Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding non-proven evidence for wage deduction rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding unpaid wages and wage deduction rights. The appellant argued that the lower court erred in accepting the employer's claim for wage deductions without sufficient evidence, citing specific articles of the Civil Code. The court rejected this argument as inadmissible because the appellant failed to submit the required documentary evidence to substantiate the claim for wage deductions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; Appeals challenging the substantive assessment of facts without supporting evidence are inadmissible as they attack the uncontrollable judgment on the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 492 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 492/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Νίκου Ανώνυμη Εταιρεία Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στις Λειβανάτες Λαμίας, και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Νίκα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Β. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κομπλιώνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν η 119/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 12/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με τη κρινόμενη από 21.9.2023 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 15/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 12/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 25.5.2022(αριθμ. έκθ. κατάθ. 96/2022) έφεσης της εναγόμενης εταιρίας κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, με αριθμ. 119/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
Η τελευταία απόφαση εκδόθηκε επί της από 4-6-2020 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 464/105/2020) αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας με την οποία ιστορούσε ότι στις 18-7-2019 εργάστηκε, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εναγόμενη, η οποία ασχολείται με προσφορά υπηρεσιών ξενοδοχείου και συναφών υπηρεσιών εστίασης, ως λαντζέρα, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και επί 8ωρο ημερησίως μέχρι τις 10-2-2020, οπότε και άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας διότι δεν της κατέβαλε όλο αυτό διάστημα το ποσό των 12.394,23 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρίες, εργασία Κυριακών, αποζημίωση λόγω εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και λόγω στέρησης ρεπό, αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης και δώρο Χριστουγέννων 2019.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να της καταβληθεί, νομιμότοκα :α) το παραπάνω ποσό των 12.394,23 ευρώ, καθώς και β) το ποσό των 15.564,3 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας, γ)να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εικονικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την εναγόμενη και δ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη κατέστη υπερήμερη από 10-2-2020 οπότε και άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως νομικά αβάσιμα τα αιτήματα επιδίκασης αποζημίωσης λόγω εργασίας κατά το Σάββατο και μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης λόγω εργασίας κατά τις Κυριακές, και τα υπό στοιχ. γ και δ αιτήματα, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τα λοιπά αιτήματα και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 22.717,95 ευρώ.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία την έφεση της εναγόμενης εταιρίας. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρ. 495,552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 2.Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (ΦΕΚ Α 210/19.8.2005) με έναρξη ισχύος 1.10.2005 (άρθρο 15 Ν. 3385/2005) και όπως οι παράγραφοι 1,3 και 5 αντικαταστάθηκαν και πάλι με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) με έναρξη ισχύος 15-7-2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο [πριν την τροποποίηση των παραγράφων 3 και 5 του ως άνω άρθρου (4) και της προσθήκης παραγράφου 6 σ' αυτό με το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α 101/19.6.2021)] προκύπτει ότι υπό το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, το ανώτατο νόμιμο ημερήσιο ωράριο είναι εννέα (9) ώρες και υπερεργασία θεωρείται η απασχόληση στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα (9 ώρες ημερησίως) και απόκειται στην κρίση του εργοδότη, ενώ, δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης.
Για τις ώρες υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η), ο εργαζόμενος δικαιούται το "καταβαλλόμενο" ωρομίσθιο με προσαύξηση 20%. Υπερωρία, ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών την εβδομάδα ή πέραν των 9 ωρών την ημέρα. Για κάθε ώρα υπερωρίας, για την οποία δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, ήτοι για κάθε ώρα "κατ' εξαίρεση" υπερωρίας (παράνομης υπερωρίας), ως άνω, ο εργαζόμενος δικαιούται "αποζημίωση", ευθέως από το νόμο (χωρίς πλέον να συνδέεται η ως άνω απαίτηση με αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως όριζε προηγουμένως η διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 του Ν. 435/1976, βλ.
ΑΠ 1752/2022, 232/2018, 314/2017), ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 80% (ΑΠ 1752/2022, 1115/2020, 822/2020). Η εργασία, δε, του μισθωτού, κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, αν στην τελευταία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης (ΑΠ 1752/2022, 667/2019, ΑΠ 1412/2018) που είναι το οκτάωρο (ΑΠ 1752/2022, 288/2018, 1371/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, η αγωγή, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα στοιχεία που αναγράφονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει :(α) σαφή έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή τους από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, (β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, (γ) ορισμένο αίτημα. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, με τις οποίες καθορίζεται το ωράριο εργασίας των, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων, προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η καταβολή αποζημίωσης για υπερωριακή απασχόληση, νόμιμη ή παράνομη, απαιτείται, αλλά και αρκεί να εκτίθεται εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, οι ώρες της ημερήσιας απασχόλησης και ο συνολικός αριθμός των ωρών του επιδίκου χρονικού διαστήματος και δεν απαιτείται ειδικός προσδιορισμός καθ' ημέρα της υπερωριακής εργασίας, αφού έτσι και με βάση τα προβλεπόμενα από το νόμο, μπορεί να διακριβωθεί από το δικαστήριο, με βάση τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, αν ο εργαζόμενος εργάσθηκε ή όχι καθ' υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου και πόσο, ώστε να κριθεί το βάσιμο του σχετικού αγωγικού αιτήματος (ΑΠ 474/2024, 274/2023, 1002/2018, 684/2017, 1153/2017).
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία(ΑΠ 274/2023,142/2021,111/2020). Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 274/2023,702/2022, 142/2021, 935/2020). Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 1/1999, AΠ 270/2015).
Στη προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε σε αυτή, εκτός των άλλων, ότι στις 18-7-2019 προσλήφθηκε από την εναγόμενη, ως λαντζέρα να παρέχει τις υπηρεσίες της στο ξενοδοχειακό συγκρότημά της που διατηρεί στις Λιβανάτες με τη συμφωνία να εργάζεται με πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση και επί 8ωρο ημερησίως, αμειβόμενη σύμφωνα με την ισχύουσα σύμβαση εργασίας ξενοδοχοϋπαλλήλων.
Ότι εργαζόταν μέχρι και τις 2-2-2020 πέραν του νόμιμου ωραρίου της, πραγματοποιώντας υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα ανά διαστήματα στο αγωγικό δικόγραφο, για τις οποίες δεν λάμβανε τη νόμιμη αποζημίωση, αλλά και Σάββατα και Κυριακές, χωρίς να λαμβάνει ρεπό σε άλλη μέρα και να αμείβεται αναλόγως, ούτε να της καταβάλλονται πλήρως οι νόμιμες αποδοχές της, καθώς και το δώρο Πάσχα 2019,αναφέροντας αναλυτικά, τα οφειλόμενα ανά περίπτωση χρηματικά ποσά, συμποσούμενα σε 12.394,23 ευρώ, για τούτο στις 10-2-2020 άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης, καθιστάμενης της εναγόμενης, έκτοτε υπερήμερης.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, να της καταβληθεί, νομιμότοκα το παραπάνω ποσό, καθώς και 15.564,3 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας. Για την υπερωριακή της απασχόληση η ενάγουσα προσδιορίζει το χρονικό διάστημα της ημερήσιας εργασίας της, τις ώρες απασχόλησής της ανά ημέρα και επομένως δύναται να εξευρεθεί η διάρκεια της εντός του νόμιμου ωραρίου απασχόλησής της κατά το ένδικο διάστημα και να διαπιστωθεί εάν υπάρχει υπέρβαση του ισχύοντος ημερήσιου ωραρίου με συνέπεια την αξίωση καταβολής αμοιβής κατ'εξαίρεση υπερωρίας, καθώς επίσης αναφέρει και τον αριθμό των Κυριακών, Σαββάτων και αργιών που απασχολήθηκε και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται, και τον αριθμό των ωρών εργασίας της χωρίς να απαιτείται όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, να γίνεται αναλυτικός προσδιορισμός ανά ημέρα της υπερωριακής απασχόλησής της.
Το γεγονός ότι οι ώρες της κατ' εξαίρεση υπερωρίας αναφέρονται αθροιστικά ανά χρονικά διαστήματα, δεν επιφέρει αοριστία του δικογράφου ως προς το αίτημα αυτό, αφού αναφέρονται αναλυτικά οι ώρες απασχόλησης ανά ημέρα σε κάθε χρονικό διάστημα και κατά τις Κυριακές και τα Σάββατα και ως εκ τούτου είναι δυνατό με απλό μαθηματικό υπολογισμό το Δικαστήριο της ουσίας να διακριβώσει με βάση τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία και τα προβλεπόμενα από το νόμο, αν η εργαζόμενη -ενάγουσα εργάσθηκε ή όχι καθ' υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου και πόσο, ώστε να κριθεί το βάσιμο του σχετικού αγωγικού αιτήματός της.
Ούτε απαιτείται να αναφέρεται ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και ότι υποχρεώθηκε να παράσχει υπερωριακή εργασία από τον εργοδότη. Συνακόλουθα, η αγωγή, ως προς το ως άνω αίτημά της περί καταβολής αμοιβής για υπερωριακή εργασία για το επίδικο χρονικό διάστημα από 18-7-2019 έως 2-2-2020, που οφείλεται ευθέως εκ του νόμου και όχι με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ήταν ορισμένη και ορθώς κρίθηκε ως τέτοια από το Εφετείο.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας το λόγο έφεσής της, με τον οποίο επανέφερε τον, και πρωτοδίκως απορριφθέντα, ισχυρισμό της για αοριστία της αγωγής της αντίδικης ως προς το μέρος της αξίωσης αμοιβής και αποζημίωσης για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 18-7-2019 έως 2-2-2020, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, καθόσον η αγωγή κατά το μέρος τούτο ήταν αόριστη, διότι δεν αναφερόταν: α)ότι η εναγόμενη -εργοδότρια κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη με την προσφορά των ως άνω παράνομων υπηρεσιών της, β) οι ώρες πραγματικής εργασίας που πραγματοποιούσε ανά ημέρα ή βδομάδα, γ) αν η πραγματοποιηθείσα πέραν των ημερησίων ορίων εργασία έγινε με συνθήκες κατά παράβαση των οικείων διατάξεων, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
3. Με το άρθρο 591 παρ.1 στοιχ. δ' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α 87) ορίζεται ότι στις ειδικές διαδικασίες (στις οποίες υπάγονται, μεταξύ των άλλων και οι διαφορές από περιουσιακές διαφορές, κατά το άρθρο 614 αρ. 1, του ιδίου κώδικα) "τα περιεχόμενα στις προτάσεις μέσα επίθεσης και άμυνας προτείνονται συνοπτικώς και προφορικά και καταχωρίζονται στα πρακτικά συζητήσεως, διαφορετικά είναι απαράδεκτα".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ.1 στοιχ. δ του ΚΠολΔ, τα συντασσόμενα από το γραμματέα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν "όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως [...] τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σ` αυτές, [...]".
Με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 29 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190) καθότι σύμφωνα με την παρ.2α του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, οι διατάξεις του άρθρου αυτού (527) όπως τροποποιήθηκαν εφαρμόζονται για τα ένδικα μέσα που θα κατατεθούν μετά από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία` αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι η ένσταση ολικής ή μερικής εξόφλησης, ερειδόμενη επί του άρθρου 416 του ΑΚ (ΑΠ 447/2020), με τις προτάσεις τους και να προτείνουν αυτούς και συνοπτικά και προφορικά κατά τη συζήτηση με καταχώρησή τους στα πρακτικά, διαφορετικά είναι απαράδεκτοι.
Απαιτείται δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν κατατεθούν έγγραφες προτάσεις, προφορική προβολή των ισχυρισμών αυτών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (ΑΠ 1148/2020, ΑΠ 235/2019) και κατά συνέπεια απαιτείται να προκύπτει η προβολή αυτών ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών (πρακτικών) και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προβολής τους, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 907/2022, 235/2019).
Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών, εφόσον αυτοί δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως κατά τρόπο παραδεκτό ως άνω, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις προεκτεθείσες εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής τους, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς (ΑΠ 920/2023, 235/2019, 88/2018, 243/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, 1/1999, AΠ 920/2023, 270/2015) και με αυτόν ελέγχεται και η απόρριψη από το Δικαστήριο ισχυρισμού ότι προβλήθηκε απαράδεκτα (ΑΠ 920/2023, 447/2020, 98/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την αιτίαση ότι εσφαλμένα απέρριψε τον λόγο της έφεσής της, με τον οποίο προσέβαλε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε απορρίψει την ένστασή της περί εξόφλησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, την οποία είχε υποβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ως απαράδεκτη, με την αιτιολογία ότι δεν αναπτύχθηκε συνοπτικώς, ούτε καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης.
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των από 19-1-2022 πρωτόδικων προτάσεων της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας καθώς και από το επίσημο αντίγραφο των με αριθμ. ....2022 πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα είχε προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις της ισχυρισμό περί εξόφλησης, χωρίς όμως να προκύπτει από τα προαναφερόμενα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι έλαβε χώρα και προφορική πρόταση αυτού στο ακροατήριο του άνω δικαστηρίου, ούτε καταχώρησή του στα πρακτικά και ως εκ τούτου θεωρείται ότι δεν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό (άρθρο 591 παρ.1 στοιχ.δ ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η ένδικη υπόθεση υπαγόταν στις ειδικές διαδικασίες των περιουσιακών διαφορών και ειδικά των εργατικών διαφορών (άρθρο 614 παρ.3 εδ.α ΚΠολΔ).
Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της εναγόμενης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας με την αιτιολογία ότι η προταθείσα από αυτή, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τις προτάσεις της, ένσταση (μερικής) εξόφλησης ορθά απορρίφθηκε από αυτό καθότι η ως άνω ένσταση δεν είχε προταθεί παραδεκτά με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που να καταχωρίσθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ούτε υπήρξε προφορική της ανάπτυξη, ορθά έκρινε, σύμφωνα με τις προτεκτεθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρων 591 παρ.1, 614 παρ.1 και 256 παρ.1 περ.
δ του ΚΠολΔ, τις οποίες δεν παραβίασε και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επιπρόσθετα, ως εκ του περισσού, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο λόγο αναίρεσης ότι ο ως άνω ισχυρισμός της περί εξόφλησης της αντιδίκου της, που δεν είχε προταθεί παραδεκτά στην πρωτοβάθμια δίκη, προβλήθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ, από την επισκόπηση της από 25-5-2022 έφεσής της προκύπτει ότι με αυτή δεν έγινε επίκληση κάποιου λόγου που να δικαιολογεί την παραδεκτή προβολή του ως άνω ισχυρισμού στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να είναι δυνατόν να κριθεί, αν ο λόγος αυτός εμπίπτει σε κάποια από τις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου (527 ΚΠολΔ) που επιτρέπουν το παραδεκτό της προβολής νέων αυτοτελών ισχυρισμών ή και ισχυρισμών που δεν είχαν προβληθεί παραδεκτά στη πρωτοβάθμια δίκη, ενώπιον του εφετείου.
4. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 933/2022, 640/2022). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ ΑΠ 14/2005). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 336/2024,1319/2021, 172/2020,172/2020, 388/2018).
Στη προκειμένη περίπτωση, με τον από τον αριθμ.11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τις νομίμως επικληθείσες και προσκομισθείσες, με αριθμ. ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις της συμβ/φου Αταλάντης Χ. Β., στις οποίες περιέχονται οι, ουσιώδεις για την απόδειξη των αμυντικών ισχυρισμών της, καταθέσεις των μαρτύρων της Α. Ν., Χ. Ν. και Ν. Ν., οι οποίες λήφθησαν νόμιμα μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου, όπως προκύπτει από την επίσης επικαλούμενη και προσκομισθείσα ενώπιόν του με αριθμ. ....2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Λαμίας Μ. Π. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει, όπως θα έπρεπε τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, προκειμένου να διακριβωθεί η βασιμότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου.
5. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 801/2024, 182/2023, 69/2023).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648,325,329 και 349 ΑΚ με το να δεχθεί ότι νομίμως η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και συνακόλουθα να επιδικάσει σε βάρος της αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα από την άσκηση του δικαιώματος τούτου και εντεύθεν συνολικού ποσού 15.564,3 ευρώ, ενώ όφειλε να απορρίψει το αγωγικό αυτό αίτημα, όπως βασίμως υποστήριξε αυτή στο Δικαστήριο ουσίας με νόμιμη επίκληση και προσκομιδή των αναφερομένων, στο δικόγραφο της αναίρεσης, αποδεικτικών μέσων.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας και με τα παραπάνω εκτιθέμενα παραθέτει επιχειρήματα και συμπεράσματα, βάλλει κατά της αναιρετικά ανέλεγκτης εξέτασης από την προσβαλλόμενη απόφαση της ουσίας της υπόθεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και τέλος, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176 και 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2023 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 15/2023) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 12/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ