Legislator Case Law & Legislation
472/2024 AI generated

Supreme Court overturns single-judge appeal court ruling on insolvency debt restructuring case due to insufficient evidence of fraud.

Case Number 472/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court overturned the final appeal judgment of the single-judge court regarding a debt restructuring case under the insolvency law. The appellant argued that the lower court erred by requiring specific evidence of concealment actions to prove fraud, which the court deemed excessive. The court agreed that the lower court's interpretation of the fraud requirement was too strict and ordered the case remitted for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 330 of the Civil Code; Article 1 of Law 3869/2010: The Supreme Court established that proving fraud in insolvency debt restructuring requires specific evidence of concealment actions and continued debt assumption, not merely the taking of excessive obligations.

Keywords

AI generated
insolvency debt restructuring fraudulent conduct concealment of assets overdue obligations remittal for retrial single judge court appeal procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 1 of Law 3869/2010
Article 330 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 2579/1998
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 548/2023
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring court ruling due to lack of fraud and procedural errors.
67/2020
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring ruling, upholding lower court's factual assessment of insolvency. The court rejects the appellant's claim of fraudulent evasion of debt. The decision confirms that the lower court did not violate substantive law by rejecting the fraud argument. The appeal is inadmissible as it attacks the court's evaluation of evidence. The ruling emphasizes that the lower court's factual findings are not subject to appellate review. The court concludes that the appellant failed to prove the required elements for debt restructuring. The decision upholds the original judgment on debt restructuring matters. The appeal is dismissed due to lack of legal grounds. The court maintains the lower court's decision on the debt restructuring case.
AP 508/2020
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting ground 5 of Art. 560 CPD in insolvency proceedings.
AP 1047/2021
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, citing lack of creditor intervention and procedural violations.
AP 930/2021
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it relies on procedural defects not listed in Article 560 of the Code of Civil Procedure.
AP 1150/2019
Supreme Court dismisses appeal against voluntary jurisdiction decision regarding estate property management in Greece.
OL AP 4/2023
AP 1683/2022
Supreme Court dismisses appeal against bank's foreclosure ruling regarding partial occupancy of property.
AP 785/2022
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment due to procedural errors and insufficient reasoning.
AP 658/2022
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment, ruling it legally sound and final.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 472 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 472/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Γιαμπουράνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2014 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 140/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-6-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 4.6.2020 και με αρ. κατ. 13/4.6.2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 140/2018 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως του καθού η αίτηση-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)" κατά της υπ' αριθμ. 28/2016 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Σάμου, ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία "...

Α.Ε." και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ1315/2023,ΑΠ 250/2023). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' του ΚΠολΔ, η οποία, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, "αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για την μετ' αναβολή δικάσιμο του απολειπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 1217/2023, ΑΠ 801/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 7614Β και 7612Β/12.5.2021 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Δ. Π., που προσκομίζει το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 4.6.2020 (αριθμ.

καταθ. 13/4.6.2020) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν με αριθμό 1734/2020 πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα αρχική δικάσιμο της 4-3-2022, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, με την επωνυμία "...

Α.Ε." και "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", αντίστοιχα. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20.10.2023) και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 8. Κατά συνέπεια, αφού οι ως άνω δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, ότι δεν θα παραστούν κατά τη συζήτηση, και εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 226 παρ. 4 εδ.

γ' και δ' του ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, από τη δημοσίευσή της (5.6.2018), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 741 και 769 ΚΠολΔ).

Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 140/20218 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 7.7.2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΡΟ-63/7.7.2014 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σάμου, κατά των ανωνύμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία "... Α.Ε." και "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων και κατά του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.)", ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, ζήτησε τη διευθέτηση αυτών (οφειλών) του από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των ανωτέρω, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, και να επικυρωθεί, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη του, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογένειας αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ.2 του Ν. 3869/2010.

Επί της αίτησης εκδόθηκε η υπ'αρ. 28/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Σάμου, η οποία δέχτηκε την αίτηση εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν και ρύθμισε τα χρέη του, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της. Κατά της απόφασης αυτής, το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 3.10.2016 (αριθμ. καταθ. 11/14.10.2016) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου.

Επ' αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 140/20180 απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση [εφόσον η ένδικη αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 υποβλήθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σάμου στις 7.7.2014], ήτοι πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ., με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια.

Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης.

Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτέλεσμα τος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022).

Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτέλεσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αντίστοιχη της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προυποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 8/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, αληθώς εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (και όχι εκ του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ όπως ισχυρίζεται), με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την έννοια του δόλου, του άρθρου 1 παρ. 1 εδ.

α' Ν. 3869/2010 σε συνδ. και με το άρθρο 330 ΑΚ, παραβιάζοντας έτσι ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον απέρριψε ως αόριστη, την παραδεκτώς προβληθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθείσα νομίμως με αυτοτελή λόγο έφεσης ένστασή του, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και περιορίζοντας εσφαλμένα το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης σε περιπτώσεις απατηλής συμπεριφοράς εκ μέρους του οφειλέτη (δηλ.

άμεσου δόλου), ενώ για την παραδοχή της ως άνω ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος. Ειδικότερα με το δεύτερο λόγο έφεσης προέβαλε τα ακόλουθα ''...

Εν προκειμένω ο καθ'ου ο οποίος προέβη στη συνομολόγηση του πιο πρόσφατου δανείου µε το Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων τον Μάρτιο του έτους 2012, δεν μπορεί παρά να γνώριζε ότι η χώρα βρισκόταν ήδη εν τω µέσω οικονομικής κρίσης, η οποία είχε ήδη επηρεάσει ή μοιραία θα επηρέαζε τόσο τα ατομικά του εισοδήματα, ως εργαζομένου στην Ελληνική Αστυνομία, όσο και τα εισοδήματα της συζύγου του, ως ιδιωτικού υπαλλήλου.

Παρόλα αυτά και μολοότι η οφειλόμενη μηνιαίως δόση µόνο προς το Ταμείο Παρακαταθηκών ανερχόταν ήδη στο ποσό των 728,97 ευρώ, ο αιτών ανέλαβε επιπλέον το ανωτέρω χρέος, γνωρίζοντας ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να καλύψει το σύνολο των δανειακών του υποχρεώσεων ή, τουλάχιστον, αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανόν αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.

Υπό τα περιστατικά αυτά, η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του) ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του αποτελούσε ένα ενδεχόμενο, που η πραγµάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, ένας τόσο δε υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.

Ειδικότερα, ο αιτών έλαβε υπόψη του το ενδεχόμενο της µη εξυπηρέτησης των χρεών του και, αφού το στάθμισε, αποφάσισε να προχωρήσει στη λήψη των δανείων, αψηφώντας τις συνέπειες. Κατά συνέπεια, υφίσταται δόλια αδυναμία πληρωμής του αιτούντος και η κριθείσα αίτηση του αντιδίκου έπρεπε να απορριφθεί για τον λόγο αυτόν''.

Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, αναφορικά με το ερευνώμενο ζήτημα της αοριστίας ή μη της προβληθείσης και επαναφερθείσης με λόγο έφεσης ένστασης περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών δέχθηκε, τα ακόλουθα: "Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) δολίως περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των οφειλών του, αφού γνώριζε κατά την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεών του ότι αδυνατεί να τις εκπληρώσει με βάση τις οικονομικές του δυνάμεις, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης γνωρίζοντας ότι η χώρα βρισκόταν ήδη σε οικονομική κρίση, η οποία είχε ήδη επηρεάσει ή μοιραία θα επηρέαζε τόσο τα ατομικά του εισοδήματα, ως εργαζομένου στην Ελληνική Αστυνομία, όσο και τα εισοδήματα της συζύγου του ως ιδιωτικής υπαλλήλου.

Ωστόσο, ο ανωτέρω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος δηλονότι μόνη η επίκληση από τον πιστωτή της εκ μέρους του οφειλέτη ανάληψης υπερβολικών οικονομικών υποχρεώσεων, δια του δανεισμού του, έστω και εν γνώσει της αδυναμίας του να τις αποπληρώσει, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του πραγματικού της ένστασης δόλου, αλλά απαιτείται να αναφέρονται συγκεκριμένες ενέργειες του οφειλέτη με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής κατάστασης και των υποχρεώσεών του και τη συνέχιση ανάληψης υποχρεώσεων εκ μέρους του, ενέργειες, όμως, που στην προκειμένη περίπτωση δεν μνημονεύονται...Ομοίως αποφανθέν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, γι' αυτό τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από το εκκαλούν τυγχάνουν απορριπτέα ως αβάσιμα".

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα με το να απορρίψει ως αόριστη την ως άνω ένσταση δεχόμενο αφ' ενός μεν ότι δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του δόλου του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010 η επίκληση από τον πιστωτή της εκ μέρους του οφειλετη ανάληψης υπερβολικών οικονομικών υποχρεώσεων, διά του δανεισμού του, έστω και εν γνώσει της αδυναμίας του να τις αποπληρώσει, αφ' ετέρου δε με το να απαιτήσει προς τούτο ως πρόσθετο στοιχείο την αναφορά συγκεκριμένων ενεργειών του, που αποσκοπούσαν στην απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής κατάστασης και των υποχρεώσεών του και τη συνέχιση ανάληψης οικονομικών υποχρεώσεων εκ μέρους του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης δολιότητας του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με το άρθρο 330 ΑΚ, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης (εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βάσιμου ως άνω λόγου. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), ενώ διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ.

δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 930/2021, ΑΠ 1150/2019. Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ.

β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. ΑΠ 4/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 658/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 140/2018 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Σάμου. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 2 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 28 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ