Supreme Court dismisses appeal and remands case for substantive trial due to procedural irregularities in second appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the additional interventions and annulled the lower court's decision, ordering a new substantive trial. The State argued that simultaneous examination of the appeal and the case merits violates the principle of judicial economy. The court agreed, ruling that parties cannot submit substantive proposals without knowing if the appeal will succeed. Consequently, the case was remanded for a new hearing before the appellate court acting as a court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580 and 581 of the Code of Civil Procedure; When a second appeal is filed, the appellate court must examine the merits in a new hearing after the appeal decision, as simultaneous examination violates judicial economy and imposes undue burden on parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 502 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 502/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αντώνιο Τατσόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ο οποίος ανακάλεσε την από 22-9-2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί - Τουριστικαί και Οικοδομικαί Επιχειρήσεις - Ο ΚΕΚΡΩΨ ΑΕ", που εδρεύει στο Π. Ψυχικό Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Χρυσόστομο Βελάκη και Στυλιανό Σταματόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Α) Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσείοντος κατά την ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Δήμου Φιλοθέης - Ψυχικού Αττικής που εδρεύει στο Δήμο Φιλοθέης - Ψυχικού, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πλάτωνα Νιάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Β) των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί - Τουριστικαί και Οικοδομικαί Επιχειρήσεις - Ο ΚΕΚΡΩΨ ΑΕ", που εδρεύει στο Π. Ψυχικό Αττικής, κατά την ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως των: 1) Δ. Κ. του Γ., 2) Μ. Κ. του Β. συζ. Δ. Κ., κατοίκων …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Δήμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Γ) των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της αναιρεσίβλητης κατά την ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως: 1) Μ. Π., κάτοικο …, 2) Α. συζ. Α. Π., κάτοικο …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Μικρουλέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Δ) των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακαί - Τουριστικαί και Οικοδομικαί Επιχειρήσεις - Ο ΚΕΚΡΩΨ ΑΕ", που εδρεύει στο Π. Ψυχικό Αττικής, κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης: 1) Της Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΡΚΑΤ ΙΝΚ (MERKAT INK)", εδρεύουσα στην Λιβερία, νομίμως εκπρoσωπουμένη, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ά. χήρας Β. Σ., το γένος Ο., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Χ. Σ. του Β., κατοίκου …., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 4) Α. Σ. του Β., κατοίκου …., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 5) Μ. συζ. Ν. Σ., κατοίκου …, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 6) Ι. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κεραμέα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 7) Ν. Σ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη διαμένοντος στο …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπράνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις,
Ε) των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της αναιρεσίβλητης κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου: 1) Φ. Σ. του Κ., 2) Κ. Λ. του Δ., 3) Π. Κ. του Δ., 4) Χ. Α. του Ι., 5) Α. Π. του Γ., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 6) Ε. συζ. Ι. Γ., το γένος Μ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μικρουλέα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
ΣΤ) Των προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης παρεμβάντων στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η 447/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, καθώς και στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προηγηθείσα αναιρετική 589/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΤΙΡΙΩΝ - Κ. Μ. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Σπυριδούλα-Αγγελική Λιώση και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Γ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, 4) Σ. Μ. του Γ., κατοίκου …., 5) Χ. Μ. του Γ., κατοίκου …., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Γεωργία Σπανού και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1988 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με πρόσθετες, υπέρ της εναγομένης αναιρεσιβλήτου εταιρείας, παρεμβάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3139/1989 που διέταξε αποδείξεις και 5722/1997 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου. Το αναιρεσείον προσέβαλε την τελευταία απόφαση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3866/1998 αναβλητική, 637/1999 που διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις και συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, 3835/2000 για αντικατάσταση του πραγματογνώμονα, 2887/2012 αναβλητική που διέταξε και 2η συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, 3401/2014 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσίβλητη με την από 18-11-2014 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 447/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Με την από 21-6-2017 κλήση της η αναιρεσίβλητη "αε κέκρωψ" επανέφερε την από 18-11-2014 αίτησή της προς συζήτηση. Εκδόθηκαν η 589/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου και η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 3039/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Οι προσθέτως παρεμβαίνοντες με τις από 19-6-2020, 22-7-2020 και 15-9-2020 πρόσθετες παρεμβάσεις τους αντίστοιχα προς το δικαστήριο τούτο, ζήτησαν όσα αναφέρονται σε αυτές.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων που παραστάθηκαν ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Α. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 01/01/1988 διεκδικητική ακινήτου αγωγή εναντίον της αναιρεσίβλητης ΑΕ με την επωνυμία "ΚΕΚΡΩΨ Α.Ε.".
Εκδόθηκε η 3139/1989 πράξη που διέταξε αποδείξεις: 1) με μάρτυρες, προκειμένου το αναιρεσείον - ενάγον ν' αποδείξει την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής και η αναιρεσίβλητη - εναγομένη τις ενστάσεις της περί ιδίας κυριότητας και (επικουρικά) καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και 2) με πραγματογνωμοσύνη προκειμένου να διακριβωθεί αν η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στους τίτλους των διαδίκων.
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η 5722/1997 οριστική απόφαση, που απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη , επειδή το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε την ιστορική της βάση και, σε κάθε περίπτωση, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας , που η εναγομένη είχε προβάλει. Κατά της απόφασης αυτής το ενάγον άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 19/11/1997 έφεση και εκδόθηκαν από το πιο πάνω δικαστήριο:
η 3866/1998 απόφαση που ανέβαλε τη συζήτηση της έφεσης, προκειμένου να συνεκδικασθεί με πρόσθετη παρέμβαση, η 637/1999 αναβλητική απόφαση που διέταξε συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη , η 3835/2000 απόφαση για αντικατάσταση του πραγματογνώμονα , η 2887/2012 αναβλητική απόφαση που διέταξε και δεύτερη συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη και η 3401/2014 οριστική απόφαση, η οποία, αφού ανακάλεσε την προαναφερόμενη 3139/1989 πράξη του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το μέρος που είχε κρίνει νόμιμη την, εκ του άρθρου 281 ΑΚ, ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής της εναγόμενης εταιρείας, την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη, ακολούθως δε ,δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την ένδικη έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή, απορρίπτοντας την ένσταση ιδίας κυριότητας, που η εναγομένη είχε προβάλει, ως ουσία αβάσιμη.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Αρείου Πάγου με την από 18/11/2014 αίτηση αναίρεσης η εναγομένη- εφεσίβλητη εταιρεία, επί της οποίας εκδόθηκε η 447/2017 απόφαση που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και, ακολούθως, η 589/2018 απόφαση, που αναίρεσε την προσβαλλόμενη ως άνω 3401/2014 απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο που είχε απορρίψει την ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ως μη νόμιμη, για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1α' του ΚΠολΔ, και, συγκεκριμένα, διότι για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, αξίωσε την επίκληση και συνδρομή περισσότερων στοιχείων (επέλευση αφόρητων και δυσβάστακτων συνεπειών) από εκείνα που η πιο πάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου απαιτεί και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση.
Το τελευταίο με την 3039/2019 απόφασή του δέχθηκε κατ'ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη 5722/1997 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης που είχε προβάλει πρωτοδίκως και επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η εναγομένη -εφεσίβλητη περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, με την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσής του.
Κατά της τελευταίας απόφασης το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80 και 81 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει, προκειμένου να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν, πρόσθετη παρέμβαση, η οποία ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους.
Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ προκύπτει ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 14/2008, ΟλΑΠ 13/2006, ΟλΑΠ 25/2004). Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να προσδιορίζεται κατά την ρητή διάταξη του άρθρου 81 παρ. 1 εδ.
β ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 5/2003, Ολ ΑΠ 8/1998, Ολ ΑΠ 38/1997). Έννομο συμφέρον προς παρέμβαση υφίσταται όταν με αυτήν μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία εις βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, δηλαδή κριτήριο του εννόμου συμφέροντος είναι οι δυσμενείς εις βάρος του παρεμβαίνοντος συνέπειες της απόφασης, όπως, του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας.
Έτσι, για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης, δεν αρκεί η επίκληση από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, γενικότερων ηθικών ή κοινωνικών συμφερόντων, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του. Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, συνεπάγεται την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης ως απαράδεκτης (ΑΠ 711/2015, 1343/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση φέρονται προς συζήτηση και οι πρόσθετες παρεμβάσεις που ασκήθηκαν:
Ι. υπέρ της εναγομένης-ήδη αναιρεσίβλητης:
Α. (στον πρώτο βαθμό) των
1) εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΡΚΑΤ INK",
2) Α. Σ., Χ. Σ., Α. Σ.,
3) Μ. Σ. ,
4) Ι. Α. και
5) Ν. Σ.,
Β. (στον δεύτερο βαθμό) των Φ. Σ., Κ. Λ., Π. Κ., Χ. Α., Α. Π. και Ε. Γ.,
Γ. (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ) των
1) εταιρειών με την επωνυμία,
α) "Κ.Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ",
β) "ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΤΙΡΙΩΝ Κ. Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ",
γ) "Σ.Γ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ",
2) Σ Μ. και
3) Χ. Μ., και Δ.
(ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου) των
1) Δ. Κ., Μ. Κ. (από 19/06/2020) και
2) Μ. Π., Α. Π. (από 22/07/2020),
II. υπέρ του ενάγοντος-ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου), η από 15/09/2020 του ΟΤΑ Δήμου Φιλοθέης -Ψυχικού.
Οι ασκηθείσες με αυτοτελή δικόγραφα, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ως άνω πρόσθετες παρεμβάσεις πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 246 ΚΠολΔ). Από αυτές οι υπέρ της αναιρεσίβλητης, παρεμβάσεις, ασκήθηκαν παραδεκτά και είναι νόμιμες (άρθρα 80, 81 παρ. 1, 325 αριθμ. 2, 246, 573 ΚΠολΔ), διότι, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, οι προσθέτως παρεμβαίνοντες έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν στην εκκρεμή κύρια δίκη, το οποίο συνίσταται στο γεγονός ότι, κατά τους αναλυτικά αναφερόμενους από αυτούς νόμιμους τρόπους, έχουν αποκτήσει, κατά τη διάρκεια της επιδικίας, από την αναιρεσίβλητη την κυριότητα οικοπέδων και οριζόντιων ιδιοκτησιών , που βρίσκονται εντός της διεκδικούμενης από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επίδικης εδαφικής εκτάσεως .
Η από 15/09/2020 πρόσθετη , υπέρ του αναιρεσείοντος, παρέμβαση του ΟΤΑ Δήμου Φιλοθέης -Ψυχικού, ο οποίος γα τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του επικαλέσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στα διοικητικά του όρια, ότι ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ότι έχει δασική μορφή και ότι "ενδεχόμενη αναγνώριση της καθ' ης η παρέμβαση ως κυρίας του επιδίκου, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την σε αυτό αναφυόμενη χλωρίδα, αλλά και για το φυσικό περιβάλλον εν γένει, δεδομένου ότι η καθ' ης επί της επίδικης εδαφικής έκτασης έχει ανεγείρει οικοδομές, καταστρέφοντας το περιβάλλον και το φυσικό τοπίο της περιοχής, στερεί δε από τους δημότες του τη χρήση του" είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συγκροτούν την έννοια του εννόμου συμφέροντος αυτού προς άσκηση της πρόσθετης παρέμβασής του, όπως αυτή αναλύθηκε στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά ανάγονται στο γενικότερο κοινωνικό συμφέρον.
Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος του , διότι η καθ'ης η πρόσθετη παρέμβαση- αναιρεσίβλητη δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
Γ. Όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με αριθμούς 2494Α'/14-05-2020, 2497Α'/14-05-2020, 2498Α'/14-05-2020, 2499Α'/14-05-2020, 2504Α'/14-05-2020, 2502Α'/14-05-2020, 2501Α'/14-05-2020, 2505Α'/14-05-2020 και 2506Α'/14-05-2020 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ο. Σ. και με αριθμό 9241Ζ'/14-05-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Μ. Ι., οι απολειπόμενοι προσθέτως παρεμβαίνοντες, εταιρεία με την επωνυμία "ΜΕΡΚΑΤ INK", Ά. Σ., Χ. Σ., Α. Σ., Φ. Σ., Κ. Λ., Π. Κ., Χ. Α., Α. Π. και Μ. Σ., αντίστοιχα, κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, οι οποίοι, ωστόσο, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε παραστάθηκαν με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία τους (ΑΠ 67/2015).
Δ. Κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 8/2001, Ολ ΑΠ 7/2002).
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπόχρεο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΑΠ ολ. 8/2001). Περαιτέρω, ειδικότερη μορφή καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος συνιστά η αποδυνάμωση δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα, αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και, αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, υπό τις συνθήκες δε αυτές η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς-επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών της ΑΚ 281 είναι, δηλαδή, καταχρηστική (ΑΠ 200/2018, 496/2014, 831/2013).
Ενόψει τούτων, για να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στο άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο της ουσίας απαιτείται να παρατίθενται στην απόφαση του σαφώς και ορισμένως ότι συνέτρεξαν στη δικαζόμενη υπόθεση όλες οι ως άνω περιστάσεις και συνθήκες (ΑΠ 1875/1999).
Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης μπορεί να αντιταχθεί και κατά διεκδικητικής ή αναγνωριστικής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου, έχει δε εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημόσιας τάξεως. Απαιτείται, επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η υπ'αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ ολ.10/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, Ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1104/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την παραδεκτώς προβληθείσα ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, με την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, την οποία η εναγομένη - ήδη αναιρεσίβλητη είχε προβάλει προς απόκρουση της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είχε δε νομίμως επαναφέρει στο Εφετείο, ως προς το οποίο, και μόνο, κεφάλαιο, όπως προαναφέρεται, αναιρέθηκε η 3401/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την 589/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, δέχθηκε, μετ'ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το ενάγον και εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο γιο χρονικό διάστημα πέραν της εξηκονταετίας πριν την άσκηση της από 1-12-1988 με αριθμό κατάθεσης 10405/2-12-1988 υπό κρίση αγωγής του αναγνώριζε την ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας της εναγομένης επί της επίδικης έκτασης με σειρά πράξεων.
Ειδικότερα: 1) με την Δ.25/5/12-3-1974 απόφαση ο Υπουργός Οικονομικών αποδέχθηκε στο σύνολο της την …/…-11-1973 σχετική γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων του άρθρου 10 α.ν. 1539/1938, με την οποία το τελευταίο αποφάνθηκε ομόφωνα ότι δεν υπάρχουν δικαιώματα του Δημοσίου επί της επίδικης έκτασης και έκρινε ότι "δέον να θεωρηθή αποδεδειγμένον το υπό της Α.Ε. "ΚΕΚΡΩΨ" επικαλούμενον δικαίωμα κυριότητος".
Της γνωμοδότησης του ανωτέρω οργάνου είχε προηγηθεί η από 9-2-1973 έκθεση εφαρμογής του Γραφείου Τεχνικών της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών με την οποία χώρησε εφαρμογή των τίτλων της εναγομένης, με την διαπίστωση μάλιστα ότι αυτή κατέχει πολύ μικρότερη έκταση από εκείνη που της περιήλθε με βάση τους τίτλους (2.950,50 στρέμματα αντί των 4.000 στρεμμάτων).
Μετά την υπουργική απόφαση εκδόθηκε από την Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών το με αριθ. πρωτ. …/…-3-1974 έγγραφο που απευθύνεται στην εναγόμενη εταιρία στο οποίο αναφέρεται ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο "δεν διεκδικεί δικαιώματα επί της υφ' υμών κατεχόμενης εκτάσεως και εις το σύνολον ταύτης". 2) με την από 15-2-1973 έκθεση ελέγχου της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών διαπιστώνεται ότι ουδεμία ένδειξη υφίσταται επί της επίδικης έκτασης που να πιθανολογεί δικαιώματα του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Η σχετική έκθεση των κρατικών υπαλλήλων, όπως αναφέρεται στο περιεχόμενο της (παράγραφοι Γ "ΑΥΤΟΨΙΑ - ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΠΟΓΡ. ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΩΝ" και Β "ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΑ ΤΙΤΛΩΝ"), συντάχθηκε μετά από αυτοψία και εφαρμογή των τίτλων ιδιοκτησίας της εναγομένης και τη διαπίστωση ότι υπάρχει αλληλουχία των τίτλων αυτών, 3) με το με αριθ.
πρωτ. …/…/…-3- 1973 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας πληροφορείται το Υπουργείο Δημοσίων Έργων ότι η επίδικη έκταση "ουδέποτε διαχειρίζετο υπό του Δημοσίου ουδέ διεκδικεί τούτο δικαιώματα εφ' ολοκλήρου της υπό της ως άνω Α.Ε. [εναγομένης] κατεχόμενης εις περιοχήν Ψυχικού εκτάσεως".
Στην πρώτη παράγραφο του εγγράφου η Γενική Διεύθυνση Δασών αναφέρει ότι "Εις απάντησιν... γνωρίζουμε υμίν ότι δια την Τουριστικήν αξιοποίησιν υπό της Α.Ε. "ΚΕΚΡΩΨ" της εις περιοχήν Λατομείο Ψυχικού εκτάσεως ιδιοκτησίας της, ουδεμία αντίρρησις υφίσταται από δασικής πλευράς, καθ' οσον αύτη δεν άπτεται του χαρακτηρισμού των εκτάσεων, ως αύται καθορίζονται υπό τον διατάξεων του άρθρου 1 του Ν.Δ./τος 96/63 "Περί Δασικού Κώδικος", ουδέ έχει κηρυχθεί ως αναδασωτέα".
Με το έγγραφο αυτό επισημαίνεται αφενός η ανυπαρξία δικαιώματος του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου επί της επίδικης έκτασης καθώς και η μη άσκηση στο διηνεκές πράξεων νομής από το τελευταίο ("[η έκταση] ουδέποτε διαχειρίζετο υπό του Δημοσίου") και αφετέρου η μη συνδρομή του δασικού χαρακτήρα της έκτασης. 4) με την 157/5-3-1959 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η εναγομένη αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης ακινήτου εμβαδού 2.760 τ.μ., εντός της επίδικης έκτασης, που κηρύχθηκε υπέρ της Εταιρίας Υδάτων, και το Δημόσιο της κατέβαλε την εν λόγω αποζημίωση (βλ.
το με αριθ. …/…-3-1959 συμβόλαιο συμβιβαστικής αποζημίωσης απαλλοτρίωσης ακινήτου δρχ. 777.772,80 που συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης), ενώ με τις αποφάσεις 671/1976 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 479/1974 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διατάχθηκε η απόδοση στην εναγομένη ποσοστού της καθορισθείσας αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης ακινήτου εμβαδού 468 τ.μ., επίσης εντός της επίδικης έκτασης, και εδαφικής έκτασης εμβαδού 7.920,38 τ.μ., εκτός της επίδικης έκτασης, υπέρ του Ειδικού Ταμείου Ανεγέρσεως Ιερού Ναού Σωτήρος.
Κατά την κήρυξη των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων από τα αρμόδια όργανα του ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου και την εμφάνιση της εναγόμενης στις σχετικές αποφάσεις κήρυξης και στα αντίστοιχα κτηματολογικά στοιχεία (πίνακες και διαγράμματα) των απαλλοτριώσεων που τις συνοδεύουν, ως κυρίας των απαλλοτριούμενων εκτάσεων και κατ' επέκταση δικαιούχου των αποζημιώσεων και εν τέλει με την καταβολή των αποζημιώσεων (και μάλιστα ενίοτε συμβιβαστικά, βλ.
το ανωτέρω αναφερόμενο με αριθ. …/….-3-1959 συμβόλαιο), το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβαλε δικαίωμα κυριότητας επί των εκτάσεων αυτών (βλ. ενδεικτικά τον από 23-7-1957 κτηματολογικό πίνακα της 110ης απαλλοτρίωσης όπου η εναγομένη φέρεται ως ιδιοκτήτρια της απαλλοτριούμενης έκτασης που εμπίπτει εντός της επίδικης). 5) με επίσπευση της εναγομένης εγκρίθηκε από τη Διοίκηση η ένταξη του τμήματος της επίδικης έκτασης, εμβαδού 49,75 στρεμμάτων [πρόκειται για το εντός σχεδίου τμήμα του επίδικου ακινήτου], στο ρυμοτομικό σχέδιο συνοικισμού Παλαιού Ψυχικού εκδοθέντος του από 20-11-1923 βασιλικού διατάγματος (ΦΕΚ 342/24-11-1923) και, μετά από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις και επεκτάσεις του τελευταίου, του από 26-8-1936 βασιλικού διατάγματος (ΦΕΚ 392/8-9-1936) περί τοπικής επεκτάσεως και επαναθεωρήσεως του σχεδίου συνοικισμού Ψυχικού και του από 12-1-1937 βασιλικού διατάγματος (ΦΕΚ 12/18-1-1937) περί συμπληρώσεως του αμέσως προηγούμενου, και ακολούθως το επίδικο εδαφικό τμήμα, διαχωρίστηκε σε οικοδομικά τετράγωνα με αριθμούς Ο.
Τ. …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, …, … και ΑΛΣΟΣ … και τα τελευταία σε οικόπεδα, τα οποία στη συνέχεια η εναγομένη πώλησε σε τρίτους, μεταξύ των οποίων οι προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάντες. Με τα σχετικά βασιλικά διατάγματα η εναγομένη, ως (φερόμενη) κυρία της έκτασης που εντάχθηκε στο ρυμοτομικό σχέδιο, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει άνευ ανταλλάγματος στην Κοινότητα Ψυχικού, ως αντισυμβαλλόμενη, όλους τους κατά το σχέδιο καθοριζόμενους κοινόχρηστους χώρους (άλση, πρασιές, οδοί, πλατείες), ενώ ορίστηκε ότι οι καταργούμενοι κοινόχρηστοι χώροι θα περιέλθουν στην κυριότητα της εναγομένης, επίσης άνευ αποζημίωσης. 6) με την από 31-12-1947 απόφαση του Επιθεωρητή Α' Περιφέρειας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας χορηγήθηκε στην εναγομένη (έπειτα από την από 31-10-1947 αίτηση αυτής) άδεια επανεγκατάστασης των καταστραφέντων σιλό και τριβείου στο λατομείο που λειτουργούσε από το έτος 1903 στο εκτός σχεδίου τμήμα της επίδικης έκτασης εμβαδού 242,25 στρεμμάτων.
Σχετικές άδειες παράτασης για τη λειτουργία του λατομείου χορηγήθηκαν από τη Διοίκηση με τις αποφάσεις …/…/… από …-1-1963 και …/…/… από ….-3-1969. Με τις αποφάσεις αυτές και πάλι δεν αποδείχθηκε ότι η Διοίκηση προέβαλε το δικαίωμα κυριότητάς του επί του τμήματος της επίδικης έκτασης που κάλυπτε το λατομείο, καθόσον η εκμετάλλευση του σχετικού χώρου για λατομικές εργασίες έχει ως βάση (προαπαιτούμενο) την κυριότητα επί της έκτασης.
Παράλληλα δεν αποδείχθηκε ότι το ενάγον, πριν την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, όχλησε την εναγομένη, επικαλούμενο το δικαίωμα κυριότητάς του, ούτε ότι άσκησε πράξεις νομής επί του επίδικου (σχετικό και χαρακτηριστικό το αναφερόμενο στο ανωτέρω με αριθ. πρωτ. …/…/…-3-1973 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας ότι ("[η έκταση] ουδέποτε διαχειρίζετο υπό του Δημοσίου").
Με τον τρόπο αυτό - πράξεις και παραλείψεις εκ μέρους του ενάγοντος και εκκαλούντος, λαμβανομένου υπόψη και του διαδραμόντος μεγάλου χρονικού διαστήματος μέχρι την έγερση της αγωγής - επήλθε πλήρης αποδυνάμωση του δικαιώματος κυριότητας αυτού και δημιουργήθηκε στην εναγομένη και εφεσίβλητη η εύλογη πεποίθηση ότι το ενάγον και εκκαλούν δεν θα ασκήσει το με την αγωγή επικαλούμενο δικαίωμα κυριότητάς του.
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η εκ του άρθρου 281 Α.Κ. ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κυριότητας που προέβαλε επικουρικά η εναγομένη με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου από 29-5-1989 προτάσεις και επανέφερε με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου προτάσεις της, και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσία την προβαλλόμενη, επικουρικά, από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη ΑΕ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος-ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου στην επίδικη εδαφική έκταση, με την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης τούτου, και απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε, ως εκ τούτου, στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1α και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι με μόνες τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που η εν λόγω διάταξη απαιτεί για την εφαρμογή της.
Ειδικότερα, δεν διαλαμβάνει ποίες είναι οι συγκεκριμένες δυσμενείς (επαχθείς) συνέπειες που προκλήθηκαν σε βάρος της εναγομένης- αναιρεσίβλητης από την άσκηση του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος-αναιρεσείοντος στην επίδικη εδαφική έκταση, ώστε να κριθεί αν αυτή (άσκηση) λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών προϋποθέσεων, είναι καταχρηστική, διότι υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του πιο πάνω δικαιώματος και αν έπρεπε, στην περίπτωση αυτή, να απορριφθεί η ένδικη διεκδικητική αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά παραδοχή της προβληθείσας ένστασης της εναγομένης από το άρθρο 281 ΑΚ.
Επιπλέον, διέλαβε η πληττόμενη απόφαση ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τις συγκεκριμένες οικονομικές, κυρίως, συνέπειες που επηρέασαν δυσμενώς τα συμφέροντα της εναγομένης και προκλήθηκαν σε βάρος της , εξαιτίας της άσκησης του ένδικου δικαιώματος. Και τούτο, διότι οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης περί καταβολής αποζημιώσεως από το ενάγον προς την εναγομένη λόγω απαλλοτρίωσης ακινήτων εντός και εκτός της επίδικης εδαφικής έκτασης , η πώληση οικοπέδων από την εναγομένη προς τρίτους , μεταξύ των οποίων και στους προσθέτως παρεμβαίνοντες, τα οποία (οικόπεδα) βρίσκονται στο εντός του ρυμοτομικού σχεδίου συνοικισμού Παλαιού Ψυχικού τμήματος ( 49,. 75 στρεμμάτων) της επίδικης έκτασης, η ένταξη του οποίου έγινε με επίσπευση της εναγομένης και μετά από έγκριση της Διοίκησης, καθώς και η χορήγηση στην εναγομένη άδειας επανεγκατάστασης των καταστραφέντων "σιλό" και τριβείου στο λατομείο που λειτουργούσε από το έτος 1903 στο εκτός σχεδίου τμήμα της επίδικης εδαφικής έκτασης (εμβαδού 242,25 στρεμμάτων), που δόθηκε αρχικά με την από 31/12/1947 απόφαση του Επιθεωρητή Α' Περιφέρειας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και, στη συνέχεια, παρατάθηκε με αντίστοιχες άδειες που δόθηκαν κατά τα έτη 1963 και 1969 , ανάγονται σε περιστατικά, τα οποία, κατά τις ίδιες παραδοχές, συνδέονται, κυρίως, με τις πράξεις και παραλείψεις του ενάγοντος πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής που δημιούργησαν στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι αυτό δεν θ' ασκήσει το δικαίωμα κυριότητάς του και δεν αναφέρονται, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, στις δυσμενείς - επαχθείς συνέπειες που προκλήθηκαν σε βάρος, της εναγομένης από τη μεταγενέστερη άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος, χωρίς να αρκεί προς τούτο η αόριστη αναφορά σε αποζημιώσεις, πωλήσεις και επανεγκαταστάσεις καταστραφέντων τμημάτων του πιο πάνω λατομείου, αφού δεν διαλαμβάνονται στην απόφαση οι συγκεκριμένες δυσμενείς συνέπειες που προκλήθηκαν στα οικονομικά συμφέροντα της εναγόμενης εταιρείας, τόσο για τα εντός, όσο και για τα εκτός σχεδίου τμήματα της επίδικης εδαφικής έκτασης, από τη μεταγενέστερη άσκηση του υπόψη δικαιώματος.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες του ΚΠολΔ πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι.
Ε. Κατά τον αρ. 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που εμπεριέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ή στις προτάσεις των διαδίκων και συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα), αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και, μάλιστα, από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, αν πλήττεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή πρόσθετο λόγο έφεσης ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (ΑΠ 1786/2013, 214/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τους τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 8β' και 1α' του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, πλημμέλειες, επικαλούμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ,με τις προτάσεις που κατέθεσε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ισχυρισμό ότι" η περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής ένσταση της εναγομένης-εφεσίβλητης δεν προτείνεται, επειδή η επίδικη εδαφική έκταση είναι κοινόχρηστη δασική( 3ος λόγος)" και ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 967, 974, 1054 ΑΚ και το άρθρο 24 του Συντάγματος, καθ'όσον δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ επί κοινοχρήστων πραγμάτων, όπως είναι η επίδικη δασική έκταση (4ος λόγος).
Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, που δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι στηρίζονται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας από το ηττηθέν πρωτοδίκως αναιρεσείον με αντίστοιχο, δηλαδή, λόγο έφεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της από 19-11-1997 έφεσής του (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) και, αναφέρεται, άλλωστε, τούτο και στο αναιρετήριο.
ΣΤ. Από το συνδυασμό των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4045/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την υπόθεση στην ουσία.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παραγράφου 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ.
Ιβ' Κ.Πολ.Δ. προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ.
ιβ' Κ.Πολ.Δ. και αφού, μετά την αναίρεση, παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα νια την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορούν, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ' ουσία, νέοι ισχυρισμοί, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 527 και 528 Κ.Πολ.Δ., να γίνει επίκληση και προσκόμιση νέων αποδείξεων κατά τα άρθρα 529 και 530 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σ' αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσία, θα πρέπει να λάβει, χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 782/2016, 914/2015).
Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή των παραπάνω πρώτου και δεύτερου αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και ν'απορριφθούν οι πρόσθετες παρεμβάσεις που ασκήθηκαν υπέρ της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια, ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, πρέπει να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση, προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, ως ηττηθείσα διάδικος, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν. 3693/1997,όπως ορίζεται στο διατακτικό. Διάταξη περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος των ηττηθέντων προσθέτως, υπέρ της αναιρεσίβλητης, παρεμβαινόντων, δεν πρέπει να περιληφθεί, διότι το νικήσαν καθ' ου οι παρεμβάσεις αυτές, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει: 1)την πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρέμβαση του ΟΤΑ Δήμου Φιλοθέης -Ψυχικού και 2)τις πρόσθετες, υπέρ της αναιρεσίβλητης, παρεμβάσεις α) των εταιρειών με την επωνυμία, "Κ.Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", "ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΤΙΡΙΩΝ Κ.Μ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" "Σ. Γ. Μ. ΚΑΙ ΣΙΑ" και β) των Σ. Μ. και Χ. Μ., Δ. Κ. και Μ. Κ.,
των Μ. Π. και Α. Π..
Αναιρεί, την 3039/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου , που θα λάβει χώρα ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ