Supreme Court allows appeal against second-instance judgment for failure to examine substantive law on contract formation timeline.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's second-instance judgment, which had dismissed the case due to default. The appellants argued the lower court erred by failing to examine substantive law regarding the timeline for contract formation and the validity of the demolition permit. The court found the appeal admissible and meritorious because the second-instance judgment incorporated the first-instance court's factual error regarding the parties' inaction.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553 § 1 and 554 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final second-instance judgment is admissible if the judgment incorporated a factual error from the first instance that affected the outcome, requiring remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 478 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 478/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Π. συζύγου Α. Σ., το γένος Κ. Φ., κατοίκου ... και 2) Ε. Φ. του Κ., κατοίκου ομοίως ως άνω, ατομικά αλλά και ως δικαστικής συμπαραστάτριας της αδερφής της. Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Τσαβδαρίδη.
Της αναιρεσιβλήτου: υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. και Δ. Κ. ΟΕ", που εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Παρασκευά Καρπούζη, ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον Δημήτριο Καραγκούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2009 ανακοπή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2975/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 544/2015 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1442/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 544/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και παρέπεμψε, κατά τούτο, την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ'αριθ. 7144/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 21-7-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 553 § 1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε από το δικαίωμα άσκησής της (Α.Π. 1382/2019, Α.Π. 819/2017, Α.Π. 268/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, η από 21-7-2022 αίτηση αναιρέσεως της δεύτερης αναιρεσείουσας Ε. Φ., ενεργούσας ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως δικαστικής συμπαραστάτριας και νόμιμης εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας Π. Σ., κατά της 7144/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην των αναιρεσειουσών-εκκαλουσών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ' άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από το 522/19-7-2022 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες δεν έχουν ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της εφετειακής απόφασης εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 503 § 1 ΚΠολΔ από την επίδοση της τελευταίας σε αυτές, που έγινε την 22-6-2022, και επομένως ήταν τελεσίδικη την 21-7-2022, όταν ασκήθηκε η αίτηση αναιρέσεως.
Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 § 4 και 581 αρ. 2 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο στο νομικό ζήτημα, που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση. Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται στο ουσιαστικό ή το δικονομικό δίκαιο (Α.Π. 739/2022, Α.Π. 1090/2019, Α.Π. 814/2019). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 580 § 4 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σε αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 562 § 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική", προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με την αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, αλλά υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτή ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε, διότι διαφορετικά η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 15/2011, Α.Π. 475/2022, Α.Π. 1593/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 § 2 του ίδιου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.
Επίσης, κατά το άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση κατά το διατακτικό της δεν περιορίζει με σχετική διάταξή της την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους (Ολ.Α.Π. 27/2007).
Ειδικότερα, μετά την αναίρεση της απόφασης στο σύνολό της, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, με συνέπεια να αναβιώνει η σχετική αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγή ή έφεση, αναλόγως αν η αναιρεθείσα απόφαση εκδόθηκε στον πρώτο ή το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας), της οποίας επιλαμβάνεται το δικαστήριο της παραπομπής μετά από κλήση.
Το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο αναφέρεται η παράβαση, και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου έγινε δεκτός ο λόγος αναίρεσης, αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν, επί του οποίου με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής.
Το τελευταίο δεσμεύεται κατά τα προαναφερθέντα μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (Α.Π. 475/2022, Α.Π. 354/2021, Α.Π. 1593/2017). Δεν επιλύεται, όμως, νομικό ζήτημα αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και ειδικότερα για τον λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να τα εκτιμήσει διαφορετικά (Α.Π. 1360/2018, Α.Π. 923/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 581 § 2 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του άρθρου τρίτου του ν. 4335/2015, εφαρμόζεται δε εν προκειμένω κατ' άρθρο 1 του άρθρου ένατου παρ. 2 του ίδιου νόμου, επειδή η έφεση των αναιρεσειουσών-εκκαλουσών κατατέθηκε πριν από την 1-1-2016, η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ, ενώ ως προτάσεις νοούνται αυτές που κατατίθενται μετά την αναιρετική απόφαση και όχι αυτές επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, αφού αυτές, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 579 § 1 ΚΠολΔ, ακυρώνονται και συνεπώς δεν λαμβάνονται υπόψη, ακόμη και αν έγινε νόμιμη επίκλησή τους.
Όπως προκύπτει δε από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 108, 110 § 2, 271 §§ 1 και 2, 498 § 1 και 524 § 1 ΚΠολΔ, αν ο διάδικος δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο στην μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας, επέρχονται οι συνέπειες της ερημοδικίας του, εφόσον η κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης του επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ή επέσπευσε ο ίδιος τη συζήτησή της, και, ειδικότερα, αν ερημοδικεί ο εκκαλών, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος, δηλαδή οι διατάξεις του άρθρου 272 ΚΠολΔ, όπως όριζε η διάταξη του άρθρου 524 § 3 του ίδιου Κώδικα πριν από την αντικατάστασή της με το ν. 4335/2015, και απορρίπτεται η έφεση (Α.Π. 60/2017, Α.Π. 337/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 21-7-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1819/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 17-2-2009 ανακοπή τους, οι ανακόπτουσες και ήδη αναιρεσείουσες ζήτησαν την ακύρωση της 12.139/2008 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή-αναιρεσίβλητη, εις ολόκληρον έκαστη, 30.000 ευρώ λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού τους, συνιστάμενου στην είσπραξη εκ μέρους τους του εν λόγω ποσού από την καθ' ης ως αρραβώνα, που συμφωνήθηκε με έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, για την πώληση σε αυτήν ακινήτου τους, που όμως δεν επακολούθησε.
Η ανακοπή έγινε εν μέρει δεκτή με την 2975/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά των απορριπτικών διατάξεων της απόφασης αυτής οι αναιρεσείουσες άσκησαν έφεση, που απορρίφθηκε με την 544/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η εφετειακή απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει με την 1442/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα για εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 197, 198 και 440 Α.Κ., και η υπόθεση παραπέμφθηκε για νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 7144/2019 απόφασή του απέρριψε την έφεση, κατά το μέρος της που είχε παραπεμφθεί ενώπιόν του για νέα εκδίκαση, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσειουσών-εκκαλουσών.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, επειδή δεν παρέθεσε στην απόφασή του τα ελλείποντα στοιχεία του αιτιολογικού της αναιρεθείσας προηγούμενης εφετειακής απόφασης (544/2015) σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 197, 198 και 440 Α.Κ., όπως αυτά διαπιστώθηκαν με την αναιρετική απόφαση.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, προεχόντως επειδή το Εφετείο δεν δεσμευόταν από τις διαπιστώσεις της αναιρετικής απόφασης, με την οποία αναιρέθηκε η πρώτη εφετειακή απόφαση κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, χωρίς να επιλυθεί αμφισβητούμενο νομικό ζήτημα, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο όφειλε σε κάθε περίπτωση να εφαρμόσει τους δικονομικούς κανόνες της κατ' έφεση δίκης και να απορρίψει την έφεση, αφού οι εκκαλούσες δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση ενώπιόν του.
Κατά το άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 § 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ' ουσίαν και όχι κατά τύπους, επειδή, παρόλο που οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι, και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους.
Επομένως, αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προσβληθούν με αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους που προβάλλονται παραδεκτά (Ολ.Α.Π. 16/1990, Α.Π. 1528/2021, Α.Π. 52/2021, Α.Π. 920/2019, Α.Π. 1289/2018, Α.Π. 651/2018, Α.Π. 641/2017).
Σε περίπτωση δε που με την αίτηση αναιρέσεως συμπροσβάλλεται και η ενσωματωθείσα στην εφετειακή πρωτόδικη απόφαση, τότε η αίτηση κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (Α.Π. 920/2019, Α.Π. 365/2012). Περαιτέρω, με την ανακοπή από το άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεστεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ.
ΚΠολΔ, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (Α.Π. 631/2020, Α.Π. 1443/2017). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσόν της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Εάν η απαίτηση ή το ποσόν αυτής δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, και εάν παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και τη δυνατότητα απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 10/1997, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1166/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 197 Α.Κ., κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ κατά το άρθρο 198 του ίδιου Κώδικα, όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξενεί υπαίτια στον άλλο ζημία, είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε.
Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 298 Α.Κ., συνάγεται ότι η ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης έχει εφαρμογή και στην περίπτωση ματαίωσης της σύμβασης, έστω και σε χρόνο κατά τον οποίο οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών έχουν ολοκληρωθεί και δεν υπολείπεται παρά μόνο η τυπική υπογραφή της σύμβασης, περί της οποίας ο υπαίτιος της ματαίωσης είχε δώσει στον αντισυμβαλλόμενο σαφείς διαβεβαιώσεις για τη σύναψή της.
Έτσι, η προσυμβατική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει α) στάδιο διαπραγματεύσεων, β) συμπεριφορά κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων ενός διαπραγματευομένου έναντι του άλλου, που είναι αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γ) ζημία, δ) υπαιτιότητα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, δηλαδή εκείνου που δεν τήρησε την πρέπουσα συμπεριφορά, και ε) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της υπαίτιας αντισυναλλακτικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και της ζημίας.
Κατά συνέπεια, όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης ματαιώσει αυτήν με συμπεριφορά αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, με την έννοια της συναλλακτικής ευθύτητας και εντιμότητας, και προξενήσει υπαιτίως ζημία σε εκείνον που εμπιστεύθηκε τις διαβεβαιώσεις για τη σύναψή της, συνδεόμενη αιτιωδώς με τη συμπεριφορά του, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Η αποζημίωση στην περίπτωση αυτή συνίσταται στο διαφέρον εμπιστοσύνης και περιλαμβάνει κάθε ζημία θετική και αποθετική (διαφυγόν κέρδος), η οποία συναρτάται προς το ότι το ζημιωθέν μέρος, πιστεύοντας στην έντιμη στάση του άλλου, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή έχασε άλλη ευκαιρία, εξαιτίας της πεποίθησής του για την κατάρτιση της σύμβασης, και τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών συμπεριφορά του άλλου μέρους, που εκδηλώθηκε στο στάδιο των διαπραγματεύσεων.
Αντίθετα, δεν νοείται ως ζημία με την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων και δεν αποκαθίσταται το διαφέρον εκπληρώσεως της σύμβασης, ό,τι δηλαδή θα είχε ο παθών αν καταρτιζόταν η ματαιωθείσα σύμβαση, δεδομένου μάλιστα ότι το μέρος, που κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν τήρησε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις συμπεριφορά, δεν ήταν υποχρεωμένο, στο πλαίσιο της από το άρθρο 361 Α.Κ.
καθιερούμενης ελευθερίας του προσώπου, να συνάπτει ή μη συμβάσεις και να καθορίζει το περιεχόμενό τους, να καταρτίσει τη σύμβαση που τελικά δεν καταρτίστηκε (Ολ.Α.Π. 37/2005, Α.Π. 2049/2022, Α.Π. 1523/2022, Α.Π. 606/2015). Επίσης, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων των άρθρων 197 και 198 Α.Κ., διαπραγματεύσεις νοούνται οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για τη σύναψη σύμβασης, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των διαφορετικών αρχικών θέσεών τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης, μέχρι την τελική σύμπτωση τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης, ενώ από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η συμπεριφορά, η οποία προκάλεσε τη ζημία στον άλλον, πρέπει να εκδηλώθηκε κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αρχίζει όταν εκδηλωθεί ενδιαφέρον για τη σύναψη σύμβασης, και λήγει όταν, είτε συναφθεί η επιδιωκόμενη σύμβαση, είτε διακοπούν οριστικά οι διαπραγματεύσεις και ματαιωθεί η σύναψή της (Α.Π. 554/2011).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτουσες-αναιρεσείουσες με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου της ανακοπής τους προέβαλαν σε συμψηφισμό έναντι της απαίτησης της καθ' ης η ανακοπή-αναιρεσίβλητης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, ανταπαίτησή τους για αποζημίωση ύψους 40.000 ευρώ, λόγω ισόποσης ζημίας, που τους προξένησε υπαίτια και με συμπεριφορά αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η καθ' ης κατά τις διαπραγματεύσεις για τη μη επακολουθήσασα αγοραπωλησία του ακινήτου τους, κατά τη διάρκεια των οποίων οι ανακόπτουσες απέκρουσαν προσφορά τρίτου με τίμημα υψηλότερο κατά το ανωτέρω ποσό.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 2975/2010 απόφασή του απέρριψε το λόγο αυτό με την ακόλουθη αιτιολογία: Οι ανακόπτουσες [αναιρεσείουσες] είναι συγκυρίες σε ποσοστό 1/3 η πρώτη και σε ποσοστό 2/3 η δεύτερη ενός οικοπέδου επιφανείας 474,51 τ.μ μετά των επ’ αυτού κτισμάτων (οικίας-βοηθητικού κτίσματος), το οποίο βρίσκεται στην Τερψιθέα Γλυφάδας Αττικής ...
Το Νοέμβριο του 2007 οι ανακόπτουσες συμφώνησαν με την καθ' ης ομόρρυθμη εταιρεία [αναιρεσίβλητη] να της μεταβιβάσουν κατά πλήρη κυριότητα λόγω πώλησης το ανωτέρω ακίνητο έναντι του ποσού των 860.000 ευρώ. Για την αγορά του ακινήτου, στις 12-11-2007 ο νόμιμος εκπρόσωπος της καθ' ης κατέβαλε για λογαριασμό της τελευταίας το ποσό των 30.000 ευρώ, ως αρραβώνα έναντι του συνολικού τιμήματος, που συμφωνήθηκε, για την ανωτέρω αγοραπωλησία, όπως προκύπτει από την από 12-11-2007 έγγραφη απόδειξη είσπραξης του ανωτέρω ποσού. ... ...
Ενόψει της επικείμενης κατάρτισης της αγοραπωλησίας η καθ’ ης προέβη σε κάποιες ενέργειες για την κατάρτιση αγοραπωλησίας, ήτοι συνέταξε τοπογραφικά διαγράμματα, υπέβαλε αίτηση για άδεια κατεδάφισης, η οποία εκδόθηκε το Δεκέμβρη του 2007 και ζήτησε τη σύνταξη σχεδίου συμβολαίου. Αντίθετα οι ανακόπτουσες καθυστερούσαν να προβούν στις απαιτούμενες για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης ενέργειες και συγκεκριμένα καθυστέρησαν να προσκομίσουν το απαιτούμενο για τη σύνταξη συμβολαίου πιστοποιητικό Τ.Α.Π.
από το Δήμο Γλυφάδας, το οποίο προσκόμισαν στην καθ' ης το Μάρτιο του 2008.
Περαιτέρω, μετά την προφορική συμφωνία για την πώληση του ακινήτου, εμφανίστηκε άλλος υποψήφιος αγοραστής και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 2008 η Α. Δ. προσέγγισε τις ανακόπτουσες και τις [ορθό: τους] προσέφερε το ποσό των 900.000 ευρώ για την αγορά του επίδικου ακινήτου ... Τότε, οι ανακόπτουσες άρχισαν να πιέζουν την καθ’ ης για αύξηση του τιμήματος της επίδικης αγοραπωλησίας στο ποσό των 900.000 ευρώ ...
Η καθ’ ης δεν ενέδωσε στις πιέσεις των ανακοπτουσών για αύξηση του τιμήματος της αγοραπωλησίας, με αποτέλεσμα οι ανακόπτουσες να μην προσέλθουν για την υπογραφή του συμβολαίου αγοραπωλησίας, να παρέλθει χρονικό διάστημα έξι μηνών από την έκδοση της αδείας κατεδάφισης και η ανωτέρω άδεια να απολέσει την ισχύ της.
Εξαιτίας του ανωτέρω γεγονότος η καθ’ ης έχασε το ενδιαφέρον της για την κατάρτιση της επίδικης αγοραπωλησίας, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η κατάρτιση της και να ανακύψει υποχρέωση των ανακοπτουσών για απόδοση του ποσού των 30.000 ευρώ ως αρραβώνα, λόγω της ματαίωσης της σύμβασης και της ακυρότητας του σχετικού περί αρραβώνα όρου, λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου για την κύρια σύμβαση συμβολαιογραφικού τύπου ...
Τότε, η καθ’ ης απέστειλε στις ανακόπτουσες την από 25-6-2008 δήλωση της, η οποία επιδόθηκε σε αυτές στις 27-6-2008 με την οποία η καθ' ης αξίωσε την απόδοση του εν λόγω ποσού ενός [ορθό: εντός] προθεσμίας δύο (2) ημερών από τη λήψη της εξώδικης δήλωσης, πλην όμως οι ανακόπτουσες δεν το κατέβαλαν. Τότε η καθ' ης υπέβαλε την από 15-9-2008 αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής βάσει της από 12-11-2007 έγγραφης απόδειξης, των εξωδίκων δηλώσεων και της από 15-9-2008 βεβαίωσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Γ. περί μη υπογραφής της σύμβασης. Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 12139/2008 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω προκύπτει ότι η ματαίωση της σύμβασης δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της καθ ης, ούτε σε συμπεριφορά της αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ώστε να θεμελιώνεται ευθύνη αυτής κατά τις διαπραγματεύσεις.
Επομένως, ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος." Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο και απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμο, με τις παραδοχές ότι η ματαίωση της σύναψης της σύμβασης οφείλεται στην καθυστέρηση των ανακοπτουσών να προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες για την κατάρτιση της σύμβασης και τελικά στη μη προσέλευσή τους για την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, επειδή προσπαθούσαν να επιτύχουν υψηλότερο τίμημα από το αρχικά συμφωνημένο των 860.000 ευρώ, και όχι σε συμπεριφορά της καθ' ης αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή μη της προβληθείσας σε συμψηφισμό απαίτησης των ανακοπτουσών έναντι της καθ' ης για αποζημίωση από ευθύνη κατά τις διαπραγματεύσεις, και συνακόλουθα τη βασιμότητα ή μη του σχετικού λόγου της ανακοπής, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 197, 198 και 440 Α.Κ., τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα το Πρωτοδικείο, δεχόμενο ότι η καθ' ης προέβη σε ενέργειες για την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, τοπογραφώντας το ακίνητο, λαμβάνοντας άδεια κατεδάφισης των κτισμάτων του και ζητώντας από τη συμβολαιογράφο τη σύνταξη σχεδίου συμβολαίου, ενώ αντιθέτως οι ανακόπτουσες καθυστερούσαν να προβούν στις απαιτούμενες από την πλευρά τους ενέργειες, προσκομίζοντας καθυστερημένα τον μήνα Μάρτιο 2008 το πιστοποιητικό μη οφειλής Τ.Α.Π.
και μη προσερχόμενες για την υπογραφή του συμβολαίου, επειδή ζητούσαν από την καθ' ης την αύξηση του αρχικά συμφωνημένου τιμήματος των 860.000 ευρώ σε 900.000 ευρώ, αλλά αυτή δεν συναινούσε, με αποτέλεσμα να παρέλθει το χρονικό όριο της ισχύος της άδειας κατεδάφισης, η καθ' ης να απολέσει οριστικά το ενδιαφέρον της και να ματαιωθεί οριστικά η κατάρτιση της σύμβασης, δεν αναφέρει αν είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ορισμένη προθεσμία για την κατάρτιση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ποιες ήταν οι άλλες απαραίτητες ενέργειες για τη σύναψη της σύμβασης, πλην της προσκόμισης βεβαίωσης Τ.Α.Π., στις οποίες καθυστερούσαν να προβούν οι ανακόπτουσες, και αν είχαν συμφωνηθεί ή όχι μεταξύ των διαδίκων συγκεκριμένες ημερομηνίες για την υπογραφή του συμβολαίου και ποια πλευρά δεν προσήλθε, ή αν κάλεσε κάποια πλευρά την άλλη να προσέλθει σε συγκεκριμένη ημερομηνία για την υπογραφή του και η άλλη δεν προσήλθε, καθώς και την αιτία της μη προσέλευσης.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν πλημμέλεια της πρωτόδικης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παράβαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 197, 198, 440 Α.Κ., είναι παραδεκτός, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, απορρίπτοντας την έφεση λόγω ερημοδικίας των αναιρεσειουσών-εκκαλουσών, ενσωμάτωσε το σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, και βάσιμος.
Πρέπει, επομένως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 7144/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και περαιτέρω να διακρατηθεί η υπό κρίση υπόθεση, εφόσον πρόκειται για αναίρεση απόφασης δικαστηρίου που δίκασε κατά παραπομπή μετ' αναίρεση, και να αναβληθεί η έκδοση της απόφασης, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο του παρόντος Τμήματος μετά από κλήση με επιμέλεια των διαδίκων, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7144/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση.
Αναβάλλει την έκδοση απόφασης, προκειμένου να συζητηθεί η υπόθεση σε νέα δικάσιμο του Τμήματος τούτου με επιμέλεια των διαδίκων.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις αναιρεσείουσες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ