Legislator Case Law & Legislation
493/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding court composition and statute of limitations.

Case Number 493/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a final judgment rendered in absentia. The appellants argued that the court of first instance was improperly constituted and that the appeal was time-barred. The court rejected these claims, ruling that the composition of the court was lawful and that the appeal was admissible because the time limit for filing a motion to set aside the judgment had expired.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1)(b), 577(2), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible only after the final judgment ceases to be subject to a motion to set aside, and the composition of the court of first instance is lawful if judges meet statutory requirements.

Keywords

AI generated
appeal admissibility motion to set aside court composition final judgment statute of limitations judgment in absentia legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 553(1)(b), 577(2), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 503(1) of the Code of Civil Procedure
Article 17A of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 4842/2021
Article 120 of Law 4842/2021
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Article 3 of Law 4335/2015
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 493 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 493/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Γ., και Β. Α. του Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κωστή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Φραγκανδρέα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και 2) Α. Α. του Δ., κατοίκου ... που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-10-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν η 182/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η με αριθμ.100/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-2023 αίτησή τους και τους από 11-3-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ.1 περ. β', 577 παρ.2, 309 εδ. α', 321 και 495 παρ.1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 508/2021, ΑΠ 841/2019). Τελεσίδικη είναι η απόφαση που περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 503 παρ.1 του ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης στον ερημοδικασθέντα, είτε γιατί ο δικαιούμενος προς άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, καθ'όσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβάλλεται με αναίρεση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1374/2021, ΑΠ 528/2020).

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή της σχετικής έκθεσης επίδοσης ή με την επί του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου που την εξέδωσε, ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας.

Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 897/2023, 2116/2022, 508/2021, 528/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις περιουσιακές διαφορές (άρθρα 591παρ.1. ΚΠολΔ), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην, δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει, αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 1663/2022, 1104/2020).

Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι επί της από 4-10-2018 (αριθμ.έκθ.κατάθ....) αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ερήμην του δευτέρου εναγόμενου, η με αριθμ.182/2019 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή.

Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν την από 10-1-2020 (αριθμ.έκθ.κατάθ....) έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία δικάστηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, ερήμην του δεύτερου εφεσίβλητου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου ,επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 100/2023 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε στην ουσία της.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 22-5-2023 και επιδόθηκε από την πρώτη εφεσίβλητη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη στους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες στις 17-11-2023, πλην όμως δεν προκύπτει από το φάκελο της δικογραφίας ,ούτε κάποιος από τους διαδίκους επικαλείται ότι αυτή επιδόθηκε στο δεύτερο εφεσίβλητο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, ερημοδικασθέντα κατά την εφετειακή δίκη, ούτε ότι αυτός παραιτήθηκε νομίμως από το τυχόν ασκηθέν από ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού.

Συνεπώς σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί στη προηγηθείσα νομική σκέψη κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 15-12-2023 , (βλ. τη σχετική με αριθμ.... έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας), δεν προκύπτει ότι είχε καταστεί τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο και συνακόλουθα προσβλητή με αναίρεση ως προς αυτόν.

Κατόπιν τούτου, η αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο απόντα αναιρεσίβλητο, ο οποίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά του οικείου πινακίου κατά τη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προκύπτει από τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες με αριθμ....

έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Λάρισας Δ. Σ., πρέπει ν' απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη και συνακόλουθα και οι ασκηθέντες, με το από 11-3-2024 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ...) ιδιαίτερο δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα τους (ΑΠ 520/2023, ΑΠ 230/2023). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί στο διατακτικό της παρούσας, ελλείψει σχετικού αιτήματος του δεύτερου αναιρεσίβλητου που δεν παραστάθηκε, ενώ ως προς την πρώτη παριστάμενη αναιρεσίβλητη τράπεζα, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας (74παρ.1 ΚΠολΔ) με το δεύτερο αναιρεσίβλητο , πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση.

2. Με την προαναφερόμενη από 15-12-2023 αίτηση αναίρεσης, όπως παραδεκτά οι αναιρεσείοντες παραιτήθηκαν ως προς το δεύτερο και τρίτο λόγο της, με το από 11-3-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων σύμφωνα με τα άρθρα 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, που έχει ως συνέπεια ότι δεν προβλήθηκαν οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι (ΑΠ 1003/2023), προσβάλλεται η με αριθμ. 100/2023 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, που εκδόθηκε αντιμωλία των αναιρεσειόντων και της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών , η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 10-1-2020 (αριθμ.έκθ.κατάθ....) έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμ.182/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας η οποία είχε απορρίψει την από 4-10-2018 (αριθμ.έκθ.κατάθ....) αγωγή τους.

Με την ως άνω αγωγή, οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι ο δεύτερος εναγόμενος, υπάλληλος της πρώτης εναγόμενης τράπεζας κατά παράβαση των διατάξεων ν.2472/1997 προέβη παράνομα σε χρήση των προσωπικών τους δεδομένων, τα οποία ήταν καταχωρημένα σε αρχείο που νόμιμα τηρούσε η πρώτη για τους συναλλασσόμενους πελάτες της, όπως ήταν και οι ίδιοι, με συνέπεια να προσβληθεί η προσωπικότητά τους και ζητούσαν από την ως άνω αιτία και επικουρικά ως προς την πρώτη εναγόμενη τράπεζα ως ευθυνόμενη και κατά τις διατάξεις περί πρόστησης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, για χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5.869,40 ευρώ στον καθένα με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ,αφού διέταξε τον χωρισμό και την παραπομπή της επικουρικής βάσης της αγωγής προκειμένου να εκδικασθεί με τη τακτική διαδικασία, απέρριψε αυτή κατά την κυρία βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ,η οποία έλαβε χώρα στις 17-11-2023, με επιμέλεια της πρώτης εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης προς τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσείοντες (βλ.

με αριθμ.... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καρδίτσας Γ. Π.) και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στην γραμματεία του οικείου Δικαστηρίου στις 15-12-2023 (άρθρ. 495παρ.Ββ, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).Περαιτέρω, με το από 11-3-2024 (αριθμ.έκθ.κατάθ....) αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη αναιρεσίβλητη τράπεζα (βλ. με αριθμ.... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή περιφέρειας Εφετείου Πειραιώς Κ.Ζ. που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες) οι τελευταίοι άσκησαν εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους ,οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (577παρ.3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ1 ΚΠολΔ), (ΑΠ 520/2023, ΑΠ 230/2023, ΑΠ 2067/2022).

3. Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, διότι ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 986/2024) .

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ 19/2022, 64/2022).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019).

Αντίθετα δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως, ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).

Τέλος, για το ορισμένο αμφοτέρων των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνισταμένες στο ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός τους ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος έκανε παράνομη χρήση των προσωπικών τους δεδομένων ,τα οποία ανέσυρε από το νομίμως τηρούμενο αρχείο της πρώτης εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας, στην οποία εργαζόταν ως υπάλληλος και να απορρίψει κατ'ουσία την έφεσή τους επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή τους, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου (23 ν.2472/1997 και 95/46 /ΕΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 57, 59, 299, 932ΑΚ) τους οποίους δεν εφάρμοσε ορθά στην υπό κρίση υπόθεση, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες επί του ως άνω ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και συνεπώς, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα αυτό, χωρίς να είναι αρκετή η μεμονωμένη, αποσπασματική κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, παράθεση αυτών, ούτε αναφέρονται ποιες είναι οι αντιφατικές, αλληλοαναιρούμενες ,αιτιολογίες αυτής σχετικά με το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα και σε τι συνίστανται αυτές.

Σημειώνεται δε, όπως αναφέρεται στη προηγηθείσα νομική σκέψη, ότι δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο σφάλματα, ως προς την έννοια και την ισχύ του κανόνα δικαίου, οι αντιφατικές κρίσεις σχετικά με τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλαδή της διάταξης που κατά το δικαστήριο της ουσίας στηρίζει το διατακτικό (ΑΠ 1871/2022, 1357/2010,780/2017).

Οι επικαλούμενες λοιπές αιτιάσεις στους ίδιους λόγους αναίρεσης είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες διότι υπό την επίφαση των εκ των αριθμού 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμελειών πλήττουν την ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ ,ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου περί της αξιολόγησης ,στάθμισης και εκτίμησης των αποδείξεων.

3. Από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αποκλείεται η προβολή αναιρετικών λόγων από τους αριθμούς 3, 6, 9, 10, 11,12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού οι λόγοι αυτοί δεν περιλαμβάνονται στην, κατά τα άνω, ειδική για τις εν λόγω αποφάσεις και περιοριστική απαρίθμηση του άρθρου 560 (ΑΠ 248/2024).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης ( ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 745/2024, ΑΠ 24/2023, ΑΠ 972/2022).

Δεν αποτελούν πράγματα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1273/2021, 1108/2021, 1646/2018, 226/2016, 2208/2014) όπως τα έγγραφα και το περιεχόμενό τους (ΑΠ 226/2016).

Συνεπώς, εφόσον, κατ' ορθή υπαγωγή, η αποδιδόμενη στο Εφετείο από τον αριθμ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με σκέλη του τέταρτου και πέμπτου λόγου αναίρεσης καθώς και με σκέλη του δεύτερου και τρίτου πρόσθετου λόγου, δεν αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση αυτοτελούς ισχυρισμού τους, αλλά αποδεικτικού μέσου, ήτοι της κατάθεσης του μάρτυρα των αντιδίκων τους που περιέχεται στα ταυτάριθμα με τη πρωτόδικη απόφαση πρακτικά, οι λόγοι αυτοί κατά τα ως άνω σκέλη είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Περαιτέρω απορριπτέοι ως απαράδεκτοι είναι οι λόγοι αναίρεσης: α) εκ αριθμ.13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με σκέλη του τέταρτου και πέμπτου λόγου αναίρεσης καθώς και με σκέλη του δεύτερου και τρίτου πρόσθετου λόγου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν απέδωσε τη δέουσα αποδεικτική δύναμη στην ως άνω κατάθεση του μάρτυρα που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτόδικης απόφασης, β) εκ του αριθμ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με σκέλη του τέταρτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης καθώς και του δεύτερου και τρίτου πρόσθετων λόγων αναίρεσης με τα οποία οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της κατάθεσής τους στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθμ.701/2017 απόφαση και με την οποία ο δεύτερος αναιρεσίβλητος καταδικάστηκε για το αδίκημα της σε βάρος τους πλαστογραφίας και γ) εκ του αριθμ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με σκέλη του τέταρτου λόγου και του δευτέρου πρόσθετου λόγου αναίρεσης όπου αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο αίτημά τους , εφόσον αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθμών 9, 13 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν προβλέπονται ως λόγοι αναίρεσης εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου (άρθρο 560 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

5. Κατά το άρθρο 560 αριθ. 2 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος. Μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου υπάρχει αν δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, του Οργανισμού των Δικαστηρίων ή ειδικών νόμων που αφορούν τη σύνθεσή του, δηλαδή την κατά νόμο σύστασή του για την ασκούμενη από αυτό δικαιοδοτική αρμοδιότητα και την αναπλήρωση των κωλυομένων μελών του.

Ο αναιρετικός λόγος, συνδεόμενος με την επιταγή του άρθρου 8 εδ. α του Συντάγματος, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 109 παρ. 1 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, "κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος", ιδρύεται μόνον όταν η σχετική πλημμέλεια βαρύνει τη σύνθεση του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο καθορισμός της συνθέσεως του δικαστηρίου, με την έννοια του προσδιορισμού του συγκεκριμένου δικαστή ή των συγκεκριμένων δικαστών που θα εκδικάσουν τις υποθέσεις, γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 15 του ν. 1756/1988, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργηση του ως άνω νόμου με το άρθρο 130 του ν. 4938/2022 (ΦΕΚ Α 109/6.6.2022).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3994/2011 και όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο (πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 4842/2021, με έναρξη ισχύος την 1.1.2022) "στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους.

Στην περίπτωση αυτή τα μονομελή πρωτοδικεία συγκροτούνται από πρόεδρο πρωτοδικών ή πρωτοδίκη με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία αυτού ως παρέδρου πρωτοδικείου, και σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία, ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη" (ΑΠ 425/2023,1077/2020, 737/2019, 26/2019).

Περαιτέρω, το ζήτημα αν ένα τέτοιο δικαστήριο θα συγκροτηθεί από πρόεδρο πρωτοδικών ή από πρωτοδίκη με πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία δυνάμενο να αναπληρωθεί, σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν, από τον αρχαιότερο κατά διορισμό πρωτοδίκη, είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου.

Γι' αυτό και δεν είναι αναγκαίο για την εγκυρότητα των πράξεων του συγκροτούντος το μονομελές πρωτοδικείο δικαστή να μνημονεύεται στην απόφασή του ότι ο δικαστής αυτός έχει τις ως άνω υπηρεσιακές προϋποθέσεις και προσόντα ή ότι η επιλογή έγινε από τον διευθύνοντα το δικαστήριο μεταξύ των περισσότερων που έχουν τις ίδιες προϋποθέσεις ή τέλος ότι -σε περίπτωση που δεν υπηρετούν πρωτοδίκες με την πιο πάνω υπηρεσία ή αυτοί που υπηρετούν δεν επαρκούν- ορίσθηκε ο αρχαιότερος κατά διορισμό πρωτοδίκης.

Άλλωστε και ο νόμος δεν αξιώνει την αναφορά αυτή (ΑΠ 1328/2011, 261/2017). Ούτε πάλι η μη αναφορά στην απόφαση ότι υπήρχε κώλυμα του προέδρου πρωτοδικών και γι' αυτό ορίσθηκε πρωτοδίκης με πενταετή προϋπηρεσία κ.λπ. ή η μη αναγραφή της σχετικής πράξης του διευθύνοντος το δικαστήριο περί αναπληρώσεως αυτού συνεπάγεται κακή συγκρότηση του δικαστηρίου.

Τέτοια κύρωση για την αιτία αυτή δεν απαγγέλλεται ,ούτε από άλλη διάταξη (ΑΠ 261/2017,1328/2011, 36/2006, 986/2006 ). Τούτο δε, διότι εκ της συμμετοχής στη σύνθεση του μονομελούς πρωτοδικείου πρωτοδίκη τεκμαίρεται τόσο το κώλυμα των προέδρων πρωτοδικών, όσο και η ύπαρξη στο πρόσωπο αυτού των προϋποθέσεων που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 261/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δηλαδή της μη νόμιμης συνθέσεως του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας, που δίκασε, ως εφετείο, συγκροτήθηκε από την έχουσα πενταετή υπηρεσία πρωτοδίκη, Γ.

Τ., κατά παράβαση της διατάξεως του άρθρου 17Α ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τη σύνθεση του μονομελούς πρωτοδικείου, όταν δικάζει έφεση κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου: α) αφού κατά τον χρόνο που δίκασε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμ.182/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, ήτοι κατά τον ίδιο χρόνο συζητήσεως αυτής (έφεσης) υπηρετούσε στο ίδιο δικαστήριο, η αρχαιότερή της με το βαθμό της Προέδρου Πρωτοδικών Μ.

Μ. ,η οποία, όφειλε να εκδικάσει αυτή, όπως εκδίκασε και άλλες υποθέσεις κατά την ημέρα εκείνη και β) διότι δεν μνημονεύεται στην απόφαση ο λόγος που αυτή επιλέχθηκε και αν είχε τα απαιτούμενα προσόντα προς συγκρότηση του εν λόγω δικαστηρίου καθώς και η σχετική πράξη διορισμού της. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, για την έρευνα της βασιμότητας του παραπάνω αναιρετικού λόγου, προκύπτουν τα εξής:

Η προαναφερόμενη Πρωτοδίκης Γ. Τ., που αποτέλεσε τη σύνθεση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ,που δίκασε ως εφετείο ,στις 6-10-2021, κατά την οποία συζητήθηκε η έφεση των αναιρεσειόντων κατά της με αριθμ.182/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, είχε συμπληρώσει τον απαιτούμενο κατά νόμο, χρόνο πενταετούς υπηρεσίας, όπως συνομολογείται από τους αναιρεσείοντες.

Συνεπώς,σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ήταν νόμιμη η συγκρότηση του δικαστηρίου της ουσίας και ως ο άνω λόγος αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ,ήτοι της κακής συνθέσεως του δικαστηρίου, αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρο 562 παρ. 2γ' ΚΠολΔ), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η εκδίκαση της εφέσεώς τους έπρεπε να γίνει από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Καρδίτσας είναι αβάσιμος, καθόσον η εκδίκαση των εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων δεν γίνεται υποχρεωτικά από τον υπηρετούντα στο συγκεκριμένο πρωτοδικείο πρόεδρο πρωτοδικών ,αλλά διαζευκτικά και από τους πρωτοδίκες που έχουν συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία ως δικαστές και εφόσον δεν υφίστανται δικαστές με τα προαναφερόμενα προσόντα ή οι υπηρετούντες στο πρωτοδικείο δεν επαρκούν, παρέχεται από το νόμο ή εναλλακτική δυνατότητα της εκδικάσεως των υποθέσεων αυτών από τον αρχαιότερο πρωτοδίκη .Ορίστηκε δε από την ανωτέρω Πρόεδρο Πρωτοδικών, κατά τον καταμερισμό όλων των υποθέσεων μεταξύ των δικαστών αυτών για την εκδίκαση της εφέσεως των αναιρεσειόντων, η αρχαιότερη ως άνω Πρωτοδίκης με πενταετή υπηρεσία, μη απαιτούμενης έκδοσης σχετικής πράξης ,όπως προβλέφθηκε μεταγενέστερα μετά την τροποποίηση της σχετικής διάταξης με το άρθρο 1 του ν. 4842/2021 (με έναρξη ισχύος από 1.1.2022, σύμφωνα με άρθρο 120 του ως άνω νόμου) με αποτέλεσμα να μην καταστρατηγείται η διάταξη του άρθρου 17Α ΚΠολΔ.

Ούτε, όπως προαναφέρθηκε στη προηγηθείσα νομική σκέψη, απαιτείται να βεβαιώνεται στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι κωλύονταν η προαναφερόμενη Πρόεδρος Πρωτοδικών και ότι η Πρωτοδίκης που συγκρότησε το δικαστήριο είχε τα από το νόμο προσόντα (πενταετή προϋπηρεσία).

Συνεπώς, πρέπει ο τέταρτος και τελευταίος αυτός πρόσθετος λόγος ν' απορριφθεί. Μετά ταύτα ,μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015) και τέλος, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης τράπεζας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176 και 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-12-2023 (αριθμ. έκθ. κατάθ. ...) αίτηση αναίρεσης και τους από 11-3-2024 (αριθμ.έκθ.κατάθ....) πρόσθετους λόγους κατά της υπ'αριθμ. 100/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες με αριθμ.... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης .

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ