Appeal against a first-instance judgment dismissed because an appeal was pending, rendering the judgment not final.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a final first-instance judgment regarding labor claims. The appellant argued the judgment was final because the appellant failed to file an appeal within the statutory period. However, the court found that the opposing party had filed an appeal on February 21, 2017, which was still pending at the time the appeal was lodged. Consequently, the first-instance judgment had not become legally final, making the appeal inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553 para. 1 lit. b, Art. 309 para. 1, Art. 321, Art. 495 para. 1 of the Civil Procedure Code: An appeal is admissible only against judgments that have become legally final; if an appeal is pending against a first-instance judgment, it cannot be considered final for the purpose of filing an appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 841 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 841/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: υπό εκκαθάριση τελούσης επιχείρησης με την επωνυμία "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πολίτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθηνά Χειμώνα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28/9/2011 και από 1/4/2014 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 1563/2016 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 22/3/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 περ. β του ΚΠολΔ που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και που περατώνουν οριστικά όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή και ότι αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 309 εδ. α', 321 και 495 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί στο σύνολό της τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου (αίτησης αναίρεσης) στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 5/2001) και όχι κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 145/2011). Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής (ή της ανταγωγής) και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς τελεσίδικη και προσβλητή με αίτηση αναίρεσης είναι και η κατ' αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον παρέλθει άκαρπη η προθεσμία για την άσκηση έφεσης ή χωρήσει εντός της ανωτέρω προθεσμίας παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής αυτής με έφεση ή λάβει χώρα παραίτηση από το ήδη κατ' αυτής ασκηθέν τακτικό ένδικο μέσο της έφεσης (ΟλΑΠ 5/2001, ΟλΑΠ 9/1996). Επομένως, εάν έχει ασκηθεί το ένδικο μέσο της έφεσης από τον αντίδικο του αναιρεσείοντος κατά της οριστικής απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, καθότι η τελευταία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 22.3.2017 και με αριθ. κατάθ. 520214/500010/24.3.2017 αίτηση αναίρεσης και για τους εκεί διαλαμβανόμενους αναιρετικούς λόγους, προσβάλλεται η με αριθ. 1563/25.11.2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 28.9.2011 και με αριθ. κατάθ. 162712/4952/29.9.2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και της επιδικάσθηκε το συνολικό ποσό των 21.397,92 ευρώ για αξιώσεις αυτής από την παροχή εργασίας στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "..." κατά την περίοδο από τον Νοέμβριο του 2008 έως και τον Μάρτιο του 2010, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας της αυτής χρονικής περιόδου.
Στην αίτηση αναίρεσης διαλαμβάνεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις 23 Ιανουαρίου 2017, χωρίς η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα υπό εκκαθάριση τελούσα δημοτική επιχείρηση ν' ασκήσει κατ' αυτής έφεση εντός της νόμιμης τριακονθήμερης προθεσμίας, με συνέπεια, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η προσβαλλομένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να έχει καταστεί τελεσίδικη και επομένως προσβλητή με αίτηση αναίρεσης.
Από τα έγγραφα όμως που με επίκληση προσκομίζει η αναιρεσίβλητη και ειδικότερα από το με αριθ. ...15/16.3.2017 πιστοποιητικό του γραμματέα του τμήματος ενδίκων μέσων του Πρωτοδικείου Αθηνών σε συνδυασμό με το από 21.2.2017 δικόγραφο της έφεσης αυτής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της πιο πάνω οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21.2.2017 και με αριθ.
κατάθ. 509664/500615/ 22.2.2017 έφεση αυτής ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, παραπονούμενη για την κατ' ουσία μερική απόρριψη της αγωγής της. Η έφεση αυτή, με την επιμέλειά της, προσδιορίσθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών για τη δικάσιμο της 9ης Οκτωβρίου 2018, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 28ης Μαΐου 2019 και κατά συνέπεια παραμένει εκκρεμής.
Επομένως, κατά το χρόνο κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (24 Μαρτίου 2017) κατά της προσβαλλόμενης με αριθ. 1563/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών είχε ήδη ασκηθεί από 22 Φεβρουαρίου 2017 και εκκρεμούσε έφεση της αντιδίκου της αναιρεσείουσας κατά της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, με συνέπεια η τελευταία να μην έχει καταστεί τελεσίδικη.
Συνακόλουθα και κατά παραδοχή του περί τούτου ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης με τις από 17.5.2019 προτάσεις της, ο οποίος άλλωστε ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ) πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθότι στρέφεται κατ' οριστικής απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν έχει καταστεί τελεσίδικη, εφόσον εκκρεμεί έφεση κατ' αυτής της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας της (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.3.2017 και με αριθ. κατάθ. 520214/500010/24.3.2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 1563/25.11.2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την υπό εκκαθάριση τελούσα αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ