραξης της νομής εκκρεμεί ακόμη στο Ειρηνοδικείο Σικυώνος), να σημειωθεί ότι οι εργασίες της ως άνω κατασκευής δεν διαταράσσουν ούτε και τη νομή και κατοχή των εναγόντων επί των ως άνω ακινήτων τους, αφού δεν εμποδίζει την είσοδο αυτών στις ιδιοκτησίες τους αυτές, αφού υφίσταται υψομετρική διαφορά και μπορούν οι ενάγοντες να εισέρχονται στις ιδιοκτησίες τους ανεμπόδιστα.

Ούτε, βέβαια, αλλοιώθηκε από τις ως άνω κατασκευαστικές εργασίες ο χαρακτήρας των ως άνω ακινήτων των εναγόντων ως άρτιων και οικοδομήσιμων, τον οποίον ουδέποτε είχαν, αφού είχαν πρόσωπο όχι σε κοινόχρηστο χώρο, αλλά στην ιδιωτική ακίνητη περιουσία του εναγόμενου Δήμου .... Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η σωρευόμενη στο υπ' αρ.

εκθ. καταθ. ...Ε2009 δικόγραφο και ένδικη αγωγή προστασίας του δικαιώματος της προσωπικότητας έπρεπε να απορριφθεί εν όλω (καθ' ολοκληρίαν, στο σύνολό της) ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως προς τα ανωτέρω και απέρριψε την ως άνω σωρευόμενη και ένδικη αγωγή εν όλω (καθ' ολοκληρίαν, στο σύνολό της) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, καθ' ο μέρος κατέληξε στο ως άνω διατακτικό.

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι όλοι οι λόγοι της κρινόμενης υπ' αρ. εκθ. καταθ. ....5.2018 δεύτερης (β') έφεσης των εναγόντων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και ζητείται η ολική παραδοχή της ως άνω σωρευόμενης και ένδικης αγωγής. Ελλείψει άλλου λόγου, πρέπει η κρινόμενη υπ' αρ. εκθ. καταθ. ....5.2018 δεύτερη (β') έφεση των εναγόντων να απορριφθεί κατ' ουσίαν στο σύνολό της...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορρίψει την αγωγή με το αιτιολογικό ότι το ένδικο ακίνητο δεν αποτελεί ιδιωτική περιουσία του αναιρεσιβλήτου, αλλά κοινόχρηστο χώρο, με την έννοια των άρθρων 966 και 967 Α.Κ., πλην όμως δεν προσβλήθηκε η προσωπικότητα των αναιρεσειόντων, με την διενέργεια επ' αυτού εργασιών κατασκευής γηπέδου, έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, λόγω διαφοράς δεδικασμένου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές έκρινε: 1) Ότι καθένας από την πρώτη και τον δεύτερο των αναιρεσειόντων είναι αποκλειστικός κύριος οικοπέδου, εμβαδού 645 τ.μ. και 603 τ.μ., αντίστοιχα, που βρίσκονται στη θέση ..., μέσα στον κάτω των 2.000 κατοίκων οικισμού της ... Κορίνθου, οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου είναι ο αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α., Δήμος ..., με παράγωγο τρόπο, καθένα από τα οποία συνορεύει βόρεια-βορειανατολικά, με ακίνητο της δικαιοπαρόχου του αναιρεσίβλητου-εναγόμενου, το οποίο βρίσκεται 4-5 μέτρα χαμηλότερα από τα ανωτέρω οικόπεδα. 2) Ότι η δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου, ..., κατέστη κύρια του αναφερόμενου ακινήτου, με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση επ' αυτού, από το έτος 1960 και το έτος 1980, πράξεων νομής διανοία κυρίας κυρίας, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, και, ειδικότερα, επόπτευε, προστάτευε και εξουσίαζε αυτό ως κυρία, περιέφραξε αυτό, τοποθέτησε σ' αυτό δοκάρια τερμάτων γηπέδου ποδοσφαίρου, και επέτρεπε σ' αυτό τη διενέρεγεια παιχνιδιών από τα παιδιά, προκειμένου όταν περιέλθει στην περιουσία της να διαμορφώσει αυτό ως γήπεδο ποδοσφαίρου, κατ' επιθυμία των κατοίκων της Κοινότητας, που της παρέδωσαν, άτυπα, τη νομή αυτού. 3) Ότι ο επίδικος χώρος:

α) δεν κατέστη κοινόχρηστος με την έννοια των άρθρων 967 και 968 ΑΚ, β) δεν χαρακτηρίστηκε κοινόχρηστος από ισχύον ρυμοτομικό σχέδιο, διότι η ..., είναι οικισμός κάτω των 2.000 κατοίκων, γ) δεν κατέστη κοινόχρηστος χώρος με τη βούληση των προηγούμενων ιδιοκτητών, με νομότυπη δικαιοπραξία (δωρεάς, διαθήκη ή παραίτησής τους από την κυριότητα) που περιβλήθηκε τον συμβ/φικό τύπο και μεταγραφή, δ) δεν κατέστη κοινόχρηστος χώρος με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δηλαδή με τη χρήση του από δύο, κατά συνέχεια, γενεές, που δεν γνώριζαν διαφορετική κατάσταση πριν την 23-02-1946. 4) Ότι ο αναιρεσίβλητος Δήμος, το έτος 2008, ως κύριος του ακινήτου, ξεκίνησε εργασίες κατασκευής και διαμόρφωσης του χώρου ως ποδοσφαιρικού γηπέδου και ότι οι αναιρεσείοντες δεν εμποδίστηκαν στη χρήση του ως ποδοσφαιρικού γηπέδου. 5) Ότι τα παραπάνω ακίνητα των αναιρεσειόντων δεν είχαν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο αλλά ευρισκόμενα σε υψομετρική διαφορά 4-5 μέτρων είναι όμορα με την παραπάνω ιδιωτική ακίνητη περιουσία του αναιρεσιβλήτου.

[2] Έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας του επίδικου χώρου ως ιδιωτικής περιουσίας του αναιρεσιβλήτου ο.τ.α., ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ..., και της μη κτήσης αυτού της ιδιότητας του κοινόχρηστου χώρου, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 57 και 59 ΑΚ ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, διότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, με αποτέλεσμα να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις προσβολής της προσωπικότητας των αναιρεσειόντων, λόγω της φερόμενης στέρησης χρήσης του όμορου ακινήτου, ως πλατείας, οδού, αλάνας, αλωνιού, και ειδικότερα, στέρησης της ιδιότητας των ακινήτων τους της αρτιότητας, διότι, κατά τα δεκτά γενόμενα είναι όμορο της ανωτέρω ιδιωτικής περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, ευρισκόμενη 4-5 χαμηλότερα αυτής των αναιρεσειόντων, στο οποίο το έτος 2008 άρχισε εργασίες διαμόρφωσης γηπέδου ποδοσφαίρου.

Επομένως, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε νόμιμης βάσης την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ότι ο επίδικος χώρος δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου χώρου (πλατείας, οδού, αλάνας, αλωνιών) με έναν από τους προβλεπόμενους παραπάνω τρόπους και ότι ο επίδικος χώρος ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του αναιρεσίβλητου, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της ..., στην οποία περιήλθε με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση επ' αυτού πράξεων νομής διανοία κυρίας για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, και με την ενέργεια εργασιών διαμόρφωσης, στον ιδιόκτητο χώρο του, εγκατάστασης γηπέδου ποδοσφαίρου, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που δικαιολογούν τη μη θεμελίωση προσβολής προσωπικότητας των αναιρεσειόντων, διότι προγενέστερα δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινόχρηστου χώρου πλατείας, οδού, αλάνας, αλωνιού.

Επομένως, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Λοιπές αιτιάσεις με τους αυτούς παραπάνω λόγους αποτελούν νομικά και πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου και την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, δεν αποτελούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, και υπό την επίφαση των λόγων αυτών αναίρεσης πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 770/2023, ΑΠ 1568/2022).

[3] Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 1499/2023, ΑΠ 619/2023, ΑΠ 248/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε, όπως φωτογραφίες, έγγραφα και βεβαιώσεις, από τα οποία αποδεικνυόταν ότι ο επίδικος χώρος είχε πολλές χρήσεις (αναψυχής, στάθμευσης αυτοκινήτων, εστίασης, εκδηλώσεων πανηγύρεων, αλάνας, πλατείας) κοινόχρηστου χαρακτήρα, είναι αβάσιμος.

Και, τούτο, διότι από τη βεβαίωση, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, στα οποία συγκαταλέγονται και οι φωτογραφίες, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα από τον αναιρεσείοντα φερόμενα ως αγνοηθέντα, επικληθέντα και προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες, αποδεικτικά μέσα, ανεξαρτήτως της αοριστίας του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, διότι δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο τα επιμέρους φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, φωτογραφίες και βεβαιώσεις, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα αυτών (ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 771/2023, ΑΠ 511/2022).

IV. Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-12-2021 αίτηση των Γ. Ε. του Σ. και Θ. Ε. του Σ. για αναίρεση της 18/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ