Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment for failure to prove distortion of out-of-court statements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment. The appellant argued that the lower court distorted their out-of-court declarations regarding work execution dates and failed to properly evaluate evidence. The court rejected these claims, ruling that the distortion argument relied on an incorrect premise and was too vague to be admissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 520, 525, 527 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal alleging distortion of out-of-court statements is inadmissible if the appellant fails to provide the full text of the declaration for comparison, rendering the alleged error unidentifiable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 472 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 472/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Π. ΚΑΙ ΣΙΑ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "C.P-E.S. ΑΚΡΟΚΕΡΑΜΟΣ", που εδρεύει στον Μαραθώνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σφυρή.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ν. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πηνελόπη Τέκου. Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, η πληρεξούσια δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας, ο οποίος δεν συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε και, διά της Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα της αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1136/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 5824/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-2-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 527 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου, επειδή η ένδικη έφεση ασκήθηκε μετά την 1-1-2016, προκύπτει ότι οι ενστάσεις του εκκαλούντος-εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως ως προς αυτές λόγος από το άρθρο 527 ΚΠολΔ, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, πρέπει, εφόσον διώκουν την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προτείνονται μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων (Α.Π. 268/2021, Α.Π. 678/2018).
Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 520 και 527 περ. 6 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527, μεταξύ των οποίων, στην παράγραφο 6 του άρθρου αυτού, περιλαμβάνονται και οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Η έγγραφη απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό, πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια (Α.Π. 755/2021, Α.Π. 961/2019).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σε αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Α.Π. 1453/2019, Α.Π. 714/2007).
Σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού, το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή αυτού ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι κατά περίπτωση μία από τις παραπάνω προϋποθέσεις, μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας (Α.Π. 1761/2022, Α.Π. 84/2020, Α.Π. 1087/2014, Α.Π. 752/2011). Το απαράδεκτο της υποβολής νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (άρθρα 223, 224, 526 και 527 ΚΠολΔ) ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 περ. α' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 2/2005, Α.Π. 1761/2022, Α.Π. 84/2020).
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).
Επίσης, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Α.Π. 1383/2021).
Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο απαράδεκτο νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π. 2/2001, Α.Π. 480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π. 1496/2017).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις επιτευκτικές διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π. 927/2019, Α.Π. 357/2018).
Έτσι, με τον ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο ελέγχονται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (Α.Π. 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π. 754/2023, Α.Π. 1206/2019, Α.Π. 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 28-2-2023 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 5824/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 12-10-2017 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα κατασκευαστική εταιρία ανέφερε ότι ανέλαβε ότι συνήψε με τον εναγόμενο-αναιρεσίβλητο σύμβαση ανέγερσης, με το σύστημα της αντιπαροχής, κτιριακού συγκροτήματος σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του, ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών ο εναγόμενος της ανέθεσε επιπλέον την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών, αξίας 49.500 ευρώ, ότι εκτέλεσε το έργο, μαζί με τις πρόσθετες εργασίες, και προσέφερε αυτό στον εναγόμενο, πλην όμως αυτός δεν το παρέλαβε προκειμένου να μην καταβάλει την αμοιβή της για τις πρόσθετες εργασίες, ζήτησε δε, μετά από νόμιμο περιορισμό του αρχικού της αιτήματος, να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει το ποσό των 43.563,64 ευρώ.
Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η αξίωση της ενάγουσας έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 250 περ. 1 Α.Κ., επειδή από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο αυτός έλαβε γνώση της, μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρήλθε πενταετία. Με την 1136/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ένσταση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό των 43.563,64 ευρώ νομιμοτόκως.
Ο εναγόμενος άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 5824/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση παραγραφής, που άσκησε ο εναγόμενος με τις πρωτόδικες προτάσεις του, με το σκεπτικό ότι εναρκτήριο κατά νόμο χρονικό σημείο της παραγραφής είναι αυτό, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, και όχι εκείνο, κατά το οποίο ο οφειλέτης έλαβε γνώση της αξίωσης, ακολούθως όμως δέχτηκε ως παραδεκτή, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ίδια ένσταση πενταετούς παραγραφής, που υπέβαλε με βελτιωμένο τρόπο ο εκκαλών-εναγόμενος με λόγο εφέσεως, και απέρριψε την αγωγή με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η εφεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Χ.
Π. και Σία Τεχνική - Κατασκευαστική Ε.Ε." [αναιρεσείουσα] ... τυγχάνει κατασκευαστική εταιρία που έχει ως αντικείμενο την ανέγερση και κατασκευή διαμερισμάτων με το σύστημα της αντιπαροχής ... Ο εκκαλών [αναιρεσίβλητος] με το με αριθμό .../2005 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνα, Σ. Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μαραθώνα, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, λόγω αγοράς, ένα οικόπεδο, άρτιο κατά παρέκκλιση και οικοδομήσιμο ...
που βρίσκεται στον Μαραθώνα Αττικής ... και έχει έκταση, σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση, 563,60 τ.μ. Στα πλαίσια της παραπάνω αναφερθείσας δραστηριότητας της εφεσίβλητης, συνήφθη μεταξύ αυτής και του εκκαλούντος το με αριθμό ....2007 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστού εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό οικοδόμησης της συμβολαιογράφου Αθηνών, Μ. - Ε.
Μ., δυνάμει του οποίου ο εκκαλών (εργοδότης) ανέθεσε στην εφεσίβλητη (εργολάβο) την ανέγερση στο ανωτέρω οικόπεδο κτιριακού συγκροτήματος, κατά το σύστημα της αντιπαροχής. Ειδικότερα, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα με το ανωτέρω προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστού εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό οικοδόμησης, η εφεσίβλητη ανέλαβε με δαπάνες της, δικά της τεχνικά μέσα και εργατοτεχνικό προσωπικό και με δική της επίβλεψη, επιμέλεια και αποκλειστική ευθύνη την ανέγερση κτιριακού συγκροτήματος, το οποίο θα ...
αποτελείται από το κτίριο Ι, με τρεις (3) ανεξάρτητες κατοικίες ... και από το κτίριο
ΙΙ, με δύο (2) ανεξάρτητες κατοικίες ... Ως αμοιβή της εφεσίβλητης, ήτοι για το εργολαβικό της κέρδος καθώς και τις δαπάνες κατασκευής των οριζοντίων ιδιοκτησιών, οι οποίες θα περιέλθουν ως αντιπαροχή στον εκκαλούντα, μαζί με τα αναλογούντα σε αυτές κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη του συγκροτήματος, ορίσθηκε η μεταβίβαση και παράδοση στην ίδια ή τρίτους που αυτή θα υποδείξει, ποσοστού 715,74 ο/οο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μαζί με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα αντιστοιχούν στο ποσοστό αυτό.
Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι θα παραμείνει στην κυριότητα του εκκαλούντος ποσοστό 284,26 ο/οο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που θα αντιστοιχεί στις με αριθμό 1 και 2 οριζόντιες ιδιοκτησίες του κτιρίου ΙΙ, τις οποίες θα κατασκευάσει και θα παραδώσει η εφεσίβλητη πλήρως αποπερατωμένες ... Επιπλέον, με το άρθρο 3 του ως άνω προσυμφώνου - εργολαβικού συμφωνήθηκε ότι ο εκκαλών έχει το δικαίωμα να ζητήσει από την εφεσίβλητη να προβεί σε οποιαδήποτε εσωτερική τροποποίηση ή μεταρρύθμιση των οριζοντίων ιδιοκτησιών που περιέρχονται στην κυριότητά του, υπό τον όρο ότι οι σχετικές οδηγίες θα δοθούν στην εφεσίβλητη πριν την έναρξη του σταδίου εργασιών για τις οποίες ζητούνται οι τροποποιήσεις ή μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα πρέπει να είναι τεχνικά και αρχιτεκτονικά εφικτές και νόμιμες χωρίς να θίγουν τον οικοδομικό σκελετό, τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, τη στερεότητα της οικοδομής και την εμφάνισή της.
Επιπλέον δε με το ίδιο άρθρο συμφωνήθηκε ότι εάν η δαπάνη της κατά τα παραπάνω αιτούμενης μεταρρύθμισης υπερβαίνει τη δαπάνη κατασκευής που προβλέπεται στα αρχιτεκτονικά σχέδια και στη συγγραφή υποχρεώσεων, αυτή (δαπάνη) θα βαρύνει κατά το υπερβάλλον ποσό τον αιτούντα τη μεταρρύθμιση εκκαλούντα ... Κατόπιν όλων των ανωτέρω συμφωνηθέντων, η εφεσίβλητη, αφού εξέδωσε την απαιτούμενη με αριθμό 1537/26.07.2007 οικοδομική άδεια από την αρμόδια πολεοδομία, ξεκίνησε την κατασκευή του έργου, το οποίο, με βάση το άρθρο 5 του προσυμφώνου - εργολαβικού συμβολαίου, ήταν παραδοτέο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, ήτοι τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2010.
Εντούτοις, κατά την παραπάνω ημεροχρονολογία (Ιανουάριος 2010) το έργο δεν είχε ακόμη αποπερατωθεί, με αποτέλεσμα στις 04.06.2010 ο εκκαλών να αποστείλει προς την εφεσίβλητη την από 04.06.2010 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία, που της επέδωσε στις 10.06.2010, διαμαρτυρόμενος για την καθυστέρηση του έργου. Σε απάντηση της παραπάνω εξώδικης δήλωσης, η εφεσίβλητη απέστειλε προς τον εκκαλούντα την από 19.07.2010 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση και διαμαρτυρία, που του επέδωσε στις 02.08.2010 στην οποία γίνεται αναφορά ότι οι οικοδομικές εργασίες είναι σε εξέλιξη και ότι ο εκκαλών της οφείλει το συνολικό ποσό των 52.050 ευρώ, λόγω πρόσθετων εργασιών ...
Μετά την παραπάνω εξέλιξη, υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων το από 09.08.2010 "Ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης παράδοσης κατοικιών" στο οποίο αναφέρεται ότι, επειδή μέχρι και την παραπάνω ημεροχρονολογία δεν έχει αποπερατωθεί το έργο ... συμφωνείται να παραταθεί ο χρόνος παράδοσης των κατοικιών του εκκαλούντος κατά τέσσερις (4) μήνες, ήτοι μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010.
Στη συνέχεια δε, στο ίδιο ως άνω έγγραφο στο οποίο αποτυπώθηκε το από 09.08.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, αποτυπώθηκε εγγράφως και η από 14.01.2011 νέα συμφωνία περί παράτασης της παράδοσης του έργου ... θέτοντας πλέον ως νέο χρόνο παράδοσης του έργου την 28.02.2011. ... [Μ]ετά από ανταλλαγή και άλλων εξωδίκων δηλώσεων μεταξύ των διαδίκων, η εφεσίβλητη απέστειλε στον εκκαλούντα την από 05.10.2011 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται και τα ακόλουθα: "...
Το εν λόγω ακίνητο, το οποίο σας ανήκει ως αντιπαροχή, σύμφωνα με το εργολαβικό που έχουμε υπογράψει, είναι έτοιμο προς παράδοση σε εσάς από το τέλος του Μαΐου του 2011, πλην όμως παρά την ενημέρωσή μου προς παράδοσή σας, δεν έχετε μέχρι σήμερα προσέλθει να το παραλάβετε. Με την παρούσα, σας καλώ και πάλι ...
να προσέλθετε στο γραφείο μου και αφού συζητήσουμε και λύσουμε όλες τις εκκρεμότητες και διαφορές μας που προκύπτουν από το εργολαβικό μας, εγώ να σας παραδώσω και εσείς να παραλάβετε την κατοικία σας. Σας τονίζω και πάλι ότι το ακίνητό σας, όσον εξαρτάται από εμένα, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που με βαρύνουν, είναι έτοιμο και μπορείτε να το παραλάβετε ...
Καταληκτική προθεσμία παραλαβής του ακινήτου σας ορίζω μέχρι την 10η Νοεμβρίου 2011 ...". Την εν λόγω εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία η εφεσίβλητη επέδωσε στον εκκαλούντα στις 13.10.2011 ...
Συνεπώς, με βάση τα αναφερόμενα στην ως άνω εξώδικη δήλωση, η εφεσίβλητη, διά αυτής, προέβη σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά του έργου προς τον εκκαλούντα, θέτοντας σε αυτόν προθεσμία για την παραλαβή του την 10η Νοεμβρίου 2011, καθώς ισχυρίζεται ότι το έργο έχει αποπερατωθεί, σύμφωνα με όσα προβλέφθηκαν στη σύμβαση εργολαβίας και στη συγγραφή υποχρεώσεων, ενώ, επιπλέον, ισχυρίζεται ότι εκτελέσθηκαν από την ίδια και οι πρόσθετες εργασίες που συμφωνήθηκαν μεταξύ τους κατόπιν σχετικής εντολής που δόθηκε από τον εκκαλούντα, για τις οποίες ζητεί με την αγωγή την αμοιβή της, ύψους 43.5653,64 ευρώ.
Μετά ταύτα, εφόσον με την ως άνω εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία έγινε πραγματική προσφορά του έργου προς τον εργοδότη εκ μέρους της εργολάβου, ... η τελευταία δικαιούται της αμοιβής της για τις εν λόγω πρόσθετες εργασίες, η οποία έκτοτε έχει καταστεί απαιτητή και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.
Ωστόσο, εφόσον υπήρξε πραγματική προσφορά του έργου εκ μέρους της εφεσίβλητης εντός του έτους 2011, από την 11 Ιανουαρίου του επόμενου έτους, ήτοι από 01.01.2012, ξεκίνησε η πενταετής παραγραφή της ένδικης αξίωσής της, η οποία ... συμπληρώθηκε στις 31.12.2016. Πλην όμως, η εφεσίβλητη κατέθεσε την αγωγή της ενώπιον της γραμματέας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 30.10.2017 και την επέδωσε στον εκκαλούντα στις 29.11.2011, όπως τούτο προκύπτει από τη με αριθμό ....2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κ.
Δ., ήτοι μετά το πέρας της πενταετίας.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ένδικη αξίωση της εφεσίβλητης έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 1 ΑΚ, τον οποίο παραδεκτά προτείνει στο παρόν Δικαστήριο με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσής του, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Ειδικότερα, αν και ο εν λόγω ισχυρισμός προτείνεται το πρώτον από τον εκκαλούντα στην κατ' έφεση δίκη ως λόγος έφεσης, εντούτοις είναι παραδεκτός, καθώς, αν και δεν προτάθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα στην περίπτωση 6 αυτού, αφού αποδεικνύεται τόσο εγγράφως όσο και με δικαστική ομολογία της αντιδίκου του - εφεσίβλητης.
Τούτο διότι, όσον αφορά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής, αυτός αποδεικνύεται εγγράφως απ’ την προαναφερθείσα με αριθμό ....2017 έκθεση επίδοσης του ανωτέρω δικαστικού επιμελητή, ενώ όσον αφορά το αφετήριο γεγονός της έναρξης της πενταετούς παραγραφής, ήτοι την προσφορά προς παράδοση του έργου, τούτο προκύπτει από το ίδιο το αγωγικό δικόγραφο, όπου η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι το έργο ολοκληρώθηκε τον μήνα Μάιο του έτους 2011 και ότι με την από 05.10.2011 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία, που κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα στις 13.10.2011, κάλεσε τον τελευταίο να παραλάβει το έργο, πλήρως αποπερατωμένο, συμπεριλαμβανόμενων και των πρόσθετων εργασιών, γεγονότα τα οποία, άλλωστε, η εφεσίβλητη επαναλαμβάνει και στο δικόγραφο των προτάσεών της που νομίμως και εμπροθέσμως κατέθεσε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι το γεγονός ότι η εφεσίβλητη, εξαιτίας του ότι ο εκκαλών δεν παρέλαβε το έργο κατά την ταχθείσα από αυτήν με την ως άνω εξώδικη δήλωση προθεσμία, ήτοι στις 10.11.2011, επέδωσε στις 30.05.2012 στον εκκαλούντα και νέα εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία και συγκεκριμένα την από 28.05.2012, δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή στο αφετήριο γεγονός του χρόνου έναρξης της πενταετούς παραγραφής της αξίωσής της για αμοιβή, που είναι η προσήκουσα προσφορά του εκτελεσθέντος έργου, η οποία έλαβε χώρα με την επίδοση της πρώτης ως άνω εξώδικης δήλωσης.
Τούτο διότι, στο κείμενο της από 28.05.2012 εξώδικης δήλωσης - πρόσκλησης και διαμαρτυρίας, μεταξύ, άλλων, αναφέρεται αυτολεξεί ότι ... και από το περιεχόμενο αυτού προκύπτει πλήρως και σαφώς ότι το εκτελεσθέν έργο, συμπεριλαμβανομένων και των πρόσθετων εργασιών, είχε αποπερατωθεί εκ μέρους της εφεσίβλητης και προσφερθεί προς παράδοση προς τον εκκαλούντα ήδη από το έτος 2011, κατά τις παραπάνω αναλυτικά αναφερόμενες ημεροχρονολογίες.
Το γεγονός ότι με τη νέα ως άνω από 28.05.2012 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία η εφεσίβλητη θέτει και νέα προθεσμία, ήτοι την 15η Ιουνίου 2012, στον εκκαλούντα για την παραλαβή του έργου, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έναρξη του χρόνου της παραγραφής της ένδικης αξίωσης, αφού η προσφορά προς παράδοση του έργου έλαβε χώρα εντός του έτους 2011, και συνεπώς, έκτοτε κατέστη απαιτητή και δικαστικά επιδιώξιμη η αξίωση της εφεσίβλητης για την αμοιβή της για τις πρόσθετες εργασίες. ...
Μετά ταύτα, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω του ότι η ένδικη αξίωση έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή, κατά τα άρθρα 250 περ. 1, 251 και 253 ΑΚ, καθώς από 01.01.2012, που είναι η πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο που έλαβε χώρα προσφορά προς παράδοση του εκτελεσθέντος έργου εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης (2011) έως και τον χρόνο άσκησης της αγωγής της παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η προταθείσα το πρώτον με λόγο εφέσεως ένσταση του εναγόμενου περί πενταετούς παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας είναι παραδεκτή κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 527 περ. 6 ΚΠολΔ, επειδή, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία της ενάγουσας και εγγράφως, και συγκεκριμένα επειδή α) από την αγωγή, στην οποία αναφέρεται ότι οι εργασίες εκτελέστηκαν και αποπερατώθηκαν το μήνα Μάιο 2011 και η ενάγουσα προέβη σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά του έργου με εξώδικη δήλωση, που επέδωσε στον εναγόμενο την 13-10-2011, τάσσοντάς του προθεσμία παραλαβής έως την 10-11-2011, από την οποία (αγωγή) συνάγεται δικαστική ομολογία της περί του ότι η αξίωσή της έγινε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή εντός του έτους 2011, και β) από την ...-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κ.
Δ., από την οποία προκύπτει ότι η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο την 29-11-2017, αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία και εγγράφως ότι από τη λήξη του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρήλθε πενταετία, και ακολούθως δέχτηκε την ένσταση ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε για την αιτία αυτή την αγωγή, νομίμως έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και νομίμως δεν κήρυξε απαράδεκτο.
Ειδικότερα, για το παραδεκτό της προβολής της εν λόγω ένστασης το πρώτον ενώπιον του Εφετείου δεν απαιτείτο επιπλέον επίκληση εκ μέρους του εναγόμενου-εκκαλούντος ότι αυτή δεν προβλήθηκε εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, αφού το Εφετείο δεν δέχτηκε τη συνδρομή της περίπτωσης 4 του άρθρου 527 (καθυστερημένη προβολή από δικαιολογημένη αιτία), αλλά της περίπτωσης 6 (απόδειξη με έγγραφα ή δικαστική ομολογία), ούτε απαιτείτο ειδική επίκληση και απόδειξη εκ μέρους του ότι ο νέος ισχυρισμός αποδεικνύεται εγγράφως και με δικαστική ομολογία, εφόσον, σε όλες τις περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού, το δικαστήριο της ουσίας διαμορφώνει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ως προς το αν είναι ή όχι δικαιολογημένη η βραδεία προβολή του ή ως προς το αν συντρέχει ή όχι μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, μετά από έρευνα των στοιχείων της δικογραφίας, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις ανωτέρω αιτιάσεις.
Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Με την διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ίδιου Κώδικα, ώστε να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι. Η λήψη δε υπόψη από το δικαστήριο ανύπαρκτης ομολογίας, δικαστικής ή εξώδικης, ιδρύει, ενόψει του ότι αποτελεί ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' λόγο αναίρεσης (Α.Π. 365/2017, Α.Π. 275/2011, Α.Π. 1176/2009, Α.Π. 1232/2004).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 352 § 1 ΚΠολΔ η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία. Η δικαστική ομολογία μπορεί να περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής, της έφεσης ή των προτάσεων, η ύπαρξη δε αυτής κρίνεται αντικειμενικά, δηλαδή δεν αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία (Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 902/2019, Α.Π. 1119/2017, Α.Π. 530/2015, Α.Π. 545/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα συνήγαγε δικαστική ομολογία για το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της απαίτησής της από τις περιεχόμενες στην αγωγή της αναφορές περί ολοκλήρωσης της εκτέλεσης του έργου το μήνα Μάιο 2011 και πρόσκλησης του εναγόμενου να το παραλάβει την 13-10-2011, αφού οι ανωτέρω αναφορές δεν έγιναν με πρόθεση αναγνώρισης και αποδοχής του επιβλαβούς γι' αυτήν γεγονότος της έναρξης της προθεσμίας παραγραφής από τη λήξη του έτους 2011. Ο λόγος, με τον οποίο στην πραγματικότητα γίνεται επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αρ. 14, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμος, επειδή, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, η ύπαρξη της δικαστικής ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά, χωρίς να απαιτείται πρόθεση προς ομολογία, επομένως το Εφετείο νομίμως έλαβε υπόψη την ομολογία της αναιρεσείουσας, που έγινε με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής της, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη πρόθεσης αναγνώρισης εκ μέρους της του ανωτέρω επιζήμιου εν προκειμένω για τα συμφέροντά της περιστατικού.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β' , 453 και 524 § 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.Α.Π. 14/2005). Για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 173/2015).
Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (Α.Π. 492/2015). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 1761/2017, Α.Π. 1741/2017), και επίσης αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 615/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες από τον αναιρεσίβλητο εξώδικες δηλώσεις του προς την αναιρεσίβλητη, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη α) την από 8-11-2011 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία αυτός αρνείτο να συμπράξει σε απολογιστική εκκαθάριση, β) την από 28-3-2012 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία χορήγησε στην αναιρεσίβλητη νέα προθεσμία περάτωσης του έργου και γ) την από 16-5-2012 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία την κήρυξε έκπτωτη.
Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς επισκοπείται, προκύπτει ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί εκτέλεσης από την αναιρεσείουσα και προσήκουσας προσφοράς στον αναιρεσίβλητο των πρόσθετων εργασιών εντός του έτους 2011, και συνεπώς της έναρξης της προθεσμίας παραγραφής από τη λήξη του έτους αυτού, έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων, και όλα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τόσο αυτά, από τα οποία προκύπτει άμεση απόδειξη, όσο και τα υπόλοιπα, από τα οποία συνάγονται δικαστικά τεκμήρια.
Από τη βεβαίωση αυτή προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλες οι ως άνω αναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις του αναιρεσίβλητου, επομένως ο λόγος είναι αβάσιμος. Όσον αφορά δε τις λοιπές προβαλλόμενες αιτιάσεις, ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο σχετικά με το χρόνο έναρξης της παραγραφής, ο λόγος είναι απαράδεκτος, αφού οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω στοιχείων, ήτοι ανάγονται στην πραγματικότητα σε παράπονα για εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγησή τους, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 1004/2020, Α.Π. 867/2019, Α.Π. 1665/2018). Ο λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 842/2021, Α.Π. 15/2021). Επίσης, παραμόρφωση κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει και όταν το δικαστήριο κατά την ανάγνωση του εγγράφου παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου κρίσιμες, δηλαδή που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση, όταν το δικαστήριο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 464/2019, Α.Π. 296/2019, Α.Π. 595/2016). Αν το δικαστήριο εκτίμησε το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει την αποδεικτική του αξία, ο λόγος είναι αβάσιμος (Α.Π. 1416/2017, Α.Π. 595/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, με έτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 5-10-2011 και 28-5-2012 εξώδικων δηλώσεών της προς τον αναιρεσίβλητο, δεχόμενο εσφαλμένα ότι από το πρώτο έγγραφο συνάγεται δικαστική ομολογία της περί του χρόνου εκτέλεσης και προσφοράς του έργου, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για πρόσκληση για απολογιστική εκκαθάριση του κόστους των εργασιών, και ότι το δεύτερο έγγραφο δεν ασκεί έννομη επιρροή στο χρόνο έναρξης της παραγραφής, επειδή η προσφορά του έργου είχε γίνει με την πρώτη εξώδικη δήλωση, ενώ στην πραγματικότητα έγινε με τη δεύτερη.
Ο λόγος, καθόσον γίνεται με αυτόν επίκληση παραμόρφωσης της από 5-10-2011 εξώδικης δήλωσης, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμος, επειδή το Εφετείο συνήγαγε δικαστική ομολογία από τα δικόγραφα της αγωγής και των προτάσεων της αναιρεσείουσας στη δευτεροβάθμια δίκη, και όχι από την ανωτέρω εξώδικη δήλωση, και καθόσον γίνεται επίκληση παραμόρφωσης της από 28-5-2012 εξώδικης δήλωσης, είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος, επειδή στο αναιρετήριο δεν περιλαμβάνεται αυτούσιο το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής, και μάλιστα λέξη προς λέξη, όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, προκειμένου από τη σύγκριση με το περιεχόμενο, που τους προσέδωσε το Εφετείο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα, αλλά παρατίθενται μόνο τα αποσπάσματά του, που περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και τις από 4-10-2022 προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, καθώς και το παρεμπίπτον αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, που υποβάλλει η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματος, που αυτός υπέβαλε προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2023 αίτηση της εταιρίας "Χ. Π. και Σια Τεχνική-Κατασκευαστική Ε.Ε." για αναίρεση της 5824/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ