Legislator Case Law & Legislation
475/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds due to vague argument lacking specific content and conditions.

Case Number 475/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's rejection of the lawsuit. The appellant argued that the lower court incorrectly denied the existence of res judicata, but failed to specify the content of the prior judgment or demonstrate why the legal conditions for res judicata were not met. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible as it lacked the necessary specificity required by law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(16), 577(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged violation of res judicata rules is inadmissible if the appellant fails to specify the content of the prior judgment, the conditions for its existence, or the manner of the violation.

Keywords

AI generated
res judicata appeal admissibility Code of Civil Procedure specificity requirement prior judgment content

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 475 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 475/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Iανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαπουντζάκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αριστέα - Μαγδαληνή Μπακόλα, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1377/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4853/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και 4256/2023 διορθωτική αυτής του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-12-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 5.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης 10434/1201/28.12.2022 αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 4853/26.9.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, διορθωθείσα με την υπ' αριθμ.4256/2023 απόφαση του αυτού δικαστηρίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 15.10.2019 και με αριθμ.

κατάθεσης 89753/7090/17.10.2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 1377/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 19.2.2019 και με αριθμό εκθ. κατάθ. 16808/439/2019 αγωγή, ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ της ένδικης από 19.2.2019 (αριθμ. εκθ. κατάθ. 16808/439/2019) αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής:

Ο ενάγων - αναιρεσείων ισχυρίστηκε στην αγωγή του ότι η ανώνυμη εταιρεία πετρελαιοειδών ... ΑΕ, της οποίας καθολική διάδοχος κατέστη η εναγομένη - αναιρεσίβλητη εταιρεία "... ΑΕ", τον απασχολούσε με την ιδιότητα του θερμαστή ως έμμεσος εργοδότης κατόπιν πρόσληψής του από την εταιρεία προσωρινής απασχόλησης ..., η οποία αποτελούσε τον άμεσο εργοδότη του.

Ότι προσλήφθηκε την 1.6.2010 από την τελευταία αυτή εταιρεία προκειμένου να εργαστεί για λογαριασμό της ... Α.Ε. αρχικά για πέντε μήνες και κατόπιν διαδοχικών ανανεώσεων έως την 31.1.2012. Ότι συμφωνήθηκε να προσφέρει την εργασία του για πέντε ημέρες την εβδομάδα και οκτώ ώρες την ημέρα με μηνιαίες αποδοχές ύψους 2100 €.

Ότι αν και εργαζόταν καθημερινά μία ώρα επιπλέον του ωραρίου του δεν αμειβόταν ανάλογα από την ..., ενώ δεν του κατέβαλε την αποζημίωσή του για μη χορήγηση της ετήσιας άδειάς του για τα έτη 2010 και 2011, αν και την είχε ζητήσει. Ότι για χρονικό διάστημα άνω των 18 μηνών παρείχε συνεχώς και αδιαλείπτως τις υπηρεσίες του στον ίδιο εργοδότη καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του και συνεπώς η αρχική σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με την ...

μετατράπηκε σε σχέση εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη - έμμεσο εργοδότη του. Ότι την 31.1.2012 η εναγόμενη (αναιρεσίβλητη) κατήγγειλε άκυρα την ως άνω σύμβαση εργασίας του, χωρίς να τηρήσει τον έγγραφο τύπο και χωρίς να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση. Ότι η εναγομένη, προβαίνοντας στην άκυρη αυτή καταγγελία και μη αποδεχόμενη την προσηκόντως προσφερθείσα εργασία του, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας με αποτέλεσμα να του οφείλει τις αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την 31.1.2012 έως 31.10.2017.

Ότι λόγω των αναφερομένων στην αγωγή συνθηκών της απόλυσής του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, διότι προσβλήθηκε η προσωπικότητά του ως εργαζομένου. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων (αναιρεσείων) ζήτησε, επί τη βάσει της εργασιακής του σχέσης άλλως και επικουρικώς σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του και τροπή μέρους αυτού από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις προτάσεις του, α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 8.064,00 €, που αντιστοιχεί σε αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια των ετών 2010 και 2011, το ποσό των 11.550 €, που αντιστοιχεί σε αποζημίωση για την υπερωριακή του απασχόληση για το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και, το ποσό των 386 €, που αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας:

β) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη του οφείλει το ποσό των 144.514,00 €, που αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 31.1.2012 έως 31.10.2017, καθώς και το ποσό των 10.000,00 €, που αντιστοιχεί στην χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο για άπαντα τα κονδύλια από τότε που έκαστο εξ αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε τη υπ' αριθμ. 1377/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη διότι και αληθή υποτιθέμενα όσα εκτίθενται από τον ενάγοντα, δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν τους ισχυρισμούς του περί μετατροπής της σύμβασης εργασίας του σε σύμβαση αορίστου χρόνου με την εναγομένη, καθότι η διάρκεια του χρόνου τοποθέτησης εργαζόμενου από την ΕΠΑ στον έμμεσο εργοδότη μπορεί να οριστεί συνεχόμενος, είτε από την αρχή είτε με μεταγενέστερες αλλεπάλληλες ανανεώσεις, μέχρι τριάντα έξι (36) μήνες, όπως το χρονικό αυτό όριο ορίστηκε με τον νόμο 3899/2010, που εφαρμόζεται και στην επίδικη περίπτωση, εφόσον η εργασιακή σχέση του ενάγοντα, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, άρχισε την 1.6.2010 και έληξε την 31.1.2012, οπότε τότε, μετά την συμπλήρωση των 36 μηνών, η δανειστική σύμβαση εργασίας μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη.

Μετά από άσκηση της από 15.10.2019 εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 4853/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο αφού δέχθηκε τυπικά την έφεση, απέρριψε αυτή κατ' ουσία. Με τις διατάξεις των άρθρων 20 έως 26 του Ν.2956/2001 (όπως ίσχυαν, πριν από την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 3 του ν.3846/2010 και 17 του ν. 3899/2010 και την στην συνέχεια κατάργησή τους με το άρθρο 133 παρ. 2 του Ν. 4052/2012 - ΦΕΚ Α 41/1.3.2012), ρυθμίστηκε η παροχή εργασίας δια μέσου των Εταιρειών Προσωρινής Απασχόλησης (Ε.Π.Α.).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 20, οι Ε.Π.Α. ως άμεσοι εργοδότες, έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο δραστηριότητας τη διάθεση σε άλλους, ως έμμεσους εργοδότες, προσωπικού που προσλαμβάνουν οι ίδιες προκειμένου να απασχοληθεί στους έμμεσους εργοδότες με μορφή προσωρινής απασχόλησης, δηλαδή για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 22 ορίζονται τα εξής: Η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από οκτώ μήνες. Επιτρέπεται η έγγραφη ανανέωση για τον ίδιο έμμεσο εργοδότη με την προϋπόθεση ότι η συνολική διάρκεια της ανανέωσης δεν θα υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, χωρίς να επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης εργασίας σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Σε περίπτωση συνέχισης της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειάς της και της τυχόν ανανέωσής της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο μήνες, η σύμβαση εργασίας του μισθωτού με την εταιρεία προσωρινής απασχόλησης θεωρείται ότι μετατρέπεται αυτοδίκαια σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι, αν η απασχόληση τού κατά δανεισμό μισθωτού από τον ίδιο έμμεσο εργοδότη υπερέβαινε τους 18 μήνες, τότε η δανειστική σύμβαση εργασίας μετατρεπόταν αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη (ΑΠ436/2012). Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 22 του Ν. 2956/2001, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 3 παρ.

Β του Ν.3846/2010 (ΦΕΚΑ 66/11.5.2010), "6. Η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από δώδεκα μήνες. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η υπέρβαση της διάρκειας αυτής με μέγιστο όριο τους δεκαοκτώ (18) μήνες, αν ο προσωρινά απασχολούμενος αναπληρώνει μισθωτό του οποίου η σύμβαση για οποιονδήποτε λόγο είναι σε αναστολή.

Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων που τίθενται από την παρούσα παράγραφο, επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη", ενώ κατά την παράγραφο 7. "Αν συνεχίζεται η απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειας της αρχικής παραχώρησης και των τυχόν νόμιμων ανανεώσεων της ακόμη και με νέα παραχώρηση, χωρίς να μεσολαβεί χρονικό διάστημα σαράντα πέντε (45) (ημερολογιακών) ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 33 του Ν.3846/2010, υπό τον παράτιτλο "Μεταβατικές διατάξεις", ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 3, κατά το μέρος που επιφέρουν τροποποιήσεις εφαρμόζονται σε συμβάσεις παραχώρησης ή ανανεώσεις συμβάσεων παραχώρησης, που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού. Στη συνέχεια, η ανωτέρω παράγραφος 6 του άρθρου 22 του ν.2956/2001, όπως είχε αντικατασταθεί, κατά τα ανωτέρω με το άρθρο 3 του Ν.3846/2010, αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 17 παρ. 4 του Ν.3899/2010 (ΦΕΚΑ 212/17.12.2010) ως εξής: "6.

Η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τριάντα έξη (36) μήνες. Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων που τίθενται από την παρούσα παράγραφο, επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη".

Ενώ με το άρθρο 19 του ίδιου νόμου ορίστηκε ότι "1. Η ισχύς των διατάξεων των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 4, των άρθρων 5 και 6 της παραγράφου 4 του άρθρου 8 του νόμου αυτού αρχίζει από 1.1.2011. 2. Η ισχύς των λοιπών διατάξεων του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του".

Επομένως, ο ως άνω Ν.3899/2010 δεν περιέλαβε σχετική μεταβατική διάταξη και, ως εκ τούτου, η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 αυτού καταλαμβάνει και τις εν ισχύει συμβάσεις παραχώρησης ή ανανεώσεις συμβάσεων παραχώρησης, που είχαν συναφθεί μετά τη θέση σε ισχύ του Ν.3846/2010 και πριν την τελευταία αυτή τροποποίηση.

Συνεπώς, οι συμβάσεις αυτές καθίστανται αορίστου χρόνου, εφ' όσον η (συνολική) διάρκεια απασχόλησης του κατά δανεισμό μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη υπερβαίνει τους 36 μήνες.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020, 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων-[αναιρεσείων] επικαλείται χρόνο εργασίας του χωρίς διακοπή στην εναγομένη εταιρεία - αναιρεσίβλητη μέσω της ... (ΕΠΑ) συνολικά 20 μήνες, από την 1.6.2010 έως την 31.1.2012.

Όπως προκύπτει δε από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, η πρώτη σύμβαση του ενάγοντος με την ... είχε διάρκεια από 1.6.2010 έως 30.11.2010, στη συνέχεια ανανεώθηκε από 1.12.2010 έως 31.3.2011 και τέλος από 1.4.2011 έως 31.1.2012. Όταν υπεγράφη η αρχική σύμβαση εργασίας του εκκαλούντος (αναιρεσείοντος) με την ΕΠΑ (εταιρεία προσωρινής απασχόλησης) την 1.6.2010, αλλά και κατά την ανανέωση αυτής την 1.12.2010 ήταν σε ισχύ η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3846/2010 η οποία προέβλεπε επιτρεπόμενη διάρκεια συμβάσεως δανεισμού μέσω ΕΠΑ 18 μήνες, οι ως άνω δε συμβάσεις ήταν διάρκειας επτά μηνών και τεσσάρων μηνών αντίστοιχα, συνολικής διάρκειας έντεκα μηνών, ήτοι μικρότερης των 18 μηνών.

Κατά την υπογραφή όμως της δεύτερης σύμβασης ανανέωσης κατά την 1.4.2011 με διάρκεια έως 31.1.2012, είχε ήδη τεθεί σε ισχύ η νέα διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 3899/2010 με έναρξη ισχύος από 17.12.2010, η οποία προέβλεπε επιτρεπτή διάρκεια συμβάσεων δανεισμού μέσω ΕΠΑ τους 36 μήνες. Στον ως άνω νόμο δεν υπάρχει μεταβατική διάταξη ή άλλη αναφορά στην Αιτιολογική Έκθεση του νόμου από την οποία να προκύπτει εφαρμογή στις ήδη υπογραφείσες συμβάσεις εργασίας που δεν είχαν συμπληρώσει την απαιτούμενη εκ του νόμου διάρκεια ώστε να καταστούν αορίστου, της προγενέστερης διάταξης και όχι της τελευταίας ισχύουσας.

Συνεπώς, οι δύο συμβάσεις εργασίας υπό την ισχύ του προγενέστερου νόμου ήταν διάρκειας συνολικά έντεκα μηνών, η δε τρίτη υπό την ισχύ του νέου νόμου διάρκειας δέκα μηνών. Ο συνολικός αυτός χρόνος κατά τα προαναφερθέντα δεν στοιχειοθετεί το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 17 § 4 ν. 3899/2010 που εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση κατά τα προαναφερθέντα, ώστε να επέλθει ως συνέπεια η αυτοδίκαιη μετατροπή της δανειστικής σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη και να υφίστανται τα εξ αυτής επικαλούμενα δικαιώματα του ενάγοντα - εργαζομένου κατά του εργοδότη του.

Η με αριθμό 457/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η οποία δίκασε μεταξύ του ήδη εκκαλούντος και ετέρου διαδίκου ήτοι της εταιρίας ... κρίνοντας επί μίας ενιαίας σύμβασης εργασίας από 1.6.2010 έως 31.1.2012 και όχι τριών μερικότερων συμβάσεων κατά την διάρκεια των οποίων ίσχυσαν διαφορετικές νομικές διατάξεις, δεν έχει ισχύ δεδικασμένου στην υπό κρίση περίπτωση κατά τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας καθόσον δεν υφίσταται ταυτότητα διαδίκων, αλλά κρίση περί μίας σύμβασης εργασίας, απορριπτομένου του τρίτου λόγου έφεσης ως αβασίμου.".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. Β του ν.3846/2010 και άρθρου 17 παρ. 4 ν.3899/2010, καθ' όσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος - αναιρεσείοντος αποτελούσε προσωρινή απασχόληση και α) οι δύο πρώτες συμβάσεις του αναιρεσείοντος ήταν συνολικής διάρκειας δέκα (10) μηνών, ήτοι από 1.6.2010 έως 30.11.2010 και από 1.12.2010 έως 31.3.2011 [έξι (6) μηνών και τεσσάρων (4) μηνών, αντίστοιχα] κατ' ορθό μαθηματικό υπολογισμό και όχι ένδεκα (11) μηνών, αφού η πρώτη από 1.6.2010 έως 30.11.2010 ήταν διάρκειας έξι (6) και όχι επτά (7) μηνών, κατά το χρόνο δε σύναψης αυτών ίσχυε η διάταξη του άρθρου 3 του ν. 3846/2010, η οποία προέβλεπε επιτρεπόμενη διάρκεια συμβάσεως δανεισμού μέσω ΕΠΑ 18 μήνες, και β) η τρίτη σύμβαση (ανανέωση) ήταν διάρκειας δέκα (10) μηνών ,από 1.4.2011 έως 31.1.2012, ίσχυε δε κατ' αυτή, από 17.12.2010 ο ν.3899/2010, ο οποίος προέβλεπε επιτρεπόμενη διάρκεια συμβάσεως δανεισμού μέσω ΕΠΑ τριάντα έξι (36) μήνες, με συνέπεια, η συνολική διάρκεια απασχόλησης του αναιρεσείοντος από τον έμμεσο εργοδότη να ανέρχεται σε είκοσι (20) μήνες, και, ως εκ τούτου, εφ' όσον αυτή δεν υπερέβαινε τους 36 μήνες, δεν συνέτρεχε, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη η αναγκαία προϋπόθεση της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 4 του ν.3899/2010 περί αυτοδίκαιης μετατροπής της σύμβασής του σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε να υφίστανται τα εξ αυτής επικαλούμενα δικαιώματα του ενάγοντα - εργαζόμενου κατά του εργοδότη του.

Επομένως είναι αβάσιμα τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα προέβη σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 4 του ν. 3899/2010, παρόλο που δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 3Β του ν. 3846/2010, η οποία ήταν εφαρμοστέα και ο σχετικός πρώτος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επίσης, και ο δεύτερος λόγος της αίτησης με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπ' όψη της τη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προς τον e-ΕΦΚΑ, είναι απαράδεκτος, καθ' όσον το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή και η μη λήψη υπ' όψη της ως άνω γνωμοδότησης δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.

Ειδικότερα, ως προς το λόγο αναίρεσης από τον αριθμ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν, δηλαδή, το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, για το ορισμένο και, συνεπώς, το παραδεκτό του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) η αποδιδόμενη παράβαση, β) το περιεχόμενο της απόφασης, από την οποία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο, γ) αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου ή γιατί δεν υπάρχει αυτό, δ) ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο και ε) ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένα παραβιάστηκε αυτό (ΑΠ 1368/2021, 232/2020, 294/2016, 509/2002).

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο (Ολ. ΑΠ 7/2013, 1796/2013). Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση υφίσταται μεταξύ των ίδιων προσώπων με την αυτή ιδιότητα και μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, εκτείνεται δε αυτό και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν λογικά αναγκαία και κρίσιμη στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (ΑΠ 455/2021, 1710/2012).

Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου για το αναφερόμενο στο λόγο αυτό ζήτημα και ειδικότερα, όσον αφορά το απορρέον δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 457/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί διαφοράς του αναιρεσείοντος κατά της εταιρείας ..., για το λόγο ότι δεν υφίσταται ταυτότητα διαδίκων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος πέραν της αοριστίας του ως άνω λόγου, καθ' όσον δεν αναφέρεται το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης, από την οποία έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο, ούτε ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου, ήτοι ταυτότητα προσώπων παρισταμένων με την αυτή ιδιότητα.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.12.2022 και με αριθμό εκθ. καταθ. (10434/1201/28.12.2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4853/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ