Legislator Case Law & Legislation
846/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal on pension calculation error in labor dispute, remanding case for retrial.

Case Number 846/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision in a labor dispute regarding pension benefits. The lower court incorrectly calculated supplementary severance pay by failing to apply the specific statutory rule governing pension eligibility for workers with irregular employment history. Consequently, the Court found the lower court's reasoning erroneous and remanded the case for a new trial to correctly compute the benefits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a violation of substantive law occurs when a lower court fails to apply a mandatory statutory rule regarding pension calculations, necessitating the remittal of the case for retrial.

Keywords

AI generated
labor dispute pension calculation severance pay substantive law violation remittal for retrial irregular employment Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556(1), 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 5 of Law 3198/1955
Article 8 of Law 3198/1955
Article 1 of Law 4093/2012
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 846 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 846/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σιαφάκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 240/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4834/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-4-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 14.4.2022 αίτηση αναίρεσης με αριθμό εκθ. καταθ. 3183/326/2022 προσβάλλεται η με αριθμ. 4834/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 16.3.2018 (αριθμ. εκθ. καταθ. 25954/1797/2018) έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 240/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 1.12.2015 και με αριθμό κατάθ. 108968/3947/2015 αγωγή του.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ. 1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 893/2017, 319/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές, επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια του εδ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτή αναιρετικό λόγο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης(Ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020, 79/2018, 44/2017, 152/2015, 1662/2010).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμοποίησε εσφαλμένα ή δεν χρησιμοποίησε.

Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 860/2018, 208/2018, 1226/2014, 2146/2014). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 179/2016, 1249/2014, 1649/2012, 581/2011, 1318/2000).

Όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 1000/2017, 244/2017, 132/2016, 1922/2007, 561/2007).

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας για οιονδήποτε λόγο δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, 601/2013).

Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα κατά το οποίο τελεί σε υπερημερία και ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού, παύει α) με την αποδοχή της εργασίας αυτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη και δ) με την καθοιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης.

Επομένως, όταν η υπερημερία του εργοδότη απορρέει από μία άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αυτή παύει με μία έγκυρη νέα καταγγελία (ΑΠ 400/2017, 1093/1993). Κατά το άρθρο 656 εδαφ. α' ΑΚ όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 61 Ν.4139/2013, "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο".

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 349 και 350 ΑΚ, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υπερημερίας του εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας αποτελούν: α) η ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας, β) η πραγματική και προσήκουσα προσφορά της εργασίας εκ μέρους του εργαζόμενου ή μη πραγματική αν ο εργοδότης δήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται αυτήν, (το οποίο συμβαίνει ιδίως όταν κατήγγειλε τη σύμβαση) και γ) η μη αποδοχή αυτής από τον εργοδότη.

Όπως επί κάθε ενοχής και ειδικότερα επί αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, έτσι και επί της μισθώσεως εργασίας, ο εργοδότης, ο οποίος δεν είναι κατ' αρχή υποχρεωμένος ν' αποδεχθεί την προσφερόμενη εργασία, δικαιούται να την αποκρούσει και απαλλάσσεται των λοιπών συνεπειών της υπερημερίας καταβάλλοντος το μισθό.

Κατ' ακολουθία, η μη αποδοχή της εργασίας που καθιστά τον εργοδότη υπερήμερο ως δανειστή, έχει σημασία για την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 656 ΑΚ μόνον εφόσον αυτός δεν αρνείται απλώς να δεχθεί την εργασία, αλλά αρνείται συγχρόνως να εκπληρώσει τη δική του επί την αντιπαροχή (μισθό) υποχρέωση. Συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο εργαζόμενος προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σ' αυτόν (μισθωτό).

Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη, να καταβάλει τον μισθό υπάρχει και σε περίπτωση αδυναμίας του να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του, αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών, που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχειρήσεως και εκμεταλλεύσεως του.

Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή της εργασίας) οφείλεται σε ανωτέρα βία. Εξάλλου, η εκ του άρθρου 656 ΑΚ αξίωση του εργαζομένου για μισθούς υπερημερίας, λόγω της συνεχιζομένης άρνησης του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μετά την καταγγελία της σύμβασης, την οποία ο εργαζόμενος θεωρεί άκυρη ή η οποία έχει ήδη κριθεί άκυρη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού.

Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής. Μόνο εάν ο εργαζόμενος διώκει με την αγωγή του επί πλέον και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας απαιτείται η αναφορά ως στοιχείου της αγωγής των λόγων ακυρότητας της καταγγελίας.

Αν όμως ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής με αντικείμενο μόνο την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, για να απαλλαγεί, επικαλεστεί κατ' ένσταση έγκυρη καταγγελία της σύμβασης ή, σε περίπτωση προηγουμένης ακυρότητας της αρχικής καταγγελίας, νέα (δεύτερη) έγκυρη καταγγελία (και στη συνέχεια αποδείξει τούτο) και συνακόλουθα ανυπαρξία υπερημερίας του, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα της καταγγελίας αυτής αποτελεί αντένσταση, που πρέπει να προβληθεί κατά νόμιμο και παραδεκτό τρόπο.

Ο μισθωτός έχει βέβαια και στην περίπτωση αυτή τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας καθ' υποφορά, οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης.

Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός (ακυρότητας της καταγγελίας) που προβάλλεται από τον εργαζόμενο με αντένσταση προς απόκρουση του ισχυρισμού του εργοδότη, για είναι παραδεκτός, πρέπει, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, να προβάλλεται μέσα στην ανατρεπτική προθεσμία των τριών μηνών, από την περιέλευση στον μισθωτό της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 839/2019, 524/2018, 121/2017, 429/2016, 624/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από επισκόπηση της ένδικης αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης και μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία (και ήδη αναιρεσίβλητη) αποτελεί θυγατρική εταιρεία της μητρικής εδρεύουσας στη … εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "...", με αντικείμενο την παραγωγή, εμπορία και εξαγωγή όλων των ειδών των καλωδίων και προς τον σκοπό αυτό διατηρεί εργοστάσιο στην περιοχή ....

Στις … η εφεσίβλητη προσέλαβε τον εκκαλούντα (και ήδη αναιρεσείοντα), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος του τεχνικού της τμήματος και προς τούτο, πράγματι ο εκκαλών απασχολήθηκε, μέχρι και το έτος … στην εφεσίβλητη ως προϊστάμενος παραγωγής καλωδίων οπτικών ινών, ενώ ακολούθως, στις αρχές του έτους … και δυνάμει της ίδιας ως άνω σύμβασης, ο εκκαλών προήχθη στη θέση του Διευθυντή Επιχειρήσεων για την Ελλάδα, εν συνεχεία, κατά τον … του …, προήχθη στη θέση του Αντιπροέδρου … και τέλος, τον … του … ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή, ενώ παράλληλα, από τον … του … και μέχρι την απόλυσή του, διετέλεσε και Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, μέλος του Δ.Σ.

της εταιρείας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, μεταξύ των επιπλέον υποχρεώσεων του εκκαλούντος, εξαιτίας της παραπάνω τελευταίας θέσης του, ήταν η αυξημένη υποχρέωση πίστης, η οποία περιελάμβανε ιδίως το καθήκον του να ενημερώνει τα αρμόδια όργανα της εφεσίβλητης για κάθε ανωμαλία ή πρόβλημα που τυχόν διαπίστωνε κατά την εργασία του, ενόψει και του ότι, αντικείμενο ενδιαφέροντος της παραπάνω μητρικής εταιρείας, προς την οποία αναφερόταν η εφεσίβλητη, ήταν, μεταξύ άλλων, η εύρυθμη ενδοεταιρική τους επικοινωνία και η διατήρηση της καλής φήμης της μητρικής εταιρίας στην αγορά.

Εξάλλου, λίγους μήνες μετά τον παραπάνω χρόνο ανάληψης των καθηκόντων του στη νέα, επίδικη θέση του, (… του …), ο εκκαλών, στα πλαίσια διάσκεψης ανώτερων στελεχών της διοίκησης του Ομίλου της μητρικής εταιρίας της εναγομένης που έλαβε χώρα στις …, έβαλλε κατά δύο εκ των προϊσταμένων του, προς τον Αντιπρόεδρο του Ομίλου ..., ισχυριζόμενος ότι, οι εν λόγω ιεραρχικά ανώτεροι του αναφέρονταν σε βάρος του ιδίου με υποτιμητικό και προσβλητικό τρόπο, ενεργώντας συνωμοτικά.

Προς απόδειξη των αιτιάσεων του αυτών, παρέδωσε στον Αντιπρόεδρο του Ομίλου, εκτυπωμένα αντίγραφα της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των προσώπων αυτών, στα οποία γινόταν αναφορά για τον ίδιο. Συνακόλουθα, η μητρική γαλλική εταιρεία ..., αποσκοπώντας στην ομαλή και αποδοτική λειτουργία της εφεσίβλητης, διενήργησε δίμηνη έρευνα, σχετικά με τα όσα κατήγγειλε ο εκκαλών, τα αποτελέσματα της οποίας ωστόσο, ήταν αρνητικά για τον ενάγοντα, αφού, διαπιστώθηκε ότι, ο εκκαλών δεν είχε δυνατότητα κατοχής τέτοιων παλαιών μηνυμάτων τρίτων προσώπων, τα οποία δεν του είχαν κοινοποιηθεί, καθώς και ότι, η αλληλογραφία που αυτός είχε προσκομίσει προς υποστήριξη των ισχυρισμών του εναντίον των προϊσταμένων του, δεν μπορούσαν παρά να είναι κατασκευασμένη, δεδομένου ότι, η διάρκεια αποθήκευσης εφεδρικού συστήματος αποθήκευσης των μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των στελεχών της εφεσίβλητης, δεν κρατούσε πέραν της μίας ημέρας.

Ενόψει τούτων, η μητρική της εφεσίβλητης εταιρείας, η οποία διέθετε την προς τούτο αρμοδιότητα και προκειμένου να διερευνήσει επαρκέστερα τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, τον Ιανουάριο του 2015 προέβη σε ευρύτερο έλεγχο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, εισερχομένων - εξερχομένων μηνυμάτων, από και προς τις εταιρικές διευθύνσεις της εφεσίβλητης, εγκαθιστώντας αυτόματο σύστημα ασφαλείας (αποθήκευσης) των μηνυμάτων αυτών, χωρίς όμως προηγούμενη ενημέρωση κανενός εμπλεκομένου, ούτε και του εκκαλούντος.

Ο ενδελεχής αυτός δεύτερος έλεγχος ωστόσο, κατέδειξε με βεβαιότητα ότι, πράγματι τα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, τα οποία ο εκκαλών είχε κατά τα παραπάνω παραδώσει στον Αντιπρόεδρο του Ομίλου της μητρικής εταιρίας ..., προς απόδειξη των καταγγελλομένων του σε βάρος των προϊσταμένων του, υπήρξαν νοθευμένα.

Για το λόγο αυτό και πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης για την πορεία της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος με την εναγομένη, η γαλλική μητρική εταιρία, αντιμετωπίζοντας το ζήτημα με σοβαρότητα και αντικειμενικότητα, προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά της, τον Μάιο του έτους …, απέστειλε στην Ελλάδα ειδική ομάδα έρευνας και συγκεκριμένα την Αντιπρόεδρο του Τμήματος Διαχείρισης … και επικεφαλής των ανώτατων διοικητικών στελεχών του Ομίλου της μητρικής εταιρείας, προκειμένου να διερευνηθεί και διαπιστωθεί εάν τελικώς ο εκκαλών, παρείχε την προσήκουσα ή μη εκπλήρωση των καθηκόντων του.

Στα πλαίσια όμως της τελευταίας αυτής έρευνας και των περίπου είκοσι συνεντεύξεων που πραγματοποιήθηκαν με υπαλλήλους της εφεσίβλητης, προέκυψε ότι, πέραν των προαναφερθέντων, ο εκκαλών είχε και προβληματική συνεργασία με τους υφισταμένους του. Ως εκ τούτου, ο Διευθύνων Σύμβουλος της μητρικής γαλλικής εταιρίας, προέβη σε προφορικές συστάσεις προς τον εκκαλούντα, καλώντας αυτόν, τον Μάιο του …, σε προσωπική μεταξύ των συνάντηση, που έλαβε χώρα στο ....

Η εν λόγω κλήση δε του εκκαλούντος προς εξηγήσεις στο ... αποτελούσε ασυνήθιστη κίνηση για τα δεδομένα της εταιρείας, γεγονός που οπωσδήποτε προϊδέασε τον εκκαλούντα για τη δυσμενή θέση στην οποία είχε περιέλθει. Ωστόσο, ο εκκαλών, απάντησε στις παραπάνω συστάσεις εμμένοντας στην προηγούμενη θέση του, προσκόμισε δε, επιπλέον μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των Διευθυντών του, επίσης αβέβαιης γνησιότητας, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του είχαν περιέλθει στην κατοχή του με δική του πρωτοβουλία, μέσω μίας γραμματέως των εν λόγω στελεχών που εργαζόταν στο ....

Όπως ήταν ευλόγως αναμενόμενο, η αντίδραση αυτή του εκκαλούντος δεν κρίθηκε ικανοποιητική και ο ενάγων, που κατά τα παραπάνω είχε ομολογήσει την αδικαιολόγητη πρόσβασή του σε αλληλογραφία τρίτων και περαιτέρω την αλλοίωση και χρήση αυτής χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα, κρίθηκε από την εφεσίβλητη, ότι, δεν δύναται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αυτής, που συνεπαγόταν με τη θέση ευθύνης που κατείχε ο εκκαλών.

Για τους λόγους αυτούς, η εφεσίβλητη αποφάσισε την καταγγελία της επίδικης εργασιακής σχέσης του εκκαλούντος, λόγω της ανεπαρκούς απόδοσης και επιζήμιας για τα συμφέροντά της, κατά τη διεύθυνση της εφεσίβλητης, λειτουργίας του εκκαλούντος και της συνακόλουθης διατάραξης της ομαλής συνεργασίας του με αυτή.

Δυνάμει όλων των ανωτέρω, πράγματι συνάγεται ότι, η απόλυση του εκκαλούντος, συνδέεται αιτιωδώς με επιλογή της εφεσίβλητης που αφορούσε την μη ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας αυτού, απόφαση η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια από πλευράς σκοπιμότητας ή αναγκαιότητας, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση.

Επιπρόσθετα δε, πράγματι, ο εκκαλών, δεν απέδειξε ότι, η απόλυσή του ήταν απόρροια εμπάθειας, κακότητας και εκδίκησης των προϊσταμένων του, προς το πρόσωπό του, όπως επίσης ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση. Δυνάμει των ανωτέρω, ο νόμιμα προταθείς και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι, η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος οφείλεται στην επιζήμια συμπεριφορά και τη μειωμένη απόδοσή του στην εργασία, που αποτελεί άρνηση μεν της βάσης της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, ένσταση δε κατά της βάσης της, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση μισθών υπερημερίας, είναι κατ' ουσία βάσιμος, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση.

Ακολούθως δε, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η προβληθείσα αντένσταση του εκκαλούντος, που επαναφέρει ο εκκαλών και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτή έγινε στα πλαίσια άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος της εργοδότριάς του εταιρείας.

Περαιτέρω, το επικουρικό αίτημα περί καταβολής οφειλόμενης διαφοράς της αποζημίωσης απόλυσης του εκκαλούντος, πρέπει να απορριφθεί και αυτό ως αβάσιμο, παρά των περί αντιθέτων ισχυρισμών του εκκαλούντος και του σχετικού λόγου εφέσεώς του, δεδομένου ότι αποδεικνύεται η προσήκουσα κατ' άρθρο 5 παρ. 1 εδ.

β' του Ν. 3198/1955 καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης αυτού. Τέλος και όσον αφορά τον λόγο εφέσεως του εκκαλούντος περί της σιωπηρής απορρίψεως από την εκκαλουμένη απόφαση, της αξιώσεώς του περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, λεκτέα τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914 και 932 του Α.Κ.

προκύπτει ότι το δικαίωμα να ζητήσει κάποιος χρηματική ικανοποίηση για προσβολή της προσωπικότητάς του υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις, που προσβάλλεται η προσωπικότητά του από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά άλλου προσώπου, η οποία του προκαλεί ηθική βλάβη. Σε περίπτωση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ο μισθωτός έχει το παραπάνω δικαίωμα από τον εργοδότη του, όταν πρόκειται είτε για παράνομη πράξη του τελευταίου, δηλαδή για πράξη, που βρίσκεται έξω από τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος και είναι αντίθετη προς το νόμο, είτε πρόκειται για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ.

και επιπρόσθετα η πράξη να προσβάλλει την προσωπικότητα του εργαζομένου, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την επαγγελματική αξία και υπόληψή του. Στην προκειμένη ωστόσο περίπτωση, ουδόλως αποδείχθηκε, παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου εκκαλούντος, που να συνηγορούν επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησής του λόγω ηθικής βλάβης σε βάρος της εφεσίβλητης - εργοδότριας, όπως ορθά, έστω και σιωπηρώς, έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και σε ουδεμία πλημμέλεια υπέπεσε, αιτιολογώντας πλήρως και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις κείμενες νομικές διατάξεις και ως εκ τούτου οι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αυτών, συνεχομένων δια ταυτοσήμου επιχειρηματολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".

Υπό τις ως άνω παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 16.3.2018 έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την υπ' αριθμ. 240/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει κατ' ουσία την από 1.12.2015 αγωγή του αναιρεσείοντος.

Με την κρίση του αυτή, το δικαστήριο της ουσίας, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 656, 669 παρ. 2 ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 652, 288 και 281 ΑΚ και το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες, καθ' όσον, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η απόλυση του αναιρεσείοντος συνδέεται αιτιωδώς με τη μη ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας αυτού και δεν ήταν απόρροια εμπάθειας, έχθρας και εκδίκησης των προϊσταμένων του προς το πρόσωπό του και συνεπώς η καταγγελία της ένδικης σύμβασης δεν ήταν καταχρηστική.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις εκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας της καταγγελίας και απορρίψεως των περί του αντιθέτου αντενστάσεων και ισχυρισμών αυτού (αναιρεσείοντος) περί ακυρότητας της καταγγελίας διότι έγινε από λόγους εκδίκησης, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος ήταν έγκυρη και δεν ήταν αποτέλεσμα εμπάθειας, έχθρας και εκδίκησης των προϊσταμένων της αναιρεσίβλητης προς το πρόσωπό του, με τις υποστηρίζουσες την ανωτέρω κρίση ειδικότερες παραδοχές, ήτοι:

α) ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε προσληφθεί στις … από την αναιρεσίβλητη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ως υπάλληλος του τεχνικού τμήματος αυτής και από τις αρχές του έτους … προήχθη στη θέση του Διευθυντή Επιχειρήσεων για την Ελλάδα, τον Ιούνιο του έτους … προήχθη στη θέση του Αντιπροέδρου Βιομηχανικών Επιχειρήσεων και τον Ιανουάριο του έτους … ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Διευθυντή και παράλληλα από τον Φεβρουάριο του έτους … διετέλεσε και Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, μέλος του Δ.Σ.

της αναιρεσίβλητης εταιρείας, και μεταξύ των υποχρεώσεών του λόγω της θέσης του σε αυτή, ήταν η αυξημένη υποχρέωση πίστης στην εταιρεία, β) ότι καθήκον του αναιρεσείοντος ήταν η ενημέρωση των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσίβλητης για κάθε ανωμαλία ή πρόβλημα, καθ' όσον ενδιαφέρον της μητρικής εταιρείας ήταν η διατήρηση της καλής φήμης της στην αγορά, γ) ότι ο αναιρεσείων στα πλαίσια διάσκεψης ανώτερων στελεχών της διοίκησης του Ομίλου της μητρικής εταιρείας έβαλλε σε βάρος δύο προϊσταμένων του προς τον Αντιπρόεδρο του Ομίλου ...

και παρέδωσε αντίγραφα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, δ) ότι τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν αρνητικά για τον αναιρεσείοντα, καθ' όσον, μετά από έρευνα της μητρικής διαπιστώθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε τη δυνατότητα κατοχής τέτοιων παλαιών μηνυμάτων και επιπλέον αυτά υπήρξαν νοθευμένα, ε) ότι στα πλαίσια της εν λόγω έρευνας ο αναιρεσείων παραδέχθηκε την αδικαιολόγητη πρόσβασή του σε αλληλογραφία τρίτων, αλλοίωση αυτής και την χωρίς δικαίωμα χρήση της αλληλογραφίας .και στ) ότι η απόλυση του αναιρεσείοντος συνδέεται αιτιωδώς με τη μη ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας αυτού και δεν ήταν απόρροια εμπάθειας, έχθρας και εκδίκησης των προϊσταμένων του προς το πρόσωπό του.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξ άλλου και κατά το οικείο τρίτο σκέλος, του ως άνω λόγου της αίτησης αναίρεσης, με το οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ.β' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι δεν έλαβε υπ' όψη το Εφετείο τα διδάγματα της κοινής πείρας για την απόδειξη του ισχυρισμού του ότι οι διαφορές που αναφέρονται στα επίμαχα μηνύματα, είναι διαφορές που οφείλονται στη διαδικασία "copy και paste", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Τέλος δε, ειδικά ως προς το οικείο τέταρτο σκέλος του πρώτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου για πλημμέλεια ως προς το αίτημα του αναιρεσείοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, ούτος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, έκρινε ότι δεν υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος και ο σχετικός λόγος πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο από την αναιρεσίβλητη, το Εφετείο δέχθηκε τη νόθευση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, αφού έλαβε υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι (ένορκες καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Μ., ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στη … και ενώπιον του Διευθύνοντος το Προξενικό Γραφείο της Ελλάδας στο ...

και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), τα οποία δεν είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικά το κάθε ένα από αυτά, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό πόρισμα. Κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, 11/1996, ΑΠ 153/2019, 79/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι κατά το χρόνο της θητείας του στην αναιρεσίβλητη περιόρισε σημαντικά τις ζημίες αυτής. Ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθ' όσον ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω με τη διάταξη της υποπαραγράφου ΙΑ. 12, που φέρει τον τίτλο "Αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016. - Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/12 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), όπως οι παράγραφοι 1 και 3 αυτής διορθώθηκαν με τις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 10 της από 19.11.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων του Ν. 4046/12 και 4093/12" (ΦΕΚ Α 229/19.11.2012), η οποία κυρώθηκε (εμπρόθεσμα, μέσα σε τρεις μήνες, κατά το άρθρο 44 παρ. 1 εδ.

τελ. του Συντάγματος) με το άρθρο 34 παρ. 9 και 10 του Ν.4111/2013 (ΦΕΚ Α 18/25.1.2013), που επανέλαβε τις σχετικές ρυθμίσεις της πιο πάνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, ορίζονται τα εξής: "1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2112/1920 (Α' 67), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και το εδάφιο β' της παραγράφου 2 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 (Α' 115), όπως αυτό τροποποιήθηκε από το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010 (Α' 212) αντικαθίστανται ως εξής: 1.

Η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη, και η οποία θα ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησης της προς τον εργαζόμενο με τους εξής όρους α)..., β)..., γ)..., δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) έτη συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση.

Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο ιδιωτικό υπάλληλο κατά τα ανωτέρω, καταβάλει στον απολυόμενο το ήμισυ της αποζημίωσης απόλυσης για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση. 2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: 3.1.

Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου ως εξής: Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη [...] 16 έτη συμπληρωμένα και άνω, ποσό αποζημίωσης 12 μηνών.

Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α` 98) εξακολουθεί να ισχύει. 3. Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που ήδη απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των 17 ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επί πλέον της προβλεπομένης στην προηγούμενη περίπτωση αποζημίωσης, οποτεδήποτε και αν απολυθούν, κατά την εξής αναλογία [....] Για 28 συμπληρωμένα έτη και άνω προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ποσό αποζημίωσης 12 μηνιαίοι μισθοί.

Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη: α) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του παρόντος ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσης του και β) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955".

Με τις διατάξεις αυτές αποσυνδέθηκε το ύψος της καταβαλλομένης από τον εργοδότη αποζημίωσης στις περιπτώσεις καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του μισθωτού από το χρονικό διάστημα της έγγραφης προειδοποίησης (προμήνυσης) του μισθωτού για την απόλυσή του, που προέβλεπαν οι αρχικές ρυθμίσεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και καταργήθηκαν οι ρυθμίσεις του προηγουμένου νομοθετικού καθεστώτος που προέβλεπαν μεγαλύτερη αποζημίωση για τους έχοντες προϋπηρεσία πλέον των 16 ετών συμπληρωμένων στον ίδιο εργοδότη και αναλόγως των ως άνω ετών προϋπηρεσίας (μέχρι και 28 ετών), της οποίας το ύψος περιορίσθηκε το πολύ σε δώδεκα μηνιαίους μισθούς για τους έχοντες 16 και άνω συμπληρωμένα έτη προϋπηρεσίας (αντί της μεγαλύτερης αποζημίωσης και μέχρι 24 μηνιαίων μισθών το πολύ για τους έχοντες 28 και άνω συμπληρωμένα έτη προϋπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη).

Επιπρόσθετα όμως ο νομοθέτης, με στόχο τη μερική διασφάλιση των δικαιωμάτων των ήδη εργαζομένων με αυξημένη άνω των 16 ετών προϋπηρεσία, οι οποίοι απασχολούνταν στον ίδιο εργοδότη, περιέλαβε, ως μεταβατική διάταξη, την ως άνω παράγραφο 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 34 του Ν. 4111/2013, η οποία προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι που κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (12 Νοεμβρίου 2012) έχουν συμπληρώσει υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη 17 έτη και άνω δικαιούνται πρόσθετης επιπλέον αποζημίωσης, με βάση τα συμπληρωμένα έτη υπηρεσίας τους κατά την ημερομηνία αυτή (12.11.2012) και με μέγιστο όριο τους δώδεκα επί πλέον μισθούς για τους έχοντες συμπληρώσει κατά την εν λόγω ημερομηνία άνω των 28 ετών υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, ανεξαρτήτως του χρόνου που θα λάβει χώρα η καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης.

Επομένως η υπηρεσία που ο μισθωτός θα διανύσει στον ίδιο εργοδότη μετά την 12.11.2012 δεν θα συνεχίσει να προσμετράται για τον υπολογισμό της αποζημίωσής του. Δηλαδή, η επιπλέον αυτή αποζημίωση παγιώνεται στον αριθμό των μισθών στον οποίο αυτή είχε ανέλθει την 12.11.2012, οποτεδήποτε και αν απολυθεί, μετά την ημερομηνία αυτή, ο ιδιωτικός υπάλληλος με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε στις 12.11.2012 υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη άνω των 17 ετών, καθώς ο μεταγενέστερος χρόνος υπηρεσίας του δεν θα λαμβάνεται πλέον υπόψη (ΑΠ 84/2016).

Το ύψος δε της κατά τα ανωτέρω πρόσθετης αποζημίωσης υπολογίζεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό τον περιορισμό ότι αυτές δεν υπερβαίνουν το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Ο ανωτέρω όμως περιορισμός του ποσού των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ μηνιαίως για τον υπολογισμό της πρόσθετης αυτής αποζημίωσης, δεν ισχύει και για τον υπολογισμό της από το 40% (ή 50%) αποζημίωσης που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 περ.

β του Ν. 3198/1955 για τους αποχωρούντες ή απομακρυνόμενους από τον εργοδότη μισθωτούς, που έχουν συμπληρώσει τις κατά τις οικείες ρυθμίσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος των επικουρικά (ή μη επικουρικά) ασφαλισμένων μισθωτών, όπως ορίζει το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, όπου ρητώς προβλέπεται ότι σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 8 του Ν. 3198/55, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Ν. 3198/55 (ήτοι του ορίου του 8πλασίου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη επί 30, που ανερχόταν κατά την ημερομηνία αυτή στο ποσό των 6.283,20 ευρώ μηνιαίως), περίπτωση περί της οποίας δεν πρόκειται.

Επομένως για τον υπολογισμό του 40% (ή 50%) της κατά τα ανωτέρω πρόσθετης αποζημίωσης στις περιπτώσεις αποχώρησης ή απομάκρυνσης του μισθωτού λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων λήψης από αυτόν πλήρους σύνταξης γήρατος, θα ληφθούν υπόψη οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, έστω και εάν αυτές υπερβαίνουν το όριο των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ μηνιαίως, υπό τον όρο ότι δεν υπερβαίνουν το όριο των 6.283,20 ευρώ μηνιαίως (ΑΠ 1184/2017).

Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε κατά το επικουρικό αίτημα περί καταβολής οφειλόμενης διαφοράς της αποζημίωσης απόλυσης του αναιρεσείοντος τα εξής: "ότι το εν λόγω αίτημα πρέπει να απορριφθεί και αυτό ως αβάσιμο, παρά των περί αντιθέτων ισχυρισμών του εκκαλούντος και του σχετικού λόγου εφέσεώς του, δεδομένου ότι αποδεικνύεται η προσήκουσα κατ' άρθρο 5 παρ. 1 εδ.

β' του Ν. 3198/1955 καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης αυτού". Με τη κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εντελώς αναιτιολόγητα, εσφαλμένως και κατά παράβαση του τελευταίου εδαφίου της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης της παραγράφου 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, την οποία δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέα στη προκειμένη περίπτωση, υπολόγισε την πρόσθετη αποζημίωση την οποία δικαιούτο ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων.

Επομένως κατά παραδοχή του πρώτου και κατά το τρίτο σκέλος από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση (κατά το μέρος μόνο που αφορά τον υπολογισμό της πρόσθετης αποζημίωσης) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή.

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία, λόγω της ήττας της, στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4834/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ