Legislator Case Law & Legislation
505/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of specific evidence reference in Article 559(10) Civil Procedure Code.

Case Number 505/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's property ownership judgment. The State argued the lower court accepted facts without proof, but failed to specify which evidence supported these findings. The court ruled that Article 559(10) requires precise identification of unproven facts and their evidentiary basis, which was absent here.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(10) KPolD; An appeal under this provision is inadmissible if the appellant fails to specifically identify the facts accepted without proof and the evidentiary means relied upon by the court of first instance.

Keywords

AI generated
Article 559(10) KPolD unproven facts evidentiary means specific reference requirement admissibility of appeal property ownership dispute Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 570(1) KPolD
Art. 559(10) KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191(2) KPolD
Art. 22(1) of Law 3693/1957
Art. 5(12) of Law 1738/1987
Art. 2 of Decision 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 505 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 505/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Α. χήρας Κ., το γένος Α. Η., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Μελίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. [1] Η από 03-05-2022 αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 40/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την οποία απορρίφθηκε η, από 05-03-2019, έφεση και οι από 28-06-2021 πρόσθετοι λόγοι της αναιρεσίβλητης, κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 3/2019, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η, από 09-03-2018, αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά φύλλα. [2] Με τις διατάξεις του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 38 του ν. 4842/2021 και 116 παρ. 2 περ.

β του ν. 4912/2022, και ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 120 του ν. 4912/2022, επί εκκρεμών δικών, από 01-01-2022, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Σε αυτή την περίπτωση, ο προβάλλων τις ενστάσεις διάδικος καταθέτει τις προτάσεις του είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να καταθέτουν υπόμνημα έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας μετά τη συζήτηση, εφόσον παρέστησαν σε αυτή. Η διάταξη αυτή αναφέρεται πρωτίστως στον αναιρεσίβλητο ο οποίος προβάλλει ενστάσεις κατά του παραδεκτού και εμπροθέσμου της αναίρεσης.

Αν όμως οι προτεινόμενες ενστάσεις λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, με βάση γεγονότα που προκύπτουν από αυτεπάγγελτη έρευνα του υλικού της αναιρετικής δίκης, ο Άρειος Πάγος θα τις ερευνήσει, παρά το εκπρόθεσμο των προτάσεων (ΑΠ 602/2023, ΑΠ 1488/2022, ΑΠ 178/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με τις κατατεθείσες κατά την ημέρα της συζήτησης προτάσεις της, πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη, επειδή δεν έχει έννομο συμφέρον, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων άρθρου 40 παρ. 2 του ν. 4936/2022, κατά τις οποίες το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο παραιτείται από τις ασκηθείσες αιτήσεις των παρ. 3 και 8 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 καθώς και από τα ασκηθέντα ένδικα μέσα επί αποφάσεων τέτοιων αιτήσεων, με αντικείμενο το δικαίωμα κυριότητάς του, σε ακίνητα που εμφανίζονται ως δάση στους αναρτημένους ή κυρωμένους δασικούς χάρτες, όπως είχαν διαμορφωθεί με βάση το άρθρο 67 του ν. 998/1979, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 93 του ν. 4915/2022, όταν το δικαίωμα κυριότητας θεμελιώνεται μόνο στο τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, επί των δασικών εκτάσεων και όχι σε άλλον λόγο κτήσης.

Η ανωτέρω ένσταση της αναιρεσίβλητης, περί κήρυξης απαράδεκτης της αίτησης αναίρεσης, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, είναι απαράδεκτη, διότι οι προτάσεις της δεν υποβλήθηκαν είκοσι (20) ημέρες πριν από την από 01-11-2023 συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο αλλά κατ' αυτήν τη συζήτηση της υπόθεσης, ανεξαρτήτως ότι δεν γίνεται επίκληση της παραίτησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου από την ασκηθείσα αίτηση του άρθρου 6 παρ. 3 και 8 του ν. 2664/1998 ούτε του περιεχομένου της ασκηθείσας αίτησης, προκειμένου να κριθεί αν εγγράφηκε το αναιρεσείον, επειδή το επίδικο εμφανίζεται ως δάσος στους αναρτημένους ή κυρωμένους δασικούς χάρτες, όπως είχαν διαμορφωθεί με βάση το άρθρο 67 του ν. 998/1979, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 93 του ν. 4915/2022, και θεμελιώνεται το δικαίωμα κυριότητας μόνο στο τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, επί των δασικών εκτάσεων και όχι σε άλλον λόγο κτήσης. [3] Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 70, 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, 1094 ΑΚ συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής πρέπει το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, με τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της νομικής της βασιμότητας.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής, και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 166/2023, ΑΠ 1982/2022).

Ειδικότερα, από άποψη περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, προκειμένου περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσης, στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, αλλά αυτό να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη (ΑΠ 12/2023, ΑΠ 9/2020), έστω και αν η έκταση και τα όριά του δεν ανταποκρίνονται, ακριβώς, στην πραγματικότητα, αφού ο ακριβής προσδιορισμός τους εναπόκειται στο δικαστήριο της ουσίας που αποφαίνεται σχετικά, μετά από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 1228/2022, ΑΠ 368/2020).

Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, έτσι ώστε να είναι δυνατή στον εναγόμενο η άμυνα περί συγκεκριμένου επίδικου αντικειμένου, και στο δικαστήριο να μπορεί να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης.

Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του, με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές, η θέση, ο προσανατολισμός και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020).

Το γεγονός, όμως, ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 12/2023, ΑΠ 166/2023). [2] Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια, ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1071/2023, ΑΠ 1283/2022, ΑΠ 115/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε σ' αυτήν, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, του οποίου αιτήθηκε να αναγνωριστεί κύριος ο αποβιώσας στις 06-03-2016, Κ. Α. του Ι., του οποίου τυγχάνει κληρονόμος, εκ της αναφερόμενης ιδιόγραφης διαθήκης, που δημοσιεύτηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κύρια, κύριος του επίδικου ακινήτου και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή του στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου …., εμβαδού κατά το κτηματολόγιο 51.170 τ.μ.

και κατά νεότερη καταμέτρηση εμβαδού 50.769,88 τ.μ., που φαίνεται στο από μηνός Οκτωβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ., με τα στοιχεία ..., το οποίο συνορεύει βόρεια με πλευρά διερχόμενη από τα σημεία ... μήκους 127,98 μ. με ιδιοκτησία Α. Σ., ανατολικά με πλευρά οριοθετημένη από τα σημεία 1..., μήκους 348,73 μ.

με αγροτική οδό, νότια και νοτιοδυτικά με πλευρά μεταξύ των σημείων 1-42-40 μήκους 48,41 μ. με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου και πέραν αυτής με πλευρά μεταξύ των σημείων ... μήκους 119,39 μ. με ιδιοκτησία Ν. Α. και με πλευρά μεταξύ των σημείων ... μήκους 84,67μ. με ιδιοκτησία Ν. Α. και Ν. Α. και τέλος δυτικά με πλευρά των σημείων ...

μήκους 249,36 μ. με ιδιοκτησία αρχικά Κ.-Ρ. Σ. και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου, και με ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα με πίνακα συντεταγμένων κορυφών, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, και περιήλθε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου της, με τον αναφερόμενο παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσας από αληθή κυρία, και πρωτότυπο τρόπο έκτακτης χρησικτησίας.

Με αυτό το περιεχόμενο, στην αγωγή προσδιορίζεται πλήρως το επίδικο ακίνητο κατά θέση, εμβαδόν και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, ενώ, επιπλέον, επισυνάπτεται στην αγωγή και τοπογραφικό διάγραμμα, με πίνακα συντεταγμένων των κορυφών … 1987, και με αναφορά των αριθμών ΚΑΕΚ των όμορων εκτάσεων, με αποτέλεσμα να μη γεννάται ουδεμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτού, και ως έχον ΚΑΕΚ ....

Επομένως, το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που έκρινε την αγωγή ορισμένη, και απέρριψε την ένσταση αοριστίας, την οποία, νόμιμα, είχε προβάλλει το αναιρεσείον, με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε, με σχετικό λόγο έφεσης και πρόσθετο λόγο αυτής, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή, λόγω αόριστης περιγραφής του επίδικου αυτοτελούς ακινήτου και όχι ως αποτελούντος τμήμα μείζονος ακινήτου του δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει το αναιρεσείον.

Συνεπώς, ο, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Η αιτίαση με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, ότι η αοριστία συνίσταται στο ότι στο δικόγραφο της αγωγής ελλείπει ο εντοπισμός του επίδικου ακινήτου (ΚΑΕΚ ...), μέσα στη μείζονα έκταση των 200 στρεμμάτων και της τελευταίας έκτασης μέσα στο πλήθος των παραχωρητηρίων και μεταβιβαστικών συμβολαίων, από τα οποία προήλθε το επίδικο, και αφορούσαν τίτλους του απώτατου και απώτερων δικαιοπαρόχων του δικαιοπάροχου της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος, διότι η έκταση από την οποία προήλθε το επίδικο ακίνητο αποτελεί αντικείμενο απόδειξης, και όχι αναγκαίο περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής.

Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι για την αναγκαία θεμελίωση του ορισμένου της αγωγής, ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου, έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφο, και, συγκεκριμένα, εκείνα του ακριβούς εντοπισμού επίδικου ακινήτου (ΚΑΕΚ ...), συνολικής έκτασης 51.570 τ.μ., μέσα στην έκταση των 200 στρεμμάτων, που παρέλαβε η άμεση δικαιοπάροχος του Κ.

Α., Π. χήρα Κ. Ν., ως κληρονομική μερίδα από την κληρονομία πατέρα της Π. Π., καθώς και της τελευταίας εντός της απροσδιόριστης έκτασης, ορίων και θέσης, που περιήλθαν στον ανωτέρω απώτερο δικαιοπάροχο του Κ. Α. από τον πατέρα αυτού και των από τον πατέρα θείων του (Α., Α. και Ι. Π.) είναι αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, κρίνοντας την αγωγή ως ορισμένη, δεν θεμελίωσε το ορισμένο αυτής στα ανωτέρω επικαλούμενα από το αναιρεσείον γεγονότα, ανεξαρτήτως της αλυσιτέλειας, διότι τα επικαλούμενα δεν αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και η προέλευση αυτού αποτελεί αντικείμενο απόδειξης.

ΙΙΙ. [1] Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λ.π., οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από ../22-2-1830, …/16-6-1830 και ...1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα και αφετέρου τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (ΑΠ 1284/2022, ΑΠ 769/2020, ΑΠ695/2018).

Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.

Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β. Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος. [2] Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλώς με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας (καλής πίστης), ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ' όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4 /26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της ...", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (Ολ ΑΠ 75/1987).

Εφόσον, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, αποκτήθηκε κυριότητα σε δάσος ή σε δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11.9.1915, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματος του" (ΑΠ 53/2023, ΑΠ 1632/2022, ΑΠ 946/2021). [3] Με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3208/2003 "Το Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας σε δάση, δασικές εκτάσεις και στις εκτάσεις των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος νόμου που:

Ι. Αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικά: ......

ΙΙ. Παραχωρήθηκαν κατά κυριότητα: α) Με τις διατάξεις των νόμων ΤΣΤΕ`/16.10.1856 (ΦΕΚ 79/24.10.1856) και ΥΛΑ`/25.3.1871 (ΦΕΚ25/16.6.1871) και των μετέπειτα εκδοθέντων νόμων, με τους οποίους εκποιήθηκαν ή παραχωρήθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών ή την Αεροπορική Άμυνα δημόσια κτήματα, ανεξαρτήτως του χρόνου εκποίησης ή παραχώρησης και της μορφής των κτημάτων. [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 34/2021).

IV. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον, τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επίδικο αποτελεί ένα ακίνητο-ελαιοπερίβολο με το επ' αυτού διωρόφου κτίσμα, που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεσολογγίου, με ΚΑΕΚ ..., όπως αυτό εμφαίνεται με τους αριθμούς ...

στο από Οκτωβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Δ. Κ., εμβαδού, σύμφωνα με το τοπογραφικό 50.769,88 τ.μ. και κατά το κτηματολόγιο 51.170 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με πλευρά διερχόμενη από τα σημεία ... μήκους 127,98 μ. με ιδιοκτησία Α. Σ., ανατολικά με πλευρά οριοθετημένη από τα σημεία 1,2,3,4,5,6,7,8,9,10,11, 13,14,15,16,17,18 και 19, μήκους 348,73 μ.

με αγροτική οδό, νότια και νοτιοδυτικά με πλευρά μεταξύ των σημείων 1-42-40 μήκους 48,41 μ. με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου και πέραν αυτής με πλευρά μεταξύ των σημείων ... μήκους 119,39 μ. με ιδιοκτησία Ν. Α. και με πλευρά μεταξύ των σημείων ... μήκους 84,67 μ. με ιδιοκτησία Ν. Α. και Ν. Α. και τέλος δυτικά με πλευρά των σημείων ...

μήκους 249,36 μ. με ιδιοκτησία αρχικά Κ.-Ρ. Σ. και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου. Με την από 30-10-2007 ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιλίου με το υπ' αριθ. ...-6-2016 πρακτικό και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ.4/21-6-2016 απόφαση της Ειρηνοδίκη Ιλίου, ο αποβιώσας στις 6-3-2016 σύζυγος της ενάγουσας, Κ.

Α. του Ι., εγκατέστησε αυτήν ως μοναδική κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του και στο επίδικο, το οποίο, στον κληρονομούμενο είχε περιέλθει με παράγωγο τρόπο και με το υπ' αριθ. .../4-4-1975 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Μεσολογγίου, Α. Π., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεσολογγίου στο τόμο … και με αριθμό ..., από την αληθή κυρία αυτού, Π.

Ν. συζ. Κ. το γένος Π. Π., στην οποία είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση 200 στρεμμάτων, από κληρονομιά του αποβιώσαντα, στις 19-9-1936, πατέρα της Π. Κ.. Π., ως παραλαβή κληρονομικής μερίδας, με το υπ' αριθ. .../1939 διανεμητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Μεσολογγίου, Μ. Π., νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μεσολογγίου στο τόμο … και με αριθμό ..., δυνάμει του οποίου οι κληρονόμοι του Π.

Π. Παρασκευή θυγ. Π. Π., Ευτυχία χήρα Π. Π., Ι., Κ./νος και Χ. Π. διένειμαν την πατρική κληρονομιά, από την οποία η Π. Π.-Ν. έλαβε στην κυριότητά της αγρολίβαδο εμβαδού 200 στρεμμάτων περίπου που βρίσκεται στην ανωτέρω θέση και συνορεύει ανατολικά με λιβάδι κληρονόμων Π., δυτικά με λιβάδι κληρονόμων Κ./νου Ν. και Ε.

Π., νότια με δρόμο και βόρεια με ράχη. Επίσης, ο Π. Π. είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό σε μεγαλύτερη έκταση, εν μέρει από κληρονομιά του θανόντος το έτος 1889 πατρός του Κ. Ι. Π. και εν μέρει από κληρονομιά των εκ του πατρός θείων του Α. Ι. Π. και Σ. Ι. Π., οι οποίοι διένειμαν εν μέρει την κοινή τους περιουσία, με το υπ' αριθ. .../23-03-1880 συμβόλαιο διανομής του τότε συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Ε.

Μ. και στους οποίους είχε περιέλθει μεγαλύτερη έκταση 500 στρεμμάτων έκταση από παραχωρήσεις του Ελληνικού Δημοσίου με το Νόμο ΥΛΑ 25/16-6-1871 "Περί διανομής και διαθέσεως της εθνικής γης" με τα υπ' αριθ. .../1880 παραχωρητήρια του Υπουργείου των Οικονομικών του τότε Βασιλείου της Ελλάδος, που μεταγράφηκαν νόμιμα, όπως αυτά μνημονεύονται στο συμβόλαιο της διανομής.

Επιπλέον, με το 211/1-12-1955 ΦΕΚ, τεύχος Β, με το οποίο δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. Ε37501/18-11-1955 υπουργική απόφαση Περί ανακλήσεως της απαλλοτριώσεως που κηρύχθηκε με την 33860/1953 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η ιδιοκτησία Π. Ν., ήτοι 80 στρέμματα καλλιεργήσιμων εκτάσεων, 90 στρεμμάτων φυτειών και 830 στρέμματα βοσκοτόπων, δηλαδή συνολικά 1000 στρέμματα εξαιρέθηκαν από την απαλλοτρίωση, ενώ με την υπ' αριθ. .../13-03-1956 απόφαση του Νομάρχη Αιτ/νίας επετράπη σ' αυτήν η μεταβίβαση εκ της ανωτέρω, έκτασης 500 στρεμμάτων, υπό τον όρο καταβολής δικαιωμάτων υπέρ του Ειδικού Ταμείου Εποικισμού.

Άλλωστε το Ελληνικό Δημόσιο, επιληφθέν επί ζητημάτων που αφορούσαν την προαναφερόμενη ιδιοκτησία, σε έγγραφά του, ενώ δέχεται ότι τα ως άνω παραχωρητήρια εμπίπτουν εντός του εθνικού λιβαδιού "...", συμπεραίνει ότι δεν μπορούν να επαληθευτούν τα όρια επί του εδάφους. Επίσης, περί το έτος 1985, όταν ο σύζυγος της ενάγουσας με την ….1985 οικοδομική άδεια ανήγειρε στο νότιο τμήμα του ελαιώνα διώροφη οικοδομή, με την υπ' αριθ. .../1985 βεβαίωση του τότε δασάρχη Μεσολογγίου η έκταση χαρακτηρίστηκε ως μη δασική.

Εξάλλου, οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας και του κληρονομουμένου συζύγου της από το έτος 1886 και για 135 περίπου χρόνια κυριεύουν το επίδικο, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από κανέναν, ούτε και από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο προέβαλλε ίδια δικαιώματα κατά την κτηματογράφηση της περιοχής. Περαιτέρω, από την από 1-12-2016 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Σ.

Β., και μετά από στερεοσκοπική έρευνα των σχετικών αεροφωτογραφιών των ετών λήψης 1945, 1960, 1986 και 1994 αποδεικνύονται τα εξής: Στο ζεύγος των αεροφωτογραφιών έτους λήψης 1945, η επίδικη έκταση δεν καλλιεργείται και καλύπτεται από φυσικά οικοσυστήματα από φρυγανική ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική μεν βλάστηση που δεν συνιστά βιοκοινότητα, ήτοι αποτελεί δημόσια χορτολιβαδική έκταση.

Μέρος όμως του επιδίκου, που βρίσκεται στα νοτιοδυτικά και καταλαμβάνει τμήμα της ευρύτερης μισγάγκειας που διατρέχει την περιοχή από βορρά προς νότο, φέρει ίχνη γεωμετρικής οριοθέτησης και βαθμίδωσης πιθανότατα λόγω παλαιότερης καλλιέργειας. Η θέση αυτή έχει καλύτερες κλιματοεδαφικές συνθήκες και προσφέρεται για καλλιέργεια σε βαθμίδες.

Στο ζεύγος των αεροφωτογραφιών έτους λήψης 1960 το επίδικο φέρει αυξημένη φρυγανική, ποώδη ή άλλη αυτοφυή βλάστηση ή από δασική θαμνώδη βλάστηση που κατά θέσεις λόγω πυκνότητας συνιστά ιδιαίτερη βιοκοινότητα και δεν καλλιεργείται γεωργικά. Στο ζεύγος των αεροφωτογραφιών έτους λήψης 1986 η επίδικη έκταση καλλιεργείται (δενδροκομική καλλιέργεια) και έχει σαφή όρια με τους γύρω αγρούς, ενώ και το έτος 1994 όλο το επίδικο καλλιεργείται (δενδροκομική καλλιέργεια).

Ας σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, συντρέχουν για την καταληφθείσα έκταση οι σωρευτικά απαιτούμενες προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως γεωργικώς καλλιεργούμενη, ήτοι να ήταν αγροτική πριν από την έναρξη του πολέμου, ήτοι προ του 1940, επανακαλλιεργηθείσα δε το αργότερο προ του 1960, να εμφαίνεται ως αγροτική είτε στις αεροφωτογραφίες του 1945 είτε στις αεροφωτογραφίες του 1960 είτε σε αμφότερες, και να μην απέκτησε, με οποιονδήποτε τρόπο, μετά το έτος 1960 δασικό χαρακτήρα, ώστε να μην εμφανίζεται ως δασική σε αεροφωτογραφίες μεταγενέστερες του έτους αυτού και να υφίστανται για την έκταση αυτή σχετικοί τίτλοι, που ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της 23-2-1946 που να έχουν μεταγραφεί.

Εξάλλου, στην από 3-7-2018 έκθεση φωτοερμηνείας του δασολόγου Α. Β., το επίδικο, σύμφωνα με τις αεροφωτογραφίες του έτους 1945, χαρακτηρίζεται ως χορτολιβαδική έκταση με χαμηλούς θάμνους και αποτελεί βοσκότοπο, σύμφωνα με τις αεροφωτογραφίες του έτους 1960 καλλιεργείται κατά το ήμισυ και στο υπόλοιπο ασκείται κτηνοτροφική δραστηριότητα, ενώ μετά το έτος 1986 υπάρχει έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα μέσα στο επίδικο και γύρω από αυτό και ελαιοκαλλιέργεια από το έτος 1974 και εντεύθεν, επιπλέον δε με βάση τα φωτοερμηνευτικά δεδομένα η εν λόγω έκταση δεν έχει δασικό χαρακτήρα και ανήκει στις πεδινές χορτολιβαδικές εκτάσεις.

Από όλα τα ανωτέρω στοιχεία, αποδεικνύεται ότι η ευρύτερη περιοχή στην οποία κείται η επίδικη έκταση δεν υπήρξε δασική, αλλά ήταν ανέκαθεν αγροτική, καθόσον αποτελείται από ελαιοκαλλιέργειες, η δε θαμνώδης δασοκάλυψη και φρυγανώδης βλάστηση που παρατηρείται στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960 η οποία πιθανότατα οφείλεται σε εγκατάλειψη της καλλιέργειας, δεν προσδίδει σ' αυτήν δασικό χαρακτήρα, με την έννοια του δάσους.

Επίσης, αποδείχθηκε, ότι η άμεση δικαιοπάροχος του συζύγου της ενάγουσας από το έτος 1939 που απέκτησε το επίδικο ακίνητο, έως το έτος 1975 που το επώλησε, αλλά και η ενάγουσα και ο σύζυγός της στη συνέχεια, από το έτος 1975 και εφεξής, είχαν τη φυσική εξουσία επ' αυτού και ασκούσαν με διάνοια κυρίου, όλες τις διακατοχικές υλικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, ήτοι επέβλεπαν τα όριά του, το φρόντιζαν, το καθάριζαν, καλλιεργούσαν τα ελαιόδεντρα και συνέλλεγαν τον ελαιόκαρπο, αλλά και εκμεταλλεύονταν το ακίνητο με την εκμίσθωση του αγροκτήματος σε τρίτους.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο σύζυγος της ενάγουσας, Κ. Α. μέχρι του θανάτου του το 2016, αλλά και κατά την έναρξη του κτηματολογίου στην περιοχή κατά το 2006, είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού είχε συμπληρώσει τριάντα και πλέον έτη νομή σ' αυτό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.

Ενόψει των προεκτεθέντων και επειδή αποδεικνύεται ο μη δασικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης και ότι αυτή δεν περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.

Επομένως, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου ότι αυτό κατέλαβε και δήμευσε το επίδικο αγροτεμάχιο κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ανεξαρτησίας, ως ανήκον στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Οθωμανούς ή εγκαταλείφθηκε απ' αυτούς, δυνάμει της από 09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 03.02, 04/16.06, 19.06/01.07.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, άλλως ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως δασικό τμήμα κατά τις διατάξεις του β.δ/τος της 17/29.11.1836, άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος κατά το άρθρο 1 του β.δ/τος της 03/15.12.1833, άλλως, με τακτική, άλλως, έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενο αυτό από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, άλλως, ως αδέσποτο κατά τις διατάξεις του από 10.07.1837 β.δ/τος έχοντος ισχύ νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στο Δημόσιο με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.

Σημειωτέον δε, ότι η υφιστάμενη απόκλιση του εμβαδού του επιδίκου μεταξύ των τίτλων ιδιοκτησίας και της πραγματικής έκτασης αυτού δεν επηρεάζει την ταυτότητά του. Άλλωστε, είναι δίδαγμα κοινής πείρας ότι στους τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων εν πολλοίς το πρώτο μισό του 20ου και το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η περιγραφή τους ως προς το εμβαδόν, αλλά και τον προσανατολισμό τους δεν ήταν ακριβής, για διάφορους λόγους, κυρίως διότι, λόγω έλλειψης οργάνων μέτρησης ακρίβειας, η μέτρηση γινόταν κατά προσέγγιση με τη ζευγαριά, που αντιστοιχούσε στην έκταση που μπορούσε να καλλιεργηθεί με ένα ζεύγος βοδιών σε μια ημέρα και ήταν συνάρτηση διαφόρων παραγόντων, όπως της ποιότητας (του βαθμού γονιμότητας) του εδάφους, ενώ συχνά τα ακαλλιέργητα και άγονα εδάφη του ακινήτου δεν υπολογίζονταν στον τρόπο αυτό μέτρησης ή προσδιορίζονταν τυχαία ή κατά προσέγγιση, επειδή δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την έκτασή τους ή επειδή δεν ήταν προσοδοφόρα και δεν είχαν οικονομικό ενδιαφέρον, αλλά και εσκεμμένα, για λόγους φορολογικούς, όπως επίσης, στη συνέχεια, από εσφαλμένη μετατροπή της ζευγαριάς ως μονάδας μέτρησης σε στρέμματα.

Στις περιπτώσεις αυτές ο ακριβής προσδιορισμός της ταυτότητας του ακινήτου μπορεί να γίνει με βάση τα αναφερόμενα στους τίτλους ιδιοκτησίας όριά του. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, Κ.

Α., είναι κύριος του επίδικου και διέταξε τη διόρθωση της ως άνω ακριβούς πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό Γραφείο Μεσολογγίου...". Με βάση τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία, κρίνοντας ομοίως, έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη αναγνωρίστηκε η κυριότητα του δικαιοπάροχου της αναιρεσίβλητης και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.

Ειδικότερα, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε: 1) Ότι ο, αποβιώσας στις 06-03-2016, Κ. Α. του Ι., του οποίου η αναιρεσίβλητη είναι κληρονόμος από ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου (-ελαιοπερίβολο από το 1985 με το επ' αυτού διώροφο κτίσμα), που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεσολογγίου, με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 50.769,88 τ.μ.

και κατά το κτηματολόγιο 51.170 τ.μ., με παράγωγο τρόπο, και δη με το με αριθμ. .../4-4-1975 συμβόλαιο του τότε συμβ/φου Μεσολογγίου Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από την αληθή κυρία αυτού, Π. Ν. συζ. Κ. το γένος Π. Π., στην οποία είχε περιέλθει με το υπ' αριθ. .../1939 διανεμητήριο συμβόλαιο του τότε συμβ/φου Μεσολογγίου, Μ.

Π., που νόμιμα μεταγράφηκε, με το οποίο έλαβε χώρα διανομή της κληρονομίας του αποβιώσαντος, στις 19-9-1936, πατέρα τους Π. Κ.. Π. (Π. θυγ. Π. Π., Ε. χήρα Π. Π., Ι., Κ., και Χ. Π.), στον οποίο είχε περιέλθει σε μεγαλύτερη έκταση, εν μέρει με ανάμιξη στην κληρονομία του θανόντος, το έτος 1889, πατρός του Κ.Ι. Π. και εν μέρει από κληρονομιά των εκ του πατρός θείων του Α.

Ι. Π. και Σ. Ι. Π., οι οποίοι διένειμαν εν μέρει με το με αριθμ .../23-03-1880 συμβόλαιο διανομής του τότε συμβ/φου Μεσολογγίου Ε. Μ., και στους οποίους είχε περιέλθει ως μεγαλύτερη έκταση 500 στρεμμάτων, από παραχωρήσεις του Ελληνικού Δημοσίου (με το Νόμο ΥΛΑ 25/16-6-1871 "Περί διανομής και διαθέσεως της εθνικής γης"), με τα με αριθμ. .../1880 παραχωρητήρια του Υπουργείου των Οικονομικών του τότε Βασιλείου της Ελλάδος, που μεταγράφηκαν νόμιμα, και καταβολή του ορισθέντος τιμήματος. 2) Ότι το επίδικο ακίνητο (ΚΑΕΚ ...) ταυτοποιείται ως τμήμα του ακινήτου που αναφέρεται στους παραπάνω διαδοχικούς τίτλους και, τελικώς, στα υπέρ των Κ.

Ι. Π., Α. Ι. Π. και Σ. Ι. Π., απώτατου δικαιοπαρόχου του Κ. Α. παραχωρητήρια που εκδόθηκαν από το Υπουργείο Οικονομικών του τότε Βασιλείου της Ελλάδος, που μεταγράφηκαν νόμιμα. 3) Ότι το επίδικο ακίνητο ήταν αγροτική ιδιωτική έκταση και ταυτοποιείται κατά τα όρια στο αναφερόμενο στο με αριθμ. .../4-4-1975 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και με την έκδοση, μεταγραφή των παραχωρητηρίων από το Υπουργείο Οικονομικών, και τήρηση των όρων αυτών από τους προς ους η παραχώρηση, εξέφυγε της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου. 4) Ότι στο επίδικο ασκούσαν πράξεις νομής διανοία κυρίου (επίβλεψη, φροντίδα και καθαρισμό, καλλιέργεια) από το έτος 1871 οι προς ους η παραχώρηση, από το έτος 1939 η Π.

Ν. - Π. (με καλή πίστη μέχρι 23-02-1946), έως το 1975, και εμπίπτει στη με αριθμ. ….70/13-03-1956 απόφαση του Νομάρχη Αιτ/νίας, με την οποία άρθηκε η απαγόρευση εκποίησης της μείζονος έκτασης. 5) Ότι ο Κ. Α., κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, από το έτος 1975 έως την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Μεσολογγίου, ασκώντας πράξεις νομής διανοία κυρίου, για χρόνο περισσότερο της εικοσαετίας [επίβλεψη των ορίων του, φροντίδα, καθαρισμό και καλλιέργεια με ελαιόδενδρα, ανοικοδόμηση (το έτος 1985), και εκμίσθωση σε τρίτους]. 6) Ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου στο επίδικο ακίνητο ούτε περιήλθε το επίδικο εκ νέου (μετά την παραχώρηση) στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία ή με άλλο τρόπο, και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 περίπτωση

ΙΙ α του ν. 3208/2003 το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα επ' αυτού, διότι αποτελεί τμήμα ακινήτου που παραχωρήθηκε, σύμφωνα με το ν. ΥΛΑ/23-03-18971 από το Υπουργείο Οικονομικών. [2] Με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε νόμιμης βάσης την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από τον Κ.

Α. του Ι., με τον παραπάνω παράγωγο τρόπο, ως αποκτήσας, λόγω αγοράς, από την αληθή κυρία Π. Ν. - Π., καθώς και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση των ανωτέρω πράξεων νομής διανοία κυρίου επ' αυτού, περισσότερο από εικοσαετία, και δη από το έτος 1975 έως την από 18-05-2006 έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου Μεσολογγίου, της απώλειας της κυριότητας από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επ' αυτού, με την έκδοση και μεταγραφή των ανωτέρω παραχωρητηρίων, την άσκηση πράξεων νομής από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του Κ.

Α. με καλή πίστη μέχρι 23-02-1946, την έκδοση υπουργικής απόφασης με την οποία παρασχέθηκε άδεια μεταβίβασης, και τη μη επανάκτηση της κυριότητας επ' αυτών, με τίτλο τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας ή άλλον τίτλο από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1033, 1192, 1194, 1045, 974, 976 ΑΚ, 51 ΕισΝΑΚ, της 7ης Ραμαζάν 1274(1856), των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, και ν. 20, 12 Πανδ. (5.8) ν.27 Πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7 και 1 Πανδ. (51.4), και το πρωτόκολλο της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, άρθρ. 1 του β.δ/τος της 17.11/1.12.1986 "περί ιδιωτικών δασών", άρθρ. 1 του ν.

ΑΧΝ/1888, 57 του ν. 3077/1924, 2 και 4 του ν. 1539/1938, άρθρ. 1 του ν.δ/τος 86/1969, 3 του ν. 998/1979. Επομένως, οι, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι διαλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία ως προς την απόρριψη της ένστασης αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, ήτοι των διατάξεων των άρθρ. 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης σε περίπτωση παράβασης δικονομικών διατάξεων, όπως είναι οι προαναφερθείσες, αλλά μόνο σε περίπτωση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1106/2023, ΑΠ 953/2022).

Η αιτίαση, με τον αυτό παραπάνω λόγο, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρίθηκε στο βάρος προσδιορισμού του επίδικου των ακινήτου των 51 στρεμμάτων μέσα στις μείζονες εκτάσεις των 200 στρεμμάτων και 550 στρεμμάτων, με παράθεση προσκομισθέντων τοπογραφικών διαγραμμάτων, με συντεταγμένες ΕΓΣΑ 87, στα οποία να αποτυπώνονται επακριβώς όλες οι ως άνω εκτάσεις τόσο αυτοτελώς όσο και σε σχέση με το επίδικο, είναι απαράδεκτος, διότι η ανάλυση των αποδεικτικών μέσων ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος δεν συνιστά ανεπαρκή αιτιολογία του με σαφήνεια και πληρότητα διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1491/2023), και υπό την επίφαση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πλήττεται η ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1036/2023, ΑΠ 1552/2023).

Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον επικαλείται ότι στερείται νόμιμης βάσης η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας του Κ. Α., λόγω αγοράς από την πωλήτρια Π. Ν. - Π., και ειδικότερα, επικαλούμενη ότι δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση 1) αιτιολογία για την παραδοχή αυτής ότι το επίδικο ακίνητο ταυτοποιείται επί του εδάφους με εφαρμογή των αναφερόμενων τίτλων (11856/1886, 11875/1886 και ...1886 παραχωρητήρια, .../1920 δημόσια διαθήκη, .../1939 συμβόλαιο διανομής κληρονομίας, .../4-4-1975 αγοραπωλητήτριο συμβόλαιο), τη με αριθμ.

Ε37501/18-11-1955 υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 211/1-12-1955 ΦΕΚ, τεύχος Β ) και .../13-03-1956 απόφαση του Νομάρχη Αιτ/νίας για άρση της απαγόρευσης μεταβίβασης 2) σε ποιο παραχωρητήριο εμπεριέχεται το επίδικο και η έκταση των 200 στρεμμάτων εν όλω ή εν μέρει και 3) δεν παρατίθεται κάποιο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό) που να επαληθεύει τα όρια των παραχωρητηρίων επί του εδάφους, είναι απαράδεκτος.

Και, τούτο, λόγω αλυσιτέλειας, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε ισοδύναμες αιτιολογίες, ήτοι την κτήση κυριότητας από τον Κ. Α. επί του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο, και κατά τα προαναφερθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, η οποία όμως, όπως εκτίθεται παραπάνω και παρακάτω, δεν πλήττεται επιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορούν οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η αιτιολογία περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, και η προσβαλλόμενη δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την μη πληττόμενη επιτυχώς αιτιολογία (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 1147/2023), ανεξαρτήτως ότι υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσία της υπόθεσης.

Περαιτέρω, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς την κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο και ως προς την ιδιότητα αυτού ως αστικού και όχι δημόσιου κτήματος, με επίκληση: 1) ότι δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση:

α) πράξεις νομής διανοία κυρίου προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του επίδικου ακινήτου ως δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης, και ειδικότερα υλοτομίας ή βοσκής με άδεια της δασικής αρχής, β) έστω και μία εκμίσθωση του επίδικου ακινήτου προς τρίτο, και 2) ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση εκτίμησε ότι με τη με αριθμ. .../08-04-1985 έγγραφη βεβαίωση του Δασαρχείου Μεσολογγίου το επίδικο χαρακτηρίστηκε ως μη δασική έκταση, διότι από το με αριθμ.

πρωτ. .../06-12-2016 έγγραφο του Δασαρχείου Μεσολογγίου σε συνδυασμό με τη με αριθμ. πρωτ. .../04-10-2016 εγκύκλιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και το με αριθμ. πρωτ. 30-03-2018 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Αιτωλοακαρνανίας και το συνημμένο στην παραπάνω βεβαίωση σκαρίφημα προκύπτει ότι η βεβαίωση πάσχει αοριστίας και ουδόλως προκύπτει ότι αφορά την επίδικη έκταση, είναι απαράδεκτοι.

Ειδικότερα, οι με στοιχείο-1-και-2-αιτιάσεις, λόγω αλυσιτέλειας, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το καταληκτικό αποδεικτικό πόρισμα αυτής στηρίζεται, κατά τα δεκτά γενόμενα, ότι το επίδικο ακίνητο είναι αγροτική έκταση, που εξέφυγε από την κυριότητα του αναιρεσείοντος, το οποίο ουδέποτε επανέκτησε την κυριότητά αυτού, και ο με στοιχείο-3-διότι συνιστούν αποδεικτικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτού, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 1597/2018).

Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1144/2021), χωρίς, όμως, να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 10131/2023, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 667/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, αν ήθελε εκληφθεί ότι ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος αυτού, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη (και όχι την εκκαλούμενη) απόφαση επικαλούμενο ότι δεν αναφέρεται ποιο ήταν το αποδεικτικό μέσο που οδήγησε τον Δικαστή να δεχθεί, χωρίς απόδειξη, το κρίσιμο ζήτημα ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ιδιωτικό (και όχι δημόσιο) κτήμα, είναι απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα επικαλούμενα από το αναιρεσείον χωρίς να αναφέρει σ' αυτήν καθόλου αποδεικτικά μέσα, ενόψει ότι δεν ιδρύεται ο λόγος όταν δεν γίνεται ιδιαίτερη αναφορά ή εξειδίκευση των εγγράφων ή αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων προκειμένου το δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του.

V. Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματος αυτής, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 03-05-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 40/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ