Supreme Court allows appeal in labor dispute regarding unpaid severance and car allowance deductions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor court decision concerning unpaid severance and car allowance deductions. The appellant argued that the employer failed to pay full statutory severance and incorrectly deducted a car allowance without consent. The court found the first and fourth grounds of appeal valid regarding these specific issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(4) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must allow an appeal when specific grounds challenge the calculation of statutory severance and unauthorized deductions, remanding the case for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 487 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 487/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Β. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Α..Ε..-Δ. Τ.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Καναβάρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η ... οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η ... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από ... αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη κρινόμενη από ... (αριθμ. ...) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ.... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από ... (αριθμ. έκθ. κατάθεσης ...) έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμ....
απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Η τελευταία απόφαση εκδόθηκε επί της από ... (αριθμ. έκθ. κατάθεσης ...) αγωγής του αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά της αναιρεσίβλητης με την οποία ιστορούσε ότι παρότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε την μεταξύ τους συναφθείσα από ... σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, δεν του κατέβαλε εφάπαξ, ως εκ του νόμου υποχρεούτο την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, αλλά, χωρίς τη συναίνεσή του, σε δόσεις το, υπολειπόμενο της νόμιμης δικαιούμενης, ποσό των (...) ευρώ, διότι δεν είχε συνυπολογιστεί η συμφωνημένη ως τακτική παροχή, χρήση αυτοκινήτου της αναιρεσίβλητης, αποτιμώμενης ,στο ποσό των (...) ευρώ μηνιαίως και (...) ευρώ, ετησίως, ποσό το οποίο δικαιούται να του καταβληθεί.
Με βάση το ιστορικό αυτό επεδίωκε να του καταβάλει η τελευταία για την ως άνω αιτία, το ανωτέρω ποσό των (...) και (...) ευρώ για τακτικές αποδοχές, ως εκ του άρθρου 46 παρ.4 Κώδικα Περί Δικηγόρων επιβαλλόμενη ποινή τάξης και μέσο εξαναγκασμού της εναγόμενης και ήδη αναιρεσίβλητης για τη καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης και συνολικά ποσό ...
ευρώ, με το νόμιμο κατά περίπτωση, τόκο υπερημερίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το πρώτο αίτημα και ως ουσιαστικά αβάσιμο το δεύτερο, όπως ομοίως και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στις ... και η κρινόμενη αίτησης αναίρεσης κατατέθηκε στην οικεία γραμματεία στις ... (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 147 παρ. 2 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 323/2024, 99/2020, 1205/2020).
Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης, προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμ. 19 του άρθρου 559 πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αξίωσή του για συνυπολογισμό ως τακτικής παροχής στο μισθό του και συνακόλουθα και στην αποζημίωση απόλυσης, της αποτιμώμενης σε χρήμα, συμφωνημένης χρήσης αυτοκινήτου, του ποσού των (...) ευρώ.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον όπως αναφέρθηκε και προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του ως άνω λόγου αναίρεσης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν ερεύνησε την ουσία του εν λόγω αιτήματος και δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά έκρινε, επικυρώνοντας έτσι και την πρωτόδικη απόφαση ,ότι αυτό είναι απορριπτέο ως νομικά αβάσιμο.
3. Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει, ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 117/2023, 951/2023, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 49/2021, ΑΠ 845/2019) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33/2002, ΑΠ 117/2023, ΑΠ 2063/2022, ΑΠ 674/2021).
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 192, 195 και 196 Α.Κ., η σύμβαση συντελείται μόλις περιέλθει σ’ αυτόν που πρότεινε η δήλωση αποδοχής της πρότασής του (άρθρο 192), σε περίπτωση αμφιβολίας η σύμβαση δεν είναι καταρτισμένη, εφόσον τα μέρη δεν συμφώνησαν σε όλα τα σημεία της (άρθρο 195) και αν τα μέρη θεωρούν ότι η σύμβαση έχει συνομολογηθεί, αν και δεν έχουν συμφωνήσει σε κάποιο όρο της, ισχύει ό,τι συμφώνησαν, εφόσον συνάγεται ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να αποφασίσουν για τον όρο αυτό (άρθρο 196).
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 185, 191 και 193 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η πρόταση προς κατάρτιση σύμβασης πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα.
Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε. Δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική, μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί και στη σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση (ΑΠ 2063/2022, 845/2019, ΑΠ 600/2017, ΑΠ 884/2013).
Εξάλλου, η δήλωση βούλησης μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή (άμεση) είναι αυτή που γίνεται με λέξεις ή νεύματα που εμφανίζουν και εκφράζουν κατευθείαν την βούληση και διακρίνεται σε τυπική ή άτυπη. Σιωπηρή (έμμεση) είναι εκείνη που συνάγεται από πράξεις, που γίνονται για άλλον σκοπό, αλλά συμπερασματικά εμφαίνουν ορισμένη βούληση.
Στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή, η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στην συγκεκριμένη περίπτωση, σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 2063/2022, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 845/2019).Η βούληση αυτή πρέπει να προκύπτει σαφώς και ανενδοιάστως από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
Η δήλωση του μισθωτού προς τον εργοδότη ότι εισέπραξε την αποζημίωση απόλυσης και δεν διατηρεί αξιώσεις κατ' αυτού αν συνοδεύεται με δήλωση επιφυλάξεως δεν σημαίνει ότι ο μισθωτός παραιτήθηκε από τα δικαιώματά του (πχ επίκληση ακυρότητας καταγγελίας κλπ) διότι η επιφύλαξη υποδηλώνει ότι αυτός δεν αποκλείει την άσκησή τους (ΑΠ 2005/2022, 573/2020, 1418/2008,1406/2006).
Ο επικαλούμενος την σύναψη συμφωνίας οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει την πρόταση προς κατάρτιση της σύμβασης και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η αποδοχή εκείνου προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση, ενώ αντίστοιχες παραδοχές πρέπει να περιλαμβάνει και η δεχόμενη ή απορρίπτουσα την σύναψη τέτοιας συμφωνίας δικαστική απόφαση, ώστε να έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό (ΑΠ 2063/2022, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 845/2019).
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 46 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013 - ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013) ορίζεται ότι η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται, μεταξύ άλλων, με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο, ενώ με τις διατάξεις της παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "α) Αν η έμμισθη εντολή του δικηγόρου λυθεί για οποιονδήποτε λόγο που αναφέρεται στην πρώτη παράγραφο, πλην της οικειοθελούς αποχώρησης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να εισπράξει από τον εντολέα του αποζημίωση.
Η αποζημίωση προβλέπεται αναλόγως με το χρόνο διάρκειας της έμμισθης εντολής και ισούται: α) με δύο μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον εντολέα, β) με τρεις μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει τετραετή υπηρεσία,..,ε,ζ,η,θ,ι,ια) με δώδεκα μηνιαίες παροχές αν έχει συμπληρώσει δεκαέξι έτη υπηρεσίας.
Για τον υπολογισμό του ύψους της μηνιαίας παροχής λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται σταθερά και μόνιμα". Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 46 του ιδίου Κώδικα "μέχρι την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αποζημίωσης, ο έμμισθος δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνει τις μηνιαίες αποδοχές, που ελάμβανε κατά την ημέρα της επίδοσης του εγγράφου της καταγγελίας".
Από αυτή τη διάταξη σαφώς προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε, λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως (ΑΠ 1408/2023, 417/2021).Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την ως άνω επισκοπούμενη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ των διαδίκων μερών (δικηγόρου και ανωνύμου εταιρίας) καταρτίστηκε η από ...
σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με αντικείμενο την παροχή νομικών επιστημονικών υπηρεσιών και πάγια αμοιβή (...) ευρώ, ενώ η εφεσίβλητη θα κατέβαλε ετησίως το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών του εκκαλούντος στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία, ενώ από την εφεσίβλητη αναγνωρίστηκε η τριετής προϋπηρεσία του εκκαλούντος στην εταιρεία "I.
Α..Ε.". Μετά από τροποποιήσεις και ενώ οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του εκκαλούντος είχαν ανέλθει σε (...) ευρώ μηνιαίως το διάστημα από ... έως ... συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων μερών οι αποδοχές του εκκαλούντος να ανέρχονται σε (...) ευρώ. Την ..., η ανωτέρω σύμβαση καταγγέλθηκε με έγγραφο που υπεγράφη αυθημερόν από τον εκκαλούντα κα συμφωνήθηκε η οφειλόμενη αποζημίωση των (...) ευρώ (...
ευρώ μετά την παρακράτηση του αναλογούντος φόρου) να καταβληθεί σε έξι ισόποσες διμηνιαίες δόσεις εκ ποσού (...) ευρώ εκάστη, αρχής γενομένης από ... μέχρι και .... Επομένως ,αφού η καταγγελία της σύμβασης κοινοποιήθηκε στον ίδιο τον εκκαλούντα δεν χρειαζόταν να του επιδοθεί μέσω δικαστικού επιμελητή για να διατηρήσει την εγκυρότητά της.
Επιπλέον ο εκκαλών παρέλαβε την καταγγελία με συγκεκριμένο ύψος αποζημίωσης και συγκεκριμένες δόσεις, οι οποίες και καταβλήθηκαν το χρονικό διάστημα από ... (την ίδια μέρα) έως και ..., δηλαδή δέκα μήνες μετά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εκκαλών δεν ισχυρίζεται ότι η καταγγελία ήταν άκυρη και ότι αυτός έπρεπε να συνεχίσει να λαμβάνει τις αποδοχές του, αλλά ισχυρίζεται ότι πρέπει να ενεργοποιηθεί η ποινική ρήτρα που εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 4 του κώδικα περί δικηγόρων αυτομάτως λόγω της δοσοποίησης της αποζημίωσης, χωρίς αυτός να χρειαστεί να αποδείξει βλάβη του, αφού το πταίσμα του εντολέα τεκμαίρεται λόγω της μη καταβολής της αποζημίωσης (μη νόθος αντικειμενική ευθύνη).
Τούτο δε διότι υπέγραψε μεν ότι του γνωστοποιήθηκε η καταγγελία πλην όμως με επιφύλαξη. Όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση αν η επιφύλαξη αφορούσε τη δοσοποίηση της οφειλόμενης αποζημίωσης ή το ύψος αυτής λόγω του μη συνυπολογισμού της παροχής αυτοκινήτου και μόνο, και όχι το γεγονός ότι καταγγελλόταν χωρίς σπουδαίο λόγο η σύμβαση εργασίας, κατά την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου τούτου, αυτό έπρεπε να αναγραφεί ως συγκεκριμένη επιφύλαξη, ή τουλάχιστον ο εκκαλών όφειλε να γνωστοποιήσει εντός του δεκαμήνου στο οποίο καταβάλλονταν οι δόσεις της αποζημίωσης στην πρώην εντολέα του ότι επιθυμεί να του καταβληθεί εφάπαξ το ποσό αυτό και ότι διαφωνεί ως προς το μη συνυπολογισμό της χρήσης του αυτοκινήτου.
Τούτο δε διότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 288 του ΑΚ) και στη συγκεκριμένη περίπτωση η οφειλέτρια είχε γνωστοποιήσει με την κοινοποίηση της καταγγελίας στον εκκαλούντα τόσο το ύψος της αποζημίωσης που προτίθεται να καταβάλει πλέον του φόρου όσο και την επακριβώς καθορισμένη δοσοποίηση αυτής και συνεπώς με τη μη εναντίωση του εκκαλούντος με την αποδοχή της πρότασης καταρτίστηκε σύμβαση κατάργησης της ποινικής ρήτρας του άρθρου 46 παρ. 4 του κώδικα περί δικηγόρων.
Για το λόγο αυτό ο εκκαλών μέχρι και την ημερομηνία που εξοφλήθηκε πλήρως η αποζημίωση τον Ιούλιο του ... δεν είχε διατυπώσει πιο συγκεκριμένα στην εφεσίβλητη ότι η επιφύλαξη που διατύπωσε κατά την παραλαβή της έγγραφης καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δεν αφορούσε την ίδια την καταγγελία αλλά το ύψος της αποζημίωσης και τη δοσοποίηση αυτής...".
Με τις σκέψεις αυτές το Μονομελές Εφετείο .απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο 3 νομική σκέψη που προηγήθηκε και στέρησε τη προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση ,εξαιτίας αντιφατικών και συνάμα ανεπαρκών αιτιολογιών που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το κρίσιμο ζήτημα για την έκβαση της δίκης περί της αποδοχής εκ μέρους του αναιρεσείοντος δικηγόρου της πρότασης της ,καταγγέλλουσας την σύμβαση έμμισθης εντολής, αναιρεσίβλητης περί μη εφάπαξ καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και συνακόλουθα παραίτησης από την διεκδίκηση της οριζόμενης στο άρθρο 46 παρ.4 Κώδικα Περί Δικηγόρων ,ex lege ποινής τάξης, καθιστάμενου ανέφικτου του ελέγχου του Αρείου Πάγου ως προς την εφαρμογή των προαναφερθέντων στην ως άνω μείζονα σκέψη διατάξεων.
Ειδικότερα ενώ αρχικά δέχεται ότι "συμφωνήθηκε" μεταξύ των διαδίκων ,με τη συνυπογραφή από τον αναιρεσείοντα της από ... έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής που του κοινοποίησε η αναιρεσίβλητη, παρά τη διατυπωθείσα γραπτώς ρητή επιφύλαξή του, τη καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης σε δόσεις και όχι εφάπαξ ,στη συνέχεια συναγάγει σιωπηρή αποδοχή και συνακόλουθα παραίτηση του αναιρεσείοντος από τη διεκδίκηση της προβλεπόμενης, από το άρθρο 46 παρ.4 του Κώδικα Δικηγόρων ποινής τάξης, από το γεγονός της μη εναντίωσης κατά το διάστημα τμηματικής είσπραξης της αποζημίωσης απόλυσης, χωρίς να καθίσταται σαφές πότε τελικά αποδέχτηκε τη πρόταση της αναιρεσίβλητης και με ποιο τρόπο, ούτε εκτίθεται σε αυτή από ποιες πράξεις ή παραλείψεις του αναιρεσείοντος συνάγεται συμπερασματικώς, αλλά και κατά τρόπο που να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι υπήρχε και εκδηλώθηκε βούλησή του για αποδοχή της ως άνω πρότασης της αναιρεσίβλητης, δεδομένης και της ρητώς διατυπωθείσας εκ μέρους του, έγγραφης επιφύλαξής του τεθείσας επί του εγγράφου της καταγγελίας της σύμβασης "περί άσκησης παντός νόμιμου δικαιώματος του".
Η επικαλούμενη μόνη έλλειψη αντίδρασης του αναιρεσείοντος στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το διάστημα των δέκα (10) μηνών ,εντός του οποίου εισέπραττε, τμηματικά, την αποζημίωση απόλυσης από την αναιρεσίβλητη δεν αρκεί, χωρίς τη παράθεση άλλων περιστατικών, για την σαφή, ειδική και ανενδοίαστη, κατάφαση σιωπηρής αποδοχής της πρότασης της τελευταίας για την μη είσπραξή της εφάπαξ και της παραίτησής του από την διεκδίκηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 46 παρ.4 του Κώδικα Δικηγόρων ποινής τάξης μέχρι την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης.
Επομένως, οι περί τούτου από τον αριθμό 1,19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, αντίστοιχα, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με το κεφάλαιο αυτό σχετικές πλημμέλειες, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω λόγων αναίρεσης, που έγιναν δεκτοί, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα του δεύτερου λόγου και του τρίτου λόγου αναίρεσης.
Συνακόλουθα ,πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο ως άνω μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.
4. Με τη διάταξη της παρ. 3 περ. Β στοιχ. δ του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του με αριθμό ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού ... ευρώ. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική διαφορά, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (Α.Ε.Δ. 3, 4/2014, ΑΠ 382/2023, 819/2022).
Τέλος, θα πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος παρέστη και κατάθεσε υπόμνημα λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (178, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (ΑΠ 698/2022, 1315/2020, 1568/..., 1513/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της ,την με αριθμ.... απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ... .
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση , κατά το ως άνω μέρος της ,στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του με αριθμ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού ... ευρώ στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των ... (...) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ