Supreme Court dismisses appeal in labor dispute for inadmissible grounds not listed in Article 560 of Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued for various grounds including distortion of documents and creation of operational custom, but the court found these arguments invalid. The court decided the appeal was inadmissible because Article 560 of the Civil Procedure Code restricts appeals in labor cases to specific grounds, excluding the appellant's cited arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 561, 559 of the Civil Procedure Code; Appeals in labor disputes are restricted to specific grounds listed in Article 560, excluding arguments regarding distortion of documents or creation of operational custom.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 801 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 801/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Α. Π. Σ. Α..", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην …… και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Μόσχου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
Του αναιρεσίβλητου: Π. Π. του Ι., κατοίκου ……., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Χαρίκλειας Μαρούλη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 119/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 68/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Μαρία-Μάριον Δερεχάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη, από 30.06.2020 και με αριθμό κατάθεσης 120/30.06.2020, αίτηση αναίρεσης κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 68/27.02.2020 τελεσίδικης απόφασης του, δικάσαντος ως εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την, από 04.09.2018 και με αριθμό κατάθεσης 174/2018, έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της 119/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την, από 23.02.2017 και με αριθμό κατάθεσης 72/2017, αγωγή αυτού (εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου) κατά του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου Α.Π.Σ.Α., και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε προσκομίζεται απόδειξη περί τούτου (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.02.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α 38), [εφεξής Π.Υ.Σ.] που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 "Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (ΦΕΚ Α 28) και στο πλαίσιο της χορηγηθείσας νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014) ορίζεται ότι: "Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή τη καταγγελία τους.
Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς όρους εργασίας αποκλειστικώς εκείνοι οι όροι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα.
Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή τροποποιημένης ατομικής σύμβασης".
Με τη διάταξη της παρ. 6 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι κατά το στάδιο της μετενέργειας, ήτοι κατά τη χρονική περίοδο μετά την πάροδο του προβλεπομένου ως άνω τριμήνου από την καταγγελία συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή από την ισχύ του ν. 4046/2012 στις 14.02.2012, αναλόγως (ΑΠ 194/2020), οπότε λήγει η ισχύς των όρων αυτής, οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων που αφορούν τον βασικό μισθό και τα ανωτέρω επιδόματα εξακολουθούν να ισχύουν ως προσωρινά πλέον ενσωματωμένοι ενοχικοί όροι των ήδη εν ισχύει ατομικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, ενώ παύουν αμέσως να ισχύουν ρυθμίσεις αυτών που προέβλεπαν την καταβολή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος.
Για την παύση της καταβολής των λοιπών ως άνω επιδομάτων, πλην δηλαδή των επιδομάτων ωρίμανσης (τριετιών, πολυετίας), τέκνων, σπουδών και επικίνδυνης εργασίας, δεν απαιτείται κατά νόμο συναίνεση του εργαζομένου, ούτε προηγούμενη ενημέρωση των μισθωτών, αφού αυτή επιβάλλεται ευθέως από το νόμο. Η επαναχορήγηση των καταργηθέντων ως άνω επιδομάτων μπορεί να γίνει με σχετική πρόβλεψη σε νέα συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση.
Δεν αποκλείεται βεβαίως η κατάρτιση νέας αντίθετης ατομικής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού ή η τροποποίηση της ήδη ισχύουσας τοιαύτης που να προβλέπει τη συνέχιση της χορήγησης των καταργηθέντων επιδομάτων, η οποία μπορεί να γίνει και σιωπηρά (ΑΠ 847/2020, ΑΠ 1096/2018). Εξάλλου, η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλαδή η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο και ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού, μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, μπορεί, όμως, να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας.
Αυτό συμβαίνει όταν ο εργοδότης, είτε ρητά, με ανακοίνωση του, υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις, είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί συνεχώς τέτοιες στους εργαζόμενους, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους τελευταίους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη το χαρακτήρα της μονομερούς και συνεπώς ελευθέρως ανακλητής θέλησης.
Για την ύπαρξη, όμως, επιχειρησιακής συνήθειας απαιτείται η συμπεριφορά του εργοδότη να είναι γενική και απρόσωπη, να αντιμετωπίζεται, δηλαδή, το ίδιο θέμα κατά τρόπο γενικό, μακροχρόνιο και ομοιόμορφο (ΑΠ 813/2023, ΑΠ 847/2020, ΑΠ 648/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 261/2021, ΑΠ 981/2020).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 1/2016). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 56/2022, ΑΠ 517/2021, ΑΠ 556/2020, ΑΠ 1096/2018, ΑΠ 869/2018).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1366/2023, ΑΠ 1964/2022, ΑΠ 176/2019).
Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995 ΑΠ 1964/2022, ΑΠ 871/2018). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ, από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1366/2023, ΑΠ 1081/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε κατ' έφεση, επί αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ότι η από 16.12.2010 Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του εν γένει προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων, δυνάμει της οποίας, όπως συμφωνήθηκε, αμειβόταν, και κατά τα επίδικα έτη 2014, 2015, 2016, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα αγροτικό συνεταιρισμό με την επωνυμία "Α.
Π. Σ. Ά.", στο υποκατάστημα του οποίου στη …… απασχολείτο, δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως λογιστής, καταγγέλθηκε στις 09.02.2012, άλλη δε συλλογική σύμβαση δεν συνήφθη έκτοτε και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της υπ' αριθμ. 6/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, η μετενέργεια της συλλογικής σύμβασης έληξε στις 15.05.2012.
Και περαιτέρω ως προς, τα, κρίσιμα εν προκειμένω, επιδόματα γάμου και μηχανογράφησης, δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι, "Αποδεικνύεται ότι πέραν των διατηρηθέντων επιδομάτων (ωριμάνσεων, τέκνων, σπουδών), ο εναγόμενος συνέχισε και μετά τις 15-5-2012 να καταβάλλει στον ενάγοντα και ο τελευταίος δικαιούται αντιστοίχως τα επιδόματα που είχαν προβλεφθεί στην, από 16-12-2010, Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.
Πράγματι, όπως και ο εναγόμενος συνομολογεί, αποδίδοντας μη πειστικά το γεγονός αυτό σε οικειοθελή παροχή προς τον ενάγοντα (...). κατέβαλε στον ενάγοντα το ταμειακό επίδομα, το οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται στα διατηρηθέντα επιδόματα. Την πρόθεση για εξακολούθηση καταβολής των επιδομάτων της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, δήλωσε το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, το οποίο εκπροσωπεί τον συνεταιρισμό, με το υπ' αριθμ. 935/7-12-2011 πρακτικό (...), όπου ομοφώνως αποφασίσθηκε ότι "...θα παραμείνει σε ισχύ η Σ.Σ.Ε.".
Την εξακολούθηση καταβολής όλων των επιδομάτων, υπό τις προϋποθέσεις που είχε θέσει η Σ.Σ.Ε., ευλόγως αποδέχθηκε σιωπηρώς ο ενάγων χωρίς να αποδεχθεί τη μη καταβολή των επιδομάτων και συνεπώς καταρτίσθηκε ατομική σύμβαση εργασίας με αυτό το περιεχόμενο για τον συμφωνηθέντα μισθό. Η ατομική σύμβαση υπερτερεί των προβλέψεων της ΠΥΣ 6/2012 για παύση της μετενέργειας της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
Τα ανωτέρω ισχύουν για τα επιδόματα γάμου και μηχανογράφησης". Προηγουμένως δε δέχτηκε, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι τον Οκτώβριο 2012 επιχειρήθηκε από τον εργοδότη εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα μονομερώς η μείωση των αποδοχών του εργαζομένου ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, (στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και τα ανωτέρω, επίδικα, επιδόματα).
Στη συνέχεια έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι, (και) κατά τα (ήδη επίδικα) έτη 2014, 2015 και 2016, ο ενάγων δικαιούται και τα ως άνω επιδόματα [εξ 83,32 ευρώ το επίδομα μηχανοργάνωσης (7% επί του βασικού μισθού, που ανερχόταν σε 1.190,29 ευρώ, κατ' άρθρο 8 της Σ.Σ.Ε) και 119,03 ευρώ το επίδομα γάμου (10% επί του βασικού μισθού κατ' άρθρο 3 της Σ.Σ.Ε.).
Σημειωτέον ότι δεν προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το ύψος αυτών)], τα οποία υπολόγισε στις μηνιαίες αποδοχές εκάστου των ανωτέρω ετών και στα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών αυτών. Με βάση τις παραδοχές αυτές το, δικάσαν ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού δέχτηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή για τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ανωτέρω, κρίσιμα εν προκειμένω, επιδόματα γάμου και μηχανογράφησης.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από το άρθρο 560 αριθμός 1. του ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 559 ΚΠολΔ), αναιρετική πλημμέλεια ότι το, δικάσαν ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, με τις ανωτέρω παραδοχές παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, της ΠΥΣ 6/2012 και της από 16.12.2010 Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, διότι, με το να δεχθεί ότι η, εκ μέρους του αναιρεσείοντος - εναγομένου, καταβολή των επίδικων επιδομάτων στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα, μετά τη λήξη ισχύος της ως άνω ΣΣΕ (με την πάροδο του προβλεπόμενου από την ΠΥΣ 6/2012, τριμήνου, στις 15.05.2012), για χρονικό διάστημα 4,5 μηνών και δη από τις 15.05.2012 έως τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, οπότε και έπαυσε η καταβολή τους, (δεν συνιστούσε οικειοθελή παροχή εκ μέρους του, ούτε εύλογο χρονικό διάστημα προσαρμογής του στο νέο νομοθετικό καθεστώς, αλλά, αντιθέτως), δημιούργησε επιχειρησιακή συνήθεια για την καταβολή αυτών και εντεύθεν την κατάρτιση ατομικής σύμβασης εργασίας μεταξύ αυτού (αναιρεσείοντος Συνεταιρισμού) και του αναιρεσιβλήτου κατά τη διάταξη της ΑΚ 361, δυνάμει της οποίας επιδίκασε υπέρ του τελευταίου τα επιδόματα γάμου και μηχανογράφησης, εσφαλμένως ερμήνευσε τις έννοιες της οικειοθελούς παροχής και της επιχειρησιακής συνήθειας, ενώ, περαιτέρω, εσφαλμένως δεν δέχθηκε ότι στην επίδικη διαφορά έπρεπε να εφαρμοσθεί η ΠΥΣ 6/2012 κατ' εφαρμογή της οποίας τα επίδικα επιδόματα περικόπηκαν νομίμως από τον Συνεταιρισμό.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η αιτίαση ότι εσφαλμένως δεν εφάρμοσε την ΠΥΣ 6/2012, βάσει της οποίας ο αναιρεσείων περιέκοψε τα επίδικα επιδόματα, είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, η επαναχορήγηση των καταργηθέντων [με την πάροδο του τριμήνου της, εκ του νόμου (ανωτέρω ΠΥΣ), παράτασης της ισχύος των κανονιστικών όρων της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας] με την άνω ΠΥΣ επιδομάτων (όπως των επιδίκων), μπορεί να γίνει (μεταξύ των άλλων) με την κατάρτιση, ακόμη και σιωπηρώς, νέας αντίθετης ατομικής συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού ή την τροποποίηση της ήδη ισχύουσας τοιαύτης που να προβλέπει τη συνέχιση της χορήγησης των καταργηθέντων επιδομάτων, την κατάρτιση της οποίας δέχτηκε, ανελέγκτως, η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ως προς τις λοιπές αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι, δι' αυτών πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, ως προς την παραδοχή της κατάρτισης, σχετικής, ατομικής σύμβασης εργασίας, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ενώ η επίκληση της παραμόρφωσης του περιεχομένου του υπ' αριθμ. 935/7-12-2011 πρακτικού του Δ.Σ.
του αναιρεσείοντος, ως αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αμέσως κατωτέρω στον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης αναφέρεται, είναι απαράδεκτη. Επιπροσθέτως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος και κατά το μέρος με το οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας, ενόψει του ότι βασίζεται επί της αναληθούς αυτής προϋποθέσεως (ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας), ενώ, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι δεν δέχτηκε τη δημιουργία τοιαύτης, αλλά την κατάρτιση νέας ατομικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων.- Από την διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων προβλέπονται περιοριστικώς μόνον οι αναφερόμενοι στην εν λόγω διάταξη λόγοι αναίρεσης, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και οι λόγοι της παραμορφώσεως του περιεχομένου εγγράφου και της μη κηρύξεως απαραδέκτου, οι οποίοι προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 20 και 14 ΚΠολΔ αντιστοίχως (ΑΠ 92/2019 839/2018 ως προς την πρώτη και ΑΠ 1123/2019 ως προς τη δεύτερη).
Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά τους οποίους το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του ως δικαστήριο δεύτερου βαθμού επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής [η οποία (μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής), ελέγχεται από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 597/2019) και όχι και από τον αριθμό 1 του ιδίου άρθρου] αντιστοίχως, είναι απαράδεκτοι, αφού, όπως προαναφέρθηκε, τέτοιοι λόγοι δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των περιοριστικώς απαριθμούμενων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης.
Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.06.2020 και με αριθμό κατάθεσης 120/2020, αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμόν 68/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ