Supreme Court dismisses appeal regarding construction cooperative's standing as sole liquidator after court order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a daughter against a final judgment involving a construction cooperative under liquidation. The cooperative argued it retained standing as a proper plaintiff despite the liquidation process, citing specific court decisions that validate its legal personality and the authority of a single liquidator. The court upheld the lower court's ruling, confirming that the cooperative remained a valid party to the lawsuit and the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 59, 65 of Law 602/1915; A liquidation administrator may represent the cooperative as a proper plaintiff, and the liquidation process does not terminate the cooperative's legal personality or its capacity to sue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 678 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 678/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθού η κλήση: Α. Π. Κ., κατοίκου ..., ως μόνης εκ διαθήκης κληρονόμου του αποβιώσαντος την 6/6/2000 πατέρα της Π. Α. Κ.. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σπυριδούλα - Αγγελική Λιώση.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Οικοδομικού Συνεταιρισμού Πελοποννησίων ... "...", ο οποίος τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνεκκαθαριστές του: 1) Ι. Α. του Δ., 2) Μ. σύζυγο Ε. Ρ. και 3) Δ. Ζ. του Κ., ο οποίος αντικατέστησε τη Μ. Α., όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 92/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, κατοίκων ....
Οι 1ος και 2η εκ των εκκαθαριστών παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα - Μαρία Τζεφεράκου, ενώ ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Α. συζ. Γ. Β., θυγατέρα Γ. Κ., κατοίκου ..., ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος πατρός της Γ.
Κ., 2)α. Μ. Π. του Ι. και β. Χ. Π. του Ι., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων γονέων τους Ι. Μ. Π. και Ι. χήρας Ι. Π., 3) Α. Δ. Κ., κατοίκου ..., 4) Β. Δ. Υ., κατοίκου ..., 5) Κ. Β. Τ., κατοίκου ..., 6) Κ. Γ. Π., κατοίκου ..., 7)α. Ι. Σ. του Ε., κατοίκου ..., β. Ν. Σ. του Ε., κατοίκου ..., γ. Ν. Π. του Χ., κατοίκου ..., δ. Ε. Π. του Χ., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης Α.
χήρας Ν. Π. και ταύτης κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της Ν. Π.. 8) α. Π. συζ. Χ. Σ. και ήδη συζ. Κ. Β., το γένος Χ. Π., κατοίκου ..., β) Χ. συζ. Μ. Τ., κατοίκου ..., γ) Μ. συζ. Ν. Π., κατοίκου ..., δ) Ε. συζ. Θ. Δ., κατοίκου ..., ε) Θ. Χ. Π., κατοίκου ..., στ) Δ. συζ. Γ. Κ., το γένος Χ. Π., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων γονέων τους Χ.
και Π. Π., 9) Π. Η. Π., κατοίκου ..., 10) Γ. Κ. Α., κατοίκου ..., 11) Ν. Γ. Β., κατοίκου ..., 12) α. Γ. Σ. Ρ., κατοίκου ..., β. Λ. Σ. Ρ., κατοίκου ..., γ. Δ. Σ. Ρ., κατοίκου ..., δ. Χ. συζ. Η. Β., το γένος Σ. Ρ., κατοίκου ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων των αποβιωσάντων Θ. και Α. Ρ., 13) α. Ε. χήρας Δ. Π., β. Π. Δ. Π., γ. Κ. Δ. Π., κατοίκων ..., ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Δ.
Π. Π., 14) α. Ν. Ε. Β., β. Α. συζ. Ν. Β., κατοίκων ..., ως ειδικών διαδόχων του Δ. Π. και 15) Ε. θυγ. Η. Σ., κατοίκου ..., ως ειδικής διαδόχου των Η. και Μ. Σ.. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ανδρέας - Κωνσταντίνος Τζήμας, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσίβλητος - καθού η κλήση, Π. Π., απεβίωσε στις 7-4-2011, όπως προκύπτει και από την από 14-4-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου … και κληρονομήθηκε από τους:
α. Θ. - Α. το γένος Ν. - Π. Β., β. Δ. - Α. Π. και γ. Η. Π., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι - καθών η κλήση δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1971 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με λοιπές προσεπικλήσεις και πρόσθετες παρεμβάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9950/1972 και 10985/1974 μη οριστικές και 1415/1981 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 9949/1987 και 4830/2002 μη οριστικές και 10049/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2006 αίτησή της και τους από 9-12-2008 πρόσθετους αυτής λόγους. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο ήδη 1ος αναιρεσίβλητος, Οικοδομικός Συνεταιρισμός Πελοποννησίων ... "...", με την από 24-7-2014 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 3-4-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Ζώη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 24-7-2014 κλήση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, νομίμως επαναφέρονται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτών κατά την μετ' αναβολήν δικάσιμο της 13-12-2010, λόγω της επελθούσης βιαίας διακοπής της δίκης, οφειλομένης στο πρόσωπο των εκκαθαριστών του ως άνω αναιρεσιβλήτου.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκουσίως με ρητή ή σιωπηρά δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στη δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση από τα μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) την υπ' αριθμ.
…4/14-4-2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου, του ληξιάρχου …, 2) το υπ' αριθμ. πρωτ. …5/4-5-2011 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ..., 3) τα υπ' αριθμ. πρωτ. …0/31-5-2011, …7/2017/28-9-2017 και ...7/26-9-2017 πιστοποιητικά του γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών και υπ' αριθμ….2/28-9-2017 και …5/28-9-2017 πιστοποιητικά του γραμματέως του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, προκύπτει ότι την 7-4-2011, ήτοι μετά την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος Π.
Π. του Η., (υπ' αριθμ. 8 στο αναιρετήριο) κάτοικος εν ζωή ..., ο οποίος δεν κατέλειπε διαθήκη και έτσι κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη" σύζυγο του Θ. Π. και τα τέκνα του Δ. και Η. Π., που ήταν οι πλησιέστεροι συγγενείς αυτού και μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του.
Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις προεκτεθίσες διατάξεις, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, διά του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου των Ανδρέα - Κωνσταντίνου Τζήμα ότι επαναλαμβάνουν την βιαίως λόγω θανάτου του δικαιοπαρόχου των διακοπείσα δίκη.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ., όπως η παράγραφος 3 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 του ν.4139/2013, "1. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. 2. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. 3. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ.
που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.β' του ιδίου Κώδικος, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή διά του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νομίμου παραστάσεως του κατ' αυτήν (Α.Π.314/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η από 20-12-2006 αίτηση και οι από 9-12-2008 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10.049/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Η συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ορισθείσα αρχικώς για τη δικάσιμο της 27- 4-2009, ανεβλήθη για τη δικάσιμο της 13-12-2010, οπότε και ματαιώθηκε, καθόσον επήλθε βιαία διακοπή της δίκης από λόγους αναγομένους στο πρόσωπο των εκκαθαριστών του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Ακολούθως, η κρινομένη αίτηση επανεισήχθη προς συζήτηση με την από 24-7-2014 κλήση του πρώτου αναιρεσιβλήτου και ορίσθηκε δικάσιμος η 28-9-2015, κατά την οποία και ανεβλήθη, για την δικάσιμο της 22-2-2016. Κατά τη δικάσιμο αυτή ανεβλήθη και πάλι η συζήτηση της αιτήσεως, λόγω αποχής των δικηγόρων, για τη δικάσιμο της 30-1-2017 και κατ' αυτήν για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο και κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως εμφανίσθηκαν και έλαβαν μέρος στη συζήτηση αφ' ενός μεν η αναιρεσείουσα , αφ' ετέρου δε ο πρώτος αναιρεσίβητος και οι προαναφερθέντες κληρονόμοι του αποβιώσαντος ογδόου αναιρεσιβλήτου Π. Π., ενώ όλοι οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ..
Από τα έγγραφα του φακέλλου της δικογραφίας προκύπτει η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση μόνο των υπό στοιχεία Β και Γ1α και β αναιρεσιβλήτων Α. Β., Μ. Π. και Χ. Π. (βλ. προσκ. υπ' αριθμ….2Γ….3Γ, …4Γ, …5Γ/5-1-2009, …72Γ, …73Γ/ 7-1-2009, …8Β και …2Β/27-7-2015 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητριών της περιφερείας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ο.
Δ.-οι έξι πρώτες- και Πειραιώς Σ. Τ. - οι δύο τελευταίες). Αντιθέτως, για όλους τους λοιπούς απολειπομένους αναιρεσιβλήτους, προκύπτει μεν η προς αυτούς επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων, όχι όμως και η επίδοση της προειρημένης κλήσεως του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με την οποίαν η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, ούτε άλλωστε και επικαλείται επίδοση προς αυτούς της κλήσεως ο επισπεύδων την συζήτηση πρώτος αναιρεσίβλητος, ούτε και προσκομίζει τις σχετικές εκθέσεις επιδόσεως.
Ούτε επίσης μπορεί να θεωρηθεί ως κλήτευση αυτών η μετά τις ρηθείσες αναβολές εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, αφού προϋπόθεση προς τούτο αποτελεί η νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των ή η νόμιμη παράσταση αυτών κατά την αρχική δικάσιμο, που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Ενόψει των ανωτέρω και των νομικών δεδομένων που προπαρατέθηκαν, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου έρευνα, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς απολειπόμενους και μη κλητευθέντες ως άνω διαδίκους, ως προς τους οποίους και πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση, και να χωρήσει περαιτέρω η συζήτηση αυτής ως προς τους λοιπούς (παρισταμένους και νομίμως κλητευθέντες) διαδίκους, εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας.
Η αίτηση αναιρέσεως ωστόσο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος ως προς τους παρισταμένους κληρονόμους του ογδόου αναιρεσίβλητου Π. Π. και ως προς τους λοιπούς κλητευθέντες και απολειπομένους αναιρεσίβλητους, ενόψει του ότι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αφορούν τον πρώτο αναιρεσίβλητο οικοδομικό συνεταιρισμό και ουδόλως μέμφονται τις λοιπές διατάξεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της ρού προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένης αναιρετικής δίκης, προκύπτουν τα εξής: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος υπό εκκαθάριση τελών οικοδομικός συνεταιρισμός με την επωνυμία "...", με την από 10 Ιουνίου 1971 (ένδικη) αγωγή του, επικαλούμενος, ακυρότητα, για τους αναφερομένους σ αυτήν λόγους, των υπ' αριθμ. 79/28-4-1963, 80/16-6-1963 και 81/26-6-1963 αποφάσεων του διοικητικού του συμβουλίου, με τις οποίες αποφασίστηκε η με εκούσιο πλειστηριασμό πώληση και η μετ' αυτόν κατακύρωση υπέρ των δύο πρώτων εναγομένων Γ.
Κ. (πατρός και δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης Α. συζ. Γ. Β.) και Π. Κ. (πατρός και δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Α. Κ.) του περιγραφομένου στην αγωγή αγροτεμαχίου και ήδη οικοπέδου, ιδιοκτησίας του, εκτάσεως 112.500 τ.μ. κειμένου στο Δήμο ..., καθώς και της μεταβιβαστικής του ακινήτου συμβάσεως πωλήσεως που επακολούθησε, περί της οποία5συνετάχθη το υπ' αριθμ. ...9/8-2-1964 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...
Π. Μ., επί πλέον δε κατάληψη και κατοχή του εν λόγω ακινήτου από τους εναγομένους, (αρχικούς και εν συνεχεία αγοραστές τμημάτων αυτού) ζήτησε αφ' ενός μεν να αναγνωρισθούν ως άκυρες οι ανωτέρω αποφάσεις του διοικητικού του συμβουλίου και η επακολουθήσασα σύμβαση πωλήσεως του ακινήτου, αφ' ετέρου δε να αναγνωρισθεί αυτός (ενάγων) κύριος του ιδίου ακινήτου, περιελθόντος σ' αυτόν κατά τον εκτιθέμενο στην αγωγή νόμιμο τρόπο.
Επί της αγωγής αυτής και των συνεκδικασθεισών παρεμπιπτουσών αγωγών, που ασκήθηκαν κατά των δύο πρώτων εναγομένων από τους λοιπούς εναγομένους, (αγοραστές τμημάτων του επιδίκου ακινήτου), με αντικείμενο την αποζημίωσή των σε περίπτωση ήττας των στην επί της κυρίας αγωγής δίκη, εκδόθηκαν αρχικώς οι υπ' αριθμ. 9950/1972 και 10985/1974 μη οριστικές αποφάσεις του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί εμμαρτύρων αποδείξεων και χορηγήσεως νέας προθεσμίας για τη διεξαγωγή αυτών, αντιστοίχως, και εν συνεχεία, η υπ' αριθμ. 1415/1981 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτές οι συνεκδικασθείσες αγωγές, και δη εξ ολοκλήρου η κυρία και εν μέρει οι παρεμπίπτουσες, οι εφέσεις δε που ασκήθηκαν κατά της αποφάσεως αυτής από τους εναγομένους απορρίφθηκαν με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση.
Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται με την υπό κρίση αίτηση της Α. Κ., θυγατρός και μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του δευτέρου αρχικώς εναγομένου, Π. Κ., για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν και στο δικόγραφο προσθέτων λόγων. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 27 και 28/1998, 7/2006 και 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι απεδείχθησαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 653/2011), 625/2008, 38/2008).
Εξάλλου το άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. καθορίζει περιοριστικούς τους λόγους αναιρέσεως και σ' αυτούς δεν περιλαμβάνεται και η εσφαλμένη εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ.2 του ιδίου κώδικα δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους αναφερομένους στο άρθρο 559.
Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής, ή αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονται στο δικόγραφο αυτής, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 (και όχι 8) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι αξίωσε για την εφαρμογή της διατάξεως που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που ο κανόνας απαιτεί για την εφαρμογή του ή τη μη εφαρμογή του (Α.Π.675/2011, 1734/2009, 231/2004).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ο νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών, που εκτίθενται στην αγωγή για τη νομική θεμελίωσή της, δεν είναι δεσμευτικός για το δικαστήριο, το οποίο οφείλει αυτεπαγγέλτως να προβεί στην ορθή νομική υπαγωγή αυτών, έστω και αν είναι διαφορετική εκείνης στην οποία προβαίνει ο ενάγων, η ενέργεια δε αυτή του δικαστηρίου δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής, καθόσον αυτή συγκροτείται από τα θεμελιωτικά του αιτήματος της πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται ο ενάγων και όχι από το νομικό χαρακτηρισμό αυτών από τον τελευταίο.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Η διάταξη αυτή, έχουσα έντονο χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, ως αποσκοπούσα στην καταπολέμηση της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και κατά την ενάσκηση παντός εν γένει δικαιώματος, καταλαμβάνει και το δικαίωμα των εκπροσωπούντων το νομικό πρόσωπο μελών του διοικητικού του συμβουλίου να λαμβάνουν αποφάσεις, που αφορούν τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας αυτού.
Συνεπώς, αν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, που εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο, ενεργούν μεν στα πλαίσια των παρεχομένων σ' αυτά, από το νόμο ή το καταστατικό, εξουσιών και αρμοδιοτήτων, πλην όμως κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, οι σχετικές αποφάσεις των είναι άκυρες, λόγω αντιθέσεώς των στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. (σχετ. Α.Π. 1126/06, 187/2005, 1294/2004, 1969/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της από 10 Ιουνίου 1971 αγωγής του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, υπό εκκαθάριση τελούντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού, εναντίον και του ήδη αποβιώσαντος και κληρονομηθέντος από την αναιρεσείουσα πατρός της Π. Κ., προκύπτει, ότι ο ενάγων εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των τα εξής:
Με τις υπ' αριθμ. 79/28.4.1963, 80/16.6.1963 και 81/26-6-1963 αποφάσεις του διοικητικού του συμβουλίου, απεφασίσθη η διά εκουσίου πλειστηριασμού πώληση και η μετά τούτον (πλειστηριασμό) κατακύρωση υπέρ των δύο πρώτων εναγομένων, Γ. Κ. (πατρός και δικαιοπαρόχου της δεύτερης αναιρεσίβλητης) και Π. Κ. (πατρός και δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας), του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, ιδιοκτησίας του, εκτάσεως 112.500 τετραγωνικών μέτρων, κειμένου στην Νέα ....
Οι ανωτέρω αποφάσεις ήταν άκυρες για τους αναφερομένους στην αγωγή τυπικούς λόγους (μη νόμιμη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, μη υπογραφή τους από όλα τα συμμετασχόντα μέλη, μη νόμιμη συμμετοχή του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου), οι οποίοι και δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω. Ο αποφασισθείς, κατά τα ανωτέρω εκούσιος πλειστηριασμός διενεργήθηκε την 23 Ιουνίου 1963, "εν κρυπτώ", διότι οι σχετικές ανακοινώσεις για τη διενέργεια αυτού δημοσιεύθηκαν σε ένα και μόνο "λαθρόβιον έντυπον" υπό τον τίτλο "..." και κατ' αυτόν εμφανίστηκαν και πλειοδότησαν, από κοινού, οι προαναφερθέντες δύο πρώτοι εναγόμενοι Π.
Κ. και Γ. Κ., επί θυγατρί γαμβρός του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του εν λόγω συνεταιρισμού, Γ. Κ., στους οποίους κατεκυρώθη το ακίνητο αντί του εξευτελιστικού τιμήματος των 163.350 δραχμών, ενώ η πραγματική του αξία ανερχόταν, τουλάχιστον σε 1.000.000 δραχμές. Μετά την κατακύρωση του αποτελέσματος του διαγωνισμού, ο προαναφερόμενος πρόεδρος του διοικητικού του συμβουλίου και ο γραμματέας αυτού Β.
Β., ενεργούντες ως νόμιμοι εκπρόσωποι του συνεταιρισμού, προέβησαν στην προς τους ανωτέρω πλειοδότες μεταβίβαση από κοινού του περί ου ο λόγος ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...9/1964 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Π. Μ., νομίμως μεταγραφέντος. Ακολούθως δε οι ως άνω αγοραστές, προέβησαν στην κατάτμηση μέρους του κτηθέντος ακινήτου με την πώληση και μεταβίβαση τμημάτων αυτού στους λοιπούς εναγομένους (κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα), ενώ το εναπομείναν ακίνητο διένειμαν μεταξύ τους με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ.
…0/1967 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ν. Α. και έλαβαν έκταση 22 στρεμμάτων ο καθένας. Η προεκτεθείσα διά πλειστηριασμού πώληση του ακινήτου του, με τον τρόπο που έγινε ("εν κρυπτώ" με μόνη τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως σε ένα "λαθρόβιο έντυπο", ώστε να μη υπάρξει προσέλευση πλειοδοτών) συνιστά, ενόψει και του προειρημένου εξευτελιστικού τιμήματος κατακυρώσεως, καθαρώς χαριστική πράξη προς τους πλειοδοτήσαντες αγοραστές, ο ένας εκ των οποίων ήταν και επί θυγατρί γαμβρός του προέδρου του διοικητικού του συμβουλίου, κειμένη εκτός του σκοπού του συνεταιρισμού και μη επιτρεπομένη ούτε από το καταστατικό ούτε από το άρθρο 32 του ν. 602/1915 και ως τοιαύτη ήταν άκυρη.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ο ενάγων ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αποφάσεων του διοικητικού του συμβουλίου και της γενομένης δυνάμει αυτών μεταβιβάσεως του ακινήτου και η κυριότητά του επί του ιδίου ακινήτου. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δικάζοντας, μεταξύ των άλλων, και επί εφέσεως του ως είρηται δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσείούσας Π.
Κ. κατά της πρωτοδίκου οριστικής αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ως προς την προεκτεθείσα βάση της, έκρινε, όπως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμω και ουσία βάσιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 281, 174 και 1094 του Α.Κ. και 70 του Κ.Πολ.Δ. και απέρριψε ακολούθως την έφεση και τους προσθέτους λόγους του ως άνω εναγομένου.
Ειδικότερα το Εφετείο έκρινε ότι στην ένδικη αγωγή κατά τη διατύπωση, αλλά και την εκτίμηση του νοηματικού της περιεχομένου, περιέχεται ιστορική βάση, υπαγομένη στη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., συνισταμένη στο ότι η προσβαλλομένη ως άκυρη πώληση έγινε με εκούσιο πλειστηριασμό εξαιρετικά περιορισμένης δημοσιότητος στο γαμβρό επί θυγατρί του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου του ενάγοντος και με εξευτελιστικό τίμημα, ενώ από την όλη διατύπωση και το πνεύμα του αγωγικού δικογράφου, προκύπτει, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, και η προβολή του ισχυρισμού της γνώσεως των εναγομένων αγοραστών (μάλιστα συμπαιγνίας), καθόσον εκτίθεται ότι σκοπός της πωλήσεως ήταν ακριβώς η παροχή σ' αυτούς δυσαναλόγως μεγάλου, σε σχέση με την αντιπαροχή, περιουσιακού οφέλους σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, συνιστώσα παράβαση της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., ο ισχυρισμός δε αυτός, με τον ίδιο τρόπο και έννοια, περιελήφθη και στο θέμα αποδείξεως που έταξε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η ένδικη αγωγή, υπό το προεκτεθέν ιστορικό της περιεχόμενο, θεμελιούται στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τη συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη και επομένως οι πρώτος και ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος λόγος, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατ' ορθή εκτίμησή των, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, οι αυτοί ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τις αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 8, 9 και 19 (ο πρώτος) και 8, 9 και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ο δεύτερος), συνιστάμενες ειδικότερα στο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αγωγή θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 281 Α.
Κ. : α) έλαβε παρά το νόμο υπόψη πράγματα που δεν αναφέρονταν στο δικόγραφο αυτής β)επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε γ) διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρίση του περί της νομικής βασιμότητος της αγωγής και δ) δέχθηκε, χωρίς να διατάξει απόδειξη, ως νόμω βάσιμη την αγωγή, είναι απαράδεκτοι, αφού ως προς τη ρηθείσα κρίση του Εφετείου περί του νόμω βασίμου της αγωγής, δεν στοιχειοθετούνται οι αντίστοιχες αναιρετικές πλημμέλειες.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται 1) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας 2) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση 3) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Εξάλλου, η έννοια της δημοσίας τάξεως περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του εννόμου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.
Οι ισχυρισμοί δε που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, όπως είναι και οι αναγόμενοι στην ικανότητα διαδίκου, στην εκπροσώπηση και νομιμοποίηση αυτού, δεν είναι αναγκαίως και δημοσίας τάξεως. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημοσία τάξη, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π.818/2017 168/2015, 529/2009, 1725/2008, 1401/2008).
Εξάλλου από το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι ο εναγόμενος, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μπορεί με το δικόγραφο της έφεσεώς του να επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις ενστάσεις του που απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, τις οψιγενείς και αυτές οι οποίες, χωρίς να είναι οψιγενείς ή να είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει λόγος από τους αναφερομένους στο άρθρο 269 του ιδίου Κώδικος.
Η για πρώτη φορά προβολή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον εκκαλούντα εναγόμενο ενστάσεων, με το δικόγραφο της εφέσεως, χωρίς αυτές να είναι οψιγενείς και χωρίς τη συνδρομή των αναφερομένων στο άρθρο 269 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, απορρίπτονται ως απαράδεκτες και αν το Εφετείο λάβει αυτές υπόψη, υποπίπτει στις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 του Κ.Πολ.Δ., οι ενστάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε συντρέχει ως προς αυτές λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή των, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτοδίκου να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (στις διαδικασίες που η άσκηση αυτών γίνεται με ιδιαίτερο δικόγραφο).
Άλλως, αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι, εκτός εάν πρόκειται για ενστάσεις, που προτείνονται το πρώτον στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο όχι προς εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, αλλά προς απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση της συγκεκριμένης αποφάσεως, βάσει άλλου λόγου εφέσεως, και τη διακράτηση της υποθέσεως από το Εφετείο (Α.Π. 821/1998, 1306/2006, 1702/2009, 88/2011, 194/2012).
Τέλος, με τα άρθρα 59, 60 παρ.1 , 64, 65 του ν. 602/1915 "Περί συνεταιρισμών" που ίσχυε κατά το χρόνο λύσεως και θέσεως υπό εκκαθάριση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ορίζονται τα εξής: "Η εκκαθάρισις ενεργείται υπό της διοικήσεως, εάν δεν έχει ανατεθεί υπό του καταστατικού ή δι' αποφάσεως της συνελεύσεως εις άλλα πρόσωπα.
Εκκαθαρισταί διορίζονται εις ή τρεις. Τη αιτήσει του εποπτικού συμβουλίου ή του κατά το άρθρον 41 εδ. 2 αριθμού συνεταίρων, δύνανται να διορισθώσιν εκκαθαρισταί υπό του ειρηνοδικείου" (άρθρο 59) "Οι υπό του ειρηνοδικείου διορισθέντες εκκαθαρισταί δύνανται να ανακληθώσι καθ' όν τρόπον διωρίσθησαν", (άρθρο 60 παρ. 1)."Οι εκκαθαρισταί αποπερατώνουν τας εκκρεμείς υποθέσεις, εκπληρούσι τας υποχρεώσεις του διαλυθέντος συνεταιρισμού, εισπράττουν τας απαιτήσεις και μετατρέπουν εις μετρητά την περιουσίαν του συνεταιρισμού.
Εκπροσωπούσι δικαστικώς και εξωδίκως τον συνεταιρισμόν. Προς περάτωσιν εκκρεμών υποθέσεων δύνανται να συνάπτωσι νέας δικαιοπραξίας"(άρθρο 64). "Οι εκκαθαρισταί έχουν πάντα τα δικαιώματα και καθήκοντα των μελών της Διοικήσεως και υπόκεινται εις την εποπτείαν του εποπτικού συμβουλίου. ...". (άρθρο 65). Επίσης κατά το άρθρο 9 του επακολουθήσαντος ν.δ. 886/1971 που αφορά τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς "1.
Οι οριζόμενοι κατά τας διατάξεις του άρθρου 59 του Ν. 602/1915 εκκαθαρισταί Οικοδομικών Συνεταιρισμών δύναται, τη αιτήσει του έχοντος έννομον συμφέρον, να αντικαθίστανται δι' αποφάσεως του οικείου Ειρηνοδικείου ένεκα σπουδαίων λόγων... 2. Εν περιπτώσει αδυναμίας διορισμού εκκαθαριστών εκ των μελών του Συνεταιρισμού, ως εκκαθαρισταί διορίζονται έτερα πρόσωπα επιλεγόμενα υπό του αρμοδίου Δικαστηρίου. 3.
Η αποπεράτωσις της εκκαθαρίσεως των διαλυομένων Οικοδομικών Συνεταιρισμών ενεργείται, εντός τακτής προθεσμίας, οριζομένης διά πράξεως του αρμοδίου Δικαστηρίου, εφ' όσον οι εκκαθαρισταί διωρίσθησαν ή αντικατεστάθησαν υπ' αυτού....Η προθεσμία αύτη δεν δύναται να ορισθή μείζων των 2 ετών, επιτρεπομένης όμως της παρατάσεώς της υπό του αρμοδίου δικαστηρίου επί τη αιτήσει των εκκαθαριστών και εφ' όσον συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος. 4.
Διά τον καθορισμόν ή την παράτασιν της προθεσμίας αποπερατώσεως της εκκαθαρίσεως λαμβάνονται υπ' όψιν τα περιουσιακά στοιχεία του διαλυθέντος Οικοδομικού Συνεταιρισμού, αι εκκρεμείς υποθέσεις, αι υποχρεώσεις και αι απαιτήσεις αυτού ως και οι υπό του άρθρου 66 του Ν. 602/1915 ή άλλων νόμων τιθέμενοι όροι ή περιορισμοί".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεως προς εκείνες των άρθρων 72, 74 Α.Κ., 62, 64 παρ.2, 68 και 790 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι σε περίπτωση λύσεως του νομικού προσώπου (επομένως και του συνεταιρισμού) ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως το στάδιο της εκκαθαρίσεως, μέχρι δε να περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες αυτής ο συνεταιρισμός θεωρείται υφιστάμενος και συνακολούθως διατηρεί τη νομική του προσωπικότητα και την ικανότητα να είναι διάδικος, νομιμοποιούμενος ενεργητικώς και παθητικώς για τη διεξαγωγή των σχετικών δικών, στις οποίες εκπροσωπείται νομίμως δια του εκκαθαριστού ή των εκκαθαριστών αυτού, που διορίζονται με απόφαση του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έχει την έδρα του.
Οι εκκαθαριστές εκπροσωπούν δικαστικώς και εξωδίκως το συνεταιρισμό και έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτού. Εξ ουδεμιάς των ανωτέρω ή άλλων διατάξεων συνάγεται ότι ο υπό εκκαθάριση τελών συνεταιρισμός δεν δικαιούται, διαρκούσης της εκκαθαρίσεως, να προβεί στην άσκηση αγωγής ή ότι η κατά τη διάρκεια της εκκαθαρίσεως έλλειψη εκπροσωπήσεως του συνεταιρισμού, λόγω μη εγκαίρου παρατάσεως της θητείας ή αντικαταστάσεως των διορισθέντων εκκαθαριστών, συνεπάγεται την περάτωση της εκκαθαρίσεως και την απώλεια της νομικής του προσωπικότητος, με περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της ικανότητος του να είναι διάδικος.
Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος του συνεταιρισμού, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η εκπροσώπηση του συνεταιρισμού από τους εκκαθαριστές. (Α Π. 216/2012, 693/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως προβάλλει λόγους απαραδέκτου της ενδίκου αγωγής, αναγομένους στην έλλειψη ικανότητος του πρώτου αναιρεσιβλήτου να είναι διάδικος αλλά και νομίμου επροσωπήσεως τούτου και προσάπτει συναφώς στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση των οποίων ισχυρίζεται ειδικότερα τα εξής:
α) Η άσκηση της ενδίκου αγωγής εκφεύγει των ορίων της εξουσίας των εκκαθαριστών, που διαγράφονται στο άρθρο 64 του ν. 602/1915, καθόσον δεν συνιστά πράξη αποπερατώσεως εκκρεμούς υποθέσεως, αλλά έναρξη νέας δικαστικής διενέξεως και συνεπώς το Εφετείο κρίνοντας ότι οι εκκαθαριστές νομιμοποιούνται στην άσκηση της εν λόγω αγωγής παραβίασε τη ρηθείσα διάταξη και υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ..
β) Η παράταση της προθεσμίας αποπερατώσεως της εκκαθαρίσεως πρέπει απαραιτήτως να γίνεται πριν από τη λήξη της υφισταμένης προθεσμίας, διότι στο κενό διάστημα που μεσολαβεί η εκκαθάριση περατούται και ο συνεταιρισμός παύει να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο. Τούτο δε συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, διότι κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής είχε λήξει η νόμιμη διετής προθεσμία περατώσεως της εκκαθαρίσεως του συνεταιρισμού, χωρίς να έχει προηγηθεί παράταση αυτής δια δικαστικής αποφάσεως, η οποία επακολούθησε, ενώ το ίδιο επανελήφθη και σε επακολουθήσασες παρατάσεις της προθεσμίας, με αποτέλεσμα να έχει περατωθεί, λόγω της κενών που μεσολάβησαν μεταξύ των προθεσμιών, η εκκαθάριση και να έχει παύσει η νομική προσωπικότητα του ενάγοντος ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και συνακολούθως η ικανότητά του να είναι διάδικος, καθισταμένης έτσι απαραδέκτου της αγωγής και ανυπάρκτου της εκδοθείσης αποφάσεως, ως αφορώσα ανύπαρκτο πρόσωπο και συνεπώς το Εφετείο κρίνοντας αντιθέτως υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1,8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..
Και γ) κατά τη συζήτηση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η πρωτόδικη οριστική απόφαση, η εκπροσώπηση του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου, από ένα μόνο εκκαθαριστή, δυνάμει της υπ' αριθμ. 357/1978 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, δεν ήταν νόμιμη, διότι ναι μεν η εν λόγω απόφαση είχε διατηρήσει τον εν λόγω εκπρόσωπο του ως μόνο εκκαθαριστή αυτού, πλην όμως δεν εχώρησε, προηγουμένως, όπως θα έπρεπε, σε ανάκληση του αρχικώς γενομένου διορισμού τριών εκκαθαριστών, και σε διορισμό εν συνεχεία ενός μόνο εκκαθαριστή, σύμφωνα με τα άρθρα 59 και 60 του ν. 602/1915, και συνεπώς, το Εφετείο, κρίνοντας νόμιμη την εκπροσώπηση του ενάγοντος, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθώς και αυτές του άρθρου 9 του ν.δ.886/1971 και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά και σε εκείνη από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., διότι στηρίζεται σε ισχυρισμούς , οι οποίοι (με εξαίρεση τον τρίτο εξ αυτών) δεν είχαν προταθεί νομίμως ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας. Τούτο προκύπτει σαφώς από το σχετικό δικόγραφο, στο οποίο γίνεται λόγος αορίστως για προβολή, ενστάσεως ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου, με τις προτάσεις της αναιρεσειούσας ενώπιον του Εφετείου καθώς και για προβολή όλων των ανωτέρω ισχυρισμών με τις προτάσεις άλλου εκκαλούντος, τις οποίες και η ιδία επικαλέσθηκε.
Οι ισχυρισμοί δε αυτοί δεν αφορούν την δημοσία τάξη, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, ούτε υπάγονται σε κάποια άλλη από τις εξαιρέσεις της προδιαληφθείσης διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Συνεπώς θα έπρεπε να είχαν υποβληθεί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και του Εφετείου με λόγο εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως που δέχθηκε την αγωγή και με επίκληση των γεγονότων που ήδη επικαλείται με το δικόγραφο προσθέτων λόγων, για τη θεμελίωσή τους. Τούτο όμως δεν συνέβη, όπως και η αναιρεσείουσα συνομολογεί, αλλά και προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των ενώπιον των άνω Δικαστηρίων προτάσεών της.
Σε κάθε περίπτωση όμως οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, και αν ακόμη ήθελαν κριθεί παραδεκτοί, τυγχάνουν μη νόμιμοι διότι: α) Η άσκηση της ενδίκου αγωγής για απαιτήσεις του υπό εκκαθάριση τελούντος ενάγοντος, συνεταιρισμού, σαφώς και εντάσσεται στις εργασίες της εκκαθαρίσεως και ως τοιαύτη εμπίπτει στα όρια της εξουσίας των εκκαθαριστών, οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 65 του ν. 602/1915 έχουν πάντα τα δικαιώματα και καθήκοντα των μελών της Διοικήσεως, στα οποία περιλαμβάνεται βεβαίως και η άσκηση αγωγών για διεκδίκηση και διασφάλιση απαιτήσεων και δικαιωμάτων του συνεταιρισμού, β) η παρεμβολή κενών διαστημάτων κατά τις αλλεπάλληλες παρατάσεις της προθεσμίας αποπερατώσεως της εκκαθαρίσεως, δεν συνεπάγεται την περάτωση της εκκαθαρίσεως και την παύση της νομικής προσωπικότητος του ενάγοντος συνεταιρισμού, με περαιτέρω συνέπεια την απώλεια της ικανότητος του να είναι διάδικος, αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος του συνεταιρισμού, επαναλαμβάνονται νομίμως οι εργασίες της εκκαθαρίσεως και συνεχίζεται η εκπροσώπηση του συνεταιρισμού από τους εκκαθαριστές, και γ) κατά τη συζήτηση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε πρωτόδικη οριστική απόφαση, ο ενάγων συνεταιρισμός νομίμως εκπροσωπήθηκε από έναν μόνο εκκαθαριστή, δυνάμει της υπ' αριθμ. 357/1978 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, η οποία διατήρησε αυτόν ως μόνο εκκαθαριστή για την αποπεράτωση των εργασιών της εκκαθαρίσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 59 παρ. 2 του ν. 602/1915, η απόφαση δε αυτή εμπεριέχει εμμέσως πλην σαφώς και ανάκληση των περί διορισμού και διατηρήσεως τριών εκκαθαριστών προγενεστέρων αποφάσεων του αυτού Ειρηνοδικείου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε με τους παραδεκτώς ασκηθέντες προσθέτους λόγους αυτής, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων, αναιρεσιβλήτων κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20 Δεκεμβρίου 2006 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 9 Δεκεμβρίου 2008 προσθέτων λόγων αναιρέσεως της Α. θυγ. Π. Κ., κατά της υπ' αριθμ. 10.049/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους αναιρεσιβλήτους : 1) Α. Δ. Κ., 2) Β. Δ. Υ., 3) Κ. Β. Τ., 4)Κ. Γ. Π., 5) Ι. Σ. του Ε., 6)Ν. Σ. του Ε., 7) Ν. Π. του Χ., 8) Ε. Π. του Χ., 9) Π. συζ. Χ. Σ. και ήδη συζ. Κ. Β., 10) Χ. συζ. Μ. Τ., 10) Μ. συζ. Ν. Π., 11) Ε. συζ. Θ. Δ., 12) Θ. Χ. Π., 13) Δ. συζ. Γ. Κ., 14) Γ. Κ. Α., 15) Ν. Γ. Β., 16) Γ. Σ. Ρ., 17) Λ. Σ. Ρ., 18) Δ. Σ. Ρ., 19) Χ. συζ. Η. Β., 20) Ε. χήρα Δ. Π., 21) Π. Δ. Π., 22) Κ. Δ. Π., 23) Ν. Ε. Β., 24) Α. συζ. Ν. Β. και 25) Ε. θυγ. Η. Σ.
Απορρίπτει την από 20 Δεκεμβρίου 2006 αίτηση αναιρέσεως και τους από 9 Δεκεμβρίου 2008 προσθέτους λόγους αναιρέσεως της Α. θυγ. Π. Κ. κατά της υπ' αριθμ. 10.049/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς (παρισταμένους και νομίμως κληθέντες) αναιρεσιβλήτους.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800) για τον πρώτο αναιρεσίβλητο, υπό εκκαθάριση Οικοδομικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "...", και των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ από κοινού για τους 1) Θ.-Α. Π., 2)Δ. - Α. Π. και 3)Η. Π..
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ