Legislator Case Law & Legislation
494/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against local council's rejection of lawyer's fee increase claim.

Case Number 494/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Regional Court of First Instance's decision rejecting her lawsuit against the Dium-Olympus Municipality. The appellant argued that the court violated constitutional provisions by denying a specific percentage fee increase and failed to consider relevant case law. The court ruled that lawyer fees are subject to state intervention and do not guarantee a fixed amount, while also deeming the second appeal ground inadmissible for lacking a violation of substantive law or a specific factual claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; Lawyer fees are subject to state intervention and do not guarantee a fixed amount, and appeals must cite a violation of substantive law or a specific factual claim to be admissible.

Keywords

AI generated
lawyer fees local council appeal admissibility substantive law violation constitutional rights state intervention legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1, 144 and 145 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 494 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 494/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακκαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Χ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας και διόρισε την παρούσα δικηγόρο Ευαγγελία Παπαγγελή, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Δίου-Ολύμπου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Λιτόχωρο Πιερίας και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ανδρέα Κουτσόλαμπρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν η 246/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 299/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-3-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακκαβιάς. Η αναιρεσείουσα μετά της πληρεξουσίας της ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την υπό κρίση από 23.3.2023 (με αριθ. εκθ. κατ. ...2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 299/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθ. 246/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Δίου - Ολύμπου". Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 27.3.2023 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 13.2.2023, δηλαδή κατατέθηκε εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Η ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αποτελεί κατάληξη, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των σχετικών εγγράφων, της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 3.12.2021 (με αριθ. εκθ. κατ. 1586/418/13.12.2021) αγωγή της, την οποία απηύθυνε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α., ιστορούσε τα εξής:

Ότι είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω και υπό την ιδιότητά της αυτή απασχολήθηκε από τις 20.8.2008 και εφεξής με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία στον πρώην Δήμο Ανατολικού Ολύμπου και στη συνέχεια, από 1.1.2011, στον, καθολικό διάδοχο του τελευταίου, εναγόμενο Δήμο. Ότι κατόπιν έκδοσης σχετικής διαπιστωτικής πράξης του Δημάρχου του εναγομένου κατατάχθηκε αναδρομικά από 1.11.2011 στο βασικό μισθολογικό κλιμάκιο Β' βαθμού του ν. 4024/2011 και με χρονοεπίδομα 30% επί του βασικού μισθολογικού κλιμακίου, ενώ έως τότε αμειβόταν σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προϊσχύσασα Κ.Υ.Α. 2/8250/0222/2004.

Ότι κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004 θα έπρεπε να λάβει προσαύξηση της ανωτέρω αμοιβής της κατά ποσοστό 20%, διότι ο εναγόμενος είναι Δήμος με πληθυσμό 25.668 κατοίκων σύμφωνα με την απογραφή του έτους 2011, καθώς επίσης και τα έξοδα μετακίνησής της που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 246 εδ.

γ' του ν. 1181/1981, όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004, η οποία αφορά στα ποσά που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2685/1999. Ότι ο εναγόμενος Δήμος, επικαλούμενος την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 32 του ν. 4024/2011, δεν της κατέβαλε τις ανωτέρω προσαυξήσεις επί της αμοιβής της και τα ως άνω έξοδα μετακίνησης για τα έτη 2016 έως και 2021, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 59.104,80 ευρώ, εκ του οποίου α)ποσό 32.824,80 ευρώ, όπως αυτό επιμερίζεται ειδικότερα στο δικόγραφο της αγωγής για καθένα από τα ως άνω έτη, αντιστοιχεί στην προσαύξηση 20% επί της αμοιβής της και β)ποσό 26.280,00 ευρώ, όπως επίσης προσδιορίζεται ειδικότερα για καθένα από τα παραπάνω έτη, αντιστοιχεί στα έξοδα μετακίνησης.

Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 59.104,80 ευρώ, νομιμοτόκως, Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθ. 246/2022 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφαση αυτής η ενάγουσα άσκησε την από 20.9.2022 έφεση, η οποία με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. 3.

Με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 3274/2004 "Οργάνωση και Λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού" (ΦΕΚ Α 195) αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν. 1188/1981 "Κώδικας Προσωπικού Ο.Τ.Α." (ΦΕΚ Α 204) ως εξής: "Δικηγόροι Δήμων και Ιδρυμάτων. (α)Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορούν να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία [...], (β)Με τη διαδικασία της παρ. 1 μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία [...]. (β)Με τη διαδικασία της παρ. 1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους.

Στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (γ)Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή [...]. (ε)Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών [...]".

Επίσης, με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 ως εξής: "Αντιμισθία. (α)Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία. (β)Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά από τις εκάστοτε ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους Ο.Τ.Α.

με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας [...]. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες δεν μεταβλήθηκαν με τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 165 και 166 του μεταγενέστερου ν. 3584/2007 "Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" (ΦΕΚ Α 143), συνάγεται ότι στους δικηγόρους που απασχολούντο στους Δήμους, δηλαδή στους Ο.Τ.Α.

πρώτου βαθμού και αμείβονταν με πάγια αντιμισθία σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Κώδικα περί των Δικηγόρων ή άλλων νόμων, χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής τους, η οποία κλιμακωνόταν ανάλογα προς τον πληθυσμό του Δήμου, στον οποίο οι δικηγόροι ασκούσαν τα καθήκοντά τους (ΑΠ 469/2023, 723/2018).

Επίσης, σύμφωνα με το εδ. γ' του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το ως άνω άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004, στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στους Ο.Τ.Α. ή σε ιδρύματα που ανήκουν στους Δήμους καθώς και στα Ν.Π.Δ.Δ., χορηγούνται: (ι)Τα ποσά που προβλέπονται στο άρθρο 5 παρ. 3 Ν. 2685/1999, το οποίο ορίζει ότι ειδικές διατάξεις, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση κατ' αποκοπή εξόδων μετακίνησης σε υπαλλήλους για τις μετακινήσεις τους εκτός έδρας, διατηρούνται σε ισχύ και δεν υπόκεινται σε κρατήσεις υπέρ τρίτων, με κοινή δε απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού τα κατ' αποκοπή έξοδα μετακίνησης καταβάλλονται από 1.4.1998 σύμφωνα με την ΚΥΑ 2040222/4110/0022/1998, που προβλέπει τη χορήγηση στο προσωπικό των Ο.Τ.Α.

εφάπαξ ετήσιας αποζημίωσης (90.000 δρχ. για το έτος 1998 και 120.000 δρχ. από το έτος 1999) για την κάλυψη των δαπανών κίνησης, στις οποίες υποβάλλονται λόγω της φύσης της απασχόλησής τους, η αποζημίωση δε αυτή βαρύνει αποκλειστικά τους οικείους προϋπολογισμούς των Ο.Τ.Α. και σε καμία περίπτωση και για οποιοδήποτε λόγο τον κρατικό προϋπολογισμό και η καταβολή της γίνεται με ξεχωριστό τίτλο πληρωμής, τμηματικά στο τέλος κάθε τριμήνου.

Επίσης, στο άρθρο 166 παρ. 3 του άνω ν. 3584/2007 ορίζεται ότι στους δικηγόρους των Ο.Τ.Α. με σχέση έμμισθης εντολής "χορηγούνται τα ποσά που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του ν. 2685/1999.... Όπως ισχύουν". Το προβλεπόμενο ως άνω ποσό της αποζημίωσης για έξοδα μετακίνησης ανήλθε με την ΚΥΑ 2/6771/2004 από 1.1.2004 σε 206 ευρώ μηνιαίως και, μετά από διαδοχικές αναπροσαρμογές, με την ΚΥΑ 2/95080/0022/2008 καθορίστηκε από 1.1.2008 σε 365 ευρώ.

Περαιτέρω, με το ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 - 2015" (ΦΕΚ Α 226), επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.

και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας.

Στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις" και ειδικότερα στο άρθρο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο "Πεδίο εφαρμογής", ορίζονται τα εξής: "1.

Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.): α)του Δημοσίου, β)των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ)των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ..... 2.

Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17".

Στο άρθρο 22 του ιδίου νόμου, που φέρει τον τίτλο "Επέκταση διατάξεων", ορίζεται οτι: 1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2. ...3....4....5...".

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου (άρθρα 4 παρ. 1 έως 32) του νόμου αυτού (δηλαδή του ν. 4024/2011) επεκτάθηκε και στους δικηγόρους που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 4024/2011, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι Ο.Τ.Α.

Α' βαθμού και ότι οι αποδοχές τους καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση. Σε εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011 εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ. 2/17132/0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012), με έναρξη ισχύος την 1.1.2011. Σύμφωνα με την παρ. 1 αυτής στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες σε σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 καταβάλλεται βασικός μισθός ως εξής:

α)στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, β)στους δικηγόρους στο Εφετείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και γ)στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο μισθός του Β' βαθμού. Η εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ επεκτάθηκε στη συνέχεια και στους δικηγόρους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α.

ή τα Ν.Π.Δ.Δ. Περαιτέρω, με το άρθρο 30 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4042/2021 ορίζεται ότι "Πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού.

Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα στο εδ. β' της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, περί των οποίων δεν πρόκειται εν προκειμένω. Κατά δε το άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 4024/2011 "1. Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.

Όπου σε διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή άλλων κανονιστικών πράξεων, γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο νοείται ως παραπομπή στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου που ρυθμίζουν το αντίστοιχο θέμα. Επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται από τις καταργούμενες διατάξεις και τα οποία, κατά παραπομπή άλλων διατάξεων, χορηγούνται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους, που δεν υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι παραπεμπόμενες διατάξεις με εξαίρεση την οικογενειακή παροχή, η οποία υπολογίζεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17. 2.... 3.... 4.

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011". Ακολούθως, με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων/Μισθολογικά/Δημόσιες συμβάσεις" η ως άνω διάταξη του άρθρου 30 του ν. 4024/2011 καταργήθηκε, και δη από 1.1.2016 (άρθρο 35 ν. 4354/2015), ενώ με το άρθρο 33 περ. β' του ιδίου νόμου (4354/2015) ορίστηκε ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του προαναφερθέντος τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 32 του ν. 4024/2011 με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος, η οποία (περίπτωση) δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Επίσης, με το άρθρο 27 και 28 της υποπαραγράφου Δ.9 του άρθρου 2 του ν. 4336/205 (ΦΕΚ Α 94), ο οποίος ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 4 αυτού, από την ημερομηνία υπογραφής της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης του άρθρου 3 αυτού (δηλ. 19.8.2015) ορίζεται οτι: "Άρθρο 27: Κατάργηση διατάξεων: Από τα την έναρξη ισχύος του του παρόντος νόμου καταργούνται τα άρθρα 1 έως 24 και 32 του ν. 2685/1999 (Α' 35) .....

Άρθρο 28: Έναρξη ισχύος: Η ισχύς της παρούσας υποπαραγράφου αρχίζει από 1.1.2016, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του". Εξάλλου, από 1.1.2016 με τον προαναφερόμενο ν. 4354/2015 Κεφ. Β' επαναρρυθμίστηκαν οι διατάξεις που αφορούν το μισθολόγιο του προσωπικού του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α.

και με ρητή διάταξη του άρθρου 7 περ. ιη' του ιδίου νόμου στις διατάξεις του υπήχθησαν και οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση πάγιας έμμισθης εντολής, μεταξύ άλλων και σε Ο.Τ.Α. Ειδικότερα, η αμοιβή των δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέσεις πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους Ο.Τ.Α.

πρώτου και δευτέρου βαθμού (άρθρο 7 παρ. 1 περ. ιη' του ν. 4354/2015, όπως η περίπτωση αυτή αναριθμήθηκε με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 4484/2017) καθορίστηκε εφεξής σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 9 του ν. 4354/2015, σύμφωνα με την οποία: "Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος κατατάσσονται ως εξής:

α. Οι δικηγόροι στο Πρωτοδικείο στο Μ.Κ. 3 της Π.Ε. κατηγορίας, β. οι δικηγόροι στο Εφετείο στο Μ.Κ. 10 της Π.Ε. κατηγορίας και γ. οι δικηγόροι στον Άρειο Πάγιο στο Μ.Κ. 15 της Π.Ε. κατηγορίας. Για τους ανωτέρω δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11". Τέλος, με την υποπαράγραφο ΙΓ.1 υποπερ. 8.β του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012) αντικαταστάθηκε το άρθρο 92Α του ν.δ/τος 3026/1954 ("Κώδικας Δικηγόρων"), στην παρ. 2 του οποίου ορίστηκε ότι: "Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με έμμισθη εντολή στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 (Α' 226) καθορίζονται όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 του ν. 4024/2011", ενώ με την υποπερ. 8.γ.

του αυτού άρθρου και νόμου (άρθρου πρώτο του ν. 4093/2012) ορίστηκε οτι: "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα του άρθρου 92Α του ν.δ. 3026/1954, όπως τροποποιήθηκε από την προηγούμενη διάταξη της υποπερίπτωσης β'". Τέλος, με το άρθρο 166 παρ. 2 του ν. 4194/2013 ("Κώδικας Δικηγόρων") καταργήθηκε ο προϊσχύσας Κώδικας περί Δικηγόρων, όπως αυτός είχε κυρωθεί με το ν.δ. 3026/1954 και, άρα, και το άρθρο 92Α αυτού, και σε σχέση με τις αποδοχές των δικηγόρων, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με έμμισθη εντολή στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.

πρώτου και δευτέρου βαθμού και στα Ν.Π.Δ.Δ., ισχύει η διάταξη του άρθρου 44 παρ. 2 του ν. 4194/2013, κατά την οποία οι αποδοχές των εν λόγω δικηγόρων καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Από το συνδυασμό όλων των προαναφερόμενων διατάξεων προκύπτει ότι οι αμοιβές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με σχέση έμμισθης εντολής στους Ο.Τ.Α.

πρώτου και δευτέρου βαθμού υπήχθησαν, αρχικά με τις διατάξεις του ν. 4024/2011 και συνέχεια με εκείνες του ν. 4354/2015, στις μισθολογικές ρυθμίσεις του προσωπικού των Ο.Τ.Α. και, ως εκ τούτου, από 1.1.2011 και μετέπειτα δεν μπορούν να εφαρμοστούν: α)Η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 3274/2004, που προέβλεπε προσαύξηση της αμοιβής τους κατά ποσοστό 20% ή 30%, ανάλογα με τον πληθυσμό των Ο.Τ.Α.

στον οποίο παρείχαν τις υπηρεσίες τους, και συνεπώς η διάταξη αυτή είναι καταργημένη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις (ΑΠ 469/2023) και β)η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2685/1999, με την οποία προβλεπόταν η καταβολή εξόδων μετακίνησης εντός έδρας, η οποία ρητά καταργήθηκε, από 1.1.2016 με τη διάταξη του άρθρου 27 της υποπαραγράφου Δ.9 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΑΠ 206/2024, ΑΠ 1555/2023, ΑΠ 574/2021).

Εξάλλου, υπό τα ως άνω δεδομένα, οι θεσπισθείσες ειδικώς με το ν. 4024/2011 περικοπές αποδοχών και επιδομάτων των εργαζομένων στον εν γένει δημόσιο τομέα αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος προσαρμογής αλλά και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, σε σχέση με την οργάνωση του έμψυχου δυναμικού των δημόσιων φορέων.

Κατ' αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημόσιου συμφέροντος και αποτελούν, εν τέλει, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της ευρωζώνης, στο πλαίσιο της καθιερούμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Ο επιδιωκόμενος με τις κρίσιμες διατάξεις σκοπός αποτελεί λόγο δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την επέμβαση του νομοθέτη στις συμβατικές σχέσεις των δικηγόρων, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011. Περαιτέρω, η επίμαχη ρύθμιση θεσπίστηκε με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, παρίσταται ως πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπούς και δεν είναι προδήλως δυσανάλογη προς αυτόν.

Με τα δεδομένα αυτά, η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στην καθιερωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' αυτού αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε και στο εγγυώμενο την ιδιοκτησία άρθρο 17 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως αν η ιδιοκτησία κατά το εν λόγω άρθρο έχει ή όχι την αυτή έννοια με την κατά το άρθρο του ΠΠΠ περιουσία, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες (ΑΠ 206/2024, 1555/2023, 574/2021, 1254/2018, ΟλΣτΕ 3372/2015).

Άλλωστε, από μακρού ο καθορισμός της αμοιβής των εμμίσθων δικηγόρων υπήρξε αντικείμενο κρατικής παρέμβασης με την καθιέρωση κατωτάτων ορίων πάγιας περιοδικής αμοιβής των δικηγόρων και μάλιστα διά παραπομπής στο βασικό μισθό στα ΜΚ του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, όπως ιδίως με τα άρθρα 92 παρ. 1 και 92Α του προϊσχύσαντος ν.δ/τος 3026/1954 και τις ΚΥΑ 85724/8615/1986 και 2022210/2776/022/1997 (ΑΠ 206/2024, 1555/2023, 1254/2018, ΟλΣτΕ 3372/2015) και ήδη κατ' άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 4194/2013.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 485/2022). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 2093/2022, 1733/2022). Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία η τελευταία παραπονέθηκε ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η αγωγή της ως μη νόμιμη, και αφού πρώτα στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις του έκαμε δεκτά και όσα πιο πάνω αναπτύσσονται, αποφάνθηκε ότι: "....ο μοναδικός λόγος της έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ....

επειδή οι ρυθμίσεις τόσο του Ν. 4024/2011 όσο και του Ν. 4354/2015 καταλαμβάνουν και τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με έμμισθη εντολή στους Ο.Τ.Α., όπως ο εναγόμενος, κατά ρητή και ειδική νομοθετική πρόβλεψη χωρίς να εξομοιώνουν αυτούς με τους υπαλλήλους και τούτο προς εξυπηρέτηση σοβαρών σκοπών δημοσίου συμφέροντος με κριτήρια γενικά και αντικειμενικά με συνέπεια να μην αντίκεινται στις διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα.

Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε σε όμοια κρίση, δεν έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων νομοθετικών διατάξεων και κατέληξε σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό αλλά εν μέρει με ελλιπή αιτιολογία η οποία και θα πρέπει να συμπληρωθεί κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και, στη συνέχεια, να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Κρίνοντας ως ανωτέρω, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004, 5 παρ. 3 ν. 2685/1999 και 166 ν. 3584/2007, 27 του ν. 4336/2015, 4, 22, 30 και 32 του ν. 4024/2011, 33 και 34 ν. 4354/2015, καθώς και εκείνες των άρθρων 5 παρ. 1, 17 και 25 του Συντάγματος και άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Και τούτο, διότι, με βάση και όσα στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις αναπτύσσονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011, η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δευτέρου του αμέσως προαναφερόμενου νόμου, που προβλέπουν προσαυξήσεις, επιδόματα, παροχές κλπ. επεκτάθηκε και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 4024/2011, μεταξύ των οποίων και στους Ο.Τ.Α., όπως είναι και ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος, πέραν δε των επιδομάτων και παροχών του ανωτέρω Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, συμπεριλαμβανομένων και της ως άνω προσαύξησης και των εξόδων κίνησης, καταργήθηκαν με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4024/2011.

Από δε την 1.11.2011, όπως και για το επίμαχο διάστημα, δηλαδή από 1.1.2016 και μετέπειτα, δεν μπορούν να εφαρμοστούν η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 3274/2004, που προέβλεπε προσαύξηση της αμοιβής των δικηγόρων, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους Ο.Τ.Α., πρώτου και δευτέρου βαθμού, και η οποία είναι κατηργημένη, η δε διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 2685/1999, με την οποία προβλεπόταν η καταβολή εξόδων μετακίνησης εντός έδρας, ρητά καταργήθηκε από 1.1.2016 με τη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 4336/2015.

Για το επίμαχο διάστημα, επίσης, σε σχέση με τις αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με έμμισθη εντολή στους Ο.Τ.Α., όπως είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος, ισχύει η διάταξη του άρθρου 44 παρ. 2 του ν. 4194/2013 ("Κώδικας Δικηγόρων"), σύμφωνα με την οποία οι αποδοχές των άνω δικηγόρων καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, κατά τις κείμενες διατάξεις.

Τέλος, οι προαναφερόμενες διατάξεις, δυνάμει των οποίων διαμορφώθηκαν ως ανωτέρω οι αποδοχές των εν λόγω δικηγόρων, με την κατάργηση, μεταξύ των άλλων, της προσαύξησης της αμοιβής τους και των εξόδων μετακίνησης, δεν αντίκεινται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού δεν κατοχυρώνεται από αυτές ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, καταρχήν, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες, ενώ, άλλωστε, από μακρού ο καθορισμός της αμοιβής των εμμίσθων δικηγόρων υπήρξε αντικείμενο κρατικής παρέμβασης με την καθιέρωση κατωτάτων ορίων πάγιας περιοδικής αμοιβής των δικηγόρων, και δη με παραπομπή στο βασικό μισθό ή στα ΜΚ του ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, όπως με τις διατάξεις που ανωτέρω, στην οικεία νομική σκέψη, παρατίθενται.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση όσων υποστηρίζει, από τον αριθ. 1 και όχι τον αριθ. 19 (που προϋποθέτει ότι το δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ήτοι πρέπει να συντρέχει προϋπόθεση που εν προκειμένω δεν υφίσταται), του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παραβίασε με τις παραδοχές του τις πιο πάνω διατάξεις ως προς την εφαρμογή τους αναφορικά με την ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας της και τα έξοδα μετακίνησής της, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. 4.

Τέλος, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου και παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του νομολογία που πρότεινε και προσκόμισε προς απόδειξη της αγωγής και της έφεσής της και η οποία έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα ούτε παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου επικαλείται, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση της πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ούτε πραγματικό ισχυρισμό ("πράγμα") κατά την έννοια του αριθ. 8 του ιδίου άρθρου, που να φέρεται ότι δεν λήφθηκε υπόψη (βλ.

ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 846/2023, 471/2023), έτσι ώστε να δύναται να ιδρυθεί η από τον αριθμό αυτό αιτίαση (ΟλΑΠ 3/2024, ΑΠ 846/2023, 471/2023). 5. Κατόπιν αυτών και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων"), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.3.2023 (με αριθ. εκθ. καταθ. ...2023) αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 299/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ