Supreme Court remands second appeal case for substantive trial due to procedural errors in appellate review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the appellate court's decision regarding a property dispute involving an extension of a building onto a neighbor's land. The appellant argued that the lower court failed to properly address the substantive issues during the second appeal stage. The court ruled that the appellate body must conduct a new substantive hearing rather than reviewing the case again, ensuring due process is maintained.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 581, 527, 269, 270, 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: In a second appeal, if the appellate court annuls the lower decision, it must remand the case for a new substantive trial rather than reviewing the merits again.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 782 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 782/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου,-εισηγήτρια- Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Σταματέκο.
Των αναιρεσίβλητων: Μ. Σ. του Π., 2) Μ. Τ. του Ι., 3) Κ. συζ. Κ. Τ., το γένος Ι. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Περίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 410/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 145/2002.
Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος, επί της οποίας εκδόθηκε η 1316/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο εξέδωσε την 238/2005 απόφαση, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 14-10-2005 αίτησή του.
Επ’ αυτής εκδόθηκε η 1316/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω δικάζον ως εφετείο και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου.
Με την από 24-2-2011 κλήση του ήδη αναιρεσείοντος επανήλθε προς συζήτηση, στο ως άνω δικαστήριο η υπόθεση και συνεκδικάσθηκε με την από 9-9-2009 κύρια παρέμβαση των 2ου και 3ης των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκε η 227/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που δίκασε ως εφετείο κατά παραπομπή. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζητεί ο ήδη αναιρεσείων, με την από 19-5-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων, να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1010 ΑΚ, αν ο κύριος ακινήτου, ανεγείροντας πάνω σ’ αυτό οικοδομή, την επεκτείνει καλόπιστα στο γειτονικό γήπεδο και ο κύριος του γηπέδου δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου, πριν από την ανέγερση της οικοδομής κατά μεγάλο μέρος, το δικαστήριο μπορεί, κατ’ εύλογη κρίση, να επιδικάσει την κυριότητα του γηπέδου που καταλήφθηκε στον κύριο του ακινήτου που οικοδομήθηκε.
Η επιδίκαση γίνεται έναντι καταβολής της αξίας του γηπέδου κατά το χρόνο της κατάληψης του και αποκατάστασης κάθε άλλης ζημίας, ιδίως από την τυχόν μείωση της αξίας του υπολοίπου. Από τη διάταξη αυτή, στην οποία ουδεμία γίνεται διάκριση μεταξύ αστικών ή αγροτικών ακινήτων και η οποία ως εκ τούτου έχει εφαρμογή και επί των δύο προκύπτει ότι όροι για την επιδίκαση του γειτονικού γηπέδου που καταλήφθηκε με την επέκταση της οικοδομής είναι: 1)ανέγερση οικοδομής.
Ως οικοδομή νοείται κτίσμα νέο ενιαίο, και αυτοτελές, όπως και το αυτοτελές οικοδόμημα που αποτελεί επέκταση ή προσθήκη σε υπάρχουσα οικοδομή 2)κυριότητα αυτού που ανεγείρει την οικοδομή επί του γηπέδου, επί του οποίου επιχειρεί να οικοδομήσει 3)η οικοδομή αυτή, κατά την ανέγερση της, να εισέρχεται κατά ένα μέρος στο έδαφος του γειτονικού γηπέδου, 4) καλή πίστη αυτού που ανεγείρει την οικοδομή, κατά το χρόνο της ανέγερσης και επέκτασης αυτής στο γειτονικό γήπεδο, η οποία υπάρχει όταν αυτός όχι από αμέλεια, οποιαδήποτε και επομένως και ελαφρά, έχει την πεποίθηση ότι οικοδομεί μέσα στα όρια του δικού του κτήματος, χωρίς ν’ αρκεί ότι έχει την πεποίθηση αυτή όχι από βαρειά αμέλεια και 5)έλλειψη έγκαιρης διαμαρτυρίας, δηλαδή πριν ή κατά μέγα μέρος συντελεστεί η οικοδομή από τον κύριο του γειτονικού γηπέδου, στο οποίο επεκτάθηκε η οικοδομή.
Αφού συντρέχουν οι όροι αυτοί, γίνεται, μετά από αίτηση αυτού που ανεγείρει την οικοδομή, επιδίκαση σ’ αυτόν του τμήματος που καταλήφθηκε από το γειτονικό γήπεδο, αντί καταβολής πλήρους αποζημίωσης στον κύριο του γηπέδου, η οποία καθορίζεται κατ’ εύλογη, μη υποκείμενη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κρίση του δικαστηρίου.
Η αποζημίωση περιλαμβάνει την αξία του γηπέδου που καταλήφθηκε κατά το χρόνο της κατάληψης καθώς και κάθε άλλη ζημία, όπως αυτή η οποία ενδεικτικώς αναφέρεται στο ανωτέρω άρθρο 1010 ΑΚ και προέρχεται από την μείωση της αξίας του υπόλοιπου τμήματος του γειτονικού γηπέδου. Τέλος, επί συγκυριότητας ακινήτου κατ’ ιδανικά μέρη, η οποία υπάρχει και όταν το ακίνητο διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1002, 1117Α.Κ.
και των Ν. 3741/1929 και 1024/1971, η αγωγή από το άρθρο 1010 Α.Κ. αφορά αδιαίρετη, λόγω της φύσης της, παροχή, είναι δε δυνατή η έγερσή της και από έναν από τους συγκυρίους, κατά το άρθρο 495 Α.Κ., ο οποίος έχει δικαίωμα να απαιτήσει ολόκληρη την παροχή προς όλους από κοινού και όχι μόνο προς αυτόν ή να απαιτήσει παροχή αντίστοιχη προς το ιδανικό του μερίδιο.
Στην περίπτωση αυτή σε δίκη κατάγεται το δικαίωμα του δανειστή στην αδιαίρετη παροχή και όχι τα δικαιώματα των λοιπών συγκυρίων, οι οποίοι, κατά ρητή πρόβλεψη της ανωτέρω διάταξης, ούτε ωφελούνται ούτε βλάπτονται από γεγονότα τα οποία επήλθαν στο πρόσωπο άλλου δανειστή της αδιαίρετης παροχής. Δεν καθίσταται όμως μη νόμιμη ή αόριστη η αγωγή στην περίπτωση που δεν ζητείται με αυτή η επιδίκαση ολόκληρης της παροχής υπέρ όλων των συγκυρίων, αλλά τούτο θα έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής κατά το μέρος του ακινήτου που υπερβαίνει την ιδανική μερίδα του ενάγοντος και την επιδίκαση σε αυτόν του ακινήτου κατά το ιδανικό μερίδιο της συγκυριότητας του (ΑΠ 1316/2003, 300/1981, 528/1986).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α’ Κ.Πολ.Δ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της 1316/2003 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά παραδοχή ως βάσιμου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 560παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρέθηκε η 145/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που δίκασε ως Εφετείο και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Ειδικότερα το Δικαστήριο τούτο αναφέρει στην πιο πάνω απόφαση του τα ακόλουθα: ‘ Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου δέχτηκε., ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) αγόρασε το έτος 1988 με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε, από τον Γ.
Μ., μία ανεξάρτητη και αυτοτελή οικοδομή επιφανείας 260 τ.μ., η οποία χτίστηκε στο με στοιχεία α.β.γ.δ.ε.ζ.η.α τμήμα ακινήτου, όπως αυτό αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Μ. Σ., επιφανείας 543 τ.μ., και με ποσοστό συγκυριότητας επί του όλου οικοπέδου, έκτασης 5.230 τ.μ., 10,38% εξ αδιαιρέτου. ...Η παραπάνω οικοδομή άρχισε να χτίζεται το έτος 1979 από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντα και αποπερατώθηκε το έτος 1994, όταν κυρία του όμορου και με αριθ.
μερίδας ... ακινήτου ήταν η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ‘ ... Ο.Ε.’ Το έτος 1997 και μετά από την μεταβίβαση του ως άνω όμορου ακινήτου από την ομόρρυθμη εταιρεία προς τον Ι. Τ., δικαιοπάροχο του εναγομένου, διαπιστώθηκε με βάση το τοπογραφικό διάγραμμα του πολ. Μηχανικού Π. Σ., ότι η παραπάνω οικοδομή του ενάγοντα ήταν χτισμένη κατά 252,30 τ.
μ. εντός της όμορης μερίδας με αριθ. ...... Από την εν γένει διαδικασία αποδείχθηκε ότι κατά την ανέγερση της εν λόγω οικοδομής ο Γ.Μ., δικαιοπάροχος του ενάγοντα, κατά την ανοικοδόμηση είχε την πεποίθηση ότι οικοδομούσε σε δικό του ακίνητο, ενώ η ιδιοκτήτρια του όμορου ακινήτου με αριθ. ..., που εκείνο το χρονικό διάστημα ανήκε στην ομόρρυθμη εταιρεία ‘ ...
Ο.Ε.’ , δεν πρόβαλε καμία αντίρρηση για την ανοικοδόμηση αυτή. Με βάση τα περιστατικά αυτά το δικαστήριο έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1010 ΑΚ. Έτσι απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης υπ’ αριθ. 410/2001 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρόδου, με την οποία έγινε δεκτή η από 25.10.2000 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και επιδικάστηκε, αντί καταβολής αποζημιώσεως ποσού 504.600 δρχ.
η κυριότητα του καταληφθέντος γειτονικού γηπέδου αποκλειστικά στον ενάγοντα και μάλιστα εξ ολοκλήρου, παρόλο που αυτός, όπως και στην αγωγή του εκθέτει δεν ήταν αποκλειστικός κύριος του όλου ακινήτου, επί του οποίου ανεγέρθηκε η οικοδομή, που διεπόταν από τις διατάξεις περί κάθετης ιδιοκτησίας και είχε συμμετοχή στο όλο οικόπεδο 10,38%.
Κρίνοντας όμως έτσι το ως άνω Πρωτοδικείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 495 Α.Κ., αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας, έπρεπε να επιδικασθεί στον ενάγοντα η κυριότητα του καταληφθέντος γειτονικού γηπέδου μόνο κατά ποσοστό αντίστοιχο προς το ιδανικό του μερίδιο’ . Με την ήδη προσβαλλομένη 227/2015 απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, που δίκασε εκ νέου, κατά παραπομπή, την υπόθεση ως Εφετείο με άλλη σύνθεση, αφού δέχθηκε κατ’ ουσία τη με αριθ.
κατάθ.29/2001 έφεση και τους με αριθ. κατάθ. 155/2004 πρόσθετους λόγους έφεσης του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, καθώς και τη με αριθ. κατάθ. 1099/2009 αυτοτελή πρόσθετη υπέρ του εναγομένου παρέμβαση των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλητων εξαφάνισε την πρωτόδικη 410/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου και απέρριψε την ένδικη αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, επειδή ο τελευταίος δεν ζήτησε με αυτή να επιδικαστεί η κυριότητα του καταληφθέντος τμήματος του γειτονικού ακινήτου και ως προς τον έτερο συγκύριο του ακινήτου με αριθμό μερίδας ...
από κοινού, ως αδιαίρετη παροχή, ούτε ζήτησε να του επιδικαστεί το εν λόγω τμήμα, κατά το ποσοστό που αντιστοιχεί στο ιδανικό του μερίδιο των 10,38%. Απέρριψε, δηλαδή, το Πολυμελές Πρωτοδικείο την πιο πάνω αγωγή του ενάγοντος- αναιρεσείοντος, ως μη νόμιμη, στο σύνολο της, αντί να την απορρίψει μόνο κατά το μέρος του ακινήτου που υπερβαίνει την ιδανική του μερίδα και να του επιδικάσει αυτό κατά το ιδανικό μερίδιο της συγκυριότητας του.
Συνακόλουθα ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 227/2015 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο πιο πάνω δικαστήριο την από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή στο σύνολο της με την προσβαλλόμενη απόφαση του, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1010 και 495 ΑΚ, είναι βάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολ.Δ., το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν. 4045/2012 και ορίζει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την υπόθεση στην ουσία.
Περαιτέρω από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 570 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας και της παραγράφου 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ.
προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ’ ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δε νοείται υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ’ ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολ.Δ., συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ.
και αφού, μετά την αναίρεση, παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης κατ’ ουσία, νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Η ενδεχόμενη ταυτόχρονη εξέταση ύστερα από μια ενιαία συζήτηση, τόσο της αίτησης αναίρεσης όσο και της ουσίας της υπόθεσης, στην περίπτωση βέβαια που η πρώτη γίνει δεκτή, συνεπάγεται τη δυσχέρανση ή και τη ματαίωση ουσιαστικά της άσκησης εκ μέρους των διαδίκων των πιο πάνω ευχερειών και παράλληλα επιβάλλει σχ αυτούς, κατά παραγνώριση της αρχής της οικονομίας της δίκης, το υπέρμετρο και συχνά περιττό δικονομικό βάρος της κατάθεσης προτάσεων για την ουσία της υπόθεσης σε όλη τη δυνατή έκταση, αφού αυτοί δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εκ των προτέρων αν θα αναιρεθεί και σε ποια έκταση η προσβαλλομένη απόφαση και, συνακόλουθα, ποια είναι τα όρια της εκδίκασης της υπόθεσης στην ουσία.
Έτσι για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ’ ουσία, θα πρέπει να λάβει, χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 914/2015).
Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που δίκασε την έφεση, τους πρόσθετους λόγους έφεσης και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση που προαναφέρθηκαν, και ενόψει του ότι πρόκειται για δεύτερη αναίρεση, να κρατηθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η υπόθεση, κατά το πιο πάνω μέρος, προς ουσιαστική εκδίκαση στο τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων που κατατέθηκαν στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ως ηττηθέντες διάδικοι (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 227/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου που δίκασε ως Εφετείο.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, κατά το πιο πάνω μέρος, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Διατάσσει ην επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ