Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing vague grounds and failure to prove evidence was ignored.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a lower court decision regarding a civil dispute. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific documents, but the court rejected this claim as the grounds were too vague and the evidence was explicitly acknowledged in the lower judgment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553 § 1, 559 no. 11γ' and 561 § 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific grounds and prove the lower court ignored evidence, otherwise it is inadmissible and rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 771 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 771/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Τσουλό-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 11η Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Π. Κ., το γένος Δ. Γ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πρόδρομο Παναγιωτακόπουλο, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Δ. Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζηβασίλη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. ή Μ. χήρας Ε. Φ. ή Φ., το γένος Λ. Σ., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 105/2021 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-10-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, η αναιρεσείουσα και ο α' αναιρεσίβλητος, παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 1989Γ'/8-11-22 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κω Π. Τ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Η τελευταία όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (Κ.Πολ.Δ 576§2). Από τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει ότι απόφαση η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (ΚΠολΔ 502), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει, είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση, κατά της ερήμην απόφασης, αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 § 1), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 2102/2017, ΑΠ 12/2011, ΑΠ 430/2009).
Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 § 2 και 564 § 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.
Έτσι, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 2102/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 501 ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 § 1β με αυτές των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 965/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή εκδόθηκε από το Εφετείο ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Όμως, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται επίδοση της απόφασης αυτής στην εν λόγω ερημοδικασθείσα, ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι της έχει κοινοποιηθεί αυτή, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι' αυτήν, κατ' άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.
Συνεπώς, η κρινόμενη από 3.10.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 43/2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 105/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου ασκήθηκε κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης κατ' απόφασης που υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, σε αντίθεση με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, απλό ομόδικο της, ως προς τον οποίο έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), και αφού είναι επομένως παραδεκτή πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 4-11-2016 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω αγωγή της, κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης (εκ διαθήκης κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντος πατρός της) ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου (περιγραφόμενη κάθετη ιδιοκτησία), την οποία αμφισβητούσαν οι εναγόμενοι. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κω, δικάζοντας ερήμην της δεύτερης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με την υπ' αριθ. 60/2018 οριστική απόφαση του, έκανε δεκτή την αγωγή (με το τεκμήριο ομολογίας) ως προς την ερημοδικασθείσα δεύτερη εναγόμενη και απέρριψε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η ήδη αναιρεσείουσα , άσκησε την από 29-11-2019 έφεση, η οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν από το Μονομελές Εφετείο Δωδεκανήσου με την εκδοθείσα κατά την ίδια διαδικασία ερήμην της δεύτερης εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων προαναφερθείσα αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Από την διάταξη αυτήν σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρ. 118 αριθ.4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, για να είναι ορισμένος ο λόγος από τον αριθμ.1 εδ. α για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας πρέπει, εκτός των άλλων, να εκτίθενται, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, 873/2018, 1413/2017). Η, από τον παραπάνω λόγο, αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε βέβαια από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, (ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 607/2013).
Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει, εκτός των άλλων και τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 9 Ν. 4067/2012. Πλην όμως, δεν παρατίθενται κατά τρόπο πλήρη οι σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης.
Με βάση τα δεδομένα αυτά δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθότητα ή μη της προσβαλλόμενης απόφασης από την άποψη της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναίρεσης καθ'αμφότερα τα σκέλη του είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 130/2012).
Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 374/2013, ΑΠ 1643/2005).
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατεινόμενη ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο τoυ από 8-6-2007 συμφωνητικού των διαδίκων. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο του επίμαχου εγγράφου, καθώς και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που του προσέδωσε το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο, που του αποδίδει η αναιρεσείουσα.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι ελήφθη υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ ΑΠ 14/2005).
Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (Ολ ΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1409/2015, 1185/2010, 324/2009, 255/2006).
Ειδικότερα, όταν πρόκειται για ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα, ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των ανωτέρω και ότι κλητεύθηκε ο αντίδικος και προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας η έκθεση επίδοσης από την οποία προκύπτει η ημερομηνία και ο χρόνος κλήτευσης (ΑΠ 1683/2017, ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 1316/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα προσκομισθέντα μετ'επικλήσεως έγγραφα: α) την υπ'αριθμ. 3053/13.10.2020 ένορκη βεβαίωση του συζύγου της Π. Κ. και β) την από 2.7.2018 πιστοποίηση αναπηρίας της εφ' όρου ζωής κατά 80% Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, πρωτίστως, ως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, αφού δεν προκύπτει η ταυτότητα των ως άνω φερομένων ως μη ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, δεδομένου ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ούτε ενώπιον ποίας αρχής (Ειρηνοδίκη ή συμ/φου) λήφθηκε η ένορκη βεβαίωση, ούτε η προέλευση (εκδότης) της περί αναπηρίας πιστοποίησης.
Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από το περιεχόμενη της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, επισκοπείται, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων και "όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά,....κατ' την αριθμ. 3053/13-01-2020 ένορκη βεβαίωση...." σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτές, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις το ως άνω έγγραφο και την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ β) εδ. δ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.10.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 43/2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 105/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την, αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ