Supreme Court allows appeal against medical equality ruling due to unclear factual findings regarding working conditions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the plaintiff's medical equality status. The plaintiff argued that the lower court failed to clearly establish the specific working conditions of the plaintiff's doctor compared to others, violating the principle of equality. The Court found these factual findings vague and contradictory, which prevented a proper legal assessment of the applicable rules. Consequently, the case was remitted to the First Instance Court for further examination with a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560 para. 1, Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure; A finding of fact that is unclear or contradictory regarding the essential elements of the case prevents the application of substantive law and requires remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 506 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 506/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ), όπως εκπροασωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Δήμητρας Λίγγρη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Ζιάγκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 963/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 426/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-2- 2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Μόνο η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου συνιστά παραβίαση αυτού γιατί το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη, προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όχι δε και ποιοτική αοριστία αυτής που συνίσταται στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, διότι η μεν ποσοτική αοριστία ελέγχεται πλέον με βάση τον αριθ. 5 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ., η δε ποιοτική δεν περιλαμβάνεται στους λόγους αναίρεσης κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων που προβλέπονται περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο 560 του ίδιου κώδικα.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο μέμφεται το Μονομελές Πρωτοδικείο διότι δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, παρά το ότι στο δικόγραφό της δεν περιέχονται όλα τα πραγματικά περιστατικά του ακριβούς τρόπου και χρόνου άσκησης των καθηκόντων του ενάγοντος ιατρού είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν προβάλλεται ποιοτική αοριστία της αγωγής που δεν προβλέπεται, κατά τα ανωτέρω, ως λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατά των αποφάσεων εκείνων των δικαστηρίων. 2.
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ.6 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών.
Ως εκ τούτου, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις ή κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, εν όψει της κατά το άρθρο 93 παρ.4 του Συντάγματος εξουσίας των δικαστηρίων να μην εφαρμόζουν νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.
Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική.
Στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι με την επέκταση αυτή παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρα 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος, ΟλΑΠ 13/2003,Ολ.ΑΠ 9/2004, 28/1992). Εξ άλλου, με τον ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ" ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Αν και, με ρητή διάταξη του νόμου αυτού (άρθρο 1 παρ.2 περ.
δ' του ν. 2470/1997), εξαιρέθηκαν από τις μισθολογικές ρυθμίσεις, που ο εν λόγω νόμος επέφερε, οι γιατροί του Εθνικού Συστήματος Υγείας (ΕΣΥ), αυτός, μέχρι την από 1-1-2004 κατάργηση του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή στους μη ανήκοντες στο ΕΣΥ ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας.
Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ" (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής" , στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των Κέντρων Υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά, το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας), περίθαλψη σύντομα η χορήγηση του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας, ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών. (ΑΠ 957/2018, 832/2014) Σε κάθε περίπτωση, για την καταβολή του επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του ν. 2150/1993, "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/6792/0022 από 1/15-7-1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του όρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022 από 10-8/2-9-1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944), επεκτάθηκαν από 1-1-1997, στο σύνολο τους, οι διατάξεις του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993.
Ακολούθως, με το άρθρο 13 παρ.3 του ν. 2703/1999 ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 του π.δ. 266/1989 "Οργάνωση του ΙΚΑ") που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ).
Σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν.2703/1999, κατά το μέρος αυτής με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι το επίδομα αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας, με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση.
Εξ αυτού έπεται ότι, για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφ' ενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφ' ετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και, ως εκ του σκοπού και των συνθηκών λειτουργίας των μονάδων αυτών συνάγεται, εργάζονται κάτω από ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, πρέπει η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 832/2015, 1467/2014, ).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β' , σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18-2-2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε Κέντρα Υγείας του οικείου ΟΚΑ.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2470/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 957/2018, 1312/2017, 832/2015, 967/2014, 438/2014,).
Εξ άλλου, με το άρθρο 17 §§ 1 και 2 ν. 3918/ 2011 (ΦΕΚ Α' 31/2.3.2011), όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με άρθ. 72 § 2 ν. 3984/2011, ΦΕΚ Α' 150/27. 6.2011, 10 § 1 και 13 § 1 ν. 4052/2012, ΦΕΚ Α' 41/1.3.2012) συστήθηκε Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που αποτελεί Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με έναρξη λειτουργίας του 6 μήνες μετά την ως άνω δημοσίευση του νόμου (Ν. 3918/2011) στον Οργανισμό δε αυτόν (ΕΟΠΥΥ) μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αναιρεσείοντος) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του ΙΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του κ.λπ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 23 § 1B α και β του ως άνω νόμου τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες ΙΚΑ - ΕΤΑΜ που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθενείας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης κ.λπ., η ένταξη δε των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερομένων φορέων στον ΕΟΠΥΥ, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο του νόμου αυτού, δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ κατ' άρθ. 26 § 1 και 9 του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθ. 72 § 21 ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27.6. 2011), το ιατρικό...
και λοιπό προσωπικό που υπηρετούν στις περιφερειακές υπηρεσίες που εντάσσονται στον ΕΟΠΥΥ, μεταφέρεται στον Οργανισμό από την ημερομηνία ένταξης τους σε αυτόν βάσει της αναφερόμενης στο άρθρο 23 κοινής υπουργικής απόφασης. Οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το Υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κ.λπ.
μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον ΕΟΠΥΥ κ.λπ. Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την ΥΑ Φ.80000/οικ.32115/2009 (ΦΕΚ Β' 3010/29-12-2011) από 1-1-2012 μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ από το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές υπηρεσίες που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κ.λπ,, που αποτελούν, σύμφωνα με το άρθ. 3 § 3 ΠΔ 266/1989 (όπως η §3 αντικαταστάθηκε με το άρθ. 2 του ΠΔ 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ.
ΑΠ 1671/2018, 957/2018, 1241/2017, 464/2016, 438/2016). Τέλος, με το άρθ. 29 § 1 του ως άνω ν. 3918/2011 ορίζεται ότι ο ΕΟΠΥΥ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, ενώ κατ' άρθ. 33 § 9 του ίδιου νόμου εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων, συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών έγγραφων και της προσβαλλόμενης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την αγωγή, επί της οποίας η προσβαλλόμενη, επικαλούμενος ότι συνδέεται με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία:"ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), ήδη δε, μετά τον Ν. 3918/2011 ΕΟΠΥΥ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως οδοντίατρος ασκών τα ανάλογα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθήκοντα και ότι υπηρετεί στην Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών Υγείας στην Αθήνα.
Τέλος, ότι λόγω της ως άνω εργασίας του δικαιούται το προβλεπόμενο από το άρθρο 8 παρ.7 περ.α' του ν.2470/1997 και του άρθρου 8 παρ.5 περ.α' του ν.3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο, παρά ταύτα, αρνείται να του καταβάλει το εναγόμενο, ζήτησε, όπως κατ' εφαρμογήν της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων (αρθ.4 παρ.1 και 22 παρ. 1β) να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να του καταβάλει για το νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 8 παρ.7 ν.2470/1997, το συνολικό ποσό των 16.880,05 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 μέχρι 31-12-2014 με τους διαλαμβανόμενους στην αγωγή διαχωρισμούς, και συνολικά τα λεπτομερώς αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, νομιμότοκα.
3. To πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Αθηνών), με την 963/2015 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή. Το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως εφετείο, κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως, του εναγομένου, με την προσβαλλόμενη, μετά από εκτίμησή των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα ουσιώδη: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, που είναι οδοντίατρος, προσελήφθη από το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν νομικό πρόσωπο - οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως στις 28-11-1995 από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (ΙΚΑ)" βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 του ν.δ, 1204/1972 και του άρθρου 13 του Ν. 2150/1993.
Δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3029/2002 σε συνδυασμό με το άρθρο 12 του ιδίου ως άνω Νόμου, το ΙΚΑ μετονομάσθηκε σε Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)". Από το χρόνο προσλήψεώς του μέχρι και το χρόνο συζητήσεως της κρινόμενης αγωγής ο εφεσίβλητος υπηρέτησε στη Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών Υγείας στην Αθήνα, σύμφωνα με τις διατάξεις των Νόμων 2150/1993 και 3232/2004 και συνδέεται με το εκκαλούν νομικό πρόσωπο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, τελώντας υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του, που καθορίζουν τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας του, οι ιδιαίτερες περιστάσεις παροχής της οποίας είναι ακριβώς ίδιες σε όλες τις εκφάνσεις τους, ήτοι κατά ωράριο, μισθό και ευθύνη, με τους μονίμους συναδέλφους του, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις.
Δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3918/2011, συνεστήθη νέο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (ΕΟΠΥΥ)", στο οποίο μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙKA - ΕΤΑΜ) με τις μονάδες υγείας του, όπως το τελευταίο νόμιμα εκπροσωπείται, και δη ως καθολικό διάδοχο αυτού.
Δυνάμει δε του άρθρου 26 παρ. 2 εδ. β' του Ν. 3918/2011 ορίσθηκε, ότι "...Το πάσης φύσεως προσωπικό, που υπηρετεί στην ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. και στη Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών Υγείας μεταφέρεται στον ΕΟΠΥ από την έναρξη της λειτουργίας του με την ίδια εργασιακή σχέση ή οργανική θέση, κλάδο και βαθμό, που κατέχει. Το μεταφερόμενο στον ΕΟΠΥΥ προσωπικό της ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α.
και της Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών Υγείας τοποθετείται για μια πενταετία στην ΥΠ.Ε.Δ.Υ.Φ.Κ.Α. Περαιτέρω, δυνάμει του Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.) αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" και δη με το άρθρο 1 παρ. 2 αυτού συστάθηκε το Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), που λειτουργεί στις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), ενώ με το άρθρο 2 του ιδίου ως άνω Νόμου οι μονάδες παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ.
του ΕΟΠΥΥ μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των αντιστοίχων Δ.Υ.Πε Με το άρθρο 12 παρ. 1 του ιδίου Νόμου η υπηρεσία, στην οποία ο εφεσίβλητος υπηρετεί, εξαιρέθηκε από αυτή τη μεταφορά και ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του προέδρου του ΕΟΠΥΥ, που υπεισήλθε αυτοδίκαια ως εργοδότης του από τις 1-1-2012 και εντεύθεν, ως καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπως προελέχθη.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι ο εφεσίβλητος στα πλαίσια της προεκτεθείσας εργασίας του προσφέρει στους ασφαλισμένους του εκκαλούντος νομικού προσώπου - ασφαλιστικού οργανισμού με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση ιατρική φροντίδα, δηλαδή προληπτική, διαγνωστική και θεραπευτική.
Υπό το πρίσμα αυτό οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχει την εργασία του, είναι οι ίδιες με αυτές των ιατρών των Κέντρων Υγείας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας σε μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης, που αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας, που προηγήθηκε και συνεπώς, δικαιούται το αιτούμενο επίδομα μέχρι τις 17-2-2004 με βάση την περί ισότητας προεκτεθείσα αρχή, ακολούθως δε από τις 18-2-2004 με βάση τις προπαρατεθείσες νομικές διατάξεις.
Συνεπώς, ο εφεσίβλητος δικαιούται 1) για το έτος 2010 α) από 1-1-2010 μέχρι 31-5-2010 το ποσό των 1.518 ευρώ, β) από 1-6-2010 μέχρι 31-12-2010 το ποσό των 1.955 ευρώ, 2) για το έτος 2011 το ποσό των 3.351,72 ευρώ, 3) για το έτος 2012 το ποσό των 3.351,72 ευρώ, 4) για το έτος 2013 το ποσό των 3.351,72 ευρώ, και 5) για το έτος 2014 το ποσό των 16.880,05 ευρώ. συνολικά δε για ολόκληρο το ανωτέρω επίδικο χρονικό διάστημα ο εφεσίβλητος δικαιούται, ως μη καταβληθέν επίδομα, το ποσό των 16.880,05 ευρώ." Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, αφού δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας της διετούς παραγραφής, αλλά της πενταετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. 4.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, για το πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα και δη α) του είδους των παρεχομένων, εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, υπηρεσιών και β) των συνθηκών υπό τις οποίες προσέφερε τις υπηρεσίες του.
Ειδικότερα ενώ ο ίδιος ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του ότι από του διορισμού του υπηρετούσε στην Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών Υγείας και η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται πράγματι ότι ούτος από του διορισμού του υπηρέτησε στη Διεύθυνση Επιθεώρησης Υπηρεσιών Υγείας στην Αθήνα, (οι αρμοδιότητες της οποίας όπως ορίζονται από ΠΔ 275/2001, είναι "η διενέργεια τακτικών και εκτάκτων ελέγχων, επιθεωρήσεων των πάσης φύσεως Υπηρεσιών Υγείας, των συμβεβλημέων με τον ΕΟΠΠΥ παρόχων ως προς τη σωστή και αποτελεσματική εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων κλπ" ), δέχεται στη συνέχεια ότι "στα πλαίσια της προεκτεθείσας εργασίας του, προσφέρει στους ασφαλισμένους του εκκαλούντος νομικού προσώπου - ασφαλιστικού οργανισμού με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση ιατρική φροντίδα, δηλαδή προληπτική, διαγνωστική και θεραπευτική.", δηλαδή ότι προσέφερε υπηρεσίες τελείως διαφορετικές από τις αρμοδιότητες της θέσεως την οποία δέχθηκε ότι κατέχει.
Βάσει δε της τελευταίας αυτής παραδοχής (ότι δηλαδή απασχολείτο με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε μονάδα πρωτοβάθμιας περίθαλψης παρέχοντας ιατρική φροντίδα) θεώρησε ότι οι συνθήκες εργασίας του είναι ίδιες με αυτές των ιατρών των Κέντρων Υγείας κλπ....
Συνεπώς στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται ασαφώς και αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί του ζητήματος εφαρμογής κατ' αρχήν της αρχής της ισότητας μέχρι την 17-2-2004, και στη συνέχεια κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.1 εδ. β' , σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18-2-2004.
Τα ασαφή και αντιφατικά αυτά περιστατικά έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, δηλαδή αν οι συνθήκες εργασίας το ενάγοντος είναι όμοιες με εκείνες των λοιπών ιατρών που απασχολούνται στις μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης του Ε.Σ.Υ.
Επομένως, ο 2ος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατ' ορθή του εκτίμηση, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ , είναι βάσιμος. . Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερθέντος (δεύτερου) λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). 5. Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ' αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, στις δίκες με το Δημόσιο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που αποδίδεται από το δικαστήριο στο νικώντα διάδικο, δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, από 300 ευρώ.
Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και υπέρ των νομικών προσώπων, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957). Τέλος, σύμφωνα τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ. 2698/1953, η νομική υπηρεσία του ΙΚΑ διεξάγεται προεχόντως δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και, επομένως, η ως άνω διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 εφαρμόζεται και σε δίκες, στις οποίες διάδικος είναι το ΙΚΑ (ΑΠ 675/2009, ΑΠ 317/2007), ήδη ΕΟΠΥΥ.
Επομένως, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν μειωμένα, όπως
ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την με αριθμό 426/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσίβλητου τη δικαστική δαπάνη του παρισταμένου αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ